2063/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated2063/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς ο δικαστής την πραγματογνωμοσύνη αυτή, εφόσον έγινε επίκληση και προσκομιδή από κάποιο διάδικο, οφείλει να την λάβει υπόψη και να την συνεκτιμήσει με τις λοιπές αποδείξεις κατά την στο άρθρο 360 § 1 ΚΠολΔ γενομένη διαστολήν από απόψεως αποδεικτικής της ισχύος, κάνοντας ειδική γι' αυτή μνεία στην απόφασή του (ΑΠ 1594/07).
Full text
Απόφαση 2063 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2063/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος:......, ο οποίος παραστάθηκε, αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του δικηγόρου και διόρισε στο ακροατήριο τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καραγκούνη.
Της αναιρεσίβλητης: ......, η οποία παραστάθηκε με τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Χαρούλα Απαλαγάκη και Ιωάννη Φιλιώτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-11-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 1283/2000 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου η οποία απέρριψε την αγωγή. Στη συνέχεια ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων άσκησε έφεση και εκδόθηκε η 2453/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών η οποία ανέπεμψε την αγωγή στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών το οποίο στη συνέχεια εξέδωσε 5950/2003 απόφαση με την οποία δέχτηκε κατά ένα μέρος την αγωγή.
Μετά την άσκηση των εφέσεων από τους αντιδίκους εκδόθηκαν η 5584/2004 προδικαστική και 3276/2006 οριστική αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των αποφάσεων ζητά ο αναιρεσείων με την από 17-7-2006 αίτησή του και τους από 11-6-2007 και 4-9-2007 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης ανέγνωσε την από 8-10-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης για αναίρεση της 5950/2003 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και την παραδοχή της αναίρεσης της 3276/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και της συμπροσβαλλόμενης υπ' αριθ. 5584/2004 μη οριστικής απόφασης του ίδιου Εφετείου.
Ο αναιρεσείων και ο πληρεξούσιος του ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους. Στο σημείο αυτό η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης δήλωσε ότι παραιτείται από το δικαίωμα εισπράξεως της επιδικασθείσας από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, δικαστικής δαπάνης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ ο δικαστής υποχρεούται προς μόρφωση της πεποιθήσεώς του περί των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών να λαμβάνει υπόψη όλα τα από τους διαδίκους επικαλούμενα σχετικώς και προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα μεταξύ των οποίων κατ' άρθρο 339 ΚΠολΔ και η διαταγή του δικαστού διεξαχθείσα πραγματογνωμοσύνη, η οποία αποτελεί ίδιο αποδεικτικό μέσο σαφώς διαστελλωμένη από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα.
Συνεπώς ο δικαστής την πραγματογνωμοσύνη αυτή, εφόσον έγινε επίκληση και προσκομιδή από κάποιο διάδικο, οφείλει να την λάβει υπόψη και να την συνεκτιμήσει με τις λοιπές αποδείξεις κατά την στο άρθρο 360 § 1 ΚΠολΔ γενομένη διαστολήν από απόψεως αποδεικτικής της ισχύος, κάνοντας ειδική γι' αυτή μνεία στην απόφασή του (ΑΠ 1594/07).
Περαιτέρω κατ' άρθρ. 270 § 2 ΚΠολΔ ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη ή Συμ/φου λαμβάνονται υπόψη, μόνον αν έγιναν ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου πριν από δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν τη βεβαίωση. Οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, διαφορετικό από τα έγγραφα και τους μάρτυρες και γιαυτό όταν προσκομίζονται στο δ/ριο της ουσίας για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, πρέπει να αναφέρεται, ειδικά στην απόφαση ότι αυτές έχουν ληφθεί υπόψη.
Μοναδική προϋπόθεση για τη λήψη υπ' όψη των ενόρκων βεβαιώσεων από το δ/ριο της ουσίας είναι ότι αυτές έγιναν μετά από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου του διαδίκου που τις επικαλείται, πριν από δύο (2) εργάσιμες ημέρες τουλάχιστον. Η παρά το νόμο μη λήψη υπόψη από το δ/ριο της ουσίας ένορκης βεβαίωσης, την οποία επικαλέσθηκε και προσκόμισε διάδικος, ιδρύει λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Για την συμπλήρωση των δύο ως άνω εργασίμων ημερών συνυπολογίζεται αν μεσολαβήσει μεταξύ της επιδόσεως της κλήσεως και του ορισθέντος χρόνου εξετάσεως του μάρτυρα η ημέρα του Σαββάτου, γιατί το Σάββατο είναι για τις υπηρεσίες των δικαστηρίων μη εργάσιμη ημέρα, δεν είναι όμως και εξαιρετέα κατά την έννοια του άρθρου 145 § 4 ΚΠολΔ (ΑΠ 686/2003, ΑΠ 708/93).
Τέλος από την ίδια ως άνω διάταξη 270 ΚΠολΔ όπως αυτή ίσχυε πριν την τροποποίησή του από το άρθρο 12 Ν. 2915/2001 δεν προκύπτει ότι τίθεται περιορισμός ως προς τον αριθμό των μαρτύρων που μπορεί να εξετάσει κάθε διάδικος, και να περιληφθούν σε ένορκη βεβαίωση (ΑΠ 1371/2004).
Εν προκειμένω ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες προτάσεις του που υπέβαλε στο Εφετείο προς απόδειξη του ουσία βασίμου της αγωγής, προσκόμισε και επικαλέσθηκε την υπ' αριθμ. 134/2005 έκθεση, της με διαταγή του Εφετείου Αθηνών με την υπ' αριθ. 5584/2004 μη οριστική του απόφαση διαξαχθείσας λογιστικής πραγματογνωμοσύνης για την αξία των μετοχών ενόψει της ρητής αμφισβητήσεως αυτής εκ μέρους των διαδίκων και της μετέπειτα φράσης του Εφετείου περί του αν οι μετοχές αποτελούν ή όχι δωρεά προς την εναγομένη.
Το Εφετείο όμως όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του την κρίση του για τα αποδεικτέα σχημάτισε από τις καταθέσεις των μαρτύρων και τα επικληθέντα και προσκομισθέντα έγγραφα, όχι δε και από την πραγματογνωμοσύνη της οποίας δεν κάνει ιδιαίτερη μνεία όπως έπρεπε ως ίδιον αποδεικτικό μέσο, στην απόφασή του, την οποία επομένως και δεν έλαβε υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.
Περαιτέρω από την ίδια προσβαλλόμενη απόφαση δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι για το σχηματισμό της κρίσεώς του επί της ουσίας της υποθέσεως το Εφετείο - που δεν προβαίνει άλλωστε σε ειδική μνεία αυτής - έλαβε υπόψη την ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών 8150/1999 ένορκη βεβαίωση, την οποία ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε με τις προτάσεις και προσκόμισε προς απόδειξη της ένδικης αγωγής του κατά της αναιρεσίβλητης, μετά από νόμιμη κλήτευση αυτής.
Τέλος όπως διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο η κλήση του αναιρεσείοντος για παράσταση κατά την εξέταση των τριών μαρτύρων ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών και Κορίνθου αντίστοιχα για την οποία συντάχθηκαν οι με αριθμούς 8149 και 8151/99 και 306/1999 ένορκες βεβαιώσεις, της αναιρεσίβλητης, επιδόθηκε σ' αυτήν στις 6-5-1999 ημέρα Πέμπτη, η δε εξέταση των τριών μαρτύρων έγινε ενώπιον των άνω ειρηνοδικών τη Δευτέρα 10-5-99 και επομένως τηρήθηκε ως προς την κλήτευση της αναιρεσίβλητης η ως άνω προθεσμία των δύο ημερών αφού μεσολάβησαν δύο (2) εργάσιμες ημέρες, η Παρασκευή 7-5 και το Σάββατο 8-5-1999 και συνεπώς όχι νόμιμα από της απόψεως αυτής δεν λήφθηκαν από το Εφετείο υπόψη για τη διάγνωση της διαφοράς και οι ενώπιον των άνω ειρηνοδικών ένορκες βεβαιώσεις, ούτε υπήρχε περιορισμός ως προς τον αριθμό τους όπως προαναφέρθηκε.
Με τα ανωτέρω που αποφάσισε το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γι' αυτό και πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο εκ του αριθμ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ 6ος λόγος αναιρέσεως και κατά το 4ο μέρος του.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ΄ αριθ. 3276/06 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και την συμπροσβαλλομένη υπ΄ αριθμ. 5584/04 μη οριστική απόφαση του ίδιου δικαστηρίου.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντα τα οποία ορίζει σε χίλια εξακόσια σαράντα (1.640) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Νοεμβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Νοεμβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ