Supreme Court dismisses appeal on traffic accident liability, ruling evidence evaluation is not a substantive law violation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the plaintiffs against the final judgment of the Regional Court of Thrace regarding a fatal traffic accident. The plaintiffs argued the lower court erred by failing to apply common sense principles to determine the driver's liability based on the accident map and pedestrian's position. The court rejected this claim, holding that the evaluation of evidence and the application of common sense principles to facts do not constitute a violation of substantive law under Article 559 of the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible only for violation of substantive law, which includes erroneous application of common sense principles regarding legal interpretation or fact subsumption, but excludes the evaluation of evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2063 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2063/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ρ. Χ. του Μ., 2) Γ. Γ. του Χ., συζ. Ρ. Χ., 3) Ε. Χ. του Ρ., που εκπροσωπείται νόμιμα από τους γονείς της α) Ρ. Χ. του Μ. και β) Γ. Γ. του Χ., που από κοινού ασκούν τη γονική της μέριμνα, 4) Μ. Χ. του Ρ., που εκπροσωπείται νόμιμα από τους γονείς της α) Ρ. Χ. του Μ. και β) Γ. Γ. του Χ., που από κοινού ασκούν τη γονική της μέριμνα, 5) Μ. Χ. του Ρ., που εκπροσωπείται νόμιμα από τους γονείς του α) Ρ. Χ. του Μ. και β) Γ. Γ. του Χ., που από κοινού ασκούν τη γονική του μέριμνα, 6) Μ. Χ. του Σ., 7) Κ. συζ. Μ. Χ., το γένος Γ. Φ., κατοίκων ... και 8) Τ. χήρας Χ. Γ., το γένος Τ. Τ., κατοίκου ..., εκ των οποίων οι 1ος, 2η και 5ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Γκανιά, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι: οι Ε. Χ. του Ρ. (3η ως άνω) και Μ. Χ. του Ρ. (5η ως άνω), εκπροσωπούμενες από τους ασκούντες τη γονική μέριμνα γονείς τους α) Ρ. Χ. του Μ. και β) Γ. Γ. του Χ., έχουν ήδη ενηλικιωθεί, συνεχίζουν ατομικώς τη δίκη και εκπροσωπούνται από τον ίδιο.
Οι 6ος, 7η και 8η των αναιρεσειόντων δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1) Ρ. Χ. του Μ., 2) Γ. Γ. του Χ., συζ. Ρ. Χ., 3) Ε. Χ. του Ρ., 4) Μ. Χ. του Ρ. και 5) Μ. Χ. του Ρ., που εκπροσωπείται νόμιμα από τους γονείς του α) Ρ. Χ. του Μ. και β) Γ. Γ. του Χ., που από κοινού ασκούν τη γονική του μέριμνα, όλων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Γκανιά.
Των αναιρεσιβλήτων - καθ’ ων η κλήση: 1) Χ. Σ. του Μ., συζ. Χ. Χ., κατοίκου ..., 2) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού εκ του νόμου διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ", της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας και 3) Χ. Χ. του Χ., κατοίκου ..., εκ των οποίων οι 1η και 3ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Κουρτίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και το 2ο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κούρτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-2-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης και συνεκδικάστηκε με τις από 26-9-2008 (αρ. εκθ. καταθ. .../26-9-2008) παρεμπίπτουσες αγωγές της "... ΕΝΩΣΗ ΑΕΕΓΑ", στη θέση της οποίας έχει ήδη υπεισέλθει το 2ο των αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 138/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 256/2011 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 31-8-2011 αίτησή τους.
Εκδόθηκε η 1553/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 6-4-2016 κλήση των καλούντων-αναιρεσειόντων.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Βρυνιώτης διάβασε την από 12-9-2012 έκθεση της Αρεοπαγίτου Ιωάννας Πετροπούλου, που έχει ήδη αποχωρήσει από την Υπηρεσία, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των καλούντων - αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του 2ου των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 6-4-2016 κλήση των αναιρεσειόντων (εναγόντων) νόμιμα φέρεται προς συζήτηση η κρινόμενη από 31-8-2011 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 256/2011 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης, μετά την έκδοση της υπ’ αριθμ. 1553/2012 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της ίδιας παραπάνω αίτησης αναίρεσης.
Από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι οι λοιποί απολειπόμενοι από τους αναιρεσείοντες, έχουν κλητευθεί νομίμως από τους καλούντες - ομοδίκους τους ή τους αναιρεσιβλήτους. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση για τους απολειπόμενους αναιρεσείοντες και εφόσον πρόκειται για απλή ομοδικία, να χωρισθεί η υπόθεση και να συζητηθεί η αίτηση για τους λοιπούς, νομίμως παριστάμενους διαδίκους. Περαιτέρω, να σημειωθεί, ότι οι κατά τις προηγούμενες δίκες ανήλικες, Ε. Χ. του Ρ. και Μ. Χ. του Ρ. και εκπροσωπούμενες από τους ασκούντες τη γονική μέριμνα γονείς τους Ρ. Χ. του Μ. και Γ. Γ. του Χ., έχουν ήδη ενηλικιωθεί, σύμφωνα και με τη δήλωση στο ακροατήριο του πληρεξουσίου τους δικηγόρου Σπυρίδωνα Γκανιά και κατά συνέπεια έπαυσε αυτοδικαίως η αντιπροσωπευτική εξουσία των γονέων τους (άρθρ. 127, 1510 ΑΚ, 62, 63, 64 73 ΚΠολΔ) και νόμιμα συνεχίζουν τη δίκη στο δικό τους όνομα.
Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, άσκησαν, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης κατά των πρώτου και τρίτου των εναγομένων, καθώς και κατά της δεύτερης εναγομένης, ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ", στη δικονομική θέση της οποίας υπεισήλθε το ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", ως ειδικός διάδοχος εκ του νόμου, λόγω ανακλήσεως της άδειας λειτουργίας της (ήδη αναιρεσιβλήτων), την από 14-2-2008 και με αριθμό καταθ. ...4-2008 αγωγή, στην οποία ιστορούσαν ότι από υπαιτιότητα της πρώτης εναγομένης (ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης), που οδηγούσε το υπ’ αριθμ. ...
ΙΧ επαγγελματικής χρήσης φορτηγό αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του τρίτου εναγομένου-αναιρεσιβλήτου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο στη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, της οποίας η άδεια ήδη ανακλήθηκε και στη δικονομική θέση της υπεισήλθε το τρίτο των αναιρεσιβλήτων "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ" και υπό τις ειδικότερα στην αγωγή αναφερόμενες συνθήκες, κατά τόπο και χρόνο, προκλήθηκε το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα και συγκεκριμένα η παράσυρση της ανήλικης (κάτω των δέκα ετών) πεζής συγγενούς τους Κ.
Χ. του Ρ., με αποτέλεσμα να προκληθεί ο θανάσιμος τραυματισμός της. Με βάση το παραπάνω ιστορικό, οι ήδη αναιρεσείοντες ζητούσαν τα αναφερόμενα στην παραπάνω αγωγή χρηματικά ποσά, λόγω ψυχικής οδύνης που αυτοί υπέστησαν λόγω της αναφερόμενης συγγενικής σχέσης τους με τη θανούσα. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 138/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, με την οποία και κατά τις εμδιαφέρουσες εδώ διατάξεις της, απερρίφθη η ως άνω αγωγή ως αβάσιμη κατ’ ουσία.
Κατά της αποφάσεως αυτής οι αναιρεσείοντες άσκησαν την από 12-12-2009 έφεσή τους, αλλά και με τις προτάσεις πρόβαλαν παραδεκτά πρόσθετο λόγο αυτής (έφεσης), ενώπιον του Εφετείου Θράκης και επ’ αυτών εκδόθηκε η 256/2011 απόφαση του προαναφερομένου Εφετείου, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ’ ουσία την έφεση και τον πρόσθετο λόγο αυτής.
Ήδη οι καλούντες που αναφέρθηκε στην αρχή της παρούσης φέρουν προς συζήτηση την από 31-8-2011 κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, που αυτοί άσκησαν κατά των αναιρεσιβλήτων και κατά της υπ’ αριθμ. 256/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Η αναίρεση αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη βασιμότητα των προβαλλομένων λόγων της, καθόσον αφορά τους παραπάνω καλούντες.
Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, 297, 298, 299, 330 εδ. β’ και 914 του ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση ευθύνης από πρόκληση αυτοκινητικού ατυχήματος, για αποζημίωση από αδικοπραξία, είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, ήτοι παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά αυτού, επέλευση της ζημίας και η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του υπαιτίου οδηγού και της ζημίας.
Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν είχε καταβληθεί, με μέτρο την συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς οδηγού αυτοκινήτου θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή της συγκρούσεως και εντεύθεν την αποτροπή της ζημίας.
Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά την συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων να επιφέρει την ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η παραβίαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ), δεν θεμελιώνει αυτή καθ’ αυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως, στοιχείο, η στάθμιση του οποίου θα κριθεί από το δικαστήριο της ουσίας σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου, μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Εξάλλου, οι ανωτέρω έννοιες της υπαιτιότητος και του αιτιώδους συνδέσμου είναι νομικές και επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι της υπαιτιότητας του εμπλακέντος σε σύγκρουση οχήματος οδηγού και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του και του ζημιογόνου αποτελέσματος υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου και του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ.
Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς. Ο κανόνας παραβιάζεται, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνα δικαίου διαφορετική έννοια από την αληθινή, είτε, με μη ορθή εφαρμογή, η οποία συντελείται, όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε να εφαρμοστεί ή όταν εφαρμόσθηκε εσφαλμένως.
Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της απόφασης τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, για να κριθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση αν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή αν δεν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις, που αποκλείουν την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως αιτιολογία δε, που συγκροτεί τη νόμιμη βάση της απόφασης, της οποίας η έλλειψη θεμελιώνει τον προαναφερόμενο αναιρετικό λόγο, νοείται η παραδοχή ή άρνηση των περιστατικών που θεμελιώνουν το πραγματικό μέρος της οικείας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, και όχι οι σκέψεις, κρίσεις ή τα επιχειρήματα, με τα οποία το δικαστήριο αιτιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται ως προς τη συνδρομή των εν λόγω περιστατικών.
Στοιχειοθετείται δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, βάσει των οποίων και μόνο ελέγχεται η έλλειψη ή μη νόμιμης βάσης αυτής, δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη διάταξη ουσιαστικού νόμου, Αντίθετα, ο σχετικός λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται όταν η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει κρίση για την ουσία της υπόθεσης με διατύπωση σχετικού αποδεικτικού πορίσματος ή όταν πρόκειται για ασάφειες ή ελλείψεις που αφορούν απορριπτικό σκεπτικό αγωγής ή ένστασης ως μη νόμιμης ή ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, δηλαδή στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του αποδεικτικού υλικού, καθώς και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια και βεβαιότητα, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ.ΑΠ 3/1997 και 13/1995).
Εξάλλου, το άρθρο 12 παρ. 1 του Ν. 2696/1999 (Κώδικας οδικής Κυκλοφορίας), υποχρεώνει τους οδηγούς να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή και να επιδεικνύουν ιδιαίτερη προσοχή στα παιδιά. Το άρθρο 19 παρ. 1 του ίδιου Νόμου επιβάλλει ο οδηγός του οχήματος να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς.
Το άρθρο 19 παρ. 2 του ίδιου Νόμου επιβάλλει ο οδηγός να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του, λαμβάνοντας συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε, τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο, που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.
Υποχρεώνει επίσης τον οδηγό να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν. Το άρθρο 19 παρ. 3 του ίδιου Νόμου επιβάλλει ο οδηγός να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας..., κατά τη διέλευσή του από στενές διόδους και αν η διασταύρωσή του με άλλα οχήματα καθίσταται δυσχερής, κατά τη διέλευσή του από κατοικημένες περιοχές, αν πεζοί, που βρίσκονται στην τροχιά του, καθυστερούν να απομακρυνθούν, ως και σε κάθε άλλη ειδική περίπτωση, που επιβάλλεται μετριασμός ταχύτητας.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο αναφορικώς με την υπαιτιότητα των εμπλακέντων στο ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα, δέχθηκε ανελέγκτως με την προσβαλλόμενη απόφασή του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 25-10-2006 και περί ώρα 18.45, η πρώτη εναγόμενη, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΦ επαγγελματικής χρήσης αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του τρίτου εναγόμενου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις έναντι τρίτων προκληθείσες ζημίες στην δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, στην θέση της οποίας υπεισήλθε ως προαναφέρθηκε, το Επικουρικό Κεφάλαιο, λόγω ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της, κινούνταν σε ανώνυμη κοινοτική οδό, εντός του χωριού ..., του νομού Ξάνθης, με κατεύθυνση από Θέρμες προς το κέντρο του χωριού ....
Η ως άνω οδός φέρει επικάλυψη ασφάλτου, είναι ευθεία, με δύο ρεύματα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και πλάτος οδοστρώματος ανομοιόμορφο, λόγω της εισόδου τμημάτων οικιών εντός αυτής και ειδικότερα αρχικά έχει πλάτος 4,25 μ. στη συνέχεια γίνεται 5,30 μ. και αμέσως μετά ξαναστενεύει σε 4,70 μ. Στην ως άνω κοινοτική οδό δεν υπάρχουν εκατέρωθεν πεζοδρόμια ή ερείσματα για την διευκόλυνση της κίνησης των πεζών, έχει, ως εκτέθηκε, ανομοιόμορφο πλάτος με συνέπεια σε ορισμένα σημεία της η διέλευση δύο οχημάτων να είναι αδύνατη και διασταυρώνεται κάθετα και από αριστερά σε σχέση με την πορεία της οδηγού του ως άνω ΙΧΦ αυτοκινήτου με χωμάτινο μονοπάτι, μικρού πλάτους 2,90 μέτρων, που χρησιμοποιείται από τους πεζούς για την διευκόλυνσή τους.
Η πρώτη εναγόμενη διατηρεί με το σύζυγο της φούρνο στο συνοικισμό ..., ξεκίνησε από το χωριό της προς το χωριό ..., οδηγώντας το προαναφερόμενο ΙΧΦ αυτοκίνητο, επαγγελματικής χρήσης και κατευθύνθηκε προς τον μπακάλη του χωριού, όπου στάθμευσε το αυτοκίνητο έμπροσθεν αυτού και, αφού παρέδωσε τους άρτους, ξεκίνησε να φύγει.
Αφού διήνυσε περί τα δέκα (10) μέτρα περίπου με μικρή ταχύτητα και ενώ είχε σχεδόν διασχίσει την διασταύρωση, η ανήλικη θυγατέρα του ενάγοντος Κ. Χ. του Μ., ηλικίας 9 ετών και 10 μηνών, η οποία εκείνη την στιγμή διάβαινε τρέχοντας το μονοπάτι με τον οκτάχρονο αδελφό της Μ., εισήλθε αιφνίδια στην ανωτέρω κοινοτική οδό και με κατεύθυνση διαγώνια και έπεσε πάνω στο κινούμενο όχημα της πρώτης εναγόμενης, χτυπώντας πάνω στο αριστερό τμήμα του αυτοκινήτου της, περίπου στη μέση αυτού, ενώ αμέσως μετά χτύπησε σ’ αυτό και ο ανήλικος αδελφός της Μ..
Η ανήλικη μετά χτύπησε με φόρα ενόψει της κατηφορικής κλίσης του μονοπατιού, πάνω στην αριστερή πλάγια πλευρά του αυτοκινήτου, γλίστρησε και έπεσε στην πίσω αριστερή ρόδα και καθώς το αυτοκίνητο κινούνταν η όπισθεν αριστερή ρόδα διαπέρασε πάνω από την ανήλικη με αποτέλεσμα να τραυματισθεί θανάσιμα.
Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι η οδηγός του ΙΧΦ αυτοκινήτου (πρώτη εναγόμενη) αντέδρασε άμεσα μόλις δέχθηκε το πρώτο χτύπημα και ακινητοποίησε το όχημα πραγματοποιώντας αποφευκτικό ελιγμό, ήτοι φρενάρισμα 0,70 εκατοστών. Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά προκύπτουν με σαφήνεια από την ένορκη κατάθεση στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου του μάρτυρα ανταπόδειξης Μ.
Ρ. του Α., αυτόπτη μάρτυρα, ο οποίος βρισκόταν πίσω από την πρώτη εναγόμενη περίπου ένα (1) μέτρο "και ότι τα παιδιά βγήκαν από το στενάκι από αριστερά και το χτύπησαν στα πλάγια, ακριβώς στη μέση του αυτοκινήτου και ότι δεν έφταιγε η γυναίκα (οδηγός του αυτοκινήτου), η οποία δεν μπορούσε να κάνει κάτι". Ο ίδιος μάρτυρας καταθέτει ότι αν δεν είχε γίνει το ατύχημα σε πέντε (5) δευτερόλεπτα θα τα είχε χτυπήσει αυτός και ότι η απόσταση από το παντοπωλείο μέχρι το σημείο του ατυχήματος είναι δέκα (10) μέτρα περίπου.
Η ένορκη αυτή κατάθεση ενισχύεται και από την προανακριτική επίσης κατάθεση του μάρτυρα Μ. Α. αυτόπτη επίσης μάρτυρα στο αυτοκινητιστικό ατύχημα, ο οποίος καταθέτει "ότι τα παιδιά πετάχτηκαν στο δρόμο από ένα στενό δρομάκι τρέχοντας και χτύπησαν στην αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου και ότι το ένα χτύπησε και πετάχτηκε πίσω, ενώ το άλλο γλίστρησε κάτω από την πίσω αριστερή ρόδα του αυτοκινήτου και το πάτησε".
Ο ίδιος μάρτυρας καταθέτει ότι η πρώτη εναγόμενη φρενάρισε αμέσως, και ότι η ταχύτητα του ΙΧΦ αυτοκινήτου, που οδηγούσε η πρώτη εναγόμενη δεν ήταν υπερβολική για τις περιστάσεις, καθόσον στα δέκα (10) μέτρα αφότου ξεκίνησε από το μπακάλικο έγινε το ατύχημα. Ο ισχυρισμός των εκκαλούντων ότι η θανατωθείσα ανήλικη Κ.
παρασύρθηκε αρχικά από το εμπρόσθιο μέρος του ζημιογόνου αυτοκινήτου και, αφού έπεσε στο οδόστρωμα, πέρασε από επάνω της ο εμπρόσθιος και ακολούθως ο οπίσθιος τροχός, πρέπει να απορριφθεί, καθόσον από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει κάτι τέτοιο, ενώ, ως προκύπτει από την έκθεση αυτοψίας ίχνη σύγκρουσης έφερε η αριστερή πλευρά, ενώ επιπρόσθετα έρχεται και σε αντίθεση με τις ένορκες καταθέσεις των αυτοπτών μαρτύρων του ατυχήματος.
Αλλά και ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι το ατύχημα οφείλεται σε υπαιτιότητα της πρώτης εναγομένης, καθόσον οδηγούσε το προαναφερόμενο ΙΧΦ αυτοκίνητο, χωρίς να κατέχει άδεια οδήγησης, πρέπει να απορριφθεί αφενός μεν γιατί δεν προκύπτει κάποια υπαιτιότητά της κατά την οδήγηση του αυτοκινήτου και αφετέρου γιατί γνώριζε να οδηγεί, αφού είχε πραγματοποιήσει μαθήματα και έδωσε εξετάσεις.
Τέλος και ο ισχυρισμός των εναγόντων περί υπερβολικής για τις περιστάσεις ταχύτητα πρέπει να απορριφθεί, καθόσον αφενός μεν αποδείχθηκε ότι είχε ξεκινήσει από το μπακάλικο και είχε διανύσει μόνο δέκα (10) μέτρα μέχρι τον τόπο του ατυχήματος και συνεπώς δεν μπορούσε να αναπτύξει ταχύτητα μεγαλύτερη των 20 χιλιομέτρων ανά ώρα και αφετέρου, λόγω της εισόδου διωρόφου οικίας ακριβώς στην γωνία της διασταύρωσης με το μονοπάτι και τον περιορισμό του πλάτους του οδοστρώματος ήταν αδύνατο να αναπτύξει μεγάλη ταχύτητα το αυτοκίνητο που οδηγούσε η πρώτη εναγόμενη, λαμβανομένων υπόψη και του ότι είχε διανύσει μόλις δέκα (10) μέτρα.
Με βάση τα παραπάνω από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προέκυψε ότι η αντίδραση, της πρώτης εναγόμενης ήταν καθυστερημένη και ότι θα μπορούσε να αντιληφθεί από τον καθρέπτη της νωρίτερα τα δύο ανήλικα τέκνα που έτρεχαν μέσα στον δρόμο όπισθεν και αριστερά της και να ακινητοποιήσει το όχημά της, καθόσον όλοι οι αυτόπτες μάρτυρες μιλούν για αιφνίδια εμφάνιση της ανήλικης θανούσης και πτώση της πάνω στο όχημα, που οδηγούσε η πρώτη εναγόμενη, η οποία κινούνταν με μικρή ταχύτητα.
Συνεπώς η πρώτη εναγόμενη δεν βαρύνεται με αμέλεια για την πρόκληση του επίδικου θανατηφόρου τροχαίου ατυχήματος". Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της αποκλειστικής υπαιτιότητας της ανήλικης πεζής και της έλλειψης υπαιτιότητας της οδηγού, του υπ’ αριθ. ...
IX φορτηγού επαγγελματικής χρήσης αυτοκινήτου, στην πρόκληση του ατυχήματος και τον εντεύθεν θανατηφόρο τραυματισμό της παραπάνω, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο του Αρείου Πάγου, περί της ορθής ή μη εφαρμογής των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων που εφαρμόσθηκαν και το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η αποκλειστική υπαιτιότητα της πεζής και ο αιτιώδης σύνδεσμος της υπαίτιας αυτής συμπεριφοράς με το επελθόν αποτέλεσμα.
Ειδικότερα διαλαμβάνονται στην προσβαλλομένη απόφαση η μικρή ταχύτητα με την οποία έβαινε η εναγόμενη, όχι μεγαλύτερη των 20 χιλιομέτρων ανά ώρα, αφού είχε διανύσει μόλις 10 μέτρα από το σημείο εκκίνησης του οχήματός της, η αιφνίδια και διαγώνιος είσοδος της παθούσας στην οδό που κινείτο η εναγομένη και μάλιστα η πτώση της στο μέσον της αριστερής πλευράς του αυτοκινήτου, τρέχοντας και η τροχοπέδηση του οχήματος της εναγομένης, με φρενάρισμα 70 εκατοστών του μέτρου.
Επίσης διαλαμβάνεται ότι η έλλειψη άδειας ικανότητας οδήγησης της εναγομένης δεν συνετέλεσε στο επελθόν αποτέλεσμα. Επομένως τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον 5ο λόγο του αναιρετηρίου κατά το πρώτο μέρος του και τον 6ο λόγο, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα.
Οι ειδικότερες αιτιάσεις που περιέχονται στον 6ο λόγο αναίρεσης περί του ότι, α) δεν αναφέρει η προσβαλλόμενη ποιά ήταν η θέση της ανήλικης πεζής κατά την είσοδο στον κόμβο του αυτοκινήτου που οδηγούσε η πρώτη εναγομένη-αναιρεσίβλητη, β) δεν αναφέρει με ποιά ταχύτητα έβαινε η ανήλικη πεζή ώστε να δυνηθεί εξερχόμενη διαγώνια από το μονοπάτι να επιπέσει στο ζημιογόνο ως άνω αυτοκίνητο και γ) δεν αναφέρει αν η πρώτη εναγόμενη-αναιρεσίβλητη μπορούσε να προβλέψει ως δυνατή την προεκτεθείσα συμπεριφορά της θανατηφόρα τραυματισθείσας ανήλικης πεζής, είναι απορριπτέες ως αβάσιμες, αφού οι κατά τα άνω αποδιδόμενες στην προσβαλλομένη απόφαση αιτιάσεις, αναφέρονται στις παραδοχές αυτής, όπως εκτέθηκαν, ήτοι, αναφέρεται η αιφνίδια, διαγώνια και τρέχοντας, κίνηση της πεζής, και ότι η αντίδραση της εναγομένης ήταν άμεση, και δεν μπορούσε να προβλέψει την αιφνίδια εμφάνιση της ανήλικης και την πτώση της τρέχοντας στο μέσον της αριστερής πλευράς του οχήματός της.
Πέραν των ανωτέρω οι παραπάνω αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, εφόσον μέσω αυτών, ως επιχειρημάτων των αναιρεσειόντων, πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Εξάλλου το Δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 Α.Κ., ενώ ορθά δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2 και 3 του ν. 2696/1999, που αναφέρονται στην εν αρχή νομική σκέψη, αφού κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τους αναιρεσείοντες, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών της αμελούς συμπεριφοράς της πρώτης αναιρεσίβλητης οδηγού, που προβλέπουν οι παραπάνω διατάξεις και δικαιολογούν την απόρριψη της αγωγής σε βάρος της.
Επομένως τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τους 1ο και 2ο από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγους περί εσφαλμένης ερμηνείας των ως άνω διατάξεων είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Περαιτέρω, κατά τους ορισμούς του άρθρου 352 ΚΠολΔ, δικαστική ομολογία είναι μόνον η γενομένη προφορικώς ή εγγράφως ενώπιον του δικαστηρίου που δίκασε ή εντεταλμένου δικαστή, αποτελεί δε πλήρη απόδειξη κατά του ομολογήσαντος διαδίκου, ενώ οι γενόμενες ενώπιον άλλου δικαστηρίου, καθώς και εκείνες που περιέχονται σε άλλα έγγραφα που εκδίδονται από το διάδικο αποτελούν ομολογίες εξώδικες, οι οποίες εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο. Εξάλλου η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο επικληθέντων και προσκομισθέντων από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων μεταξύ των οποίων και η ομολογία, δικαστική ή εξώδικη (άρθρ. 339, 352 ΚΠολΔ) ιδρύει το λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδ. γ’ ΚΠολΔ.
Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα ότι η αποκλειστική υπαιτιότητα για το θανατηφόρο τραυματισμό της ανήλικης πεζής βαρύνει την ίδια, δεν έλαβε υπόψη την επικληθείσα στο Εφετείο ομολογία της πρώτης εναγομένης-αναιρεσίβλητης με τις προτάσεις της, πρωτοβαθμίως και ενώπιον του Εφετείου, α) ότι το μονοπάτι που οδηγεί σε ανώνυμη κοινοτική οδό χρησιμοποιείται κατά κανόνα από πεζούς, για την έξοδό τους στην οδό αυτή, γεγονός που γνώριζε και β) είναι επιβεβλημένη η ρύθμιση της ταχύτητας των οχημάτων ανάλογα με τις επικρατούσες συνθήκες της οδού (κατοικημένη περιοχή, μικρό εύρος της οδού, έλλειψη πεζοδρομίων, αυξημένη κίνηση) και τις περιστάσεις και η οδήγηση με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί καθόσον τα επικαλούμενα προς θεμελίωση του αναιρετικού αυτού λόγου πραγματικά περιστατικά δεν συνιστούν ομολογία της εναγομένης, υπό την εκτεθείσα έννοια, ως προς την υπαιτιότητά της. Εξάλλου, από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και το σύνολο των αιτιολογιών της τελευταίας δεν καταλείπονται αμφιβολίες, για το αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις, τα επικαλούμενα, ως άνω, στις υπό στοιχεία α’ και β’ αιτιάσεις.
Κατά τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας παραβιάζεται και με εσφαλμένη εφαρμογή, η οποία εκδηλώνεται και όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας, εάν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του. Την ίδια αναιρετική πλημμέλεια δημιουργεί και η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας εφόσον αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου, ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς, όχι δε και όταν αυτά χρησιμοποιούνται για να στηρίξουν έμμεση απόδειξη ή για την εκτίμηση των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων. Ως διδάγματα κοινής πείρας θεωρούνται οι ορισμοί και οι αφηρημένες υποθετικές κρίσεις που αντλούνται από την παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας με τη βοήθεια των φυσικών επιστημών και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών.
Με τον τέταρτο (4ο) και πέμπτο (5ο) κατά το δεύτερο μέρος του, αναιρετικούς λόγους, προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1β’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα, ότι η αποκλειστική υπαιτιότητα στην επέλευση του θανατηφόρου τραυματισμού της ανήλικης πεζής βαρύνει την ίδια, ενόψει των όσων αποτυπώνονται στο τοπογραφικό διάγραμμα του ατυχήματος ότι, α) το εμπρόσθιο μέρος του ζημιογόνου αυτοκινήτου απέχει από το σημείο παράσυρσης της ανήλικης πεζής 7,43 μέτρα και β) το σημείο τροχοπέδησης του ζημιογόνου αυτοκινήτου απέχει από το σημείο παράσυρσής 3,90 μέτρα, παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας σύμφωνα με τα οποία η οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου είχε πλήρες οπτικό πεδίο και ηδύνατο να αντιληφθεί την κίνηση της πεζής τουλάχιστον κατά τα 2/3 της διαγώνιας πορείας αυτής προς το σημείο παράσυρσής της καθώς και ότι στην περίπτωση που, πεζός προσκρούσει σε πλευρά οχήματος, το σώμα αυτού θα καταλήξει στο οδόστρωμα και σε αρκετή απόσταση από την πλευρά στην οποία προσέκρουσε.
Οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με όσα στην αμέσως προηγηθείσα νομική σκέψη αναφέρθηκαν, διότι η επικαλούμενη πλημμέλεια αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων και όχι στην ερμηνεία κανόνα δικαίου ή στην υπαγωγή σ’ αυτόν των πραγματικών περιστατικών.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης (με αύξ. αριθμό κατάθεσης ...11-2011), καθόσον αφορά τους καλούντες, να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των καθών η κλήση - αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν και προτάσεις, κατά το σχετικό αίτημά τους, σε βάρος των καλούντων - αναιρεσειόντων λόγω της ήττας των (άρθ. 176, 183, 189 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως, ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει ως προς τους καλούντες με την από 6-4-2016 κλήση την από 31-8-2011 και με αριθμό κατάθεσης ...11-2011 αίτηση, για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 256/2011 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.
Και
Καταδικάζει τους καλούντες - αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των καθών η κλήση - αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Δεκεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Δεκεμβρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ