2062/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated2062/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): γ) Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της.
Full text
Απόφαση 2062 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2062/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Δ. του Χ., κατοίκου ... (αρ. ...), 2) Κ. Ζ. του Α., κατοίκου ... (αρ. ιδιοκτ...), 3) Α. Κ. συζ. Γ., το γένος Α. Α., κατοίκου ... (περιοχή ...) (αρ. ...), 4) Γ. Κ. του Γ., κατοίκου ... (περιοχή ...) (αρ. ... και ...), 5) Μ. Μ. του Α., κατοίκου ... (αρ. ...), 6) Ε. Σ. του Ι., συζ. Α. Δ., κατοίκου ... (αρ. ...), 7) α. Ε. Σ. χήρας Ι., το γένος Π. Λ., β. Ε. Σ. του Ι., συζ. Α. Δ. και γ. Λ. Σ. του Ι., κατοίκων ..., ως νομίμων κληρονόμων του Ι. Σ. του Λ. (αρ. ...), 8) Λ. Σ. του Ι., κατοίκου ... (αρ. ...), 9) Κ. Θ. του Π., κατοίκου ... (...), 10) Ι. συζ. Δ. Ζ., το γένος Θ. Β., κατοίκου ... (ΑΚΠ ...), 11) Μ. Β. του Θ., κατοίκου ... (ΑΚΠ ...), 12) Α. Θ. του Γ., κατοίκου ... (για τα τεμάχια υπ’ αριθμ. ...), 13) Ά. Κ. του Δ., κατοίκου ... (...), 14) Α. συζ. Β. Β., το γένος Α. Σ., κατοίκου ... (ΑΚΠ ...), 15) Α. Φ. του Γ., κατοίκου ... (ΑΚΠ ...), 16) Ν. Φ. του Γ., κατοίκου ... (ΑΚΠ …), 17) Μ. - Ι. Σ. του Ν., κατοίκου ... (ΑΚΠ …), 18) Π. Λ. του Θ., κατοίκου ... (ΑΚΠ ….), 19) Χ. συζ. Γ. Γ., το γένος Β. Η., κατοίκου ... (αρ. ιδιοκτ. ...), 20) Χ. Γ. του Γ., κατοίκου ... (αρ. ιδιοκτ. ...), 21) Χ. Γ. του Γ., κατοίκου ... (αρ. ιδιοκτ. ...), 22) Π. Κ. του Ι., κατοίκου ... (αρ. ιδιοκτ. ...), 23) Μ. Τ. του Δ., κατοίκου ... (ΑΚΠ …) και 24) Α. Π. του Κ., συζ. Ι. Τ., κατοίκου ... (ΑΚΠ …). Εκπροσωπήθηκαν όλοι, πλην των 13ου, 14ης, 17ης και 18ου των αναιρεσειόντων, που δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο, από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Κλεονίκη Γκουβίτσα.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην …., και το Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος, που κατοικοεδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Ευάγγελο Μαρίνη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-10-2010 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσιβλήτου (μετά την έκδοση της 53/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Πατρών και συνεκδικάστηκε με τις αυτοτελείς αιτήσεις φυσικών προσώπων, μεταξύ των οποίων και των ήδη αναιρεσειόντων, καθώς και με τις ανταιτήσεις και παρεμβάσεις των εκεί διαδίκων.
Εκδόθηκε η 78/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6-10-2016 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Γεώργιο Χοϊμέ, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η πληρεξούσια των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 3, 104, 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1 - 3 του ΚΠολΔ ορίζονται, αντίστοιχα, τα εξής: α) Στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. β) Η πληρεξουσιότητα, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, δίνεται μόνο είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και πρέπει να αναγράφει και τα ονόματα των πληρεξουσίων.
γ) Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της.
δ) Αν ο αναιρεσείων επισπεύδει τη συζήτηση, η κλήση συντάσσεται κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου που έχει κατατεθεί και επιδίδεται με επιμέλειά του στους αντιδίκους και ε) Αν ο διάδικος, που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγονται τα εξής: 1) οι διάδικοι παρίστανται στο ακροατήριο με πληρεξούσιο δικηγόρο, στον οποίο, αν πρόκειται για διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρέπει να έχει δοθεί δικαστική πληρεξουσιότητα με συμβολαιογραφική πράξη ή με δήλωση του διαδίκου που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.
Η έλλειψη αυτής, που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως, έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της παράστασης, καθώς και των πράξεων που είχαν γίνει προηγουμένως, και ο διάδικος θεωρείται ότι δεν παρίσταται (ΑΠ 838/2017, ΑΠ 1921/2014, ΑΠ 652/2014, πρβλ. ΑΠ Ολομ.8/2009, ΑΠ Ολομ. 9/2003) και 2) σε περίπτωση περισσότερων αναιρεσειόντων, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της αναίρεσης, αν κάποιος από αυτούς απουσιάζει κατά τη συζήτηση, τότε, για να είναι παραδεκτή η συζήτηση, πρέπει να αποδεικνύεται ότι ο απών αναιρεσείων είχε παράσχει στον φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο, μέσω του οποίου επέσπευσε και ο ίδιος τη συζήτηση, την προς τούτο απαιτούμενη πληρεξουσιότητα, την ύπαρξη της οποίας ερευνά αυτεπαγγέλτως ο Άρειος Πάγος ή ότι είχε κλητευθεί για τη συζήτηση της αναίρεσης από τον αναιρεσίβλητο ή τους νόμιμα παριστάμενους λοιπούς αναιρεσείοντες (ΑΠ Ολομ. 4/1994, ΑΠ Ολομ. 2/1992, ΑΠ 838/2017, ΑΠ 1087/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση, η συζήτηση της υπό κρίση, από 6-10-2016 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης ...-10-2016, αίτησης αναιρέσεως επισπεύδεται με την επιμέλεια των αναιρεσειόντων. Κατά τη συζήτηση αυτής, όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, δεν εμφανίστηκαν, ούτε υπέβαλαν έγγραφη δήλωση (άρθρ. 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), οι 13ος (Ά.
Δ. Κ.), 14η (Α. σύζ. Β. Β.), 17η (Μ. - Ι. Ν. Σ.) και 18ος (Π. Θ. Λ.) απ’ αυτούς, ενώ οι υπόλοιποι εκπροσωπήθηκαν από τη δικηγόρο Κλεονίκη Γκουβίτσα, η οποία και προσκόμισε τα σχετικά ειδικά συμβολαιογραφικά πληρεξούσια, από τα οποία προκύπτει ότι αυτή έχει διοριστεί νόμιμα ως πληρεξούσια δικηγόρος των αναιρεσειόντων αυτών, όχι όμως και της 19ης αναιρεσείουσας Χ.
συζ. Γ. Γ.. Επομένως, αφού δεν αποδεικνύεται χορήγηση, από την τελευταία, νόμιμης πληρεξουσιότητας στην εν λόγω δικηγόρο, με κάποιον από τους συστατικούς τύπους του άρθρου 96 παρ. 3 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα αυτή θεωρείται ότι δεν παρίσταται κατά τη συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως και είναι δικονομικά απούσα.
Από τα έγγραφα όμως που υπάρχουν στη δικογραφία δεν προκύπτει ότι η 19η των αναιρεσειόντων, καθώς και οι απολειπόμενοι 13ος, 14η, 17η και 18ος αναιρεσείοντες, είχαν επισπεύσει και οι ίδιοι έγκυρα τη συζήτηση, καθόσον δεν αποδεικνύεται ότι είχαν χορηγήσει στη φερόμενη ως πληρεξούσια δικηγόρο τους πληρεξουσιότητα, σύμφωνα με κάποιον από τους προαναφερόμενους συστατικούς τύπους του άρθρου 96 παρ. 3 ΚΠολΔ.
Εξάλλου, από τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία δεν προκύπτει ότι οι απολειπόμενοι, κατά τα προεκτιθέμενα, αναιρεσείοντες έχουν κλητευθεί, νόμιμα και εμπρόθεσμα, από τους παριστάμενους αναιρεσείοντες που επισπεύδουν έγκυρα τη συζήτηση ή από το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο. Πρέπει, συνεπώς, κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 576 παρ. 3 εδάφ.
β’ ΚΠολΔ, όπως το εδάφ. β’ προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως ως προς τους 13ο, 14η, 17η, 18ο και 19η των αναιρεσειόντων και να διαταχθεί ως προς αυτούς ο χωρισμός της υπόθεσης, με αποτέλεσμα η αίτηση να ερευνηθεί πλέον ως προς τους υπόλοιπους μόνο αναιρεσείοντες.
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), η δικαστική δαπάνη, μαζί με τη νόμιμη αμοιβή των πληρεξούσιων δικηγόρων, βαρύνει τον υπόχρεο προς αποζημίωση, επιδικάζεται από το Δικαστήριο με την ίδια απόφαση, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από το νόμο αυτόν και παρακατατίθεται στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (Τ.Π.Δ.) υπέρ του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου (εδάφ.
α’ ). Η εκκαθάριση της δικαστικής δαπάνης γίνεται σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά (εδάφ. β’ ). Όταν υπόχρεος προς αποζημίωση είναι φορέας που υπάγεται στη Γενική Κυβέρνηση κατά την έννοια του άρθρου 1Β του Ν. 2362/1995, η επιδικαζόμενη από τα Δικαστήρια αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου των δικαιούχων αποζημίωσης στις περιπτώσεις που υπολογίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης, καθορίζεται υποχρεωτικά έως το ήμισυ των νόμιμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων [εδάφ.
γ’ , όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 130 παρ. 2 του ν. 4070/2012 και εφαρμόζεται, σύμφωνα με το άρθρο 146 παρ. 9 περ. δ’ των μεταβατικών διατάξεων του ίδιου νόμου, και στις εκκρεμείς, κατά την έναρξη της ισχύος του, απαλλοτριώσεις που συμπίπτει με τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, στις 10-4-2012 (ΦΕΚ Α/82/10-4-2012), κατά το άρθρο 188 του νόμου αυτού] (ΑΠ 358/2017, ΑΠ 1175/2015, ΑΠ 844/2015).
Η ρύθμιση αυτή δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 εδάφ. α’ του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (ΑΠ 1175/2015). Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, που αφορά το κεφάλαιο της προσβαλλόμενης 78/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών για τη δικαστική δαπάνη που επιδικάστηκε στους δικαιούχους της αποζημίωσης - αναιρεσείοντες και, ειδικότερα, την αμοιβή των πληρεξούσιων δικηγόρων τους, αυτοί προσάπτουν στην πληττόμενη απόφαση την, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τις παραπάνω, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις με το να υπολογίσει την εν λόγω αμοιβή μειωμένη κατά το ήμισυ, ήτοι σε ποσοστό 1,50% για τον καθέναν, αντί συνολικού ποσοστού 3% (2% για τη σύνταξη καθεμίας από τις ξεχωριστές αιτήσεις τους με αυτοτελές δικόγραφο και 1% για τη σύνταξη των προτάσεων που κατέθεσαν) επί της αποζημίωσης που καθορίστηκε οριστικά.
Όμως, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), το Εφετείο ορθά υπολόγισε την υπόψη αμοιβή σε ποσοστό 1,50% επί της αποζημίωσης που καθορίστηκε οριστικά, αφού, κατά τις σχετικές παραδοχές της απόφασής του, στην οποία παρατίθεται και το άρθρο 18 παρ. 4 ν. 2882/2001, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρ. 130 παρ. 2 (από προφανή παραδρομή αναγράφεται 1) του ν. 4070/2012, υπόχρεος προς αποζημίωση για την προκείμενη αναγκαστική απαλλοτρίωση είναι φορέας που υπάγεται στη Γενική Κυβέρνηση κατά την έννοια του άρθρου 1Β του ν. 2362/1995, όπως είναι και το αναιρεσίβλητο (ΑΠ 1175/2015).
Κατά συνέπεια, το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην κρίση του αυτή, δεν παραβίασε, ευθέως, τις πιο πάνω διατάξεις για τη δικαστική δαπάνη που είναι και ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 358/2017, ΑΠ 218/2003) και, ως εκ τούτου, ο παρών λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος.
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 128 παρ. 2 ν. 4070/2012 (ΦΕΚ 82/Α/10-4-2012) και εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς, κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, απαλλοτριώσεις (άρθρ. 146 παρ. 9 του ίδιου νόμου), "εάν απαλλοτριωθεί τμήμα ακινήτου με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί σημαντικά σε σχέση με την κύρια ή αποδεδειγμένως υφιστάμενη δευτερεύουσα κατά προορισμό χρήση, μπορεί να προσδιορίζεται με την απόφαση καθορισμού της αποζημίωσης και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη και η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο.
Για τον προσδιορισμό της ιδιαίτερης αποζημίωσης λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο, ιδίως, η κατάσταση του ακινήτου πριν και μετά την απαλλοτρίωση, η σημαντική επιδείνωση των γεωμετρικών στοιχείων και της οικονομικής και εμπορικής εκμεταλλεύσεως αυτού, όπως επίσης ότι η ζημία του απομένοντος θα επέλθει μετά βεβαιότητας μετά την απότμηση του απαλλοτριούμενου τμήματος".
Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (που κυρώθηκε, εκ νέου, με το ν.δ. 53/1974), συνάγεται ότι για να είναι πλήρης η αποζημίωση, η οποία οφείλεται ως αντάλλαγμα για τη στέρηση της ιδιοκτησίας, πρέπει να περιλαμβάνει όχι μόνο την αξία του απαλλοτριωμένου τμήματος του ακινήτου, αλλά και τη ζημία, την οποία υφίσταται ο ιδιοκτήτης, επειδή το τμήμα που του απομένει, μετά την απαλλοτρίωση, γίνεται άχρηστο ή μειώνεται σημαντικά η αξία του.
Στην περίπτωση αυτή, κατά την οποία το τμήμα που απομένει υφίσταται σημαντική μείωση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο, ο ιδιοκτήτης του δικαιούται να ζητήσει τον καθορισμό και την παροχή ιδιαίτερης αποζημίωσης, είτε κατά τη δίκη του προσωρινού καθορισμού, είτε κατ’ αυτήν του οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης, για το τμήμα που απαλλοτριώθηκε.
Με την προαναφερόμενη τροποποίηση επαναφέρθηκε η έννοια της "σημαντικής" μείωσης της αξίας του ακινήτου που απομένει μετά την απαλλοτρίωση, όπως ίσχυε στο ν.δ. 797/1971. Η κρίση του Εφετείου ότι επήλθε μείωση της αξίας του ακινήτου αυτού ανάγεται σε πράγματα και δεν υπόκειται σε έλεγχο του Αρείου Πάγου. Ο όρος, όμως, "σημαντική", ως αόριστη νομική έννοια, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, ενώ το δικαστήριο οφείλει να αιτιολογεί ειδικά τον τρόπο υπολογισμού της μείωσης και του ποσοστού της (ΑΠ 96/2015, ΑΠ 59/1999).
Από την ίδια διάταξη προκύπτει ότι για το ορισμένο της αίτησης καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για το ακίνητο που απομένει μετά την απαλλοτρίωση, πρέπει να διαλαμβάνονται σ’ αυτήν, κατ’ άρθρ. 216 παρ. 1 (και 118 εδάφ. 4) ΚΠολΔ, τα περιστατικά εκείνα με βάση τα οποία μειώθηκε σημαντικά η αξία του απομένοντος τμήματος ή κατέστη τούτο άχρηστο.
Περαιτέρω, στο π.δ. της 24/31-5-1985 (ΦΕΚ 270/Δ) "Τροποποίηση των όρων και περιορισμών δόμησης των γηπέδων των κειμένων εκτός των ρυμοτομικών σχεδίων των πόλεων και εκτός των ορίων των νομίμως υφισταμένων προ του έτους 1923 οικισμών" και στο άρθρ. 1 αυτού ορίζεται ότι "οι όροι και περιορισμοί δόμησης των γηπέδων των κειμένων εκτός των ρυμοτομικών σχεδίων των πόλεων, κωμών και οικισμών ή εκτός των ορίων των νομίμως υφισταμένων προ του έτους 1923 οικισμών και στερουμένων ρυμοτομικού σχεδίου, που καθορίστηκαν με το από 6-10-1978 π.δ., ως ισχύει, τροποποιούνται ως εξής: 1. "α) Ελάχιστο εμβαδόν γηπέδου 4.000 τ.μ.
και πρόσωπο σε κοινόχρηστο δρόμο είκοσι πέντε (25) μέτρα..., β) Για γήπεδα που έχουν πρόσωπο σε διεθνείς, εθνικές, επαρχιακές, δημοτικές και κοινοτικές οδούς, ως και σε εγκαταλειμμένα τμήματά τους και σε σιδηροδρομικές γραμμές απαιτούνται: ελάχιστο πρόσωπο 45 μ., ελάχιστο βάθος 50 μ., ελάχιστο εμβαδόν 4000 τ.μ. 2.
Κατά παρέκκλιση από την προηγούμενη παράγραφο θεωρούνται άρτια και οικοδομήσιμα τα γήπεδα: α) τα κείμενα εντός της ζώνης των πόλεων κωμών και οικισμών, τα οποία είχαν κατά την 24-4-1977, ημέρα δημοσίευσης του από 5-4-1977 π.δ/τος (ΦΕΚ 133Δ), ελάχιστο εμβαδόν 2.000 τ.μ., β) τα γήπεδα που κατά την ημέρα δημοσίευσης του παρόντος π.δ/τος έχουν πρόσωπο σε διεθνείς, εθνικές, επαρχιακές, δημοτικές και κοινοτικές οδούς, καθώς και σε εγκαταλελειμμένα τμήματα αυτών και σε σιδηροδρομικές γραμμές και εφόσον έχουν...
γ) Άρτια και οικοδομήσιμα γήπεδα που απομειούνται συνεπεία απαλλοτριώσεων η διανοίξεως...οδών θεωρούνται άρτια και οικοδομήσιμα, εφόσον μετά την απομείωση αυτή έχουν τα όρια αρτιότητας και τις λοιπές προϋποθέσεις των γηπέδων των προηγούμενων περιπτώσεων α και β...". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, προκειμένου να κριθεί ότι το εναπομείναν τμήμα ενός ακινήτου που απαλλοτριώθηκε είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, δεν αρκεί μόνο η ύπαρξη του ορίου αρτιότητας (εμβαδόν) αλλά και οι λοιπές προϋποθέσεις των περιπτώσεων α και β, ήτοι, ελάχιστο βάθος και ελάχιστο πρόσωπο επί εθνικής ή επαρχιακής ή δημοτικής ή κοινοτικής οδού σε συγκεκριμένη ημεροχρονολογία (ΑΠ 1279/2015, ΑΠ 418/2014, ΑΠ 295/2014, ΑΠ 1619/2010).
Πάντως, η συνδρομή ή όχι των όρων του π.δ. 24/1985, σχετικά με το άρτιο και την οικοδομησιμότητα του απομένοντος ακινήτου, μπορεί να συναχθεί και από τις αποδείξεις (ΑΠ 877/2015, ΑΠ 539/2015). Εξάλλου, σύμφωνα με τα άρθρα 3 παρ. 1 - 2 και 16 παρ. 1 ν. 2882/2001, ο προσδιορισμός της αποζημίωσης χωρεί με βάση το κτηματολογικό διάγραμμα και τον σχετικό κτηματολογικό πίνακα.
Αν το διάγραμμα και ο πίνακας είναι εσφαλμένα, κάθε ενδιαφερόμενος μπορεί να ζητήσει από την αρχή που κήρυξε την αναγκαστική απαλλοτρίωση τη διόρθωσή τους. Η διάταξη του άρθρ. 16 παρ. 1 αναφέρεται στην καθόλου παράλειψη προσκόμισης του κτηματολογικού πίνακα Επομένως, αν προσκομίζεται κτηματολογικός πίνακας για τα ακίνητα, υπάρχει η αναγκαία προδικασία, έστω και αν στον πίνακα αυτόν δεν περιέχονται συστατικά του ακινήτου που απαλλοτριώθηκε.
Ως προς τα συστατικά που δεν περιλαμβάνονται στον κτηματολογικό πίνακα, το δικαστήριο έχει εξουσία, είτε να προσδιορίσει τιμή μονάδας αποζημίωσης, εφόσον υποβληθεί σχετικό αίτημα, είτε να διατάξει τη συμπλήρωση του πίνακα. Στην τελευταία αυτή περίπτωση ο πίνακας θα συμπληρωθεί, αν υπάρχει ανάγκη, εκ των υστέρων, προκειμένου να υπολογιστεί η συνολικά καταβλητέα για την εκτέλεση της απαλλοτρίωσης αποζημίωση (ΑΠ Ολομ 5/2002, ΑΠ 157/2017, ΑΠ 1021/2015, ΑΠ 653/2014).
Το δικαστήριο, όμως, δεν έχει την εξουσία να προβεί στη διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα αν η διόρθωση αφορά την έκταση του απαλλοτριωμένου ακινήτου και, σε περίπτωση που προχωρήσει σε διόρθωση, κάνοντας δεκτό σχετικό αίτημα, υποπίπτει στην πλημμέλεια του άρθρ. 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 295/2014). Από τη διάταξη, ωστόσο, του άρθρου 223 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία των απαλλοτριώσεων (άρθρ. 18 παρ. 1 εδάφ.
β’ του ν. 2882/2001), προκύπτει ότι, μετά την άσκηση της αίτησης για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης απαλλοτριωμένου ακινήτου, η υποβολή αιτήματος για τον καθορισμό οριστικής αποζημίωσης για συστατικά αυτού που δεν περιέχονται στην αίτηση είναι ανεπίτρεπτη, αν δεν γίνεται με ιδιαίτερο εισαγωγικό δικόγραφο δίκης (ή, έστω, με ανταίτηση - ΑΠ 1165/2017, ΑΠ 1064/2017, ΑΠ 877/2015), αλλά με τις προτάσεις, διότι έτσι διευρύνεται απαράδεκτα το κύριο αίτημα της αίτησης για τον καθορισμό αποζημίωσης, αφού πρόκειται για αίτηση παροχής έννομης προστασίας διαφορετικού είδους (ΑΠ 1539/2009).
Τέλος, κατά τη διάταξη του αριθμού 9 εδάφ. γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης.
Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου (ΑΠ Ολομ. 25/2003, ΑΠ 1004/2015), όπως και η αίτηση για τον καθορισμό της οριστικής αποζημίωσης σχετικά με την αξία των απαλλοτριωμένων ακινήτων και των επικειμένων τους ή της ιδιαίτερης, κατ’ άρθρ. 13 παρ. 4 ν. 2882/2001, αποζημίωσης (ΑΠ 998/2011, ΑΠ 21/2010, ΑΠ 124/ 2009).
Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου απ’ αυτήν λόγου αναίρεσης, απαιτείται η παντελής σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας σε αυτοτελή αίτηση των διαδίκων να υπάρχει όχι μόνο στο αιτιολογικό αλλά και στο διατακτικό, ενώ ο παρών λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή που, συνεπώς, δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης ή σε νομικά επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 360/2010, ΑΠ 850/2009).
Αν από το διατακτικό προκύπτει ότι η αίτηση δικαστικής προστασίας απορρίφθηκε στο σύνολό της, μολονότι δεν υπάρχει ειδική αιτιολογία ως προς όλα τα αιτήματα (σιωπηρή απόρριψη), δεν ιδρύεται ο προκείμενος λόγος (ΑΠ 850/2009, ΑΠ 528/2009, ΑΠ 826/2007). Στην ερευνώμενη περίπτωση, οι 5ος (Μ. Α. Μ.), 12ος (Α. Γ. Θ.) και 9ος (Κ. Π. Θ.) των αναιρεσειόντων, που φέρονται ως ιδιοκτήτες των απαλλοτριωμένων ακινήτων με αριθμούς κτηματολογικού πίνακα (εφεξής ΑΚΠ) … (ο 5ος), ... (ο 12ος) και … (ο 9ος), αποδίδουν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις, από τον αριθμό 9 εδάφ.
γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίστανται στο ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστα τα αιτήματα 1) των 5ου και 12ου, για προσδιορισμό ιδιαίτερης, κατ’ άρθρ. 13 παρ. 4 ν. 2882/2001, αποζημίωσης λόγω μείωσης της αξίας των τμημάτων των ΑΚΠ ... ακινήτων τους που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση και 2) των 9ου και 12ου, για διόρθωση του οικείου κτηματολογικού πίνακα, αναφορικά με τα ...
και …. ακίνητά τους, αντίστοιχα. Από την παραδεκτή, όμως, επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: 1) Ο 5ος αναιρεσείων δεν ζήτησε, με την από 6-12-2010 ανταίτηση - παρέμβαση, ούτε με την παρέμβασή του που έγινε με δήλωσή του στο ακροατήριο του Εφετείου κατά τη συζήτηση των αιτήσεων οριστικού προσδιορισμού αποζημίωσης κ.λπ. (31ο φύλλο - β’ όψη των ταυτάριθμων με την προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικών συνεδρίασης), να του επιδικαστεί η ιδιαίτερη αυτή αποζημίωση, οπότε τεκμαίρεται ότι έχει αποδεχθεί ως οριστική την προσωρινή ιδιαίτερη αποζημίωση που καθορίστηκε με την 53/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας. 2) Το Εφετείο απέρριψε, κατά το μέρος τούτο (για τη μείωση της αξίας του απομένοντος, μετά την απαλλοτρίωση, τμήματος του ΑΚΠ … ακινήτου του), την από 1-10-2010 (με αύξοντα αριθμό κατάθεσης ...-10-2010) αίτηση (και) του 12ου αναιρεσείοντος, ως απαράδεκτη, εξαιτίας της αοριστίας της, και, συγκεκριμένα, με την αιτιολογία, όπως, κατά λέξη, αναγράφεται, ότι "...είναι ορισμένη μόνον ως προς τα λοιπά επικαλούμενα περιστατικά μείωσης της αξίας τους...
πλην εκείνων που αφορούν την απώλεια της αρτιότητας και οικοδομησιμότητάς τους... τα οποία είναι αόριστα, καθόσον δεν εκτίθενται στην αίτηση αναλυτικά για κάθε ακίνητο όλες οι ειδικότερες προϋποθέσεις αρτιότητας και οικοδομησιμότητας κατά κανόνα ή κατά παρέκκλιση, με βάση τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις, που πληρούσαν πριν την απαλλοτρίωση και ποίες έπαψαν να πληρούν μετά την απαλλοτρίωση, ώστε να ελεγχθεί αν πράγματι υφίστανται ή όχι οι όροι των ισχυουσών στην περιοχή πολεοδομικών διατάξεων...".
Από την επισκόπηση της πιο πάνω αίτησης του 12ου αναιρεσείοντος, σύμφωνα με την οποία αυτός αναφέρει, κατά λέξη, ότι "...όσον αφορά δε το ΚΠ … ακίνητο σε ποσοστό 98%, έχει έκταση 5.498,98 τ.μ... και απαλλοτριώνεται τμήμα 93,47 τ.μ., εναπομένει δε ένα τμήμα εμβαδού... 5.405 τ.μ. Προς τούτο ζητώ ιδιαίτερη αποζημίωση...", προκύπτει ότι η υπόψη αυτοτελής αίτηση του 12ου των αναιρεσειόντων, ως προς το επίμαχο κεφάλαιο της επιδίκασης ιδιαίτερης αποζημίωσης και κατά το μέρος που δεν ανάγεται στις προϋποθέσεις αρτιότητας και οικοδομησιμότητας του αρχικού, πριν από την απαλλοτρίωση, ακινήτου του, είναι, επίσης, απαράδεκτη, εξαιτίας της αοριστίας της, γιατί δεν περιέχει με πληρότητα και σαφήνεια όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη θεμελίωση του αιτήματός της και, ειδικά, δεν μνημονεύονται, σε σχέση με την άλλη (γεωργική) χρήση του, τα χαρακτηριστικά του εν λόγω ΑΚΠ … ακινήτου, ώστε να μπορεί να διακριβωθεί αν επηρεάζεται αρνητικά η δυνατότητα αξιοποίησής του, δεδομένου ότι μόνο η μείωση του εμβαδού του εναπομένοντος τμήματος (που, πάντως, είναι μεγάλο) δεν οδηγεί σε κάθε περίπτωση σε αχρήστευσή του ή σε μείωση της αξίας του (που απαιτείται να είναι σημαντική) και πολύ περισσότερο αν το ακίνητο δεν έχει οικιστική χρήση (ΑΠ 295/2014, ΑΠ 59/1999) και 3) Το αίτημα να διορθωθεί ο κτηματολογικός πίνακας, ως προς το ακριβές εμβαδόν του απομένοντος ...
ακινήτου και ως προς την ύπαρξη επικειμένων στα ... και 316 ακίνητα (πέντε επιπλέον μεγάλων ελιών και ενός αγωγού ύδρευσης με δύο βάνες, αντίστοιχα, που δεν αναγράφονται στον κτηματολογικό πίνακα), ώστε να καθοριστεί και γι’ αυτά οριστική αποζημίωση, είναι, πρωτίστως, απαράδεκτο, γιατί υποβλήθηκε με τις από 25-12-2014 εφετειακές προτάσεις (και) των 9ου και 12ου των αναιρεσειόντων, όπως και οι ίδιοι αναφέρουν στο αναιρετήριο (στην 59η σελίδα του) και όχι με την αρχική, από 1-10-2010, αίτησή τους, ενώ, ως προς τη διόρθωση του εμβαδού του εναπομένοντος ...
ακινήτου, είναι, σε κάθε περίπτωση, και μη νόμιμο, σύμφωνα με όσα έχουν προεκτεθεί.
Συνεπώς, αφού, αφενός μεν ο 5ος αναιρεσείων δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα και αφετέρου το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει στις παραπάνω "αιτήσεις" των 12ου και 9ου των αναιρεσειόντων (που ήταν απαράδεκτες και μη νόμιμες, κατά τις προπαρατιθέμενες διακρίσεις), τις οποίες και δεν δίκασε, δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθμ 9 εδάφ. γ’ ΚΠολΔ και, άρα, είναι αβάσιμος ο αντίθετος δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά τα νοηματικά πρώτο και όγδοο σκέλη του, σύμφωνα και με όσα προηγουμένως αναπτύχθηκαν.
ΙV. Οι διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1, 3 και 4 του ν. 653/1977 "περί υποχρεώσεως των παρόδιων ιδιοκτητών για την διάνοιξη εθνικών οδών κ.λπ.", που εισάγουν αμάχητο τεκμήριο ωφέλειας για τα ακίνητα που αποκτούν πρόσοψη επί των διανοιγόμενων εθνικών οδών, η ισχύς των οποίων επεκτάθηκε, με το άρθρ. 62 παρ. 9 και 10 ν. 94...79, και στις νέες χαράξεις και διαπλατύνσεις των εθνικών οδών και στους επαρχιακούς και δημοτικούς δρόμους, αντίκεινται στο άρθρο 1 εδάφ.
α’ του Πρώτου (Πρόσθετου) Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία, μετά την επικύρωσή της, εκ νέου, με το ν.δ. 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει από κάθε άλλη διάταξη του εσωτερικού δικαίου, άρα και των προαναφερόμενων διατάξεων του ν. 653/1977, κατ’ άρθρ. 28 παρ. 1 του Συντάγματος (ΑΠ Ολομ., 7/2013, 11/2004 και 10/2004).
Ωστόσο, το τεκμήριο αυτό δεν καταργείται, αλλά εξακολουθεί να ισχύει πλέον ως μαχητό και, κατά συνέπεια, αν οι παρόδιοι ιδιοκτήτες θεωρούν ότι δεν ωφελούνται από την απαλλοτρίωση, μπορούν να το καταρρίψουν, αποδεικνύοντας ότι δεν ωφελούνται και να διεκδικήσουν την αντίστοιχη αποζημίωση (ΑΠ Ολομ. 7/2013), ήτοι ρύθμιση που προβλέπεται ρητά πλέον και από το άρθρο 33 ν. 2971/ 2001 (που ισχύει από 19-1-2002), το οποίο, πάντως, κατά το άρθρ. 37 εδάφ.
α’ του νόμου αυτού, δεν εφαρμόζεται και στις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που μέχρι τότε είχαν συντελεστεί (ΑΠ Ολομ., 7/2013, 12/2011, 11/2011). Η αξίωση αυτή του ιδιοκτήτη του απαλλοτριωμένου ακινήτου εισαγόταν προς κρίση, κατά την τακτική διαδικασία, ενώπιον του αρμόδιου πολιτικού δικαστηρίου, διότι, κατά την κρατούσα στη νομολογία άποψη (ΑΠ Ολομ. 8/1999), δεν ήταν αντικείμενο της δίκης για τον προσδιορισμό της τιμής μονάδας αποζημίωσης, άποψη που τελικά κρίθηκε, κατά τα προεκτιθέμενα, ότι παραβιάζει το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.
Ήδη, κατά τις διατάξεις του άρθρου 33 παρ. 1, 2, 3, 6 και 7 του ν. 2971/2001, το τεκμήριο της ωφέλειας των ιδιοκτητών κατά τις διατάξεις του νόμου 653/1977 είναι, όπως προαναφέρθηκε, μαχητό και κρίνεται, μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου αυτού (ΑΠ 318/2016, ΑΠ 1258/2015, ΑΠ 406/2015).
Μάλιστα, από το συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1 και 4 του άρθρου αυτού (33 του ν. 2971/2001) προκύπτει ότι τα στοιχεία, για την ωφέλεια ή μη του ακινήτου, διευρύνονται και, εκτός από την πρόσοψη επί της διανοιγόμενης οδού που προέβλεπε ο νόμος 653/1977, ορίζονται (ενδεικτικά) και η δυνατότητα πρόσβασης του ακινήτου στο έργο ή στα έργα που περιλαμβάνονται στη ζώνη απαλλοτρίωσης, η δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και η αρτιότητα και οικοδομησιμότητα του ακινήτου κατά τις διατάξεις που ισχύουν (ΑΠ 815/2017, ΑΠ 423/2016, ΑΠ 318/2016, ΑΠ 1363/2015).
Εξάλλου, σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 653/1977, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 111, 118 εδάφ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένος ο ισχυρισμός αυτός για την άρση του τεκμηρίου ωφέλειας, πρέπει στο δικόγραφο της αγωγής (ή της αίτησης) να αναφέρεται η ιδιότητα του ενάγοντος (ή του αιτούντος) ως κυρίου του απαλλοτριωμένου ακινήτου και να εκτίθενται, σαφώς και συγκεκριμένα, τα περιστατικά, εξαιτίας των οποίων το τμήμα του ακινήτου που απέμεινε μετά την απαλλοτρίωση δεν ωφελείται απ’ αυτήν, αλλά, αντίθετα, ζημιώνεται (ΑΠ 815/2017, ΑΠ 104/2015, ΑΠ 34/2015).
Περαιτέρω, η αοριστία της αγωγής (ή της αίτησης) μπορεί να συνίσταται στην ανεπαρκή ή ασαφή εξειδίκευση ουσιωδών γεγονότων, αναγκαίων για την επέλευση της επιδιωκόμενης έννομης συνέπειας (πραγματική αοριστία), η οποία ελέγχεται αναιρετικά από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 815/2017, ΑΠ 104/2015). Ακόμη, σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ. 2 ν. 2882/2001, όπως η παράγραφος αυτή ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρ. 76 παρ. 13 του ν. 4146/2013, "Μέσα σε τριάντα ημέρες από την κοινοποίηση της απόφασης του μονομελούς πρωτοδικείου (ήδη, μετά την τροποποίηση, εφετείου) για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης, κάθε ενδιαφερόμενος δικαιούται, και αν ακόμη δεν υπήρξε διάδικος στη δίκη για τον προσωρινό καθορισμό της αποζημίωσης, να ζητήσει τον οριστικό προσδιορισμό αυτής.
Εάν κάποιος από τους ενδιαφερομένους είναι κάτοικος αλλοδαπής ή άγνωστης διαμονής, η προθεσμία για την άσκηση της αίτησης οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης είναι για όλους τους ενδιαφερομένους εξήντα ημέρες. Εάν η προαναφερόμενη απόφαση δεν επεδόθη, η προθεσμία για την άσκηση της αίτησης περί οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης είναι σε κάθε περίπτωση έξι μήνες από τη δημοσίευση της απόφασης, με την επιφύλαξη εφαρμογής του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 9", ενώ, κατά τη διάταξη του άρθρου 11 του Καν.
Δ/τος της 26-6/10-7-1944 "Περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", η οποία διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ (ΑΠ 1056/2013), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 ν. 3514/2006, "Σε όλες τις δίκες του Δημοσίου, κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών, ουδεμία απολύτως τρέχει προθεσμία είτε εις βάρος του Δημοσίου είτε εις βάρος των άλλων διαδίκων, ούτε για την υπό τούτων ως τρίτων άσκηση δηλώσεων ούτε για την έγερση αγωγών, παρεμβάσεων και προσεπικλήσεων ούτε τέλος για την άσκηση οποιουδήποτε ενδίκου μέσου ή εξέταση μαρτύρων.
Κάθε προθεσμία, η οποία έχει αρχίσει προ των διακοπών, καθώς και η εξέταση των μαρτύρων αναστέλλονται κατά τη διάρκεια των διακοπών", ήτοι από 1-7 έως 15-9 κάθε έτους (άρθρ.11 παρ. 2 του ν. 1756/1988 "Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων"). Από την ειδική αυτή διάταξη προκύπτει ότι, κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών, δεν τρέχει ούτε σε βάρος του Δημοσίου ούτε σε βάρος των αντιδίκων του ιδιωτών η εξάμηνη προθεσμία του άρθρου 20 παρ. 2 του ν. 2882/2001 (βλ., άλλωστε, για τον πριν από την αντικατάσταση του άρθρου αυτού χρόνο, ΑΠ Ολομ. 12/2002), σε αντίθεση με τη γενική διάταξη του άρθρου 147 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά την οποία το χρονικό διάστημα από 1 έως 31 Αυγούστου δεν υπολογίζεται, ούτε κατ’ ανάλογη εφαρμογή, στις προθεσμίες που καθορίζονται περιοριστικά στην εν λόγω διάταξη, στις οποίες, όμως, δεν περιλαμβάνεται και η παραπάνω προθεσμία οριστικού προσδιορισμού αποζημίωσης (ΑΠ 359/1998, ΑΠ 1535/1997, ΑΠ 929/1996).
Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποίο λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση, αλλιώς, αν λείπει η αναφορά αυτή, η αναίρεση είναι αόριστη.
Η αοριστία αυτή, που ερευνάται και αυτεπάγγελτα από τον Άρειο Πάγο, δεν μπορεί να θεραπευτεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΑΠ Ολομ. 5...90, ΑΠ 1602/2014). Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, εκτός από τον κανόνα δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, και:
α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Τέλος, με τον αναιρετικό αυτόν λόγο του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της απόφασης πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου που εφάρμοσε.
Έτσι, παρέπεται ότι δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο της ουσίας έχει απορρίψει την αίτηση παροχής έννομης προστασίας ως μη νόμιμη ή αόριστη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή τους (ΑΠ Ολομ. 3/1997, ΑΠ 870/2017, ΑΠ 841/2017, ΑΠ 204/2016).
Στην κρινόμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, απέρριψε, ως απαράδεκτες, εξαιτίας της αοριστίας τους, 1) την από 1-10-2010 (με αύξοντα αριθμό κατάθεσης ...-10-2010) αίτηση των 9ου, 10ης, 11ης και 12ου των αναιρεσειόντων και 2) την από 16-10-2010 (με αύξοντα αριθμό κατάθεσης ...-10-2010) αίτηση του 22ου αναιρεσείοντος, ως προς το αίτημά τους για άρση του τεκμηρίου ωφέλειας των απαλλοτριωμένων ακινήτων τους, με την αιτιολογία ότι "δεν αναφέρεται το εμβαδόν των αυτοαποζημιούμενων εδαφικών τμημάτων και δεν γίνεται περιγραφή αυτών", καθώς επίσης απέρριψε ως απαράδεκτες, για το ίδιο αίτημα, σε σχέση με την από 20-10-2010 (με αύξοντα αριθμό κατάθεσης ...-10-2010) αίτηση του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, 3) την από 6-12-2010 (με αύξοντα αριθμό κατάθεσης ...-1-2011) ανταίτηση - παρέμβαση των πρώτου έως και όγδοου των αναιρεσειόντων και την 4) την παρέμβαση που άσκησαν προφορικά στο ακροατήριο οι 2ος, 5ος, 12ος, 15ος, 16ος, 20ος, 21ος και 22ος αναιρεσείοντες (μόνο αυτοί ενδιαφέρουν πλέον στη δίκη, αφού ως προς τους λοιπούς 13ο, 14η, 17η, 18η και 19η η υπόθεση έχει χωριστεί και δεν εξετάζεται), με την αιτιολογία, αντίστοιχα, ότι α) δεν τηρήθηκε, για την άσκηση της ανταίτησης, η προβλεπόμενη στο άρθρο 33 παρ. 7 του ν. 2971/2001 προθεσμία, ήτοι δεν κατατέθηκε μέσα στην προθεσμία των έξι (6) μηνών από τη δημοσίευση της απόφασης καθορισμού της προσωρινής τιμής μονάδας αποζημίωσης (26-4-2010), κατά τη συζήτηση της οποίας οι ανταιτούντες είχαν λάβει μέρος ως παρεμβαίνοντες και έτσι είχαν καταστεί διάδικοι και β) δεν έχει υποβληθεί σχετική εμπρόθεσμη αυτοτελής αίτηση και με την παρέμβαση δεν μπορεί να διευρυνθεί το αντικείμενο της δίκης που προσδιορίστηκε με την αίτηση του αναιρεσιβλήτου, η οποία και δεν περιείχε τέτοιο αίτημα (άρσης τεκμηρίου ωφέλειας), έστω και με αρνητική μορφή.
Ήδη, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, κατά το δεύτερο και το τρίτο νοηματικά σκέλος του, 1) ειδικά, οι πρώτος έως και όγδοος από τους αναιρεσείοντες που παρέστησαν στη δίκη του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης, όπως και οι ίδιοι αναφέρουν στο αναιρετήριο (4η σελίδα αυτού), μέμφονται το Εφετείο, γιατί δεν λήφθηκε υπόψη απ’ αυτό ότι το χρονικό διάστημα από 1 Ιουλίου έως 15 Σεπτεμβρίου δεν προσμετράται στην προθεσμία του εξαμήνου για την κατάθεση της αίτησης για τον καθορισμό οριστικής αποζημίωσης και λοιπών αιτημάτων (εδώ, της άρσης του τεκμηρίου ωφέλειας), ενώ η (αντ)αίτησή τους ήταν αδύνατο να κατατεθεί νωρίτερα, για λόγους ανώτερης βίας, εξαιτίας των επιπλοκών που υπήρξαν από την εγκυμοσύνη της πληρεξούσιας δικηγόρου τους που, τελικά, γέννησε πρόωρα στις 11-12-2010 και 2) όλοι οι (παριστάμενοι) αναιρεσείοντες παραπονούνται, γιατί, αν και είχαν ζητήσει, κατά την άποψή τους νόμιμα, να αρθεί το τεκμήριο ωφέλειας των δήθεν αυτοαποζημιούμενων τμημάτων των ακινήτων τους με "αιτήσεις, προτάσεις και τεχνικές εκθέσεις", αυτές απορρίφθηκαν "χωρίς καμία αιτιολογία ή με λανθασμένη αιτιολογία" και, έτσι, κατ’ εκτίμηση όσων διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, το Εφετείο υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 14 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Ο λόγος αυτός, κατά το δεύτερο σκέλος του, είναι αβάσιμος, διότι από τη δημοσίευση στις 26-4-2010 της 53/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας για τον προσδιορισμό της προσωρινής αποζημίωσης κ.λπ. έως την κατάθεση, στις 19-1-2011, στη γραμματεία του Εφετείου Πατρών της ένδικης, από 6-12-2010, (αντ)αίτησης παρήλθε χρόνος μεγαλύτερος του εξαμήνου και χωρίς το συνυπολογισμό του χρονικού διαστήματος των δικαστικών διακοπών (1/7 - 15/9), κατά το οποίο έχει ανασταλεί, κατά τα προαναφερόμενα, η εξάμηνη προθεσμία για την άσκηση της (αντ)αίτησης αυτής, ενώ η επίκληση του παραπάνω λόγου ανώτερης βίας, χωρίς να τηρηθούν όσα ορίζονται στα άρθρα 152 επ.
ΚΠολΔ και 18 παρ. 1 εδάφ. β’ ν. 2882/2001, είναι νομικά αδιάφορη. Ως εκ τούτου, το Εφετείο δεν κήρυξε, παρά το νόμο, απαράδεκτο. Όσον αφορά τον ίδιο λόγο, κατά το τρίτο σκέλος του, είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, εξαιτίας της αοριστίας του, διότι, αφενός μεν, δεν προσδιορίζεται το νομικό σφάλμα που αποδίδεται στην εφετειακή απόφαση, αφετέρου δε, το Εφετείο απέρριψε τις σχετικές αιτήσεις των αναιρεσειόντων ως απαράδεκτες και, συνακόλουθα, αφού δεν εισήλθε στην ουσία της συγκεκριμένης διαφοράς και δεν διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, όπως προκύπτει και από το υπόλοιπο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασής του, δεν ιδρύεται ο παρών, από το άρθρο 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, όπως έχει προεκτεθεί.
Κατά το μέρος, εξάλλου, που ζητήθηκε η άρση του τεκμηρίου ωφέλειας από τους υπόλοιπους παριστάμενους αναιρεσείοντες (πλην εκείνων που άσκησαν τις πιο πάνω αιτήσεις και ανταίτηση - παρέμβαση), με τις προτάσεις τους, το αίτημά τους αυτό είναι, πρωτίστως, απαράδεκτο, διότι προς τούτο απαιτείται σχετική αίτηση, μέσα στη νόμιμη προθεσμία, κατ’ άρθρ. 33 παρ. 2 και 7 παρ. 2 ν. 2971/2001 (ΑΠ 1424/2010, ΑΠ 2335/2009, ΑΠ 1249/2007), ή, έστω, ανταίτηση (πρβλ.
ΑΠ 1165/2017, ΑΠ 1064/2017, ΑΠ 877/2015). Σε κάθε, πάντως, περίπτωση, και με την εκδοχή ότι ο ερευνώμενος δεύτερος λόγος της αναίρεσης, κατά το τρίτο σκέλος του, επιχειρείται να θεμελιωθεί και στη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, γιατί, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των σχετικών, ως άνω, δικογράφων, δεν εκτίθενται, πράγματι, σε αυτά, σαφώς και συγκεκριμένα, τα περιστατικά, εξαιτίας των οποίων τα τμήματα των ακινήτων που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση δεν ωφελούνται απ’ αυτήν, αλλά, αντίθετα, ζημιώνονται, όπως, ενδεικτικά, το εμβαδόν τους και τα λοιπά χαρακτηριστικά τους.
V. Από τη διάταξη του άρθρου 223 ΚΠολΔ, το οποίο εφαρμόζεται και στη διαδικασία των απαλλοτριώσεων (άρθρο 18 παρ. 1 εδάφ. β’ του ν. 2882/2001), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 20 του ίδιου νόμου (2882/2001), προκύπτει ότι, μετά την άσκηση, από τον υπόχρεο προς αποζημίωση απαλλοτριωμένου ακινήτου, της αίτησης για τον οριστικό προσδιορισμό αυτής, είναι απαράδεκτη, είτε γίνεται με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά είτε με τις προτάσεις, η μεταβολή του αιτήματος αυτής για τον καθορισμό οριστικής αποζημίωσης σε τιμή μικρότερη από εκείνη που ζητήθηκε με την κρινόμενη αίτηση, διότι, έτσι, επεκτείνεται το αρχικό αίτημα σε μείζον και, συνεπώς, επέρχεται απαγορευμένη, κατά το παραπάνω άρθρο (223 ΚΠολΔ), μεταβολή του αιτήματος της αίτησης.
Το επιπλέον προβαλλόμενο αίτημα απορρίπτεται ως απαράδεκτο, ενώ εξετάζεται υποχρεωτικά το αρχικό αίτημα που υποβλήθηκε με την αίτηση. Περαιτέρω, η παραβίαση της διάταξης του άρθρου 223 ΚΠολΔ, καθώς και του επόμενου άρθρου 224 του ίδιου Κώδικα (απαράδεκτο της μεταβολής της βάσης της αγωγής κ.λπ.), ελέγχεται αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθμούς 8, 9, 10 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αναφερόμενες παρακάτω εξαιρέσεις όσον αφορά τη δίκη προσδιορισμού οριστικής αποζημίωσης.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 εδάφ. β’ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έγινε επίκλησή τους. Η βεβαίωση, όμως, του δικαστηρίου για προσκόμιση ή μη των αποδείξεων, ως αναγόμενη σε πράγματα, δεν υπόκειται, κατ’ άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1419/2007).
Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 1, 19 παρ. 7 έως και 10, 20 παρ. 1 και 6 έως και 8 του ν. 2882/2001, οι οποίες, ως ειδικές και αποκλειστικές, υπερισχύουν από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη και μόνο θέματα που δεν ρυθμίζονται από τις διατάξεις του νόμου αυτού διέπονται συμπληρωματικά από τις κοινές δικονομικές διατάξεις, εφόσον αυτές αρμόζουν στο σκοπό και τη φύση της δίκης προσδιορισμού της αποζημίωσης (άρθρ. 18 παρ. 1 εδάφ.
β’ του ίδιου νόμου), προκύπτει ότι στη δίκη αυτή, ως προς τη συλλογή του αποδεικτικού υλικού, εφαρμόζεται το ανακριτικό σύστημα, ήτοι το δικαστήριο μπορεί να ενεργήσει και αυτεπαγγέλτως αλλά και να λάβει υπόψη αποδεικτικά μέσα που δεν επικαλέστηκαν οι διάδικοι. Ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 εδάφ. α’ του ν. 2882/2001, το μόνο ένδικο μέσο που επιτρέπεται κατά της απόφασης του Εφετείου που προσδιορίζει οριστικά την αποζημίωση είναι η αναίρεση κατά τις διατάξεις του ΚΠολΔ, δηλαδή για τους λόγους του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα.
Κατά τα λοιπά, στην αναιρετική δίκη εφαρμόζονται οι σχετικές διατάξεις του Κώδικα αυτού, με την προϋπόθεση ότι δεν είναι αντίθετες με τις ειδικές διατάξεις του ν. 2882/2001 και συμβιβάζονται με τη φύση και το σκοπό της διαδικασίας του οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης. Άρα, στη δίκη αυτή δεν ισχύουν οι λόγοι αναίρεσης του άρθρου 559 αριθμ. 8 εδάφ.
α’ , 11β’ και 10 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι, ως προς τη συλλογή των αποδείξεων, δεν ισχύει το δικονομικό σύστημα της συζήτησης αλλά της ανάκρισης (άρθρ. 20 παρ. 6 και 19 παρ. 7 ν. 2882/2001). Στην υπό κρίση περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το τέταρτο νοηματικά σκέλος του, οι αναιρεσείοντες, κατ’ εκτίμηση όσων εκτίθενται στο αναιρετήριο, αιτιώνται το Εφετείο ότι υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδάφ.
β’ και 14 ΚΠολΔ, γιατί καθόρισε χαμηλές τιμές οριστικής αποζημίωσης, με βάση τις ..., από 5-1-2015, εκθέσεις εκτίμησης των πιστοποιημένων εκτιμητών Δ. Κ. και Ι. Α. που κατατέθηκαν, όπως και οι προτάσεις του αναιρεσιβλήτου, "πολλές ημέρες μετά από την εκδίκαση της υπόθεσης, χωρίς να μπορούν να λάβουν γνώση... και να τις αντικρούσουν", τις οποίες, συνακόλουθα, και δεν έπρεπε να λάβει υπόψη, ενώ, παράλληλα, δέχθηκε, εσφαλμένα, ότι το αναιρεσίβλητο, παραδεκτά και νόμιμα, περιόρισε το αίτημα της αίτησής του και, συγκεκριμένα, με το να ζητήσει να καθοριστεί οριστική αποζημίωση για τα απαλλοτριωμένα ακίνητα (και τα συναπαλλοτριωμένα επικείμενα - συστατικά τους) σε τιμές μικρότερες από εκείνες που ζητούσε με την αίτησή του, πολύ περισσότερο που τέτοιος περιορισμός δεν καταχωρίστηκε στα πρακτικά.
Ο λόγος αυτός, κατά το μέρος του που αναφέρεται σε μη προσκόμιση των πιο πάνω εγγράφων - εκθέσεων εκτίμησης είναι, σε κάθε περίπτωση, απαράδεκτος, αφού στην εφετειακή απόφαση βεβαιώνεται η προσκόμισή τους, ενώ και το αναιρεσίβλητο τις επικαλέστηκε με τις από 21-1-2015 προτάσεις του, ανεξάρτητα, βέβαια, από το γεγονός ότι στην προκείμενη δίκη ισχύει το ανακριτικό σύστημα συλλογής των αποδείξεων και, επομένως, το δικαστήριο μπορεί να ενεργήσει και αυτεπαγγέλτως και να λάβει υπόψη αποδεικτικά μέσα που δεν επικαλέστηκαν οι διάδικοι, όπως προαναφέρθηκε.
Ο ίδιος λόγος, κατά τα λοιπά, είναι επίσης, προεχόντως, απαράδεκτος (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ), εξαιτίας της αοριστίας του, διότι οι αναιρεσείοντες, εκτός από τις 23η και 24η απ’ αυτούς (ως προς τα ΑΚΠ ..., αντίστοιχα, ακίνητά τους), δεν επικαλούνται ότι οι τιμές οριστικής αποζημίωσης που, τελικά, καθόρισε το Εφετείο είναι, πράγματι, μικρότερες από εκείνες που το αναιρεσίβλητο ζήτησε με την αίτησή του.
Εν πάση, όμως, περιπτώσει, όπως προκύπτει από την πληττόμενη απόφαση, οι οριστικές τιμές μονάδας αποζημίωσης που καθόρισε το Εφετείο δεν είναι μικρότερες, με εξαίρεση τα ΑΚΠ ... ακίνητα, όπως θα εκτεθεί στην επόμενη σκέψη της παρούσας, σε σχέση με εκείνες που ζητήθηκαν με την αίτηση του αναιρεσιβλήτου, το οποίο, να σημειωθεί, δήλωσε τον "περιορισμό" του αιτήματός του, ως προς ορισμένες ιδιοκτησίες, μεταξύ των οποίων και τις ΑΚΠ ... (που ενδιαφέρουν εδώ), με προφορική δήλωση της πληρεξούσιας δικαστικής αντιπροσώπου του που καταχωρίστηκε στα πρακτικά (φύλλα 27ο - β’ όψη και 28ο - α’ όψη) και επανέλαβε με τις από 21-1-2015 εφετειακές προτάσεις του (28η σελίδα αυτών) που κατατέθηκαν στη γραμματεία του Εφετείου στις 22-1-2015.
VI. Από τις διατάξεις του άρθρου 20 του ν. 2882/2001 συνάγεται ότι, αν ο διάδικος, υπέρ του οποίου έγινε η απαλλοτρίωση, ζήτησε εμπρόθεσμα να καθοριστεί από το Εφετείο οριστική αποζημίωση μικρότερη από εκείνη, η οποία καθορίστηκε προσωρινά, το Εφετείο, χωρίς αίτηση ή ανταίτηση (που ασκείται νομότυπα με τις προτάσεις) του καθ’ ου η απαλλοτρίωση, δεν μπορεί να καθορίσει την αποζημίωση για τα ακίνητα στα οποία αναφέρεται η αίτηση του διαδίκου, υπέρ του οποίου η απαλλοτρίωση, καθώς και για εκείνα που δεν περιλαμβάνονται στην αίτηση αυτή, σε ποσό μεγαλύτερο από εκείνο που καθορίστηκε προσωρινά, δεδομένου ότι, ως προς τον διάδικο που αμέλησε, η αποζημίωση που προσδιορίστηκε προσωρινά κατέστη οριστική και δεν μπορεί να αυξηθεί (ΑΠ 814/2017, ΑΠ 872/2012, ΑΠ 1437/2009, ΑΠ 289/2007).
Παράλληλα, όμως, δεν μπορεί να καθορίσει την αποζημίωση σε ποσό μικρότερο από αυτό που ζητεί εκείνος, υπέρ του οποίου έγινε η απαλλοτρίωση, καθόσον έτσι "επιδικάζει" κάτι που δεν ζητήθηκε (ΑΠ 734/2009). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 9 εδάφ. α’ και β’ του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν.
Ο όρος "επιδίκασε" νοείται υπό ευρεία έννοια, δηλαδή αν το δικαστήριο αποφάσισε για αντικείμενο που δεν ζητήθηκε ή για περισσότερο από αυτό που ζητήθηκε (ΑΠ 814/2017, ΑΠ 635/2017). Στην παρούσα περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το πέμπτο νοηματικά σκέλος του, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, κατ’ εκτίμηση όσων διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, η πλημμέλεια από τον αριθμό 9 εδάφ.
α’ και β’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επειδή το Εφετείο καθόρισε την οριστική αποζημίωση των ΑΚΠ ... ακινήτων που φέρονται ότι ανήκουν, κατά κυριότητα, στις 23η και 24η, αντίστοιχα, των αναιρεσειόντων στο ποσό των 6,50 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο εδάφους, ενώ το υπόχρεο προς αποζημίωση αναιρεσίβλητο, υπέρ του οποίου έγινε η απαλλοτρίωση, είχε ζητήσει, με την από 20-10-2010 αίτησή του, να καθοριστεί αυτή σε μεγαλύτερο ποσό.
Από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα διαδικαστικά έγγραφα, τα οποία επισκοπούνται επιτρεπτά από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα εξής: Με την από 20-10-2010 αίτησή του, ενώπιον του (Τριμελούς) Εφετείου Πατρών, το αναιρεσίβλητο ζήτησε να καθοριστεί η οριστική αποζημίωση των ΑΚΠ ... ακινήτων στο ποσό, αντίστοιχα, των 50,54 ευρώ και 53,20 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο εδάφους, αντί του ποσού των 101,08 ευρώ ανά τετρ.
μέτρο, που είχε καθοριστεί (και για δύο ακίνητα) προσωρινά με την 53/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας. Οι ενδιαφερόμενες 23η και 24η αναιρεσείουσες (393η και 394η καθ’ ων η αίτηση του αναιρεσιβλήτου) δεν άσκησαν αντίθετη αίτηση ή ανταίτηση. Το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, έκρινε ότι η πραγματική αξία των εν λόγω ακινήτων, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ανέρχεται στο ποσό των 6,50 ευρώ ανά τετρ.
μέτρο, στο οποίο και την καθόρισε. Έτσι, όμως, που έκρινε υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 9 εδάφ. α’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού επιδίκασε "κάτι που δεν ζητήθηκε", με την επισήμανση ότι ο αναφερόμενος στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας "περιορισμός" του σχετικού αιτήματος της αίτησης του αναιρεσιβλήτου δεν είναι παραδεκτός, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη σκέψη εκείνη, γιατί αποτελεί ανεπίτρεπτη μεταβολή του αιτήματος και όχι παραδεκτή, κατ’ άρθρ. 224 ΚΠολΔ, διόρθωση των ισχυρισμών του αναιρεσιβλήτου.
Γι’ αυτό, ο σχετικός πιο πάνω λόγος της αναίρεσης των 23ης και 24ης των αναιρεσειόντων, κατά το μέρος του αυτό, είναι βάσιμος, ενώ παρέλκει η έρευνα του ίδιου λόγου, κατά το μέρος του που προβάλλεται η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, κατά το οποίο "η αναιρεσιβαλλόμενη έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, αφού δέχεται ότι τα τεμάχιά μας - ΑΚΠ ...
ιδιοκτησίες - είναι εκτός οικισμού, ενώ στην πραγματικότητα είναι εντός ζώνης οικισμού...", καθώς και του ίδιου δεύτερου λόγου, κατά τα υπόλοιπα έκτο και έβδομο σκέλη του, που θα εκτεθούν ακολούθως στις σκέψεις VII και VIII της παρούσας.
VII. Κατά το άρθρο 17 παρ. 1, 2 και 3 του Συντάγματος του 1975, "1. Η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος. 2. Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης.
Αν ζητηθεί απευθείας ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης, λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο. 3. Η ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας του απαλλοτριουμένου μετά τη δημοσίευση της πράξης απαλλοτρίωσης, και μόνο εξαιτίας της, δεν λαμβάνεται υπόψη". Με την αναθεώρηση των συνταγματικών διατάξεων, που έγινε με το από 6-4-2001 Ψήφισμα της Ζ’ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, στην παραπάνω παράγραφο 2 του άρθρου 17 προστέθηκε τρίτο εδάφιο, το οποίο ορίζει ότι "αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό...".
Η νέα αυτή διάταξη του Συντάγματος (άρθρο 17 παρ. 2 εδάφ. γ’ ), σύμφωνα με τη διάταξη του κεφαλαίου Δ’ του Ψηφίσματος, τέθηκε σε ισχύ από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, ήτοι από 18-4-2001, και έχει εφαρμογή, ως συνταγματική, και επί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων που κηρύχθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του.
Η νέα αυτή ρύθμιση έχει εισαχθεί, προκειμένου να εναρμονιστεί το εσωτερικό δίκαιο προς τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), αναφορικά με την έννοια της προστασίας του δικαιώματος της ιδιοκτησίας. Η εν λόγω συνταγματική διάταξη μεταφέρθηκε και στον Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων του έτους 2001, ο οποίος κυρώθηκε με το πρώτο άρθρο του ν. 2882/2001 (ΦΕΚ Α’ 17/6-2-2001), με την προσθήκη δεύτερου εδαφίου στην πρώτη παράγραφο του άρθρου 13, η οποία έγινε με το άρθρο 1 παρ. 4 του ν. 2985/2002 (ΦΕΚ Α’ 18/4-2-2002) και άρχισε να ισχύει από 1-1-2002 (άρθρο 2 του ίδιου νόμου).
Ειδικότερα, στη συγκεκριμένη διάταξη ορίζεται ότι "η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης και να ανταποκρίνεται στην αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου κατά το χρόνο της συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης ή, σε περίπτωση απευθείας αίτησης για οριστικό προσδιορισμό, κατά το χρόνο της συζήτησης για τον προσδιορισμό αυτόν.
Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό". Από τις προπαρατιθέμενες διατάξεις που σκοπό έχουν να προσδιοριστεί η αποζημίωση σε χρονικό σημείο κατά το δυνατό κοντινό προς το χρόνο της καταβολής της, ώστε η αποζημίωση να είναι πλήρης, όπως επιτάσσει το άρθρο 17 του Συντάγματος (απόφαση ΕΔΔΑ της 20-7-2017, Π.
και άλλοι κατά της Ελλάδας), προκύπτει ότι κρίσιμος χρόνος για τον οριστικό προσδιορισμό αποζημίωσης είναι, σε περίπτωση που παρήλθε έτος από τον προσωρινό προσδιορισμό, αυτός της συζήτησης της αίτησης του οριστικού προσδιορισμού (ΑΠ Ολομ., 2/2015, 14/2011). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε ότι με την αναφερόμενη κοινή υπουργική απόφαση που δημοσιεύτηκε νόμιμα κηρύχθηκε, υπέρ και με δαπάνες του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, η επίδικη αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας. Κατά τον προσδιορισμό της αποζημίωσης των απαλλοτριωμένων ακινήτων των αναιρεσειόντων έλαβε υπόψη, όπως προκύπτει από την πληττόμενη απόφασή του, την αξία που αυτά είχαν κατά το χρόνο συζήτησης των αιτήσεων για τον προσδιορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης που έγινε ενώπιόν του (15-1-2015), επειδή είχε παρέλθει χρονικό διάστημα ενός και πλέον έτους από τη συζήτηση της αίτησης για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδας (15, 29 και 30 Οκτωβρίου 2009).
Έτσι που έκρινε δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 εδάφ. γ’ του Συντάγματος και 13 παρ. 1 εδάφ. β’ του ν. 2882/2001, ούτε τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974, άρθρ. 28 παρ. 1 του Συντάγματος). Κατά συνέπεια, είναι αβάσιμος ο σχετικός δεύτερος λόγος της αναίρεσης, κατά το έκτο νοηματικά σκέλος του, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, με το οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι η προαναφερόμενη νέα νομοθετική ρύθμιση προβλέφθηκε και εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση που έχει επέλθει αύξηση, και όχι υποτίμηση, της αξίας των απαλλοτριωμένων από το χρόνο συζήτησης του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης μέχρι εκείνον του οριστικού προσδιορισμού.
Σε κάθε, πάντως, περίπτωση, για τη θεμελίωση του απαιτούμενου έννομου συμφέροντός τους προς άσκηση του λόγου τούτου της αναίρεσης (άρθρ. 556, 577 και 68 του ίδιου Κώδικα), οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται με σαφήνεια ότι, κατά τη διάρκεια του χρονικού διαστήματος που παρήλθε από το μήνα Οκτώβριο του έτους 2009 έως τις 15-1-2015, επήλθε ανατίμηση της αξίας των συγκεκριμένων απαλλοτριωμένων ακινήτων, αλλά αρκούνται στην παράθεση των απόψεών τους, γενικόλογα, για τη, μετά το έτος 2009, οικονομική κρίση της Χώρας και της ερμηνείας των επίμαχων διατάξεων από τον καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου Α.
Δ., αναφέροντας μάλιστα, όπως, κατά λέξη, αναγράφεται στο αναιρετήριο, ότι "...από το 2009 μέχρι σήμερα οι αντικειμενικές τιμές των αγροτεμαχίων όχι μόνο δεν έχουν πέσει αλλά με την επιβολή του ΕΝΦΙΑ εκτινάχθηκαν". Ούτε, τέλος, οι αναιρεσείοντες επικαλούνται ότι πρότειναν τέτοιον ισχυρισμό στο Εφετείο, όπως απαιτείται για όλους τους λόγους αναίρεσης (άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, χωρίς να συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στο άρθρο αυτό εξαιρέσεις), ούτε, εν πάση περιπτώσει, από την παραδεκτή επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι προέβαλαν αυτόν τον ισχυρισμό.
Κατά τα λοιπά, για τον περαιτέρω ισχυρισμό που περιέχεται στον ίδιο λόγο, κατά τον οποίο το Εφετείο εσφαλμένα έλαβε υπόψη τις .../2015 εκθέσεις των εκτιμητών, αν και αυτές δεν κατατέθηκαν εμπρόθεσμα και δεν καταχωρίστηκε ο περιορισμός των τιμών στα πρακτικά της δίκης, έγινε ιδιαίτερη αναφορά στην προηγούμενη V σκέψη της παρούσας.
VIII. Κατά το άρθρο 13 παρ. 1 του ν. 2882/2001, "1. Η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης και να ανταποκρίνεται στην αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου κατά το χρόνο της συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης ή, σε περίπτωση απευθείας αίτησης για οριστικό προσδιορισμό, κατά το χρόνο της συζήτησης για τον προσδιορισμό αυτόν.
Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό. Ως κριτήρια για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων, τα οποία συντάχθηκαν κατά το χρόνο της κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου".
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, τα διαγραφόμενα κριτήρια δεν είναι αποκλειστικά και για το δικαστήριο υποχρεωτικά, προκειμένου να διαγνωστεί η πραγματική αξία του απαλλοτριωμένου, κατά τον κρίσιμο χρόνο, έτσι ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν τα λάβει υπόψη του ή αν λάβει υπόψη άλλα τέτοια.
Το δικαστήριο μπορεί να στηρίξει την κρίση του, για την πραγματική αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου, αν ληφθεί υπόψη η χρησιμοποιούμενη στην παραπάνω διάταξη λέξη "ιδίως", σε κάθε πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει κατάλληλα. Η σχετική, για το πρόσφορο ή όχι του συγκριτικού στοιχείου, κρίση του ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων και, ως εκ τούτου, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1175/2015, ΑΠ 1021/2015).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ’ αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, επομένως, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, συνεπώς, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις πιο πάνω εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Πατρών, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη 78/2016 απόφασή του, αφού συνεκδίκασε τις αναφερόμενες αυτοτελείς αιτήσεις, μεταξύ των οποίων α) την από 20-10-2010 αίτηση του αναιρεσιβλήτου, β) την από 1-10-2010 αίτηση (και) των ένατου έως και δωδέκατου των αναιρεσειόντων και γ) την από 16-10-2010 αίτηση (και) του εικοστού δεύτερου αναιρεσείοντος, καθώς και ανταιτήσεις και παρεμβάσεις, μεταξύ των οποίων και την από 6-12-2010 ανταίτηση - παρέμβαση των πρώτου έως και όγδοου των αναιρεσειόντων για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης των απαλλοτριωμένων, για λόγους δημόσιας ωφέλειας, ακινήτων των αναιρεσειόντων, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σε σχέση και με τις εν λόγω απαλλοτριωμένες ιδιοκτησίες που ενδιαφέρουν στην παρούσα αναιρετική δίκη: [Με την 1009491/642/0010/11-2-2008 κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Οικονομίας, Οικονομικών και ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., που δημοσιεύθηκε στα ΦΕΚ...κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, για λόγους δημόσιας ωφέλειας, ήτοι για την κατασκευή του αυτοκινητόδρομου ...
και ειδικότερα του τμήματος... συνολικής έκτασης 560.838 τ.μ. Οι απαλλοτριούμενες εκτάσεις βρίσκονται στην κτηματική περιφέρεια του ... του Νομού Ηλείας... Η απαλλοτρίωση κηρύχθηκε υπέρ και σε βάρος του Δημοσίου και των παροδίων ιδιοκτητών. Για την επίδικη απαλλοτρίωση συντάχθηκαν οι από 24-11-2008 και 9-9-2009 εκθέσεις του Σ.Ο.Ε, καθώς και οι εκθέσεις ...1-2015 και ...-1-2015 εκτίμησης των πιστοποιημένων εκτιμητών Δ.
Κ. και Ι. Α. για την αξία των απαλλοτριωμένων ακινήτων και των επικειμένων τους, καθώς και για τον υπολογισμό της μείωσης της αξίας των εναπομεινάντων τμημάτων των απαλλοτριουμένων ιδιοκτησιών. Τα απαλλοτριούμενα ακίνητα εκτείνονται στην κτηματική περιφέρεια του ..., πλησίον των οικισμών ... και της πόλης της ....
Πρόκειται για περιοχή εκτός σχεδίου πόλης, με κύρια κατά προορισμό χρήση, τη γεωργική. Οι απαλλοτριούμενες εκτάσεις είναι πεδινές και ιδιαίτερα εύφορες. Δεν αρδεύονται με κάποιο οργανωμένο σύστημα εγγείων βελτιώσεων, πλην εκείνων που βρίσκονται εντός των πρώτων επτακοσίων μέτρων, τα οποία αρδεύονται με κανάλι άρδευσης από τον Πηνειό ποταμό, αλλά και από παρακείμενα ρεύματα, γεωτρήσεις ή πηγάδια.
Στη συντριπτική τους πλειοψηφία οι εκτάσεις είναι καλλιεργούμενες, με επικρατούσα καλλιέργεια της πατάτας, των σιτηρών, της φράουλας, των καρπουζιών και κολοκυθιών. Υπάρχουν επίσης αρκετά ελαιοπερίβολα, λίγοι αμπελώνες και αρκετές καλλιέργειες εσπεριδοειδών και σιτηρών. Εξυπηρετούνται από τον υφιστάμενο επαρχιακό οδικό δίκτυο και η προσπέλασή τους γίνεται κυρίως από χωματόδρομο, ενώ υπάρχουν και ιδιοκτησίες που εξυπηρετούνται από ασφαλλοστρωμένους δρόμους, καθώς και λίγες ιδιοκτησίες χωρίς οδική προσπέλαση.
Η περιοχή πολεοδομικά δεν είναι θεσμοθετημένη ούτε χωροθετημένη, εκτός από την πόλη της .... Έτσι, ως εκτός σχεδίου πόλης και εκτός οικισμού περιοχή, έχει όλες τις δυνατές εκτός σχεδίου πόλης χρήσεις. Δεν αποκλείεται, όμως, στο απώτερο μέλλον να υπάρξουν και άλλες χρήσεις, όπως της κατοικίας, καθόσον οι νέοι οδικοί άξονες δημιουργούν νέα δυναμική στις περιοχές που διασχίζουν και βοηθούν στην ανάπτυξή τους.
Οικιστικά η περιοχή δεν είναι ιδιαίτερα ανεπτυγμένη έξω από τα όρια των προαναφερόμενων οικισμών, υπάρχουν δε λίγες ανεξάρτητες αγροικίες, κυρίως κοντά στις επαρχιακές οδούς ... - ... και ... - .... Σύμφωνα με την έκθεση εκτίμησης ...1-2015 των άνω πιστοποιημένων εκτιμητών, η απαλλοτριούμενη έκταση χωρίσθηκε με βάση το ανάγλυφο, τη γεωμορφολογία, τις οδικές υποδομές και πολεοδομικά χαρακτηριστικά σε τέσσερις (4) κατηγορίες και τέσσερις (4) υποκατηγορίες.
Στην πρώτη κατηγορία περιλαμβάνονται γεωτεμάχια πεδινά καλλιεργήσιμα, με καλλιέργεια κυρίως πατάτας και φράουλας, αρδευόμενα, μεσαίου μεγέθους, με δυνατότητα οικοδομικής αξιοποίησης και προσπελάσιμα από δρόμο. Η βασική τιμή για το ιδεατό αγροτεμάχιο αυτής της κατηγορίας προσδιορίζεται με βάση την έκθεση σε 3 ευρώ ανά τ.μ., με εύρος διακύμανσης τιμών μονάδος από 2,52 έως 3,75.
Στην κατηγορία αυτή υπάγονται τα αγροτεμάχια που βρίσκονται από χ.θ 55 + 971 έως χ.θ 58 + 900 (επαρχιακή οδός ... - ...). Στην δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνονται αγροτεμάχια που βρίσκονται σε σχετικά μεγάλη απόσταση από την υπάρχουσα Ε.Ο., με πρόσωπο είτε στην επαρχιακή οδό ..., είτε στην επαρχιακή οδό ..., είναι μεσαίου μεγέθους, καλλιεργήσιμα, αρδευόμενα, με δυνατότητα οικοδομικής αξιοποίησης.
Η βασική τιμή για το ιδεατό αγροτεμάχιο αυτής της κατηγορίας προσδιορίζεται με βάση την ίδια έκθεση σε 5 ευρώ ανά τ.μ., με εύρος διακύμανσης από 3,15 έως 6,56 ευρώ ανά τ.μ. Στην τρίτη κατηγορία υπάγονται γεωτεμάχια μη αρδευόμενα, κατάλληλα κυρίως για καλλιέργεια ελιών και σιτηρών, τα οποία βρίσκονται στη x.θ 58 + 900 έως χ.θ 63 + 000 του επαρχιακού δρόμου ... - ..., χωρίς δυνατότητα οικοδομικής αξιοποίησης.
Η βασική τιμή για το ιδεατό αγροτεμάχιο αυτής της κατηγορίας, το οποίο θεωρείται αρδευόμενο με βάση την ίδια έκθεση είναι 3 ευρώ ανά τ.μ., με εύρος διακύμανσης από 1,30 έως 2,25 ευρώ ανά τ.μ. Στην τέταρτη κατηγορία περιλαμβάνονται αγροτεμάχια που βρίσκονται σε σχετικά μεγάλη απόσταση από την υπάρχουσα Ε.Ο., με πρόσωπο στις επαρχιακές οδούς ...
Η βασική τιμή για το ιδεατό αγροτεμάχιο αυτής της κατηγορίας, το οποίο θεωρείται με βάση την άνω έκθεση, πεδινό, καλλιεργήσιμο, αρδευόμενο, μεσαίου μεγέθους, με δυνατότητα οικοδομικής αξιοποίησης, ανέρχεται σε 5 ευρώ το τ.μ., με εύρος διακύμανσης της τιμής μονάδος από 3,15 έως 3,75 ευρώ ανά τ.μ. Στην πρώτη υποκατηγορία περιλαμβάνονται αγροτεμάχια πλησίον του οικισμού ... ...
χ.θ. 59 + 00 έως χ.θ 59 + 600 και εκτός αυτού. Η βασική τιμή για το ιδεατό αγροτεμάχιο αυτής της κατηγορίας, με βάση την ίδια έκθεση, προσδιορίζεται σε 5 ευρώ ανά τ.μ., με εύρος διακύμανσης τιμών μονάδος από 5,25 έως 6,25 ευρώ ανά τ.μ. Στην δεύτερη υποκατηγορία περιλαμβάνονται αγροτεμάχια που βρίσκονται από χ.θ 63 + 000 (... - ...) έως και την κοινοτική οδό περί της χ.θ 64 + 700, που οδηγεί στην μονή Φραγκοκκλησιάς.
Η βασική τιμή για το ιδεατό αγροτεμάχιο αυτής της κατηγορίας, το οποίο θεωρείται πεδινό, καλλιεργήσιμο, αρδευόμενο, μεσαίου μεγέθους, χωρίς δυνατότητα οικοδομικής αξιοποίησης, ανέρχεται, με βάση την άνω έκθεση, σε 2,80 ευρώ, με εύρος διακύμανσης τιμών μονάδος από 1,34 έως 2,10 ευρώ ανά τ.μ. Στην τρίτη υποκατηγορία περιλαμβάνονται αγροτεμάχια με πρόσωπο επί της επαρχιακής οδού ... -...
χ.θ 63+00. Η βασική τιμή για το ιδεατό αγροτεμάχιο αυτής της κατηγορίας, το οποίο θεωρείται με βάσει την άνω έκθεση πεδινό, αρδευόμενο μεσαίου μεγέθους, χωρίς δυνατότητα οικοδομικής αξιοποίησης, ανέρχεται σύμφωνα μ’ αυτή σε 8 ευρώ ανά τ.μ. με εύρος διακύμανσης από 7,60 έως 8,40 ευρώ ανά τ.μ. Στην τέταρτη υποκατηγορία περιλαμβάνονται αγροτεμάχια που βρίσκονται από χ.θ 64 + 700 έως το τέλος της χάραξης.
Πρόκειται για αγροτεμάχια, με καλλιέργειες εσπεριδοειδών και σιτηρών κυρίως και η βασική τιμή για το ιδεατό αγροτεμάχιο αυτής της κατηγορίας, το οποίο από την άνω έκθεση θεωρείται πεδινό, αρδευόμενο, μεσαίου μεγέθους, χωρίς δυνατότητα οικοδομικής αξιοποίησης, ανέρχεται σε 2,60 ευρώ ανά τ.μ., με εύρος διακύμανσης τιμής μονάδος από 1,19 έως 3,09 ανά τ.μ.
Το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ανωτέρω, τις άνω εκθέσεις εκτίμησης του ΣΟΕ και την άνω επικαιροποιημένη έκθεση των πιστοποιημένων εκτιμητών, το ανάγλυφο και τη γεωμορφολογία της περιοχής, όλα τα συγκριτικά στοιχεία (συμβόλαια αγοραπωλησίας κλπ), που προσκομίζουν οι διάδικοι για τις τιμές των ακινήτων της περιοχής που βρίσκονται τα απαλλοτριούμενα, όλες τις τεχνικές εκθέσεις των ιδιωτών μηχανικών για τα απαλλοτριούμενα που επίσης προσκομίζουν οι διάδικοι, το γεγονός ότι η χώρα διανύει περίοδο παρατεταμένης οικονομικής ύφεσης, λόγω της οικονομικής κρίσης που έχει επηρεάσει την αγορά ακινήτων, με σχεδόν μηδενικές μεταβιβάσεις ακινήτων και συνεχή πτώση των τιμών, από το έτος 2009 έως σήμερα, όπως και στην εκτιμώμενη, περιοχή, κρίνει ότι η πραγματική αξία αυτών κατά το χρόνο συζήτησης της υπόθεσης, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, που είναι ο κρίσιμος χρόνος για τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης, επειδή παρήλθε έτος από τη συζήτηση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... (30-10-2009), χωρίς να συνυπολογίζεται τυχόν ανατίμηση ή υποτίμηση αυτών από την εξαγγελία ή κήρυξη της απαλλοτρίωσης ή την κατασκευή του έργου για το οποίο έγινε η απαλλοτρίωση, ανέρχεται στα ποσά που αναφέρονται στο διατακτικό...].
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, δεχόμενο, εν μέρει, τις ένδικες αιτήσεις κ.λπ. των διαδίκων, καθόρισε την τιμή μονάδας αποζημίωσης των απαλλοτριωμένων ακινήτων των αναιρεσειόντων στα αναφερόμενα στην απόφασή του ποσά ανά τετραγωνικό μέτρο εδάφους, αφού έλαβε υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους και τα λοιπά αναφερόμενα κριτήρια, καθώς και τις δυσμενείς οικονομικές και νομισματικές συνθήκες που ισχύουν στη χώρα και που είναι κοινά γνωστές.
Ήδη, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το έβδομο σκέλος του, προσάπτονται στην εφετειακή απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ που συνίστανται στο ότι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες, στερώντάς την από νόμιμη βάση, με το να καθορίσει οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για τα ακίνητα αυτά σε ιδιαίτερα χαμηλά ποσά, ενώ η πραγματική αξία τους είναι πολύ μεγαλύτερη, χωρίς να λάβει υπόψη του και τα προσκομιζόμενα με επίκληση έγγραφα και, περαιτέρω, δεν διευκρινίζεται σε ποία κατηγορία ή υποκατηγορία από τις παρατιθέμενες στην πληττόμενη απόφαση κατηγορίες και υποκατηγορίες συμπεριλαμβάνονται τα ακίνητα αυτά με βάση τα χαρακτηριστικά του καθενός, τα οποία και δεν αναφέρονται (αν έχουν δυνατότητα οικοδομικής αξιοποίησης, ποία διατηρούν ή αποκτούν πρόσωπο στην εθνική οδό ή σε άλλες οδούς κ.ά.) και παραβίασε, έτσι, εκ πλαγίου, κατ’ εκτίμηση, τις διατάξεις, ουσιαστικού δικαίου, του άρθρου 13 παρ. 1 του ν. 2882/2001 και 1 του π.δ. 24/1985.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος, κατά το εξεταζόμενο σκέλος του, είναι, πρωτίστως απαράδεκτος, διότι, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στις διατάξεις αυτές, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), αναφορικά με το σαφώς διατυπούμενο στην απόφαση αποδεικτικό πόρισμα ως προς την αξία των απαλλοτριωμένων ακινήτων, με την επισήμανση ότι ο προσδιορισμός αποζημίωσης που εκτίθεται στη ...1-2015 έκθεση των πιστοποιημένων εκτιμητών Δ.
Κ. και Ι. Α., κατά την οποία τα απαλλοτριωμένα ακίνητα "χωρίστηκαν" σε τέσσερις κατηγορίες και σε τέσσερις υποκατηγορίες, ναι μεν λήφθηκε υπόψη αλλά δεν υιοθετήθηκε πλήρως από το Εφετείο και, ειδικά, ως προς την αξία των απαλλοτριωμένων.
ΙΧ. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ. 1, 2, 3 και 6 του ν. 2882/2001, όπως η παράγραφος 6 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 132 παρ. 1 ν. 4070/2012 (που εφαρμόζεται, κατ’ άρθρ. 146 παρ. 9 του ίδιου νόμου, και στις εκκρεμείς, κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, απαλλοτριώσεις), η αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημίωσης που οφείλεται συνεπεία αναγκαστικής απαλλοτρίωσης γίνεται με δικαστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου της περιφέρειας, στην οποία βρίσκεται το ακίνητο που απαλλοτριώθηκε ή το μεγαλύτερο τμήμα του, μετά από αίτηση κάθε ενδιαφερομένου, ο οποίος την υποβάλλει στον πρόεδρο του δικαστηρίου αυτού που ορίζει με πράξη του τον τόπο και το χρόνο της συζήτησης. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 223 ΚΠολΔ, το οποίο εφαρμόζεται, όπως έχει προαναφερθεί, και στη διαδικασία των απαλλοτριώσεων (άρθρ. 18 παρ. 1 εδάφ. β’ ν. 2882/2001), προκύπτει ότι, μετά την άσκηση της αίτησης για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης απαλλοτριωμένου ακινήτου, η υποβολή, παράλληλα, αιτήματος από ενδιαφερόμενο για την αναγνώρισή του ως δικαιούχου της αποζημίωσης, είναι ανεπίτρεπτη, αν δεν γίνεται με ιδιαίτερο εισαγωγικό δικόγραφο δίκης, αλλά με τις προτάσεις, διότι έτσι διευρύνεται απαράδεκτα το κύριο αίτημα της αίτησης για τον καθορισμό αποζημίωσης, αφού πρόκειται για αίτηση παροχής έννομης προστασίας διαφορετικού είδους (πρβλ. ΑΠ 1539/2009). Τέλος, όπως έχει αναφερθεί στη
ΙΙΙ σκέψη της παρούσας, κατά την αληθινή έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 9 εδάφ. γ’ ΚΠολΔ, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου απ’ αυτήν λόγου αναίρεσης, απαιτείται η παντελής σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας σε αυτοτελή αίτηση των διαδίκων να υπάρχει όχι μόνο στο αιτιολογικό αλλά και στο διατακτικό, ενώ ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή που, συνεπώς, δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Στην παρούσα περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το ένατο (και τελευταίο) σκέλος του, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ’ εκτίμηση, την αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 9 εδάφ. γ’ ΚΠολΔ, που συνίσταται στο ότι, αν και ζήτησαν όλοι, ως κύριοι των απαλλοτριωμένων ακινήτων, να αναγνωριστούν δικαιούχοι της αποζημίωσης που τους αναλογεί και, ειδικότερα, οι μεν πρώτος έως και όγδοος με την ένδικη, από 6-12-2010, ανταίτησή τους, οι δε υπόλοιποι με τις εφετειακές προτάσεις τους, το Εφετείο δεν αποφάνθηκε σχετικά και, έτσι, άφησε αδίκαστο το επίμαχο αίτημά τους.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι: α) το Εφετείο απέρριψε το πιο πάνω αίτημα των οκτώ πρώτων των αναιρεσειόντων ως απαράδεκτο, λόγω δεδικασμένου (άρθρ. 324 ΚΠολΔ), με την αιτιολογία ότι έχει ήδη εκδοθεί η 44/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας που τους αναγνώρισε δικαιούχους της αποζημίωσης αυτής, όπως, άλλωστε, και οι ίδιοι ανέφεραν στην προσθήκη των προτάσεών τους, ενώ τα ίδια εκθέτουν και στο αναιρετήριο (στη σελίδα 60) με την περαιτέρω επίκληση ότι, με την προσθήκη αυτή (από 5-3-2013), "παραιτήθηκαν" από το εν λόγω αίτημα (ΑΠ 907/2004) και, κατά συνέπεια, το Εφετείο δεν άφησε αδίκαστο το αίτημά τους και β) εφόσον το ίδιο αίτημα υποβλήθηκε από τους υπόλοιπους αναιρεσείοντες απαράδεκτα με τις προτάσεις τους, έστω και αν το Εφετείο παρέλειψε να αποφανθεί γι’ αυτό, δεν ιδρύεται ο εξεταζόμενος λόγος.
Χ. Περαιτέρω, στην ένδικη αναίρεση γίνεται επίκληση και των διατάξεων του άρθρου 559 αριθμ. 8 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, χωρίς, όμως, να προβάλλονται συγκεκριμένες αιτιάσεις και πραγματικά περιστατικά που να στοιχειοθετούν σχετικές αναιρετικές πλημμέλειες, τις οποίες το Δικαστήριο πρέπει να ερευνήσει.
ΧΙ. Μετά από αυτά, αφού η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης γίνει δεκτή, ως προς τις 23η και 24η των αναιρεσειόντων, κατά παραδοχή, ως βάσιμου, του δεύτερου λόγου αναίρεσης, κατά το πέμπτο νοηματικά σκέλος του, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το κεφάλαιο που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας και, ακολούθως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο κεφάλαιό της, στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι 23η και 24η αναιρεσείουσες, σ’ αυτές (άρθρ. 495 παρ. 3 εδάφ. ε’ του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην προκείμενη υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ’ άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των τελευταίων και του αναιρεσιβλήτου πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους λόγω της μερικής νίκης και ήττας καθενός των διαδίκων αυτών, κατ’ άρθρ.22 παρ. 2 εδάφ. β’ ν. 3693/1957 που εφαρμόζεται στην παρούσα αναιρετική δίκη (ΑΠ 162/2016), ενώ δεν γίνεται λόγος για δικαστικά έξοδα ως προς τους λοιπούς παριστάμενους αναιρεσείοντες που νικήθηκαν στη δίκη, γιατί δεν υποβλήθηκε σχετικό αίτημα από το αντίδικό τους αναιρεσίβλητο (άρθρ. 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της υπόθεσης ως προς τους 13ο (Ά. Δ. Κ.), 14η (Α. σύζ. Β. Β.), 17η (Μ. - Ι. Ν. Σ.), 18ο (Π. Θ. Λ.) και 19η (Χ. σύζ. Γ. Γ.) των αναιρεσειόντων.
Διατάζει το χωρισμό της υπόθεσης ως προς αυτούς.
Αναιρεί, κατά τα λοιπά, την 78/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, ως προς το κεφάλαιο που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας και ως προς τις 23η (Μ. Δ. Τ.) και 24η (Α. Κ. Π., σύζ. Ι. Τ.) των αναιρεσειόντων της προκείμενης δίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο κεφάλαιό της, στο Τριμελές Εφετείο Πατρών, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την παραπάνω απόφαση.
Διατάζει την επιστροφή στις 23η και 24η των αναιρεσειόντων του παραβόλου που έχουν καταθέσει.
Και
Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών αυτών και του αναιρεσιβλήτου.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Δεκεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Δεκεμβρίου 2017.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ