Legislator Case Law & Legislation
2063/2022 AI generated

Supreme Court annuls appeal judgment for insufficient reasoning on contract termination and remands case.

Case Number 2063/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the Third Chamber Court of Appeals' judgment due to insufficient reasoning regarding the contract termination agreement. The appellant argued the lower court failed to adequately explain why a specific written document did not reflect a prior oral agreement or why the defendant's actions constituted a valid termination. Consequently, the court remanded the case to the same Court of Appeals for retrial with a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19), 569(2), 580(3) of the Code of Civil Procedure; A judgment is annulled if the appellate court fails to provide sufficient, clear, and non-contradictory reasoning on the material facts and legal basis for its decision, necessitating a remand for retrial.

Keywords

AI generated
insufficient reasoning contract termination oral agreement written document remand for retrial appellate judgment contract dispute

Cited Legislation

AI generated
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564 of the Code of Civil Procedure
Article 566 of the Code of Civil Procedure
Article 569 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2063 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2063/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Ανδρικοπούλου - Εισηγήτρια, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεθείσας: ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...." κατά μετατροπή της πρώην επωνυμίας "....", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κουτσούκη, ο οποίος ανακάλεσε την από 17-1-2022 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Της αναιρεσιβλήτου: εταιρείας με την επωνυμία "... ...", που εδρεύει στην Κηφισιά Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της: α) Σπυρίδωνα Τσαντίνη, ο οποίος ανακάλεσε την από ... δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο και β) Βασίλειο Κωνσταντινίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ... αγωγή της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "....", που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ... του ίδιου Δικαστηρίου και ... του Τριμελούς Εφετείου …... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-7-2020 αίτησή της και τον από 21-12-2021 πρόσθετο αυτής λόγο.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και του προσθέτου αυτής λόγου, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση από ... αίτηση αναίρεσης και τον από ... πρόσθετο αυτής λόγο προσβάλλεται η με αριθμό ... απόφαση του Τριμελούς Εφετείου ….., με την οποία το Δικαστήριο απέρριψε την έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, έκανε δεκτή την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης και αφού εξαφάνισε την με αριθμό ...

απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ….., το οποίο είχε δεχθεί εν μέρει την από 20/9/2016 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείσουσας κατά το κύριο αίτημά της αναγνωρίζοντας την υποχρέωση την εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, να της καταβάλει το ποσό των 330.000 ευρώ προερχόμενο από συμφωνία των διαδίκων λόγω συναινετικής λύσης της υφιστάμενης μεταξύ των μερών σύμβασης αποκλειστικής διανομής, δίκασε επί της ουσίας την υπόθεση και απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Η αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 569 παρ. 2 εδ. α' ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, και αντίγραφο του οποίου επιδίδεται μέσα την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και στους άλλους διαδίκους.

Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, κεφάλαιο είναι κάθε οριστική διάταξη της τελεσίδικης απόφασης που κρίνει για το παραδεκτό ή το βάσιμο κάθε αυτοτελούς αίτησης παροχής έννομης προστασίας, η οποία εισάγει αντίστοιχα ένα ιδιαίτερο αντικείμενο δίκης, διαφοροποιούμενο από τα λοιπά είτε ως προς το αίτημα είτε ως προς την ιστορική βάση είτε ως προς αμφότερους τους παράγοντες που το οριοθετούν (ΑΠ 132/2004).

Αντιθέτως, πρόκειται για το αυτό αντικείμενο δίκης και επομένως και για το αυτό κεφάλαιο της απόφασης, όταν υπάρχει ταύτιση τόσο ως προς το αίτημα όσο και ως προς την ιστορική βάση. Αναγκαίως συνεχόμενα με τα κεφάλαια της απόφασης που αναιρεσιβλήθηκαν είναι όσα από τα λοιπά κεφάλαιά της παρουσιάζουν προς τα πρώτα στενή συνάφεια είτε διότι βρίσκονται σε σχέση προδικαστικότητας προς αυτά, δηλαδή αφορούν προκριματικά για την παραδοχή τους ζητήματα, είτε διότι έχουν, ως αντικείμενο, δικαιώματα που απορρέουν από την αυτή ιστορική αιτία ή από το αυτό βιοτικό γεγονός, οπότε και δημιουργείται κίνδυνος ασυμβίβαστων αποφάσεων, αν η κρίση περιορισθεί μόνο στα αναιρεσιβληθέντα κεφάλαια και συμβεί αυτή να είναι αντίθετη προς την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τα λοιπά απρόσβλητα κεφάλαια της απόφασής του (ΑΠ 1340/2017, ΑΠ 684/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση, ως ημέρα συζήτησης ενώπιον του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου της κρινόμενης από ... αίτησης για αναίρεση της με αριθμό ... τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος (14/2/2022), η δε αιτούσα άσκησε πρόσθετο λόγο με το από ...

ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου στις ... (βλ. σχετική πράξη κατάθεσης) και επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη στις ..., δηλαδή τριάντα ημέρες πριν την ορισθείσα ως άνω αρχική δικάσιμο, όπως τούτο προκύπτει από την με αριθμό ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου …..με έδρα το Πρωτοδικείο …..

Ε. Έ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα. Επομένως, ο πρόσθετος αυτός λόγος ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα. είναι παραδεκτός (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, αφού συνεκδικαστεί με την ως άνω αίτηση αναίρεσης. Με την διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ που ορίζει, ότι για την σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, καθιερώνεται στο ενοχικό δίκαιο, ως απόρροια του δόγματος της αυτονομίας της βούλησης, η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, σύμφωνα με την οποία οι συμβαλλόμενοι έχουν πλήρη ελευθερία για κατάρτιση οποιασδήποτε δικαιοπραξίας με οποιαδήποτε μορφή και περιεχόμενο, αρκεί αυτό να μην αντιβαίνει στα χρηστά ήθη (ΑΠ 2120/2013).

Άμεση, δηλαδή, συνέπεια της αρχής της αυτονομίας της ιδιωτικής βούλησης είναι η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, η οποία έμμεσα καθιερώνεται με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 361 του ΑΚ, ως έκφραση της οικονομικής ελευθερίας, που αποτελεί και αυτή ατομικό δικαίωμα, κατοχυρωμένο από το άρθρο 5 παρ.1 του Συντάγματος (ΟλΑΠ 4/1998).

Ελευθερία των συμβάσεων σημαίνει α) ελευθερία του ατόμου να συνάπτει ή να μη συνάπτει σύμβαση τόσο γενικά όσο και με συγκεκριμένο πρόσωπο ως αντισυμβαλλόμενο (ελευθερία επιλογής του αντισυμβαλλομένου) και β) ελευθερία καθορισμού του περιεχομένου της σύμβασης (ΑΠ 674/2021). Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361, 185, 191 και 193 ΑΚ, συνάγεται ότι η σύμβαση καταρτίζεται με πρόταση και αποδοχή αυτής.

Η πρόταση πρέπει να είναι πλήρης, να περιέχει δηλαδή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για τη σκοπούμενη σύμβαση, προπαντός μεν τα ουσιώδη, από δε τα επουσιώδη εκείνα τα οποία ο προτείνων νομίζει ότι πρέπει να εξάρει ιδιαίτερα. Αντίστοιχα, η αποδοχή της πρότασης για τη σύναψη σύμβασης, πρέπει να είναι σύμφωνη με το περιεχόμενο της πρότασης χωρίς επιφύλαξη ή τροποποίηση, να ακολουθεί την πρόταση και να περιέλθει σ` αυτόν που πρότεινε.

Δικαιοπρακτικός χαρακτήρας, με βάση την ακολουθούμενη από τα μέρη πρακτική, μπορεί ερμηνευτικώς να δοθεί και στη σιωπή εκείνου προς τον οποίο απευθύνεται η πρόταση (ΑΠ 845/2019, ΑΠ 600/2017, ΑΠ 884/2013, ΑΠ 1110/2013). Ο επικαλούμενος την σύναψη συμφωνίας οφείλει να επικαλεσθεί και αποδείξει την πρόταση προς κατάρτιση της σύμβασης και τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία συνάγεται η αποδοχή εκείνου προς τον οποίο απευθύνθηκε η πρόταση, ενώ αντίστοιχες παραδοχές πρέπει να περιλαμβάνει και η δεχόμενη ή απορρίπτουσα την σύναψη τέτοιας συμφωνίας δικαστική απόφαση, ώστε να έχει σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες για το ζήτημα αυτό (ΑΠ 138/2022, ΑΠ 845/2019).

Εξάλλου, η δήλωση βούλησης μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή. Ρητή (άμεση) είναι αυτή που γίνεται με λέξεις ή νεύματα που εμφανίζουν και εκφράζουν κατευθείαν την βούληση και διακρίνεται σε τυπική ή άτυπη. Σιωπηρή (έμμεση) είναι εκείνη που συνάγεται από πράξεις που γίνονται για άλλον σκοπό αλλά συμπερασματικά εμφαίνουν ορισμένη βούληση.

Στην δεύτερη περίπτωση, δηλαδή, η δικαιοπρακτική βούληση συνάγεται εκ των υστέρων στην συγκεκριμένη περίπτωση σε συνδυασμό με το σύνολο των ειδικών περιστατικών και με κριτήριο την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, ο δε επικαλούμενος την σύναψη σιωπηρής συμφωνίας οφείλει να επικαλεσθεί και αποδείξει την πρόταση προς κατάρτιση της σύμβασης και τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία συνάγεται η σιωπηρή αποδοχή εκείνου, προς τον οποίο απευθύνθηκε η πρόταση, ενώ αντίστοιχες παραδοχές πρέπει να περιλαμβάνει και η δεχόμενη την σύναψη τέτοιας σιωπηρής συμφωνίας δικαστική απόφαση, ώστε να έχει σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες για το ζήτημα αυτό (ΑΠ 1936/2008).

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος, για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 751/2019, ΑΠ 253/2013).

Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 579 παρ. 1, 580 παρ. 3 και 581 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν η απόφαση αναιρεθεί στο σύνολό της αποβάλλει την ισχύ της και δεν αποτελεί δεδικασμένο, οι δε διάδικοι επανέρχονται στην προ αυτής κατάσταση. Επί αγωγής που στηρίζεται σε περισσότερες βάσεις, οι οποίες είναι αμοιβαίως επικουρικές, η αναίρεση της απόφασης για λόγο που αφορά μόνο μία από τις βάσεις αυτές, εκτείνεται και στις διατάξεις αυτής για τις λοιπές βάσεις οι κατά των οποίων λόγοι αναίρεσης είναι μάταιο να εξετασθούν (ΑΠ 282/2020, ΑΠ 1282/2018, ΑΠ 1688/2008, ΑΠ 1608/1991).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Αποτελεί αποδεδειγμένο και μη αμφισβητούμενο γεγονός ότι στην Ελληνική αγορά τα παγωτά διακρίνονται σε δύο βασικές κατηγορίες, σύμφωνα με τον τρόπο που συσκευάζονται από τις επιχειρήσεις του κλάδου:

α) Τυποποιημένα Παγωτά: Ως τυποποιημένα παγωτά αναφέρονται κυρίως τα ατομικά παγωτά, τα οποία διατίθενται υπό τη μορφή: ξυλάκι, πύραυλος, κύπελλο και ειδικού τύπου (όπως είναι η παγωτοσοκολάτα και τα σάντουιτς). Σε αυτή την κατηγορία ως ξεχωριστή υποομάδα ανήκουν και τα οικογενειακά παγωτά, τα οποία διατίθενται στην αγορά είτε σε δοχεία, είτε σε μορφή ατομικών παγωτών συσκευασμένα σε πολυσυσκευασίες.

β) Επαγγελματικά Παγωτά (χύμα): Πρόκειται για τα παγωτά που προορίζονται για επαγγελματική χρήση και για ταχεία κατανάλωση, συσκευασμένα κυρίως σε μεγάλα δοχεία. Επιπλέον ανάλογα με τον "τόπο" κατανάλωσης του τελικού προϊόντος η αγορά δύναται να διακριθεί στις παρακάτω τέσσερις επιμέρους σχετικές αγορές:

α) Τυποποιημένου ατομικού παγωτού (impulse ice cream): Πρόκειται για παγωτά που πωλούνται σε ατομικές μερίδες, δηλαδή κυπελλάκια, πύραυλοι, γρανίτες, παγωτοσοκολάτες, κ.τ.λ. Στην αγορά αυτί] περιλαμβάνεται και το μαλακό παγωτό (soft) που πωλείται σε χωνάκια από παγωτομηχανές. β) Τυποποιημένου οικογενειακού παγωτού (family ice cream):

Πρόκειται για παγωτό το οποίο συσκευάζεται σε δοχεία του ενός ή και δύο κιλών ή και των 750 γραμμαρίων ή και σε ατομικές μερίδες σε πολυσυσκευασίες. Αγοράζεται δε για κατανάλωση στο σπίτι, γ) Επαγγελματικού παγωτού (χύμα) (catering ή bulk): Πρόκειται για παγωτό σε μεγάλα δοχεία που προορίζεται για επαγγελματική χρήση και κατανάλωση σε διάφορα καταστήματα π.χ.

εστιατόρια, καφετέριες. ξενοδοχεία, κ.τ.λ. καθώς επίσης και σε παγωτερίες/gellateria. δ) Παγωτού ιδιωτικής ετικέτας (private label ή facon ice cream): Πρόκειται για παγωτό το οποίο παράγεται από επιχειρήσεις παραγωγής παγωτού κατά παραγγελία με τα σήματα τρίτων (private label ή facon ice cream). Οι εταιρείες εμπορίας παγωτού στην Ελλάδα διαθέτουν τα προϊόντα τους μέσω συγκεκριμένων δικτύων διανομής με αποτέλεσμα την περαιτέρω κατηγοριοποίηση της αγοράς με κριτήριο τα τελικά σημεία πώλησης του παγωτού.

Οι εταιρείες εμπορίας στα μεγάλα αστικά κέντρα της Αθήνας και Θεσσαλονίκης διατηρούν κέντρα διανομής απ' όπου συνεργάτες τους φορτώνουν τα προϊόντα που εν συνεχεία διακινούν σε περιοχές του νομού Αττικής και Θεσσαλονίκης με τη μέθοδο πωλήσεων ex van. Στην υπόλοιπη Ελλάδα οι εταιρείες εμπορίας παγωτού συνεργάζονται ανά νομό ή περιοχή με ένα ή περισσότερους τοπικούς διανομείς (περισσότερους στην ίδια περιοχή ή και τον ίδιο διανομέα για περισσότερους από ένα παραγωγό) που διαθέτουν την υποδομή (ψυκτικούς θαλάμους, φορτηγά ψυγεία, αποθηκευτικούς χώρους για τη συγκέντρωση ψυγείων και την διενέργεια επισκευών κλπ.) για την περαιτέρω διανομή των παγωτών τις περιοχές.

Οι διανομείς λειτουργούν ως ανεξάρτητοι έμποροι που αναλαμβάνουν τον εμπορικό κίνδυνο και στο όνομά τους αναλαμβάνουν την προώθηση, διανομή και προμήθεια των ειδικότερων "καναλιών" εμπορίας σε επίπεδο λιανικής προϊόντων παγωτού ...... H εναγομένη αποτελεί θυγατρική του πολυεθνικού ομίλου ... και δραστηριοποιείται στην Ελλάδα στον τομέα της εμπορίας, διακίνησης και διανομής ταχυκίνητων καταναλωτικών προϊόντων (...) στους κλάδους των απορρυπαντικών, καλλυντικών και τροφίμων, καθώς και στην αγορά των παγωτών στην οποία διανέμει σε όλη την επικράτεια παγωτά υπό τα σήματα "...", "...", "...".

Για την κατανομή της αγοράς του παγωτού στην επικράτεια έχει εφαρμόσει δίκτυο διανομέων, που στο όνομά τους αναλαμβάνουν την προώθηση και διανομή σε επίπεδο λιανικής, προϊόντων παγωτού. Έως το έτος 1988, η ... ... πωλούσε απευθείας τα παγωτά στους λιανοπωλητές στην ελληνική αγορά (μικρούς και μεγάλους πελάτες) με σχήματα κυριότητας της.

Από το έτος αυτό και έπειτα, η ... ... μετέβαλε τον τρόπο διάθεσης αυτών των προϊόντων της πρώτα στους μικρούς πελάτες (περίπτερα, καταστήματα, μικρά supermarkets) και, από το έτος 1997, στους μεγάλους πελάτες - αλυσίδες καταστημάτων, cash and carry, supermarkets). Στο πλαίσιο αυτό, έχει οργανώσει σε όλη την Ελλάδα ένα δίκτυο διάθεσης που αποτελείται από ανεξάρτητους διανομείς, οι οποίοι αγοράζουν παγωτά από την ... ...

και τα μεταπωλούν στους πελάτες. Το 2011 η εναγομένη εταιρία εξαγόρασε το τμήμα παγωτών της ... αποκτώντας παράλληλα τα εμπορικά σήματά της. Ως δίαυλοι (κανάλια) εμπορίας του παγωτού προς το καταναλωτικό κοινό θεωρούνται οι εξής τρεις: α) οι υπεραγορές (super markets), όπου η εναγόμενη κατήρτιζε απευθείας κεντρικές συμφωνίες μαζί τους (ως προς τις εκπτώσεις, το χρόνο πληρωμής κλπ), για τις συναλλαγές που πραγματοποιούσε ο εκάστοτε διανομέας, β) οι μεγάλοι ή μαζικοί πελάτες, δηλαδή αλυσίδες ξενοδοχείων, στρατόπεδα, αλυσίδες κινηματογράφων κτλ, όπου ομοίως οι πωλήσεις παγωτών της εναγομένης γίνονται μετά από κεντρικές συμφωνίες που συνάπτει η ίδια μαζί τους σε κεντρικό - πανελλαδικό επίπεδο και γ) η παραδοσιακή αγορά, στην οποία περιλαμβάνονται όλα τα υπόλοιπα σημεία λιανικής πώλησης παγωτού, που δεν περιλαμβάνονται στις δύο προηγούμενες κατηγορίες, όπως λ.χ.

περίπτερα, καταστήματα ψιλικών, παντοπωλεία, καφενεία. Από τα στοιχεία της εταιρίας ερευνών .... που θεωρείται από τους πλέον αξιόπιστους καταμετρητές των δεδομένων της αγοράς, στοιχεία αναλυτικά του οποίου προσκομίζει και επικαλείται η εναγομένη, αποδεικνύεται ότι σε επίπεδο "όγκου" (ποσότητες πωλούμενου παγωτού) το μεγαλύτερο μερίδιο αγοράς στην συγκεκριμένη κατηγορία/κανάλι το κατέχει η "ιδιωτική ετικέτα" δηλαδή τα private labels που διαθέτουν τα μεγάλα super markets και ακολουθεί πολύ μακριά η εναγομένη εταιρεία με συρρικνούμενο μερίδιο (το 2017 14,2% σε όγκο και 23,6% σε αξία - τα ίδια ισχύουν και για το 2016) και μετά η ...

και η ... που όμως μέσα σε μια τριετία υπερδιπλασίασε το μερίδιό της ...... Στα πλαίσια της ανωτέρω δραστηριότητας η εναγομένη κατάρτισε με την ενάγουσα, η οποία είναι ομόρρυθμη εταιρεία, την από 3.2.1997 έγγραφη σύμβαση συνεργασίας, διάρκειας ενός έτους, με την οποία η ενάγουσα ανέλαβε τη διανομή και διάθεση των προϊόντων (παγωτών) της εναγομένης στο νομό ...ς, υπό τους εμπορικούς όρους και οδηγίες της τελευταίας, ενώ συμφωνήθηκε ότι στην ίδια περιοχή θα δραστηριοποιούνταν και άλλοι συνεργάτες της εναγομένης μόνο σε περίπτωση, που η ενάγουσα παραβίαζε τις συμβατικές της υποχρεώσεις.

Έκτοτε η εν λόγω σύμβαση ανανεώθηκε με αλλεπάλληλες συμβάσεις ορισμένου χρόνου και δη την 6.4.2010, 1.4.2011, 2.4.2012, 1.3.2013, 1.4.2014, 1.7.2015, ενώ ήδη στις 10.4.2009 είχε υπογραφεί μεταξύ των διαδίκων μερών ιδιωτικό συμφωνητικό συνεργασίας, όπου αποτυπώνονταν με μεγαλύτερη ακρίβεια οι όροι της μεταξύ τους σύμβασης. Στο εν λόγω συμφωνητικό αναλύονται με λεπτομέρειες οι πτυχές της συνεργασίας των διαδίκων, μεταξύ των οποίων και η αναφορά αφενός της περιοχής της ...

ως περιοχής δραστηριότητας της ενάγουσας, χωρίς να υποχρεώνεται αυτή να δραστηριοποιείται αποκλειστικά και μόνο στην περιοχή αυτή και αφετέρου ότι στην ίδια περιοχή θα δραστηριοποιούνταν και άλλοι συνεργάτες της εναγομένης μόνο σε περίπτωση, που η ενάγουσα παραβίαζε τις συμβατικές της υποχρεώσεις (όρος 1), οι υποχρεώσεις της ενάγουσας σε ότι αφορά στη διανομή και τις πωλήσεις προς την αγορά (όροι 2, 2.1), τα ποιοτικά χαρακτηριστικά για τη συντήρηση και διανομή των προϊόντων με αυτοκίνητα ψυγεία, τους αποθηκευτικούς χώρους/ψυκτικούς θαλάμους, που έπρεπε να διατηρεί στις εγκαταστάσεις της η ενάγουσα, την εκπαίδευση του προσωπικού (όρος 2.2), τη διαδικασία παραγγελιών και αγορών από την εναγομένη (όρος 3.1), των παραδόσεων από την τελευταία (όρος 3.2), τον τρόπο απόδειξης των χρεών της ενάγουσας προς την εναγομένη (όρος 3.5), τον τρόπο αποθήκευσης και διάθεσης ειδικών προϊόντων - κώνων (όρος 3.5), το χρόνο επιστροφής αδιάθετων προϊόντων (όρος 3.6) και ειδικά θέματα χρήσης των ψυγείων που χρησιδανείζονταν από την εναγομένη (όροι 5.1 έως 5.10).

Επίσης, στους όρους 4.1 - 4.3 ορίζονται γενικά τα ζητήματα αμοιβής της ενάγουσας και της τιμής πώλησης των προϊόντων. Οι ρυθμίσεις του συμφωνητικού συνοδεύονταν από αναλυτικά παραρτήματα με τεχνικές προδιαγραφές, αναλυτικούς προσδιορισμούς των ανταλλαγμάτων κλπ. Έτσι, η αμοιβή της ενάγουσας ορίστηκε διαφορετική για κάθε κατηγορία παγωτού.

Συγκεκριμένα, από το έτος 2011 και μετέπειτα, η αμοιβή για τα ατομικά και οικογενειακά παγωτά ανερχόταν σε 16% στην παραδοσιακή αγορά, σε 10,5% για τις πωλήσεις στα σούπερ μάρκετς και τους μαζικούς πελάτες, με τους οποίους η εναγόμενη συνήπτε κεντρικές συμφωνίες, σε 21% για το soft ice (χύμα) και σε 16% για το παγωτό cafe zero.

Όσον αφορά δε στις επιπλέον συμφωνημένες χρηματικές παροχές, που δίνονταν κάθε έτος στα τελικά σημεία πώλησης, αυτές δεν αποτελούσαν μέρος της αμοιβής της ενάγουσας, όπως άλλωστε προκύπτει και από την ως άνω έγγραφη συμφωνία, όπου στον όρο 4.2 αυτής αναφέρεται ότι η αμοιβή του συνεργάτη συνίσταται σε έκπτωση επί της αρχικής τιμής, καθώς και σε ένα κυμαινόμενο επιπλέον ποσοστό για την επίτευξη διαφόρων στόχων, σύμφωνα με τους όρους του παραρτήματος 1 της εν λόγω σύμβασης, που επισυνάφθηκε στην ίδια σύμβαση σύμφωνα με τον όρο 4.1.

Ενόψει των ανωτέρω η εν λόγω σύμβαση - ιδιωτικό συμφωνητικό προέβλεπε συνεργασία με την ενάγουσα επί μη αποκλειστικής βάσης, τόσο από πλευράς γεωγραφικής περιοχής όσο και από πλευράς υποχρέωσης του διανομέα αποκλειστικής προμήθειας από την εναγομένη. Πράγματι, πουθενά μέσα στις αναλυτικές προβλέψεις της συμβάσεως δεν εντοπίζεται, ούτε συνάγεται, σχετική ρήτρα αποκλειστικότητας ή ρήτρα μη ανταγωνισμού.

Περαιτέρω, μεταξύ των όρων του συμφωνητικού περιλαμβάνεται και ο ακόλουθος: "3.4. Η ... κατά ή και μετά την παράδοση των Προϊόντων στον Αντιπρόσωπο, θα εκδίδει και παραδίδει σε αυτόν αντίστοιχο τιμολόγιο πώλησης, το οποίο ο Αντιπρόσωπος οφείλει να αποπληρώνει σύμφωνα με την πιστοδοτική πολιτική που έχει συμφωνηθεί από τα μέρη και αναφέρεται αναλυτικά στο Παράρτημα II, το οποίο υπογεγραμμένο από τα μέρη αποτελεί αναπόσπαστο μέρος αυτής της σύμβασης.

Σε περίπτωση μη έγκαιρης εξόφλησης των τιμολογίων κατά τα ανωτέρω, ο Αντιπρόσωπος θα οφείλει στη ... και τον εκάστοτε νόμιμο τόκο υπερημερίας από την ημερομηνία που το χρέος κατέστη ληξιπρόθεσμο. Ο Αντιπρόσωπος δηλώνει ότι σε περίπτωση που δεν αποκρούσει ολικά ή μερικά εγγράφως το τιμολόγιο που εκδίδει η ...

στο όνομά του εντός δέκα ημερών (10) από την ημερομηνία έκδοσής του, τεκμαίρεται αμάχητα ότι αναγνωρίζει και αποδέχεται ανεπιφύλακτα την οφειλή του για ολόκληρο το αναγραφόμενο στο τιμολόγιο ποσό. Αντιστοίχως το Παράρτημα στο οποίο παραπέμπει ο εν λόγω όρος για την πιστοδοτική πολιτική προέβλεπε σε ότι αφορά στην παραδοσιακή αγορά ότι η εξόφληση του τιμήματος θα γίνεται εντός 30 ημερών από την ημερομηνία έκδοσης του τιμολογίου με την έκδοση επιταγής του Αντιπροσώπου προς την εταιρία με ημερομηνία λήξεως αυτή που θα αναφέρεται στο εκάστοτε τιμολόγιο.

Η διάρκεια της συμφωνίας ορίστηκε με τον όρο 6.1 ετήσια, όπου διαλαμβάνεται περαιτέρω ότι "θα ανανεώνεται κάθε φορά στη λήξη της για ένα ακόμα χρόνο, εφόσον δεν υπάρχει έγγραφη ειδοποίηση από οποιανδήποτε από τους συμβαλλόμενους ότι επιθυμούν τη λήξη της σύμβασης στο τέλος της εκάστοτε διάρκειάς της" υπό την επιφύλαξη βέβαια των περιπτώσεων καταγγελίας, που προέβλεπε ο όρος 6.2., ήτοι σε περιπτώσεις παράβασης όρων του συμφωνητικού που δεν είναι δυνατόν να διορθωθούν ή δεν διορθώνονται εντός 30 ημερών, την περίπτωση πτώχευσης, αναγκαστικής διαχείρισης κλπ., σε περίπτωση μεταβολής του ελέγχου στην ενάγουσα και σε περίπτωση μη τήρησης των συμφωνημένων από την ενάγουσα ή/και σε περίπτωση μη ικανοποιητικής προόδου πωλήσεων στην περιοχή της σε σχέση με αυτή σε άλλες περιοχές.

Ειδικό κεφάλαιο της εν λόγω μεταξύ τους συμβάσεως, κατά τα ανωτέρω, αποτελούσε και το αναφερόμενο στην εκ μέρους της εναγομένης παράδοση προς την ενάγουσα προς χρήση, παγίων ιδιοκτησίας της και συγκεκριμένα επαγγελματικών ψυγείων διαφόρων τύπων και διαστάσεων για την προώθηση των προϊόντων μας και διευκόλυνση της εμπορίας της.

Τα πάγια αυτά είναι ένα σημαντικότατο και απολύτως απαραίτητο εργαλείο πωλήσεων, αφού το παγωτό δεν μπορεί να διατεθεί χωρίς τη χρήση τους, αποτελεί δε μια σημαντική επένδυση της εναγομένης εταιρίας, την οποία οφείλουν να διαφυλάττουν οι διανομείς που είναι επιφορτισμένοι με τη σωστή συντήρηση και προστασία τους.

Για το λόγο αυτό η σύμβαση με την ενάγουσα, αλλά και όλες οι συμβάσεις διανομής, που είχε καταρτίσει η εναγομένη, περιέχουν ολόκληρο κεφάλαιο σχετικά με τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνουν οι διανομείς, όπως συνέβη και στην περίπτωση της ενάγουσας/εφεσίβλητης. Από το αναλυτικό πλέγμα των συμβατικών διατάξεων του άρθρου 5 της μεταξύ τους σύμβασης προκύπτει ότι είχε συσταθεί μεταξύ των διαδίκων σύμβαση χρησιδανείου που αφορούσε στη χρήση χωρίς αντάλλαγμα ψυγείων ιδιοκτησίας της εναγομένης, τα οποία είχε ήδη παραδώσει ή θα παρέδιδε στην ενάγουσα.

Τα ψυγεία αυτά η ίδια θα δικαιούνταν να παραχωρεί τη χρήση τους περαιτέρω προς τρίτους πελάτες της (τελικά σημεία πώλησης παγωτών) παραμένοντας όμως αποκλειστικώς υπεύθυνη τόσο για την ορθή χρήση, κατάσταση και απώλειά τους. Ως απόδειξη παράδοσης τους στην ενάγουσα θα ήταν τα δελτία αποστολής και παραλαβής τους από την τελευταία, ενώ, αντίστοιχα, απόδειξη επιστροφής τους στην εναγομένη θα ήταν το δελτίο παραλαβής ή το πρωτόκολλο παραδόσεως - παραλαβής ψυγείων που θα έπρεπε να απαιτεί η ενάγουσα να της χορηγηθεί για την απόδειξη της επιστροφής τους σε περίπτωση επιστροφής ψυγείου, άλλως το ψυγείο θα θεωρείτο ότι παραμένει στην κατοχή της.

Η ενάγουσα μετά τη λήξη ή με οποιονδήποτε τρόπο λύση της σύμβασης ή του χρησιδανείου, υποχρεούταν να επιστρέφει στην εναγομένη τα ψυγεία ή να της τα παραδώσει στα σημεία πωλήσεως όπως τα παρέλαβε, δηλαδή σε πλήρη λειτουργία. Στο ανωτέρω συμφωνητικό εξάλλου συμπεριλήφθηκε και συμφωνήθηκε με τον όρο 1.2 ότι η διαφημιστική δαπάνη και προώθηση των προϊόντων της εναγομένης αποτελεί υπόθεση της ίδιας "...", με την ρητή αναγνώριση από την πλευρά της ενάγουσας ότι "η αύξηση των πωλήσεων των Προϊόντων της ...

στην Ελλάδα, καθώς και στην περιοχή όπου αυτός δραστηριοποιείται σε μη αποκλειστική βάση, οφείλεται αποκλειστικά στην επένδυση κεφαλαίων από τη ... στους τομείς της ποιότητας των Προϊόντων, της διαφήμισης και εν γένει προώθησής των πωλήσεων των Προϊόντων και άλλων γενικότερων μέτρων που λαμβάνει η ...

στον τομέα της εμπορίας (Marketing).". (όρος 1.2.). Τέλος συμφωνήθηκαν και τα εξής: α) ότι η σύμβαση και τα παραρτήματά της ρυθμίζει πλήρως τα συμφωνημένα από τα μέρη και καταργεί κάθε προηγούμενη προφορική ή γραπτή μεταξύ των μερών για τα θέματα που καλύπτει (όρος 7.4), β) ότι για τη συμπλήρωση ή τροποποίηση της και για να έχει ισχύ απαιτείται γραπτός τύπος και υπογραφή από τα μέρη (όρος 7.5) και γ) ότι η μη άσκηση ή καθυστερημένη άσκηση δικαιώματος δεν αποτελεί αποδυνάμωση ή παραίτηση από το δικαίωμα αυτό (όρος 7.6).

Η ενάγουσα το έτος 2008 προέβη στην αγορά οικοπέδου εκτάσεως 3.200 τ.μ. στην Βιομηχανική Περιοχή της ..., όπου και κατασκεύασε εγκαταστάσεις (γραφεία και αποθηκευτικούς χώρους) για την εξυπηρέτηση της λειτουργίας της επίδικης σύμβασης, καθώς και για τη λειτουργία επιχείρησης πατάτας στην οποία επίσης, δραστηριοποιείτο κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, τα οποία δεν αμφισβητούνται από την εναγομένη.

Περαιτέρω,... δεν χωρεί ζήτημα αναλογικής εφαρμογής της προστασίας του εμπορικού αντιπροσώπου στις περιπτώσεις που ελλείπει η βασικότερη υποχρέωση του αποκλειστικού διανομέα περί μη προώθησης ανταγωνιστικών προϊόντων. Περαιτέρω από την ίδια πιο πάνω σύμβαση δεν προκύπτει καμία αναφορά σε υποχρέωση εχεμύθειας, ένταξη πελατείας στο μηχανογραφικό σύστημα της εναγομένης κλπ., αντίθετα δε στον όρο 2 και ειδικότερα 2.1.

της σύμβασης εκτίθενται οι υποχρεώσεις του διανομέα όπως ίσχυαν για την ενάγουσα, αλλά και όλους τους λοιπούς διανομείς της εναγομένης και έχουν ως εξής: α) Να εφαρμόζει το σύστημα διανομής της ... για τα προϊόντα της και να συμμορφώνεται με τις εν γένει οδηγίες της ... β) Να προβάλει και διαφημίζει τα προϊόντα της ...

που αγοράζει και διακινεί σύμφωνα με τις οδηγίες της ... γ) Να καλύπτει και διακοσμεί τα σημεία πωλήσεως με διαφημιστικό υλικό που θα παραδίδεται σε αυτόν από την ... και σύμφωνα με τις οδηγίες της τελευταίας, δ) Να δηλώσει ότι έλαβε γνώση και προσχωρεί πλήρως στους ορισμούς του Κώδικα Επαγγελματικής Δεοντολογίας τον οποίο η ...

θα του έχει γνωστοποιήσει πριν την υπογραφή της παρούσης. ε) Να τηρεί καρτέλες ενημερωμένες ως προς τις επισκέψεις των σημείων πωλήσεως - πελατών, τα στοιχεία κάθε πελάτη και τις αγορές του πελάτη στα Προϊόντα της ... ποσοτικά, στ) Να τηρεί όλες τις διατάξεις της κείμενης φορολογικής νομοθεσίας σχετικά με τη διακίνηση και πώληση προϊόντων, καθώς και τις σχετικές αγορανομικές διατάξεις και τις διατάξεις που διέπουν τη μεταφορά Προϊόντων, ζ) Ο Αντιπρόσωπος υποχρεούται σε συνεχή και αδιάκοπη επίσκεψη των σημείων πώλησης των Προϊόντων ..., σε πρόθυμη και άμεση εξυπηρέτησή τους, που συνίσταται σε άμεσο εφοδιασμό του κάθε σημείου πωλήσεως, σε επιθεώρηση των ψυγείων των πελατών υποχρεούμενος στην άμεση επισκευή και συντήρηση των ψυγείων αυτών σύμφωνα με όσα ορίζονται στο Παράρτημα IV της παρούσης το οποίο υπογεγραμμένο από τα συμβαλλόμενα μέρη αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα αυτής, η) Να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για την προώθηση και πώληση των Προϊόντων στους πελάτες της περιοχής δραστηριότητάς του.

Επίσης, να έχει εκτενές δίκτυο διανομής, κατάλληλη υποδομή και να χρησιμοποιεί κάθε εύλογο μέσον επιτυγχάνοντας τη μεγαλύτερη δυνατή χρήση του ανωτέρω δικτύου διανομής, θ) Να εκπαιδεύει και διατηρεί πάντοτε επαρκές και έμπειρο προσωπικό προκειμένου να είναι σε θέση να εκτελεί τα καθήκοντα που έχει αναλάβει δυνάμει της παρούσας, ι) Να διαθέτει και διατηρεί επαρκή εξοπλισμό για να είναι σε θέση να αποθηκεύει, να πωλεί και να συντηρεί καταλλήλως τα Προϊόντα.

Από κανένα αποδεικτικό μέσο, ωστόσο, δεν αποδείχθηκε απαγόρευση τεθείσα στην ενάγουσα τόσο κατά τη διάρκεια της σύμβασης όσο και μετά τη λύση της να μην κοινολογεί σε τρίτους τόσο την τεχνογνωσία όσο και τα εμπορικά και βιομηχανικά και άλλα απόρρητα της εναγομένης, που έχουν περιέλθει σε γνώση της, ούτε καταχώρηση των πελατών της ενάγουσας στο μηχανογραφικό σύστημα της εναγόμενης, ούτε δε και έντονη εξάρτηση της ενάγουσας από την εναγομένη, όπως εσφαλμένα δέχεται η εκκαλουμένη.

Εξάλλου, μια σύμβαση δεν μπορεί να χαρακτηριστεί εκ του αποτελέσματος και μόνο, αλλά ερμηνεύεται (εάν απαιτείται) με βάση το γράμμα αυτής και εφόσον υπάρχει αμφιβολία για την πραγματική βούληση των μερών, με τις κατευθύνσεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Όταν μια σύμβαση δεν περιέχει απαγόρευση διανομής τρίτων προϊόντων, ανταγωνιστικών και όταν δεν γίνεται χρήση της ευχέρειας αυτής από το διανομέα, αυτό δε μπορεί να σημαίνει άνευ ετέρου ότι η σύμβαση καθίσταται αποκλειστικής διανομής χωρίς να εξεταστεί ο λόγος για τον οποίο εν τέλει δεν θέλησε να επεκταθεί σε άλλες περιοχές ή δεν επιθυμούσε να διανείμει και άλλα προϊόντα, διαφορετικά από τον προμηθευτή του.

Πιθανοί λόγοι που αφορούν στον ίδιο το διανομέα όπως απροθυμία να εντάξει άλλα προϊόντα λόγω της πολυπλοκότητας που κάτι τέτοιο θα συνεπαγόταν τόσο από πλευράς οργάνωσης, λογιστικής παρακολούθησης, επάνδρωσης των ομάδων πωλήσεων με άλλους εργαζόμενους ακόμα και πρόσθετου αποθηκευτικού χώρου δεν μπορούν να "προσάπτονται" στον προμηθευτή/παραγωγό που δεν απαγόρευσε αυτή την δυνατότητα.

Επίσης λόγοι περιορισμού του κόστους που θα συνεπαγόταν μια επέκταση της δραστηριότητας σε άλλη περιοχή, τυχόν αντιδράσεις άλλων διανομέων και ενδεχόμενη άγνοια της τοπικής αγοράς δεν μπορούν να θεωρούνται ως επιβαλλόμενοι από τον παραγωγό και έτσι να καθίσταται η σύμβαση αποκλειστικής διανομής. Επιπροσθέτως, ο διανομέας που δεν δεσμεύεται από καμία συμβατική ρήτρα και από καμία πραγματική κατάσταση να μην διανέμει άλλα προϊόντα ανταγωνιστικά ή μη ως προς αυτά του προμηθευτή του, εάν επιλέξει να μην προχωρήσει σε κάτι τέτοιο και να εμείνει μόνο στην διανομή των προϊόντων του παραγωγού με τον οποίο διατηρεί σύμβαση διανομής δεν σημαίνει ότι πειθαρχεί στις υποχρεώσεις του, ούτε ότι η σύμβαση καθίσταται αποκλειστικής ή de facto αποκλειστικής διανομής.

Οι λόγοι για τους οποίους ελλείψει ρητής απαγόρευσης και ενός συστήματος πειθαναγκασμού εκ μέρους του παραγωγού, ο διανομέας επιλέγει να προωθεί μόνο τα προϊόντα του τελευταίου, μπορεί να είναι πολλοί και πάντως δεν μπορούν να στραφούν σε βάρος του παραγωγού, εάν δεν αποδειχθεί ότι κάτι τέτοιο το αξίωσε.

Εάν είτε ο διανομέας δεν επιθυμεί να επενδύσει περαιτέρω ώστε να δύναται να διανείμει παράλληλα άλλα προϊόντα τρίτου παραγωγού, είτε δεν είναι σε θέση να κάνει κάτι τέτοιο ή εν τέλει θεωρεί ότι τα ανταλλάγματα που λαμβάνει από τον παραγωγό είναι κατάλληλα και αρκετά ώστε να του αποφέρουν τη ζητούμενη κερδοφορία και δεν επιθυμεί να διακινδυνεύσει με την προώθηση άλλων προϊόντων, αυτά δεν αποτελούν στοιχεία από τα οποία μπορεί να στοιχειοθετηθεί κατάσταση "αποκλειστικής" διανομής, επειδή απλώς κάποιος δεν ήθελε να εκτεθεί σε πρόσθετους κινδύνους.

Η εισαγωγή λοιπόν του κριτηρίου της εν τέλει μη προώθησης ανταγωνιστικών προϊόντων από κάποιο διανομέα χωρίς την απόδειξη κάποιου στοιχείου εξαναγκασμού από τον προμηθευτή-παραγωγό, δεν αποτελεί μια ασφαλή προϋπόθεση για την κατάφαση ή μη του αποκλειστικού χαρακτήρα της εμπορικής σχέσης. Με άλλα λόγια εάν ο παραγωγός δεν απαγορεύει την δραστηριοποίηση του εκάστοτε διανομέα σχετικά με την προώθηση και άλλων προϊόντων, το γεγονός ότι ο διανομέας επέλεξε για τους όποιους δικούς του οργανωτικούς, επενδυτικούς ή χρηματοπιστωτικούς λόγους να διαθέτει μόνο προϊόντα του παραγωγού, δεν μπορεί, σε επίπεδο εφαρμογής των διατάξεων του ΠΔ/τος 219/91 και υπό το πρίσμα του άρθρου 14 § 4 Ν. 3557/2007, να θεωρηθεί ως στοιχείο υπέρ της εφαρμογής της προστασίας που αποδίδεται στον εμπορικό αντιπρόσωπο, για τον διανομέα, που συνειδητά και χωρίς τη συνδρομή κάποιου άλλου λόγου, ενώ μπορεί, επιλέγει να μην προωθήσει προϊόντα τρίτων ανταγωνιστών......

Ενόψει των ανωτέρω αποδειχθέντων συνάγεται ότι η ενάγουσα δεν λειτουργούσε ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης της εναγομένης, έχοντας ασθενή θέση ή/και έντονη εξάρτηση από την τελευταία με ένταξη στο δίκτυο διανομής αυτής, όπως ο εμπορικός αντιπρόσωπος, μη συντρέχουσας περίπτωσης ανάλογης εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 8 και 9 του ΠΔ 219/1991, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ.4 περ.

β' Ν 3557/2007 και απορριπτομένων ως μη νομίμων, ... των σχετικών ισχυρισμών της ενάγουσας περί του ότι εφαρμόζονται και επί συμβάσεων απλής διανομής, οι διατάξεις του ΠΔ 219/1991. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη μετά την εξαγορά της ... και επιθυμώντας να αλλάξει διανομέα στην περιοχή της ... προκειμένου να έχει έναν (διανομέα), τόσο για τα προϊόντα της ..., όσο και για τα προϊόντα της ...

και να μειώσει έτσι το λειτουργικό της κόστος, ξεκίνησε σχετικές διαπραγματεύσεις στις 4.2.2016 όταν και επισκέφθηκαν την επιχείρηση της ενάγουσας στελέχη από την επιχείρηση της εναγομένης. Στις 24.3.2016 η εναγομένη απέστειλε στην ενάγουσα ένα ανυπόγραφο σχέδιο ιδιωτικού συμφωνητικού λύσης της σύβασης εμπορικής διανομής, σύμφωνα με το οποίο η εναγομένη αναλάμβανε την υποχρέωση να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 330.000 ευρώ, πλέον ΦΠΑ ως αποζημίωση πελατείας και για την παράδοση εκ μέρους της ενάγουσας του πελατολογίου της, καθώς και όλων των πληροφοριών που αφορούν το εν λόγω πελατολόγιο, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονταν η αξία των πωλήσεων και των παροχών ανά σημείο, κατηγορία και κωδικό προϊόντων, το ημερήσιο πρόγραμμα τροφοδοσίας των σημείων πώλησης, η εκτίμηση της δυναμικής των σημείων και των περιοχών, καθώς και οτιδήποτε άλλο ήταν αναγκαίο για την ομαλή μετάβαση στο νέο διανομέα της εταιρίας, του πελατολογίου, αλλά και να πράξει ότι ήταν αναγκαίο για την παράδοση των ψυγείων της εναγομένης στο νέο συνεργάτη της.

Το ως άνω ποσό, σύμφωνα με το ίδιο σχέδιο ιδιωτικού συμφωνητικού, η ενάγουσα θα λάμβανε σε τρεις δόσεις των 140.000, 80.000 και 110.000 ευρώ πλέον ΦΠΑ, καταβλητέες στις 20.4.2016, 20.4.2017 και 20.4.2018, αντίστοιχα. Επίσης, στο ίδιο σχέδιο ιδιωτικού συμφωνητικού περιλαμβανόταν ο όρος ότι η ενάγουσα για δύο έτη από τη λύση της συνεργασίας της με την εναγομένη δε δύναται να δραστηριοποιείται στον τομέα του παγωτού για δικό της λογαριασμό ή να παρέχει υπηρεσίες ή να συνεργάζεται εν γένει με φυσικά ή νομικά πρόσωπα ανταγωνιστικά προς την εναγομένη, με πρόβλεψη σε περίπτωση παραβίασης του όρου αυτού την καταβολή στην εναγομένη από την ενάγουσα ποινικής ρήτρας ύψους 231.000 ευρώ.

Το ως άνω σχέδιο ιδιωτικού συμφωνητικού υπέγραψε η ενάγουσα και το απέστειλε στην εναγομένη προς υπογραφή από την ίδια. Πλην όμως, αποδείχθηκε ότι η εν λόγω σύμβαση λύσης της συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων ουδέποτε ολοκληρώθηκε με την αποδοχή της από την εναγομένη και την υπογραφή από μέρους της, του υπόψη σχεδίου του ιδιωτικού συμφωνητικού.

Τα υποστηριζόμενα δε από την πλευρά της ενάγουσας ότι η σύμβαση λύσης της συνεργασίας της με την εναγομένη, καταρτίστηκε ατύπως, ήτοι προφορικά και ότι το ως άνω σχέδιο ιδιωτικού συμφωνητικού είχε ως μόνο σκοπό την απόδειξη της εν λόγω συμφωνίας, κρίνονται απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμα. Τούτο διότι από την επικαλούμενη από την εναγομένη και προσκομιζόμενη ηλεκτρονική αλληλογραφία μεταξύ των εκπροσώπων των εταιριών με ημερομηνίες μεταγενέστερες της αναγραφόμενης στο ως άνω σχέδιο ιδιωτικού συμφωνητικού (βλ.

το από 21.6.2016 μήνυμα e-mail του εκπροσώπου της εναγομένης Α. Κ., που απέστειλε προς τον ομόρρυθμο εταίρο της ενάγουσας Θ. Π., προκειμένου να απαντήσει στην από 8.6.2016 διαμαρτυρία του τελευταίου σχετικά με καθυστέρηση καταβολής, του ανωτέρω ποσού των 140.000 ευρώ), σαφώς προκύπτει ότι οι διάδικες πλευρές δεν είχαν καταλήξει τότε σε συμφωνία αναφορικά με τους όρους λύσης της σύμβασης και δη η εναγομένη είχε αντιρρήσεις ως προς το ποσό που θα έπρεπε να καταβληθεί στην ενάγουσα, στο ύψος του οποίου προτίθετο να συμφωνήσει μόνο εφόσον η ενάγουσα προσκόμιζε δικαιολογητικά για τις αναπόσβεστες δαπάνες της, στις οποίες ισχυριζόταν ότι είχε προβεί για λογαριασμό της εναγομένης με την κατασκευή των ανωτέρω εγκαταστάσεων.

Η κρίση του Δικαστηρίου περί των ανωτέρω ενισχύεται από την κατάθεση του υπαλλήλου της εναγομένης Γ. Μ., ο οποίος ανέφερε στην προσκομισθείσα από αυτήν ένορκη βεβαίωσή του, ότι δεν υπήρξε τελική συμφωνία λύσης της ένδικης σύμβασης με το ως άνω περιεχόμενο και ότι έγιναν μόνο κάποιες σχετικές συζητήσεις, η οποία δεν αναιρείται από τις εκ διαμέτρου αντίθετες ένορκες βεβαιώσεις του ομόρρυθμου εταίρου της ενάγουσας, Θ.

Π. και του υπαλλήλου αυτής Γ. Κ., οι οποίες δεν κρίνονται πειστικές.

Συνεπώς, το ως άνω σχέδιο ιδιωτικού συμφωνητικού δεν αποτελούσε αποτύπωση της προφορικώς καταρτισθείσας μεταξύ των διαδίκων σύμβασης, αλλά βάση για την εξακολούθηση της διαπραγμάτευσης μεταξύ των μερών. Άλλωστε και με τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, εάν οι διάδικοι είχαν καταλήξει σε συμφωνία αναφορικά με τη λύση της μεταξύ τους σύμβασης, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, τότε η εν λόγω συμφωνία θα είχε αποτυπωθεί εγγράφως με υπογραφές των δεσμευόντων αμφότερες τις εταιρείες προσώπων, καθώς επρόκειτο για συμφωνία από την οποία αμφότερες αντλούσαν ωφέλεια και είχε μεγάλο οικονομικό αντικείμενο. Η έλλειψη παρόμοιας έγγραφης συμφωνίας, σε συνδυασμό με τις ανωτέρω αποτυπωθείσες διαφωνίες των διαδίκων κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων, δημιουργούν στο δικαστήριο πλήρη δικανική πεποίθηση περί του αβάσιμου του αγωγικού ισχυρισμού αναφορικά με την ύπαρξη προφορικά καταρτισθείσας σύμβασης λύσης της συνεργασίας της με την εναγομένη.

Συνεπώς, η κύρια βάση της κρινόμενης αγωγής είναι απορριπτέα στο σύνολό της ως ουσία αβάσιμη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε ότι η σύμβαση μεταξύ των διαδίκων εταιρειών είχε το χαρακτήρα σύμβασης αποκλειστικής διανομής, ότι καταρτίσθηκε σύμβαση λύσης της συνεργασίας των διαδίκων και έκανε δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη την εν λόγω αγωγική βάση, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 140.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της 20.4.2016, καθώς και το ποσό των 80.000 ευρώ στις 20.4. 2017 και το ποσό των 110.000 ευρώ στις 20.4.2018, με το νόμιμο τόκο από την άπρακτη παρέλευση έκαστης των ως άνω ημερομηνιών αντίστοιχα, έως την εξόφληση, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου.

Κατόπιν αυτών, δεκτών γενομένων ως και ουσιαστικά βάσιμων αμφοτέρων των λόγων εφέσεως της εναγομένης, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση αυτής στο σύνολό της και να απορριφθεί ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος ο σχετικός ανωτέρω διαλαμβανόμενος πρώτος λόγος έφεσης της ενάγουσας ως προς όλα τα σκέλη αυτού. Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι μεταξύ των διαδίκων εταιρειών υπήρξε προφορική συμφωνία για την επιστροφή του τιμολογημένου αποθέματος παγωτών, που φύλασσε η ενάγουσα ώστε να χρησιμοποιηθεί την επόμενη σεζόν.

Πράγματι επεστράφησαν τα προϊόντα, που περιγράφονται αναλυτικά κατ' είδος και αξία στα σχετικώς εκδοθέντα από την εναγομένη πιστωτικά τιμολόγια με αριθμούς ... και ... συνολικού ποσού 10.589,45 ευρώ πλέον ΦΠΑ 2.435.57 ευρώ και 55.516,65 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 12.768,83 ευρώ, αντίστοιχα, καθώς και στα υπ' αριθ. 280, 281, 282, 283/13.5.2016 Δ.Α.

συνολικού ποσού με ΦΠΑ 24% 3.838,05 ευρώ. Τα συγκεκριμένα, όμως, οφειλόμενα ποσά έχουν ήδη καταχωρηθεί στον τηρούμενο μεταξύ των συμβαλλομένων δοσοληπτικό λογαριασμό και έχουν αφαιρεθεί από το εις βάρος της ενάγουσας χρεωστικό υπόλοιπο, κατά την ως άνω ημερομηνία (26.5.2016), όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από την εναγομένη καρτέλα πελάτη χρήσης 2016 και έτσι με τον τρόπο αυτό έχει επέλθει εξόφληση της εν λόγω ένδικης συνολικής απαίτησης.

Ενόψει των ανωτέρω, η εκκαλουμένη, η οποία απέρριψε τον συγκεκριμένο αγωγικό ισχυρισμό στο σύνολό του ως ουσιαστικά αβάσιμο, έστω και με ελλειπή αιτιολογία, που συμπληρώνεται με αυτή της παρούσας απόφασης (άρθρο 534 ΚΠολΔ), ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε, απορριπτομένου ως κατ' ουσίαν αβάσιμου του σχετικού δευτέρου λόγου έφεσης της ενάγουσας....".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού απέρριψε, ως αλυσιτελές, και το υποβληθέν με τις προτάσεις της ενάγουσας εκκαλούσας αίτημα για εξέταση των απορριφθέντων, ως μη νόμιμων, επικουρικών αιτημάτων της αγωγής της, δέχθηκε την έφεση της εναγομένης και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και δίκασε επί της ουσίας την διαφορά, απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δίκαιου διατάξεις των άρθρων 361, 185, 189, 192, 193 ΑΚ διότι διέλαβε στο αποδεικτικό του πόρισμα ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής των ως άνω διατάξεων, σε σχέση με το κύριο αίτημα της αγωγής, ήτοι την επικαλούμενη από την ενάγουσα συμφωνία συναινετικής λύσης της υφιστάμενης μεταξύ των διαδίκων σύμβασης, η οποία συμφωνία ουδεμία σχέση έχει με το αν η ενάγουσα ήταν ή όχι αποκλειστική αντιπρόσωπος της εναγομένης στην ...

και αν δικαιούται ή όχι αποζημίωση πελατείας και περαιτέρω ζημία κατά τις διατάξεις του ΠΔ 219/1991. Ειδικότερα, α) ενώ δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη, επιθυμώντας να αλλάξει διανομέα στην περιοχή της ..., ξεκίνησε με την αναιρεσείουσα σχετικές διαπραγματεύσεις στις 4.2.2016, ότι στο πλαίσιο αυτό απέστειλε στις 24.3.2016 στην αναιρεσείουσα ένα ανυπόγραφο σχέδιο ιδιωτικού συμφωνητικού λύσης της σύβασης εμπορικής διανομής, και ότι η αναιρεσείουσα υπέγραψε το ως άνω σχέδιο ιδιωτικού συμφωνητικού και το απέστειλε στην αναιρεσίβλητη προς υπογραφή από την ίδια, στη συνέχεια απέρριψε τον αγωγικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ότι καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων ατύπως, ήτοι προφορικά, σύμβαση λύσης της συνεργασίας τους στις 4-2-2016, δεχόμενο ότι "η εν λόγω σύμβαση λύσης της συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων ουδέποτε ολοκληρώθηκε με την αποδοχή της από την εναγομένη και την υπογραφή, από μέρους της, του υπόψη σχεδίου του ιδιωτικού συμφωνητικού", και ότι "η έλλειψη παρόμοιας έγγραφης συμφωνίας, σε συνδυασμό με τις ανωτέρω αποτυπωθείσες διαφωνίες των διαδίκων κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων, δημιουργούν στο δικαστήριο πλήρη δικανική πεποίθηση περί του αβάσιμου του αγωγικού ισχυρισμού αναφορικά με την ύπαρξη προφορικά καταρτισθείσας σύμβασης λύσης της συνεργασίας της με την εναγομένη", απαιτώντας έτσι, με βάση τις ανωτέρω ουσιαστικές παραδοχές και χωρίς οποιαδήποτε σχετική αιτιολογία, έγγραφο τύπο για την κατάρτιση και ολοκλήρωση της συμφωνίας λύσης της ένδικης σύμβασης, β) πέραν, όμως, των ανωτέρω παραδοχών, διαλαμβάνει στη συνέχεια η προσβαλλόμενη απόφαση και την έτερη παραδοχή, ότι "Τα υποστηριζόμενα από την πλευρά της ενάγουσας ότι η σύμβαση λύσης της συνεργασίας της με την εναγομένη, καταρτίστηκε ατύπως, ήτοι προφορικά και ότι το ως άνω σχέδιο ιδιωτικού συμφωνητικού είχε ως μόνο σκοπό την απόδειξη της εν λόγω συμφωνίας, κρίνονται απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμα", με αποτέλεσμα να δημιουργείται ασάφεια σχετικά με το τί δέχεται τελικά το δικαστήριο της ουσίας ως προς το ζήτημα της απόρριψης του προαναφερόμενου αγωγικού ισχυρισμού της αναιρεσείουσας, δηλαδή ότι αυτός ήταν αβάσιμος επειδή δεν αποδείχθηκε ότι καταρτίστηκε η επικαλούμενη σύμβαση λύσης της συνεργασίας των διαδίκων, ή, αντιθέτως, επειδή απαιτείτο για την κατάρτιση αυτής έγγραφος τύπος, γ) διαλαμβάνει ως προς τη δεύτερη αυτή παραδοχή, ήτοι "τα υποστηριζόμενα από την πλευρά της ενάγουσας ότι η σύμβαση λύσης της συνεργασίας της με την εναγομένη, καταρτίστηκε ατύπως, ήτοι προφορικά και ότι το ως άνω σχέδιο ιδιωτικού συμφωνητικού είχε ως μόνο σκοπό την απόδειξη της εν λόγω συμφωνίας, κρίνονται απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμα", ότι από τη μεταγενέστερη ηλεκτρονική αλληλογραφία μεταξύ των εκπροσώπων των εταιριών προκύπτει "ότι οι διάδικες πλευρές δεν είχαν καταλήξει τότε σε συμφωνία αναφορικά με τους όρους λύσης της σύμβασης, αφού η εναγομένη είχε αντιρρήσεις ως προς το ποσό που θα έπρεπε να καταβληθεί στην ενάγουσα, χωρίς να αιτιολογεί, γιατί από τις αντιρρήσεις αυτές προέκυπτε συνέχιση των διαπραγματεύσεων και όχι υπαναχώρηση της αναιρεσίβλητης από την επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα ως ολοκληρωθείσα προφορική συμφωνία λύσης της μεταξύ τους συνεργασίας, δ) η αμέσως παραπάνω παραδοχή, ότι οι διάδικες πλευρές δεν είχαν καταλήξει σε συμφωνία τότε (στις 21/6/2016 ήτοι μετά από τρεις μήνες που απέστειλε η ενάγουσα στην εναγομένη υπογεγραμμένο το από 24/3/2016 έγγραφο), αναφορικά με τους όρους λύσης της σύμβασης, έρχεται σε αντίφαση με την παραδοχή ότι "έπρεπε" να καταβληθεί κάποιο ποσό στην αναιρεσείουσα, πέραν της ασάφειας που προκαλείται, από την έλλειψη αναφοράς σχετικά με το από πού απέρρεε η υποχρέωση της αναιρεσίβλητης να καταβάλει ορισμένο ποσό στην αναιρεσείουσα, ε) δέχεται η προσβαλλομένη ότι δεν επήλθε συναινετική λύση της υφιστάμενης μεταξύ των διαδίκων σύμβασης, μολονότι στη συνέχεια δέχεται, ότι η αναιρεσείουσα επέστρεψε, στην αναιρεσίβλητη, κατόπιν προφορικής συμφωνίας, το απόθεμα παγωτών, το οποίο φύλασσε στα ψυγεία της για χρήση κατά την επόμενη "σεζόν", χωρίς να αιτιολογεί, με σχετική παραδοχή, ποιος ήταν τότε ο λόγος της επιστροφής του αποθέματος παγωτών, εφόσον δεν επήλθε τελικώς συναινετική λύση της σύμβασης, ενόψει του ότι η ανωτέρω ενέργεια (επιστροφή αποθεματος) αρμόζει σε λύση της σύμβασης, στ) δέχεται ότι το ως άνω σχέδιο ιδιωτικού συμφωνητικού δεν αποτελούσε αποτύπωση της προφορικώς καταρτισθείσας μεταξύ των διαδίκων σύμβασης, αλλά βάση για την εξακολούθηση της διαπραγμάτευσης μεταξύ των μερών, χωρίς ωστόσο να αναφέρει, αν παρά τη διατύπωση λεπτομερώς εκ μέρους της αναιρεσίβλητης των όρων λύσης της σύμβασης, διατηρούσε η τελευταία επιφυλάξεις για ορισμένους εξ αυτών, έχοντας την πρόθεση μελλοντικής μεταβολής ή τροποποίησής τους, σε περίπτωση αποδοχής τους από την αναιρεσείουσα, και επίσης αν είχε γνωστοποιήσει στην τελευταία ότι το σχέδιο αποτελούσε βάση για εξακολούθηση της μεταξύ τους διαπραγμάτευσης, προκειμένου έτσι να μπορεί να συνεκτιμηθεί, αν αυτό αποτελούσε ή δεν αποτελούσε αποτύπωση προηγηθείσας προφορικής συμφωνίας, ζ) δεν αναφέρει αν η αναιρεσείουσα δραστηριοποιήθηκε ως διανομέας της αναιρεσίβλητης κατά την επερχόμενη σεζόν 2016 και αν όχι, για ποιο λόγο, ενόψει της προαναφερόμενης παραδοχής της προσβαλλόμενης απόφασης ότι επέστρεψε το απόθεμα των παγωτών, γεγονός που συνέχεται με λύση της σύμβασης, η) δεν αιτιολογεί, σε κάθε περίπτωση, γιατί το από 24/3/2016 έγγραφο σχέδιο συμφωνητικού δεν αποτελούσε πρόταση της εναγομένης για λύση της υφιστάμενης σύμβασης απευθυνόμενη προς την ενάγουσα, την οποία η τελευταία αποδέχθηκε.

Ενόψει αυτών, ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες τις αναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και ότι υπέπεσε έτσι στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ, είναι κατά τούτο βάσιμος.

Κατόπιν αυτών, κατά παραδοχή του προαναφερόμενου λόγου αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων αυτής, οι οποίοι πλήττουν τις αμοιβαίως επικουρικές βάσεις της αγωγής, κατά τα αναφερόμενα στην ως άνω μείζονα σκέψη, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που εξέδωσε την αναιρούμενη, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ). Τέλος πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα στην ίδια (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημά της, (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την με αριθμό ... απόφαση του Τριμελούς Εφετείου …...

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ