Supreme Court dismisses appeal for failure to specify legal error regarding Article 281 of the Civil Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appeal filed by a partnership against the Thessaloniki Court of Appeal's decision. The appellant argued the lower court erred in applying Article 281 of the Civil Code regarding co-ownership shares, but failed to explicitly cite this provision in the appeal document. The court ruled that the appeal was inadmissible because it did not meet the statutory requirement to clearly identify the specific legal provision violated and the precise nature of the alleged error.
Legislator headnote
AI generatedArticles 118(3), 566(1), 577(3) and 559 of the Code of Civil Procedure: An appeal must clearly and specifically identify the legal provision violated and the exact nature of the error; failure to cite the specific substantive law provision renders the appeal inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2063 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2063/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Απριλίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσείοντων: 1. Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΟΕ" που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, και 2. .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Καμπέρη.
Του αναιρεσίβλητου: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χαρούλα Απαλαγάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 10-8-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5799/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 942/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2-11-2007 αίτησή τους και με τους από 26-3-2009 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 16-4-2009 έκθεση της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 3, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνει μεταξύ άλλων, τη συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, εφόσον δε το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, την ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (Ολ.
ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2005, Ολ. ΑΠ 32/1996). Για το ορισμένο, επίσης, του λόγου της αναίρεσης σε περίπτωση παραβίασης περισσοτέρων της μιας διατάξεων πρέπει να εξειδικεύονται για καθεμιά απ' αυτές οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου και το υπαγωγικό σφάλμα του τελευταίου. Ο πρώτος, επομένως, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, καθώς και ο μοναδικός πρόσθετος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος με τους οποίους προβάλλεται η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι "Το υπόγειο είναι μέρος του εδάφους και ως τέτοιο ανήκει αυτοδικαίως, ως αντικείμενο της αναγκαστικής συγκυριότητας, σε όλους τους συγκυρίους οροφοκτήτες, εκτός αν στη συστατική πράξη της οροφοκτησίας καθορίστηκε ως αντικείμενο αποκλειστικών κυριοτήτων, δηλαδή ως ορόφους ή διαμερίσματα κατά τα άρθρα 1 παρ. 2 του ΑΝ 3741/1929 ή 1002 εδ. 2 του ΑΚ ή ως διαιρεμένοι αυτοτελείς βοηθητικοί χώροι υπαγόμενοι σε ορόφους ή διαμερίσματα.....", παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του ν. 3741/1929, του άρθρου 1002 εδάφ.
β' του ΑΚ, και των άρθρων 2 αριθ. 23 και 4 του Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού, είναι απορριπτέοι ως αόριστοι, αφού μολονότι παρατίθενται σ' αυτούς οι πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάστηκαν και εκτίθενται, επίσης, στους ίδιους οι απόψεις των αναιρεσειόντων σε σχέση με τη βασιμότητα των διατάξεων αυτών, καθώς και η καταληκτική κρίση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, που δίκασε ως Εφετείο, δεν διαλαμβάνονται σ' αυτούς παρά μόνο αποσπασματικά και επιλεκτικά, οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το πιο πάνω Δικαστήριο της ουσίας, υπό τα οποία και συντελέστηκαν οι προβαλλόμενες παραβιάσεις των προμνημονευόμενων διατάξεων, ούτε εξειδικεύεται το υπαγωγικό σφάλμα του εν λόγω Δικαστηρίου, δηλαδή αν η παραβίαση της καθεμιάς από τις παραπάνω ουσιαστικές διατάξεις οφείλεται σε ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή της.
Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικώς από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.
Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει, κατά την σαφή έννοια του άρθρου 559 παρ. 1 εδάφ. β' Κ.Πολ.Δ., λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένως από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν και όχι προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, για να είναι δε ορισμένος ο σχετικός λόγος, πρέπει να εκτίθεται περαιτέρω σ' αυτόν η έννοια που αποδόθηκε στον κανόνα δικαίου, που χαρακτηρίζεται εσφαλμένη και η κατά η γνώμη του αναιρεσείοντος ορθή, που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία παρέλειψε να χρησιμοποιήσει (Ολ.
ΑΠ 2/2008, Ολ. ΑΠ 8, 10 και 11/2005). Οι συναφείς, επομένως, πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναίρεσης και πρόσθετος, κατά το δεύτερο μέρος του, αντίστοιχα, λόγος, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 εδάφ. β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί, ότι το υπόγειο της επίδικης οικοδομής αποτελεί μέρος το εδάφους και ως τέτοιο ανήκει στα αδιαίρετα μέρη της οικοδομής, τα οποία ανήκουν αυτοδικαίως ως αντικείμενο της αναγκαστικής συγκυριότητας σε όλους τους συγκύριους οροφοκτήτες, παραβίασε το δίδαγμα της κοινής πείρας, προκύπτον από τις προμνημονευόμενες διατάξεις, ότι το υπόγειο αποτελεί οργανικό μέρος της οικοδομής και όχι του εδάφους, είναι απορριπτέοι προεχόντως ως απαράδεκτοι, αφού τα αναφερόμενα σ' αυτούς ως δίδαγμα της κοινής πείρας πραγματικά περιστατικά, παρεκτός του ότι δεν συγκροτούν την έννοια τέτοιων διδαγμάτων, δεν αφορούν την ερμηνεία ή την εφαρμογή κανόνων ουσιαστικού δικαίου ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, αλλά αναφέρονται στην ουσία της υπόθεσης, χρησιμοποιήθηκαν δε από το πιο πάνω Δικαστήριο της ουσίας προς έμμεση απόδειξη, προς διαπίστωση δηλαδή της βασιμότητας πραγματικών περιστατικών.
Με τον πρόσθετο, κατά το τρίτο, και κατ' ορθή εκτίμησή του, λόγο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δέχθηκε, ότι το υπόγειο της επίδικης, οικοδομής είναι μέρος του εδάφους και, επομένως, αποτελεί αυτοδικαίως και αντικείμενο της αναγκαίας συνιδιοκτησίας, όπως και το έδαφος, εκτός αν με τη συστατική της οροφοκτησίας πράξη καθορίστηκε ως αντικείμενο αποκλειστικής συγκυριότητας, δηλαδή ως όροφος ή διαμέρισμα η ως διαιρεμένος αυτοτελής βοηθητικός χώρος, υπαγόμενος σε ορόφους ή διαμερίσματα, αντί να δεχθεί, ότι με την επίμαχη συστατική της οροφοκτησίας πράξη, δηλαδή το ...
συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μιχαήλ Πάλλα, με την οποία ολόκληρη η οικοδομή έχει υπαχθεί στις διατάξεις του ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ, συστήθηκαν και τρεις οριζόντιες ιδιοκτησίες, αυτές των γραφείων 1 και 2 και αυτή που περιλαμβάνει την υπόλοιπη οικοδομή, ως ενιαία οριζόντια ιδιοκτησία που ανήκει κατά κυριότητα στον οικοπεδούχο "Ιερό Ναό της Αμιάντου Συλλήψεως της Παναγίας", ότι η εν λόγω σύσταση επαναλήφθηκε και στα ...
και ..., αντίστοιχα, συμβόλαια του ίδιου πιο πάνω συμβολαιογράφου, με τα οποία μεταβιβάστηκαν στον αναιρεσίβλητο το με αριθμό 2 διαμέρισμα του έκτου ορόφου της πολυόροφης οικοδομής (με το πρώτο απ' αυτά), ένα τμήμα του έκτου ορόφου, εμβαδού 25,5 τετρ. μέτρων και οι με αριθμούς 9, 10 και 16, αντίστοιχα, θέσεις στάθμευσης στο επίδικο υπόγειο (με το δεύτερο αντίστοιχα), αφού με τα συμβόλαια αυτά συμφωνήθηκε ρητά, ότι ο αναιρεσίβλητος "ως συνιδιοκτήτης πλέον του οικοπέδου συναινεί από τούδε όπως η εδαφοκτήτρια και πωλήτρια εργολάβος εταιρία συστήσωσι δικαίωμα χωριστής ιδιοκτησίας και επί των υπολοίπων χώρων της οικοδομής άνευ της συμπράξεως και υπογραφής του, ουδεμιάς δημιουργουμένης αδυναμίας εκποιήσεως απορρεούσης εκ του άρθρου 1002 του ΑΚ....", ότι το επίδικο υπόγειο κατασκευάστηκε, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν σ' αυτό 16 θέσεις στάθμευσης, όπως εμφανίζονται στην κάτοψη του υπογείου, εγκεκριμένη από το πολεοδομικό γραφείο και, έτσι, επί του τελευταίου είχε ο οικοπεδούχος το δικαίωμα σύστασης οριζόντιας ή οριζόντιων ιδιοκτησιών με τον τρόπο με τον οποίο συστήθηκαν και οι αμέσως πιο πάνω οριζόντιες ιδιοκτησίες, με τη μεταβίβαση δηλαδή του υπογείου ή τμήματός του σε τρίτο και της μεταγραφής του συμβολαίου ως πώλησης και ως σύστασης, ότι δεν προκαλείται ακυρότητα της σύστασης λόγω της μη ακριβούς περιγραφής των υπόλοιπων 13 θέσεων στάθμευσης, αφού η έλλειψη αυτή θα θεραπευόταν με την πλήρη και λεπτομερή περιγραφή των οριζόντιων αυτών ιδιοκτησιών στα συμβόλαια μεταβίβασής τους σε τρίτους ή στην πρώτη αναιρεσείουσα, τα οποία θα μεταγράφονταν και ως τροποποίηση και συμπλήρωση της αρχικής συστατικής πράξης, ανεξάρτητα από το ότι δεν ήταν απαραίτητη η λεπτομερής περιγραφή των πιο πάνω οριζόντιων ιδιοκτησιών, αφού αυτές δεν αποτελούσαν αντικείμενο ιδιαίτερου εμπράγματου δικαιώματος (αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες) και, τέλος, ότι, και με την εκδοχή ότι υφίσταται ακυρότητα της σύστασης, ο υπόλοιπος χώρος του υπογείου δεν καθίσταται κοινόχρηστος και κοινόκτητος, αφού, στην τελευταία αυτή περίπτωση, ο υπόλοιπος χώρος του υπογείου παραμένει στην κυριότητα του οικοπεδούχου ως μέρος της ενιαίας οριζόντιας ιδιοκτησίας που αποτελείται από τα τμήματα της οικοδομής που δεν έχουν μεταβιβαστεί σε τρίτους, Ο ερευνώμενος αυτός πρόσθετος λόγος είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν παρατίθενται σ' αυτόν οι επί μέρους ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάστηκαν από το Εφετείο, δεν εξειδικεύεται το υπαγωγικό σφάλμα του τελευταίου, δηλαδή αν η παραβίαση των διατάξεων αυτών οφείλεται σε ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη υπαγωγή τους και, τέλος, δεν αναφέρονται στον ίδιο οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης.
Για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, που απαγορεύει την άσκηση του δικαιώματος εάν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή από τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, απαιτείται όπως η υπέρβαση των πιο πάνω ορίων προκύπτει από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ.
ΑΠ 17/1995). Η αμέσως πιο πάνω υπέρβαση είναι προφανής, όταν δημιουργείται έντονη εντύπωση αδικίας σε σχέση με το όφελος του δικαιούχου από την άσκηση του δικαιώματος. Σε κάθε περίπτωση, τα περιστατικά που έγιναν ανελέγκτως δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας υπόκεινται στον αναιρετικό έλεγχο, αν συνιστούν ή όχι κατάχρηση δικαιώματος, με την έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης.
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφονται οι αναιρεσείοντες την προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί το Εφετείο απέρριψε την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του ένδικου δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου περί αναγνώρισής του δικαιώματος της συγκυριότητάς του στις επίδικες τρεις (3) ισόγειες θέσεις στάθμευσης αυτοκινήτων και δέκα τρεις (13) υπόγειες θέσεις στάθμευσης αυτοκινήτων και απόδοσης των τελευταίων στους συγκυρίους της πολυόροφης οικοδομής κατά την αναλογία συμμετοχής του καθενός απ' αυτούς στα κοινόχρηστα και κοινόκτητα μέρη της εν λόγω οικοδομής, περί αναγνώρισης της ακυρότητας της 5538/1999 πράξης της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μαίρης Αθανασιάδου, με την οποία οι ίδιοι (αναιρεσείοντες) συνέστησαν οριζόντια ιδιοκτησία επί των κοινόκτητων δέκα τριών (13) θέσεων στάθμευσης του υπογείου, τις οποίες, με αυτοσύμβαση, μεταβίβασε κατά κυριότητα και νομή σ' αυτή και περί υποχρέωσης της πρώτης απ' αυτούς απόδοσης σ' αυτόν αναιρεσίβλητο, των ωφελημάτων της από την αποκλειστική χρήση των εν λόγω θέσεων στάθμευσης κατά το ποσοστό της συγκυριότητάς του στις τελευταίες (185/1000 εξ αδιαιρέτου) ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεχόμενο παρά το νόμο, ότι η πρώτη απ' αυτούς (αναιρεσείοντες) δεν υπήρξε ποτέ ιδιοκτήτης διαμερίσματος και, συνακόλουθα, συγκύρια και συννομέας των κοινόκτητων και κοινόχρηστων μερών της πολυόροφης οικοδομής, καθώς και το όφελος του αναιρεσιβλήτου και των λοιπών συγκυρίων της εν λόγω οικοδομής από την άσκηση του πιο πάνω δικαιώματός του, που οι αναιρεσείοντες πρόβαλαν παραδεκτά στο πρωτόδικο Δικαστήριο και επανέφεραν νόμιμα στο Εφετείο με το δεύτερο λόγο της έφεσής τους.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Περαιτέρω δια των εγγράφων προτάσεών της η πρώτη εναγομένη προέβαλε νομοτύπως κατά την πρώτη συζήτηση ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και επαναφέρει με λόγο εφέσεως την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος και ζήτησε ν' απορριφθεί η αγωγή κατά τα αιτήματα της για αναγνώριση δικαιώματος συγκυριότητας του ενάγοντος στο υπόγειο και αξίωση υπ' αυτού καρπών, για αναγνώριση απόλυτης ακυρότητας της υπ' αριθμ. 5538/1999 πράξεως της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μαίρης Αθανασιάδου-Τζεναβαρίδου και αποδόσεως των επιδίκων χώρων στους λοιπούς συγκυρίους της οικοδομής, επικαλούμενη τ' ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Ότι ο ενάγων αγόρασε απ' αυτήν [εναγόμενη] με την σύμπραξη και του οικοπεδούχου Ιερού Ναού της τρεις από τις δεκαέξι συνολικά θέσεις στάθμευσης αυτοκινήτων στο υπόγειο, το δε ποσοστό εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο [3/1000] για κάθε μία που μεταβιβάστηκαν σ' αυτόν ως εδαφική αναλογία ήταν από τα 448/1000 εξ αδιαιρέτου που υποσχέθηκαν ο οικοπεδούχος με την εργολαβική σύμβαση να περιέλθουν σ' αυτήν.
Επί πλέον δε το τίμημα καταβλήθηκε στην ίδια, που σημαίνει ομολογία του ότι οι θέσεις του υπογείου ανήκουν σ' αυτή. Ότι υπήρχε όρος σ' όλα τα πωλητήρια συμβόλαια διαμερισμάτων της οικοδομής, της συναινέσεως των αγοραστών για την πώληση και μεταβίβαση σ' αυτήν των ως άνω χώρων υπό μορφή οριζοντίων ιδιοκτησιών:
Ότι από της αγοράς των διαμερισμάτων τους δεν προέβαλε κάποιος, πλην του ενάγοντος, αγοραστής, δικαιώματα στις λοιπές 13 θέσεις σταθμεύσεως αυτοκινήτων του υπογείου. Ότι από της αγοράς υπό των λοιπών συγκυρίων των διηρημένων αυτοτελών ιδιοκτησιών εκ της επίδικης πολυώροφης οικοδομής παρήλθαν 4-8 χρόνια κατά περίπτωση, και εάν και αυτή [εναγομένη] περιστασιακά εισέπραττε κάποια μισθώματα από ορισμένες θέσεις στην πυλωτή και το δώμα του 5ου και 8ου ορόφου, ουδείς εξ αυτών προέβαλε κάποιο δικαίωμα, δημιουργώντας σ' αυτήν την πεποίθηση ότι ουδέποτε θα ασκηθεί οποιοδήποτε δικαίωμα και τέλος ότι ενόψει της προηγηθείσης πωλήσεως στον ενάγοντα των τριών θέσεων σταθμεύσεως αυτοκινήτων στο υπόγειο η προβολή δικαιωμάτων αυτού συγκυριότητας σ' αυτό [υπόγειο] αποτελεί αντιφατική συμπεριφορά, επί πλέον δε είναι και εκδικητική, αφού η ένδικη αξίωσή του επακολούθησε της από 12.4.1995 αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων νομής που άσκησε αυτή σε βάρος του για μια αποθήκη στον πέμπτο όροφο που αυτός ενσωμάτωσε στην ιδιοκτησία του αυθαίρετα.
Τα ως άνω πραγματικά περιστατικά αναγόμενα στην όλη συμπεριφορά τόσο του ενάγοντος όσο και της αποκρούουσας το δικαίωμα εναγομένης και η διαμόρφωση υπέρ αυτής της επικαλούμενης κατάστασης πραγμάτων, δεν προκαλούν έντονη εντύπωση αδικίας σε βάρος της εναγομένης εργολάβου εταιρίας, η οποία μάλιστα δεν έγινε ποτέ διαμερισματούχος της επίμαχης πολυώροφης οικοδομής και κατά συνέπεια ούτε και συγκυρία και συννομέας των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων χώρων και μερών της, σε σχέση με το όφελος του ενάγοντος συνιδιοκτήτη της πολυώροφης αυτής οικοδομής και των λοιπών συγκυρίων της οικοδομής και ως εκ τούτου δεν καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη προβολή υπό του ενάγοντος δικαιώματος συγκυριότητας επί του υπογείου και των καρπών των ως άνω κοινοκτήτων μερών καθώς και της αξιώσεως αποδόσεως σ' όλους τους συγκυρίους των κοινοκτήτων πραγμάτων.
Συνεπώς η άσκηση της αγωγής για αναγνώριση συγκυριότητας του ενάγοντος στο υπόγειο, ακυρότητας της περιβληθείσης τον συμβολαιογραφικό τύπο ανωτέρω δικαιοπραξίας, και αποδόσεως των κοινοκτήτων μερών της οικοδομής σ' όλους τους συγκυρίους δεν υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη τα συναλλακτικά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Συμφώνως προς τα ανωτέρω το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση του, απέρριψε την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος και δέχθηκε την διεκδικητική αγωγή του ενάγοντα, τον οποίο αναγνώρισε συγκύριο κατά ποσοστό 185/1000 εξ αδιαιρέτου των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων χώρων 1] P11, P12, P13 και P14 θέσεων σταθμεύσεως αυτοκινήτων στην πυλωτή της οικοδομής, 2] των 13 θέσεων σταθμεύσεως αυτοκινήτων στο υπόγειο της οικοδομής με αριθμούς 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 11, 12, 13, 14 και 15, 3] του τμήματος εμβαδού 60 τμ της ισόγειας αίθουσας κοινωνικών εκδηλώσεων και 4] των δύο αυθαιρέτων κτισμάτων στο δώμα και στην ταράτσα του έκτου ορόφου της οικοδομής και υποχρέωσε την πρώτη εναγομένη να αποδώσει τα κοινόκτητα αυτά μέρη της οικοδομής σ' όλους τους συγκυρίους της κατά το ιδανικό μερίδιο εξ αυτών, επ' αυτών και τέλος αναγνώρισε την ακυρότητα της δικαιοπραξίας της καταρτισθείσας δυνάμει του υπ' αριθμ. ...
συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μαίρης Αθανασιάδου, ορθά το νόμο εφήρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και ο σχετικός λόγος έφεσης ελέγχεται αβάσιμος και απορριπτέος. Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, ότι "συγκύριοι και συννομείς του οικοπέδου και των κοινοκτήτων μερών της οικοδομής κατέστησαν ο ενάγων και οι μη διάδικοι τρίτοι κατά τα προδιαληφθέντα ποσοστά, ενώ ο οικοπεδούχος (Ιερός Ναός) κατά τα υπολειπόμενα 686/1000 εξ αδιαιρέτου από τα οποία 552/1000 εξ αδιαιρέτου που αντιστοιχούσαν στην αντιπαροχή του και τα 134/1000 εξ αδιαιρέτου στο μέχρι την άσκηση της αγωγής αδιάθετο υπόλοιπο της εργολαβικής αμοιβής της πρώτης εναγόμενης....." και περαιτέρω ότι η πρώτη εναγομένη "....ουδέποτε έγινε οροφοκτήτης ή διαμερισματούχος της οικοδομής και επομένως δεν έγινε ούτε και συννομέας του οικοπέδου και των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων μερών και χώρων της οικοδομής, αφού δεν συντάχθηκε και δεν μεταγράφηκε κάποιο σχετικό προς τούτο συμβόλαιο....", παραδοχές που συμπίπτουν με εκείνες της προηγούμενης 2510/2002 απόφασής του, που εκδόθηκε σε προηγούμενες αντίθετες αγωγές των και ήδη διαδίκων περί νομής, μεταξύ άλλων, των επίδικων θέσεων στάθμευσης αυτοκινήτων του υπογείου και έχει ήδη καταστεί αμετάκλητη με την 306/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, μετά την απόρριψη της κατ' αυτής αίτησης αναίρεσης των και ήδη αναιρεσειόντων.
Με την τελευταία αυτή απόφαση (306/2004) κρίθηκε, επίσης, ότι η τότε προβαλλόμενη από τους εναγομένους-αναιρεσείοντες ένσταση κατάχρησης δικαιώματος του ένδικου δικαιώματος του αντιδίκου τους είναι μη νόμιμη, ενόψει του ότι "δεν προκαλείται έντονη εντύπωση αδικίας σε βάρος της εργολάβου εταιρίας (που δεν έγινε ποτέ συννομέας του οικοπέδου και των κοινοχρήστων και κοινοκτήτων μερών της οικοδομής....), σε σχέση με το όφελος του αναιρεσιβλήτου από την άσκηση του δικαιώματός του".
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2.11.2007 αίτηση της ΟΕ με την επωνυμία: "... ΟΕ" κ.ά. για αναίρεση της 942/2007 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, καθώς και τους από 26-3-2009 πρόσθετους λόγους αυτής.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Οκτωβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ