Legislator Case Law & Legislation
2063/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against promotion decision, ruling failure to promote based on bad faith constitutes payment of suspensive condition.

Case Number 2063/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Bank of Greece's appeal against a lower court's decision regarding an employee's promotion. The court found that the employer's refusal to promote the plaintiff was contrary to good faith because a more qualified colleague had been promoted instead. Consequently, the court ruled that the suspensive condition attached to the promotion agreement was deemed fulfilled, validating the promotion decision.

Legislator headnote

AI generated

Articles 201 and 207(1) of the Civil Code; A suspensive condition in a promotion agreement is deemed fulfilled when the employer's refusal to promote, based on a finding contrary to good faith, results in a more qualified colleague being promoted instead.

Keywords

AI generated
suspensive condition promotion agreement good faith civil code employment law bad faith supreme court

Cited Legislation

AI generated
Article 201 of the Civil Code
Article 207(1) of the Civil Code
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 559(20) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 27/1995

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2063 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2063/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1΄ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βενετσιάνα Κίτρου - Βάκη, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσίβλητου: ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Κάπο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-1-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1565/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 8602/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-1-2004 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 24-10-2006 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Επειδή, κατά το άρθρο 201 Α.Κ., αν με τη δικαιοπραξία τα αποτελέσματά της εξαρτήθηκαν από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο (αναβλητική αίρεση), τα αποτελέσματα αυτά επέρχονται μόλις συμβεί το γεγονός, ενώ, κατά το άρθρο 207 παρ. 1 Α.Κ., η αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε, αν την πλήρωσή της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος που θα ζημιωνόταν από την πληρωμή της.

Τέτοια δικαιοπραξία με αναβλητική αίρεση, στην οποία εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 207 παρ. 1 Α.Κ., είναι και εκείνη με την οποία συμφωνήθηκε μεταξύ του εργοδότη και του μισθωτού η προαγωγή αυτού, αν συντρέξουν ορισμένες προϋποθέσεις, η διαπίστωση της συνδρομή των οποίων γίνεται από τον εργοδότη (ή εξουσιοδοτημένο όργανό του), όπως όταν η υπό προϋποθέσεις προαγωγή του υπαλλήλου προβλέπεται από κανονισμό εργασίας που έχει συμβατική ισχύ.

Στην περίπτωση αυτήν, όταν κρίνεται από τον εργοδότη (ή εξουσιοδοτημένο όργανό του) ότι ο μισθωτός δεν συγκεντρώνει τις συμφωνημένες προϋποθέσεις για την προαγωγή του και η κρίση αυτή είναι αντίθετη προς την καλή πίστη ως καταφώρως εξ αντικειμένου άδικη, όταν δηλαδή παραλείφθηκε να προαχθεί υπάλληλος που υπερείχε καταφανώς ως προς τα, συνολικώς εκτιμώμενα, τυπικά και ουσιαστικά προσόντα έναντι, έστω και ενός, προαχθέντος συναδέλφου του, τότε η αναβλητική αίρεση υπό την οποία τελούσε η προαγωγή του παραλειφθέντος λογίζεται, σύμφωνα με το άρθρο 207 παρ. 1 Α.Κ., ότι πληρώθηκε από τότε που έπρεπε να είχε γίνει η προαγωγή (Α.Π. 141/1999).

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά :

Κατά το άρθρο 12 του οργανισμού της εσωτερικής υπηρεσίας και κανονισμού της βαθμολογικής και μισθολογικής τάξεως των υπαλλήλων της αναιρεσείουσας Τράπεζας, ο οποίος έχει συμβατική ισχύ, η προαγωγή υπαλλήλου από το βαθμό του Τμηματάρχη (4ο βαθμό) στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου (3ο βαθμό της σχετικής υπαλληλικής ιεραρχίας) αποφασίζεται, κατ΄ απόλυτη εκλογή και ελεύθερη κρίση, από το Γενικό Συμβούλιο της Τράπεζας αυτής, ύστερα από πρόταση του Διοικητή της, εφόσον υπάρχει κενή οργανική θέση, ο κρινόμενος υπάλληλος έχει συμπληρώσει τον προηγούμενο βαθμό (του Τμηματάρχη) τριετή ευδόκιμη υπηρεσία, έχει τα προσόντα της ανώτερης θέσης και κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας έχει επιδείξει εξαιρετική επίδοση, ήθος, ικανότητα και φιλεργία.

Ο αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε από την αναιρεσείουσα, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ως εργάτης, την 1-6-1963. Την 1-3-1966 έγινε μετάταξή του σε κλητήρα. Την 1-7-1969 έγινε νέα μετάταξή του στο λογιστικό κλάδο και από τότε εξελίχθηκε βαθμολογικά μέχρι το βαθμό του Τμηματάρχη, τον οποίο κατέχει από 1-7-1986. Είναι απόφοιτος εξαταξίου Οικονομικού Γυμνασίου και γνωρίζει μέτρια την αγγλική γλώσσα και καλά την τουρκική.

Από 1-3-1966 υπηρέτησε στο Υποκατάστημα .... και από 23-2-1967 στο Υποκατάστημα ...., σε πολλά και διάφορα τμήματα. Κατά τα έτη 1987, 1988, 1989, που συντάχθηκαν φύλλα επίδοσης, βαθμολογήθηκε, στην κλίμακα 1-5, με άριστα το 1, το έτος 1987 σε έξι από τα οκτώ κριτήρια αξιολογήσεως με 1 και σε δύο με 2 και τα έτη 1988, 1989 σε επτά κριτήρια 1 και σε ένα με 2.

Παρακολούθησε τέσσερα (4) επιμορφωτικά σεμινάρια και άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα ως Προϊστάμενος υπηρεσίας από 1-1-1979 και ως αναπληρωτής Προϊστάμενος τμήματος από 13-2-1992. Kατά τις προαγωγικές κρίσεις της 14-2-1997, για την κάλυψη κενών οργανικών θέσεων στο βαθμό του εντεταλμένου τμηματάρχη - προϊσταμένου, κατά τις οποίες ο αναιρεσίβλητος είχε συμπληρώσει τριετή ευδόκιμη υπηρεσία στο βαθμό του τμηματάρχη, το Γενικό Συμβoύλιο της αναιρεσείουσας προήγαγε, μετά από πρόταση του Διοικητή της, μεταξύ των άλλων και τους προτεινόμενους με την αγωyή προς σύγκριση ομοιόβαθμους (μέχρι τότε) συναδέλφους του αναιρεσιβλήτoυ Χ, ....., ....., ....., ....., ....., ....., .....

και ..... . O πρώτoς από αυτούς Χ προσλήφθηκε από την αναιρεσείουσα στις 17-9-1971 και υπηρέτησε αρχικά στο τμήμα προεξοφλήσεων και πιστώσεων υποκαταστημάτων και από 2-3-1931 στο τμήμα υπηρεσιακής εξέλιξης προσωπικού. .Είναι απόφοιτος εξαταξίου Γυμνασίου και δεν γνωρίζει ξένη γλώσσα. Το έτος 1987 βαθμολογήθηκε σε επτά κριτήρια με 1 και σε ένα με 2, ενώ κατά τα έτη 1938, 1989 βαθμολογήθηκε σε όλα τα κριτήρια με 1.

Δεν έχει παρακολουθήσει επιμορφωτικά σεμινάρια και άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα ως προϊστάμενος υπηρεσίας από το 1986 και ως αναπληρωτής προϊστάμενος τμήματος από 4-2-1993. Έκρινε δε το Εφετείο άτι ο αναιρεσίβλητος υπερείχε κατά τις εν λόγω προαγωγικές κρίσεις, καταφανώς έναντι του προαχθέντος σε εντεταλμένο τμηματάρχη - προϊστάμενο συναδέλφου του Χ, επειδή, όπως δέχτηκε, ο αναιρεσίβλητος είχε ίδιους τίτλους σπουδών με τον προαχθέντα και ίδια σχεδόν βαθμολογία τα έτη 1987, 1988 και 1989 (η οποία δεν λήφθηκε σοβαρά υπόψη, κατά τις εν λόγω προαγωγικές κρίσεις, αφού απείχε χρονικά πάνω από επτά έτη και όσον αφορά τον προαχθέντα είχε αξιολογηθεί και ληφθεί υπόψη κατά την προαγωγή του στο βαθμό του Τμηματάρχη), υπερτερούσε του προαχθέντος αυτού α) ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα κατά οκτώ έτη και τρεις περίπου μήνες, β) ως προς την αρχαιότητα στον κατεχόμενο βαθμό κατά τρία έτη και τρεις μήνες, γ) ως προς την επαγγελματική επιμόρφωση (4 σεμινάρια ο αναιρεσιβλητος, έναντι κανενός του προαχθέντος), δ) ως προς τη γνώση ξένων γλωσσών (αγγλικά μετρίων και τουρκικά καλά ο αναιρεσίβλητος έναντι καμιάς του προαχθέντος) και ε) ως προς την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων (από 1-1-1979 ο αναιρεσίβλητος ανέλαβε προϊστάμενος υπηρεσίας και από 18-2-1992 αναπληρωτής προϊστάμενος τμήματoς, ενώ ο προαχθείς ανέλαβε προϊστάμενος υπηρεσίας το 1986 και αναπληρωτής προϊστάμενος τμήματος από 4-2-1993).

Aκολoύθως το Εφετείο δέχτηκε ότι η κρίση του Γενικού Συμβουλίου της αναιρεσείουσας να μην προαχθεί ο αναιρεσίβλητoς, κατά τις παραπάνω προαγωγικές κρίσεις, στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη-Προϊσταμένοu ήταν αντίθετη προς την καλή πίστη, ως καταφώρως άδικη και ότι έτσι παρακωλύθηκε αντίθετα προς την καλή πίστη η πλήρωση της αναβλητικής αιρέσεως υπό την οποία τελούσε η προαγωγή του αναιρεσιβλήτου στο βαθμό αυτόν, με αποτέλεσμα να θεωρείται ότι η εν λόγω αίρεση πληρώθηκε έκτοτε.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε κατ΄ ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αρι8. 1565/2002 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και έτσι επικύρωσε την απόφαση αυτή, με την οποία είχε γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη η από 24-1-2000 ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου για αναγνώριση του ότι αυτός έπρεπε να προαχθεί στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου από 1-1-1997.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς, δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της, την ως άνω διάταξη του άρθρου 207 παρ. 1 του ΑΚ, αφού, σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές του, πράγματι ο αναιρεσίβλητος υπερείχε καταφανώς, κατά τις προαναφερόμενες προαγωγικές κρίσεις στην αναιρεσείουσα, έναντι του συναδέλφου του Χ, που είχε προαχθεί στο βαθμό του εντεταλμένου τμηματάρχη - προϊσταμένου, και ως εκ τούτου η παράλειψη αυτού (αναιρεσιβλήτου) ενείχε κατάφωρη παραβίαση των αρχών της καλής πίστεως, η δε πλήρωση της αναβλητικής αιρέσεως, υπό την οποία τελούσε η προαγωγή του παρακωλύθηκε αντίθετα προς την καλή πίστη, έτσι ώστε να θεωρείται, σύμφωνα με την ως άνω ουσιαστική διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 207 του Α.Κ., ότι η εν λόγω αίρεση πληρώθηκε έκτοτε.

Επομένως, οι ενιαίως κρινόμενοι πρώτος κατά το σχετικό μέρος του και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Ο περαιτέρω χωρίς αρίθμηση λόγος αναιρέσεως, επίσης, όπως εκτιμάται, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως του άρθρου 12 του οργανισμού της εσωτερικής υπηρεσίας και κανονισμού της βαθμολογικής και μισθολογικής τάξεως των υπαλλήλων της αναιρεσείουσας Τράπεζας της Ελλάδος, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί, και υπό την εκδοχή ότι το άρθρο αυτό έχει παραβιαστεί, μια τέτοια παραβίαση δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά την ως άνω διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ακριβώς διότι ο εν λόγω κανονισμός έχει όχι χαρακτήρα κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, αλλά συμβατική ισχύ (βλ.

σχ. Ολ. ΑΠ 27/1995). Εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε, το Εφετείο δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι ο αντί του αναιρεσιβλήτου προαχθείς συνάδελφός του Χ υπολειπόταν έναντι του πρώτου αναφορικά με την αρχαιότητα στον κατεχόμενο βαθμό του τμηματάρχη κατά τρία έτη και τρεις μήνες. Η παραδοχή αυτή είναι αρκετή για να προσδιοριστεί η χρονολογία προαγωγής του Χ στο βαθμό του τμηματάρχη, αφού σε άλλο μέρος της ανωτέρω αποφάσεώς του ρητώς αναφέρεται ότι ο αναιρεσίβλητος κατείχε το βαθμό του τμηματάρχη από 1-7-1986.

Επομένως και επί του κρίσιμου αυτού ζητήματος η προσβαλλόμενη απόφαση έχει πλήρη αιτιολογία, ώστε να μη στερείται από αυτόν το λόγο νόμιμης βάσεως και γι΄ αυτό ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

2.- Επειδή, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, γιατί παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ατομικού δελτίου του ως άνω Χ και του συνημμένου σ΄ αυτό φύλλου επιδόσεως για τα έτη 1985, 1987, 1988 και 1989.

Και τούτο γιατί εσφαλμένα, κατά το λόγο αναιρέσεως, δέχτηκε ότι ο εν λόγω Χ δεν γνώριζε ξένη γλώσσα, ότι είχε ασκήσει υπεύθυνα καθήκοντα ως αναπληρωτής προϊστάμενος τμήματος από 4-2-1993 και δεν είχε παρακολουθήσει επιμορφωτικά σεμινάρια, παρά το ότι στα εν λόγω έγραφα αναφερόταν ότι ο πιο πάνω υπάλληλος γνώριζε την αγγλική γλώσσα, είχε ασκήσει υπεύθυνα καθήκοντα αναπληρωτή προϊσταμένου τμήματος από 30-12-1992 και είχε παρακολουθήσει σεμινάρια.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως αλυσιτελής, γιατί και υπό την εκδοχή ότι ο εν λόγω υπάλληλος πράγματι γνώριζε την αγγλική γλώσσα, είχε ασκήσει υπεύθυνα καθήκοντα αναπληρωτή προϊσταμένου τμήματος από 30-12-1992 (και όχι από 4-2-1993, όπως έγινε δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση) και είχε παρακολουθήσει σεμινάρια, εν τούτοις και πάλι, σύμφωνα με τα από την προσβαλλόμενη απόφαση, γεγονότα, αυτά αρκούν για να προσδώσουν καταφανή υπεροχή στον αναιρεσίβλητο έναντι του παραπάνω Χ ως προς τα, συνολικώς εκτιμώμενα, κρίσιμα τυπικά και ουσιαστικά προς προαγωγή στο βαθμό του εντεταλμένου τμηματάρχη - προϊσταμένου προσόντα.

Εντεύθεν η παράλειψη από την προαγωγή του αναιρεσιβλήτου είναι αντίθετη προς την καλή πίστη, ως καταφώρως εξ αντικειμένου άδικη, και έτσι θεωρείται ότι η πλήρωση της αναβλητικής αιρέσεως, υπό την οποία τελούσε η προαγωγή του στον ως άνω βαθμό, παρακωλύθηκε αντίθετα προς την καλή πίστη και, συναφώς, θεωρείται ότι αυτή πληρώθηκε έκτοτε.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19 Ιανουαρίου 2004 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." για αναίρεση της υπ΄ αριθ. 8602/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και,

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2006. Και,

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Δεκεμβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ