Legislator Case Law & Legislation
2062/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on witness examination and sentencing reasoning grounds.

Case Number 2062/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a second-instance judgment for non-payment of wages. The appellant argued that the court failed to properly examine additional witnesses and provided insufficient reasoning regarding the employer's liability and the company's subsequent bankruptcy. The court rejected these claims, noting that the appellant had already testified as a witness and that the bankruptcy date was irrelevant to the crime's commission. Consequently, the appeal was found baseless, and the appellant was ordered to pay the court costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 353(1) and 502(1)(a) of the Code of Civil Procedure; The court may examine additional witnesses present at the hearing without prior notice, and the appellant's failure to object to such examination does not constitute a ground for appeal.

Keywords

AI generated
witness examination procedure insufficient reasoning in judgment non-payment of wages bankruptcy relevance appeal dismissal court costs liability criminal procedure code

Cited Legislation

AI generated
Article 353(1) of the Code of Civil Procedure
Article 502(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 171(1)(d) of the Code of Civil Procedure
Article 510(1)(A) and (B) of the Code of Civil Procedure
Article 578(1) of the Code of Civil Procedure
Article 84(2)(d) of the Penal Code

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 1405/2009
Supreme Court Case 800/2001
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2062 / 2019 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 2062/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου - Εισηγήτρια, Γεώργιο Αναστασάκο, Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγέλου και Πηνελόπη Παρτσαλίδου - Κομνηνού, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 19 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Παππαδά, (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. - Α. Ν. του Μ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Κουδρόγλου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1775/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. πρωτ. 6119/28.5.2019 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 862/2019.

Αφού άκουσε

Τον Εισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 27-5-2019 και με αριθμό γενικού πρωτ. 6119/28-5-2019 αίτηση-δήλωση του Α.-Α. Ν. του Μ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1775/20-2-2019 απόφασης του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 353 παρ.1 και 502 παρ. 1 εδ. α του ΚΠΔ, ως ίσχυαν κατά το χρόνο εκδόσεως της προσβαλλόμενης απόφασης (αρθρ. 590 παρ. 1 εδ β' του ισχύοντος από 1-7-2019 ΚΠΔ), στην κατ' έφεση δίκη αν εμφανιστεί ο εκκαλών και αρχίσει η συζήτηση, το δικαστήριο μπορεί να εξετάσει, εκτός από τους μάρτυρες που κλητεύθηκαν, και άλλους μάρτυρες, αν είναι παρόντες στο ακροατήριο, ύστερα από αίτηση του εισαγγελέα ή κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως, ανεξάρτητα αν τα ονόματά τους γνωστοποιήθηκαν ή μη ή αν εξετάσθηκαν ή όχι στην πρωτόδικη δίκη ή και στην προδικασία. Μόνο αν ο κατηγορούμενος εναντιωθεί στην εξέταση τέτοιων μαρτύρων και το δικαστήριο αρνηθεί να τον ακούσει ή παραλείψει ν' αποφανθεί επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατ' άρθρο 171 παρ. 1 δ' ΚΠΔ και έλλειψη ακρόασης και ιδρύονται οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Β'ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης (ΑΠ 1405/2009, ΑΠ 800/2001).

Στην προκειμένη περίπτωση από την, παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των πρακτικών της, εκδοθείσας σε δεύτερο βαθμό, προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι κατά την εκφώνηση των μαρτύρων κατηγορίας από την Πρόεδρο του Δικαστηρίου, "εμφανίστηκε η Α. Π., και αφού ζήτησε και έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσε ότι είναι υπάλληλος της επιθεώρησης εργασίας και γνώστης της υπόθεσης και αιτήθηκε να εξεταστεί ως μάρτυρας στη θέση της απούσας 1ης μάρτυρα κατηγορίας- υπαλλήλου της επιθεώρησης εργασίας, η οποία κωλύεται να παρουσιαστεί.

Ακολούθως ο Εισαγγελέας, αφού έλαβε το λόγο, πρότεινε να εξεταστεί ως μάρτυρας κατηγορίας η ανωτέρω εμφανισθείσα. Αφού δεν προβλήθηκε αντίρρηση από κανέναν κατά της παραπάνω προτάσεως η Πρόεδρος ρώτησε το συνήγορο υπεράσπισης και τον ίδιο τον εκκαλούντα- κατηγορούμενο αν κλήτευσαν μάρτυρες υπεράσπισης...." και αφού αυτοί απάντησαν αρνητικά διέταξε να αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία με την εξέταση της ως άνω μάρτυρα, μετά την εξέταση της οποίας δόθηκε ο λόγος στον κατηγορούμενο και στον συνήγορο του προκειμένου να της υποβάλλουν ερωτήσεις, όπως και έπραξαν.

Κατόπιν αυτών, η προβαλλόμενη με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αιτίαση, με την επίκληση των αναιρετικών λόγων της απόλυτης ακυρότητας και της έλλειψης ακρόασης, επειδή το Δικαστήριο παρέλειψε να αποφανθεί αιτιολογημένα επί του ως άνω αιτήματος του Εισαγγελέα όπως εξετασθεί η ως άνω μάρτυρας, είναι αβάσιμη, αφού το Δικαστήριο με την εξέταση αυτής χωρίς να προβληθεί αντίρρηση εκ μέρους του κατηγορουμένου απάντησε εκ των πραγμάτων θετικά στο παραπάνω αίτημα ενώ, περαιτέρω, ουδέν υπερασπιστικό του δικαίωμα στερήθηκε ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, ούτε βεβαίως και αυτό της ακροάσεως, καθόσον αφενός μεν δεν αντιτάχθηκε στην εξέταση της ως άνω μάρτυρα αφετέρου δε του δόθηκε η δυνατότητα να της υποβάλλει ερωτήσεις και να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις σχετικά με τα κατατεθέντα απ'αυτήν, απορριπτομένου, μετά ταύτα, ως αβασίμου του ως άνω λόγου αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα.

Σύμφωνα με το άρθρο 28 του Ν. 3996/2011 κάθε εργοδότης, που παραβαίνει τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας τις σχετικές με τους όρους και τις συνθήκες εργασίας και συγκεκριμένα τα χρονικά όρια εργασίας, υπό την επιφύλαξη των παραγράφων 5 και 6 του άρθρου 31 του Ν. 3904/2010, την καταβολή δεδουλευμένων, την αμοιβή, την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων ή την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι μηνών ή με χρηματική ποινή τουλάχιστον εννιακοσίων (900) ευρώ ή και με τις δύο αυτές ποινές, Ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας που προβλέπουν βαρύτερη ποινική μεταχείριση εξακολουθούν να ισχύουν.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου μόνου παράγραφος 1 του ΑΝ 690/1945, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 1 του Ν. 2336/1995, τιμωρείται με τις αναφερόμενες σε αυτό ποινές κάθε εργοδότης ή διευθυντής ή επιτετραμμένος ή με οποιονδήποτε τίτλο εκπρόσωπος οποιασδήποτε επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή εργασίας, ο οποίος δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολούμενους σε αυτόν τις οφειλόμενες συνεπεία της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές, που καθορίζονται είτε από τη σύμβαση εργασίας, είτε από συλλογικές συμβάσεις εργασίας, είτε από αποφάσεις διαιτησίας, είτε από το νόμο ή το έθιμο.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το προβλεπόμενο από αυτή ως άνω πλημμέλημα τιμωρείται ως γνήσιο έγκλημα παραλείψεως, το οποίο συντελείται ευθύς ως ο υπόχρεος παραλείψει να καταβάλει στο δικαιούχο μισθωτό τις οφειλόμενες σ' αυτόν αποδοχές ή άλλης φύσεως χορηγίες, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται είτε από τη σύμβαση είτε από το νόμο ή το έθιμο, είτε από τις διοικητικές πράξεις.

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της.

Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ" αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος), ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση).

Ως προς τα αποδεικτικά μέσα αρκεί αυτά να αναφέρονται κατλ είδος γενικώς, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών και χωρίς να απαιτείται να αναφέρεται από ποιο συγκεκριμένα αποδεικτικό μέσο προέκυψε η κάθε παραδοχή. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους (εγγράφων, μαρτυρικών καταθέσεων), ούτε απαιτείται να ορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως.

Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπ' όψη του και συνεκτίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μερικά κατΧ επιλογήν, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 §1 και 178 ΚΠΔ. Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Ειδικότερα, η καταδικαστική απόφαση για παράβαση της ως άνω διατάξεως του ΑΝ 690/1945 έχει την απαιτούμενη αιτιολογία, όταν εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια ενόψει του περιεχομένου της άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεως, τα κρίσιμα για την θεμελίωση του αναφερομένου εγκλήματος περιστατικά που είναι ο χρόνος κατά τον οποίο διήρκεσε η σύμβαση εργασίας, οι μηνιαίες τακτικές αποδοχές, καθώς και οι έκτακτες, το σύνολο αυτών, το ποσό που καταβλήθηκε στον εργαζόμενο έναντι αυτών και ο χρόνος που έπρεπε να καταβληθούν οι οφειλόμενες από τον κατηγορούμενο αποδοχές στον εργαζόμενο και αν το ύψος των αποδοχών και ο χρόνος καταβολής τους είχε ορισθεί από ατομική ή συλλογική σύμβαση εργασίας ή διαιτητική απόφαση ή από το νόμο ή από το έθιμο.

Περαιτέρω, επί νομικού προσώπου, φερόμενου ως εργοδότη, πρέπει να προσδιορίζεται η μορφή του νομικού προσώπου και εάν πρόκειται για εταιρία και η εταιρική αυτής μορφή, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει η θέση και η ιδιότητα που είχε ο κατηγορούμενος στην εταιρία αυτή, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ώστε να ανακύπτει η υποχρέωση του για την καταβολή των αποδοχών.

Δεν αρκεί, δηλαδή, ο χαρακτηρισμός του κατηγορουμένου ως εργοδότη ή ως νόμιμου εκπροσώπου της εταιρικής επιχείρησης. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης της καταδικαστικής αποφάσεως συνιστά η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά του τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που μετ'αναίρεση της υπ'αριθμ. 7349/2017 αποφάσεώς του με τη με αριθμό 525/2018 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 1775/2019 απόφασή του, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα της παραβάσεως του άρθρου 28 παρ. 1 Ν. 3996/2011 (μη καταβολής αποδοχών εργαζομένων) κατ'εξακολούθηση και, μετά την αναγνώριση στο πρόσωπο του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 δ' ΠΚ, τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης τριών (3) μηνών, με τριετή αναστολή.

Στο σκεπτικό της απόφασης αυτής, το Δικαστήριο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων (καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας, αναγνωσθέντα έγγραφα και απολογία κατηγορουμένου), δέχθηκε ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "ο εκκαλών-κατηγορούμενος τέλεσε την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση της άδικης πράξης για την οποία κατηγορείται.

Συγκεκριμένα αποδείχτηκε, ότι αυτός, στη Θεσσαλονίκη, το χρονικό διάστημα από τον μήνα Σεπτέμβριο έως και τον μήνα Νοέμβριο του έτους 2012, με περισσότερες από μία πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση ενός και του ιδίου εγκλήματος, ως εν τοις πράγμασι εργοδότης της επιχείρησης με την επωνυμία "... Α.Ε.", με έδρα την οδό ..., με πρόθεση δεν κατέβαλε εμπρόθεσμα, δηλαδή μέχρι και της παραπάνω χρονολογίας, σ' αυτούς που απασχολήθηκαν από αυτόν με μισθό, τις οφειλόμενες από τη σχέση εργασίας αποδοχές και χορηγίες, που καθορίστηκαν από τη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας, οι οποίες ήταν αυτές που αναφέρονταν στη σχετική συλλογική σύμβαση εργασίας και ειδικότερα: 1) Στον Π.

Σ. του Κ., που εργάστηκε στην ανωτέρω επιχείρηση ως χειριστής κάμερας (οπερατέρ) από 15-5-1996 δεν κατέβαλε το ποσό των 3.690 ευρώ προερχόμενο από δεδουλευμένα μηνών Σεπτεμβρίου, Οκτωβρίου και Νοεμβρίου έτους 2012, του οποίου οι καθαρές τακτικές μηνιαίες αποδοχές του ανερχόταν στο ποσό των 1.230 ευρώ και 2) στον Π.

Κ. του Ι., που εργάστηκε στην ανωτέρω επιχείρηση ως τεχνικός κεντρικού ελέγχου από 16-7-1996 δεν κατέβαλε το ποσό των 3.600 ευρώ προερχόμενο από δεδουλευμένα μηνών Σεπτεμβρίου, Οκτωβρίου και Νοεμβρίου έτους 2012, του οποίου οι καθαρές τακτικές μηνιαίες αποδοχές ανερχόταν στο ποσό των 1.200 ευρώ. Πράγματι αποδείχθηκε, ότι ο εκκαλών- κατηγορούμενος κατά τον Αύγουστο του έτους 2012 είχε παραιτηθεί από τη θέση του Αντιπροέδρου και μέλους του ΔΣ της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...

Α.Ε.", με έδρα την οδό ..., στη Θεσσαλονίκη, αλλά όπως αποδείχθηκε αυτός ασκούσε και μόνο αυτός εν τοις πράγμασι χρέη Προέδρου κι Αντιπροέδρου της ως άνω εταιρίας, ο οποίος ήταν επιφορτισμένος με τα εργοδοτικά καθήκοντα της ως άνω εταιρίας και λάμβανε όλες τις σχετικές αποφάσεις, ο δε ισχυρισμός του ότι η θυγατέρα του Σ.

Ν. ασκούσε τα χρέη αυτά ελέγχεται απορριπτέος ως αναπόδεικτος και ουσιαστικά αβάσιμος, δοθέντος και του ότι με την υπ' αριθμ. 13582/2015 απόφαση του Γ' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, η προαναφερόμενη θυγατέρα του αθωώθηκε για την ως άνω πράξη, επειδή κρίθηκε ότι αυτή ουδεμία σχέση είχε με την ανωτέρω άδικη πράξη, η οποία κατηγορείτο ότι την τέλεσε από κοινού με τον εκκαλούντα-πατέρα της.

Συνεπώς, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος." Στη συνέχεια, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο του ότι:

"Στη Θεσσαλονίκη, το χρονικό διάστημα από το μήνα Σεπτέμβριο έως και το μήνα Νοέμβριο του έτους 2012, με VJ-\ περισσότερες από μία πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση ενός και του ιδίου εγκλήματος, ως εν τοις πράγμασι εργοδότης της επιχείρησης με την επωνυμία "... Α.Ε.", με έδρα την οδό ..., με πρόθεση δεν κατέβαλε εμπρόθεσμα, δηλαδή μέχρι και της παραπάνω χρονολογίας, σ' αυτούς που απασχολήθηκαν από αυτόν με μισθό, τις οφειλόμενες από τη σχέση εργασίας αποδοχές και χορηγίες που καθορίστηκαν από τη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας και ειδικότερα: 1) Στον Π. Σ. του Κ., που εργάστηκε στην ανωτέρω επιχείρηση ως χειριστής κάμερας (οπερατέρ) από 15-5-1996 δεν κατέβαλε το ποσό των 3.690 ευρώ προερχόμενο από δεδουλευμένα μηνών Σεπτεμβρίου, Οκτωβρίου και Νοεμβρίου έτους 2012 και 2) Στον Π. Κ. του Ι., που εργάστηκε στην ανωτέρω επιχείρηση ως τεχνικός κεντρικού ελέγχου από 16-7-1996 δεν κατέβαλε το ποσό των 3.600 ευρώ προερχόμενο από δεδουλευμένα μηνών Σεπτεμβρίου, Οκτωβρίου και Νοεμβρίου έτους 2012".

Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη, κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, με παράθεση όλων των στοιχείων, που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος τούτου, οι αποδείξεις, που τα θεμελιώνουν, τις οποίες προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας αξιολόγησε στο σύνολο τους χωρίς επιλεκτική εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις προπαρατεθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 εδ.

α', 27 παρ 1 και 98 του ΠΚ και 28 παρ. 1 του ν. 3996/2011, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, παρά τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντα, στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνονται όλα τα κρίσιμα για τη θεμελίωση του ενδίκου αδικήματος περιστατικά και ειδικότερα :

α) το χρονικό διάστημα, ήτοι οι μήνες Σεπτέμβριος, Οκτώβριος και Νοέμβριος του 2012, που οι εργαζόμενοι Π. Σ. και Π. Κ. εργάστηκαν ως οπερατέρ και τεχνικός κεντρικού ελέγχου αντίστοιχα στην επιχείρηση "... Α.Ε" χωρίς να τους καταβληθεί ο μηνιαίος μισθός τους εκ 1.230 και 1.200 ευρώ αντίστοιχα, β) το σύνολο των οφειλομένων σε κάθε έναν εξ αυτών αποδοχών εκ 3.690 και 3.600 ευρώ αντίστοιχα, γ) ο χρόνο, εντός του οποίου έπρεπε να καταβληθούν οι ως άνω αποδοχές, ήτοι το χρονικό διάστημα των ως άνω αντίστοιχων μηνών εφόσον επρόκειτο για οφειλόμενους μηνιαίους μισθούς, δ) ο χρόνος από τον οποίο άρχισαν οι προαναφερθέντες να εργάζονται στην ως άνω επιχείρηση, ήτοι ο πρώτος από 15-5-1996 και ο δεύτερος από 16-7-1996 καθώς και το ότι οι ως άνω αποδοχές τους καθορίστηκαν από τις μεταξύ αυτών και της επιχείρησης ατομικές συμβάσεις εργασίας τους χωρίς να δημιουργείται κατά τούτο ουδεμία αντίφαση από την επιπλέον επάλληλη παραδοχή ότι ήταν αυτές που αναφέρονταν στη σχετική ΣΣΕ, η οποία για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρεται ειδικά όπως επίσης δεν χρειαζόταν να αναφέρεται αν οι ατομικές συμβάσεις των εν λόγω εργαζομένων ήταν έγγραφες ή προφορικές, ενώ από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλομένης δεν προκύπτει οιαδήποτε έναντι των ως άνω οφειλομένων αποδοχών καταβολή ώστε να παρίσταται αναγκαία η αναφορά της.

Επίσης, με τις παραδοχές ότι ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων αν και κατά τον Αύγουστο του 2012 είχε παραιτηθεί από τη θέση του Αντιπροέδρου και μέλους του ΔΣ της ως άνω ανώνυμης εταιρείας "αυτός ασκούσε και μόνο αυτός εν τοις πράγμασι χρέη Προέδρου και Αντιπροέδρου της ως άνω εταιρίας, ο οποίος ήταν επιφορτισμένος με τα εργοδοτικά καθήκοντα της ως άνω εταιρείας και λάμβανε όλες τις σχετικές αποφάσεις, ο δε ισχυρισμός του ότι η θυγατέρα του Σ.

Ν. ασκούσε τα χρέη αυτά ελέγχεται απορριπτέος ως αναπόδεικτος και ουσιαστικά αβάσιμος, δοθέντος και του ότι..... η προαναφερόμενη θυγατέρα του αθωώθηκε για την ως άνω πράξη επειδή κρίθηκε ότι αυτή ουδεμία σχέση είχε με την ανωτέρω άδικη πράξη...", με πλήρη επάρκεια και παράθεση των απαιτούμενων πραγματικών περιστατικών αιτιολογείται η θέση και η ιδιότητα του εν τοις πράγμασι εργοδότη, που είχε ο αναιρεσείων στην προαναφερθείσα επιχείρηση κατά το κρίσιμο εν προκειμένω χρονικό διάστημα ώστε να ανακύπτει η υποχρέωσή του για την καταβολή των επίδικων αποδοχών, τις οποίες, κατά τις παραδοχές της απόφασης, με πρόθεση δεν κατέβαλε στους παραπάνω εργαζόμενους, δεν απαιτείτο δε περαιτέρω ιδιαίτερη αιτιολογία αναφορικά με το δόλο αυτού, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέλησή του παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε και η σχετική με αυτόν αιτιολογία εμπεριέχεται σ' αυτήν επί της ενοχής του.

Περαιτέρω, το Δικαστήριο, προκειμένου να αχθεί στην καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα κρίση του, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα εισφερθέντα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και την αναγνωσθείσα υπ' αριθμ. 17485/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία κηρύχθηκε σε πτώχευση η παραπάνω εταιρεία με ημερομηνία παύσεως πληρωμών, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή της, την 16-12-2012, ήτοι ημερομηνία μεταγενέστερη του χρόνου τελέσεως του ενδίκου αδικήματος, δεν ήταν δε αναγκαίο το Δικαστήριο να αναφερθεί ειδικά σ' αυτήν, δεδομένου ότι επίκληση της πτώχευσης της εταιρείας δεν προβλήθηκε υπό τη μορφή αυτοτελούς ισχυρισμού, ώστε το Δικαστήριο να ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει αιτιολογημένα επ'αυτού.

Το ότι η εν λόγω εταιρεία είχε πτωχεύσει επικαλέστηκε ο κατηγορούμενος μετά την έκδοση της επί της ενοχής απόφασης προκειμένου να ενισχύσει το αίτημά του περί αναγνώρισης στο πρόσωπο του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 δ' ΠΚ, το οποίο και έγινε δεκτό από το Δικαστήριο της ουσίας. Επομένως, οι σχετικοί, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ' και Ε' ΚΠΔ, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της αιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων αλλά και για έλλειψη (κατ'εκτίμηση) νόμιμης βάσης, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Οι λοιπές περιεχόμενες στους λόγους αυτούς και ειδικότερα στον τέταρτο εξ αυτών αιτιάσεις, κατά το μέρος που συνιστούν διαφορετική αξιολόγηση και εκτίμηση του περιεχομένου των αποδεικτικών στοιχείων και καταλήγουν σε αμφισβήτηση της ουσιαστικής κρίσης του Δικαστηρίου, συνιστούν ανεπίτρεπτη προσβολή της περί τα πράγματα ανέλεγκτης κρίσης αυτού και είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες.

Μετά ταύτα, ελλείψει άλλων λόγων αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολο της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 578 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-5-2019 και με αριθμό γενικού πρωτ. 6119/28-5- 2019 αίτηση-δήλωση του Α.-Α. Ν. του Μ., κατοίκου ..., ..., για αναίρεση της υπ'αριθμ. 1775/20-2-2019 απόφασης του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Δεκεμβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Δεκεμβρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ