Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds for procedural defects and evidentiary assessment errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision. The appellant argued for a new trial based on alleged procedural violations and improper evidence evaluation, but the court found these arguments inadmissible. The court ruled that the appellant failed to present these claims in the lower courts and that the Second Instance Court's assessment of witness testimony falls within its exclusive, unreviewable discretion.
Legislator headnote
AI generatedArt. 562 § 2 K.Pol.Dik.; Art. 561 § 1 K.Pol.Dik.: An appeal argument is inadmissible if it relies on a claim not properly raised in the court of first instance, particularly regarding the evaluation of evidence which belongs to the exclusive and unreviewable discretion of the court of first instance.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 2062 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2062/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ....., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Του αναιρεσείοντος: ......, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κιτρομηλίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-1-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 23003/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 875/2005 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 7-11-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσίβλητος όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 26-4-2006 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι, Κατ΄ άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔικ αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο ΄Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ΄ αριθμ. 2951Β/11-4-2007 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ....., πιστό αντίγραφο της από 5-2-2007 κλήσεως προς συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως μαζί με την κάτω από αυτή πράξη προσδιορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσας επιδόθηκε, με επιμέλεια του αναιρεσιβλήτου, νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσείουσα. Επομένως, αφού η αναιρεσείουσα δεν εμφανίσθηκε κατά την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο όταν η υπόθεση συζητήθηκε κατά την εκ του οικείου πινακίου σειρά της, πρέπει να δικασθεί σαν να ήταν παρούσα (άρθρ. 576 παρ. 2 ΚΠολΔικ)
ΙΙ. Κατά το άρθρο 562 § 2 Κ.Πολ.Δικ. είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Από τη διάταξη αυτή, που έχει εφαρμογή σε όλους τους λόγους αναιρέσεως του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός επί του οποίου εκείνος στηρίζεται, έστω και αν ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο της ουσίας, είχε νόμιμα προβληθεί ενώπιον αυτού (Ολ.
Α.Π. 15/2000, Α.Π. 43/1990). Εξ άλλου, όπως προκύπτει από το άρθρο 520 Κ.Πολ.Δικ., το δικόγραφο της έφεσης, πρέπει να περιέχει τους λόγους έφεσης και δεν μπορεί να συμπληρωθεί με τις προτάσεις ή την παραπομπή σε άλλα δικόγραφα. Οι δε ενστάσεις πρέπει να επαναφέρονται στο Εφετείο από τον εκκαλούντα μόνο με λόγο έφεσης ή πρόσθετο λόγο και όχι απλά με τις προτάσεις, ακόμα και όταν συντρέχουν οι όροι του άρθρου 527 Κ.Πολ.Δικ..
Ενώ για να ιδρυθεί ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δικ. πρέπει ο ισχυρισμός να είχε προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη κατά τρόπο ωρισμένο και παραδεκτό, να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ. Α.Π. 2/1989), με συνέπεια να μη ιδρύεται ο παραπάνω λόγος, από τη μη απάντηση σε ισχυρισμό απαράδεκτο ή βραδέως υποβληθέντα με την προσθήκη των προτάσεων μετά τη συζήτηση.
Δεν αποτελούν δε πράγματα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δικ. και άρα δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν δεν ληφθούν υπόψη, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ένστασης, ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ. Α.Π. 469/1984) έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως.
Ενώ κατ' άρθρον 561 § 1 Κ.Πολ.Δικ. η εκτίμηση από το δικαστήριο πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχόμενου έγγραφου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Με βάση αυτά ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος αυτού, με το οποίο προβάλλονται οι από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δικ. αιτιάσεις ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη α) τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας που προβλήθηκε με την προσθήκη και αντίκρουσή της στο Εφετείο, την τρίτη μετά την συζήτηση της έφεσής της ημέρα, ότι η επικληθείσα από τον αναιρεσίβλητο μοιχεία της ήταν σκηνοθετημένη β) τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας για παροχή συγνώμης από τον αναιρεσίβλητο για το κλονιστικό γεγονός της μοιχείας που επικαλέσθηκε ο αναιρεσίβλητος με την αγωγή του και δέχθηκε το Εφετείο ως κλονιστικό του γάμου των διαδίκων γεγονός και γ) την ένσταση της αναιρεσείουσας που προβλήθηκε με τις προτάσεις της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, για καταχρηστική άσκηση του αγωγικού δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος 1) κατά την υπό στοιχ.
α΄ αιτίαση, γιατί ο σχετικός ισχυρισμός για σκηνοθετημένη μοιχεία δεν αποτελεί πράγμα, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δικ., αλλά αιτιολογημένη άρνηση 2) κατά την υπό στοιχ. β αιτίαση, γιατί δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο σχετικός ισχυρισμός της εκκαλούσας - αναιρεσείουσας για παροχή συγνώμης επαναφέρθηκε στο Εφετείο, ούτε προκύπτει ότι επαναφέρθηκε σε αυτό (Εφετείο) με λόγο έφεσης και 3) ως προς την υπό στοιχ.
γ΄ αιτίαση, γιατί δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι η ένσταση για καταχρηστική άσκηση του αγωγικού δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου επαναφέρθηκε στο Εφετείο με το δικόγραφο της έφεσης, ούτε επαναφέρθηκε σε αυτό (Εφετείο), όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος αυτού με το οποίο προβάλλεται, τόσο ευθέως, όσο και από την επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δικ., αιτίαση για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, πρέπει ν'απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί πλήσσει την ανέλεγκτη, κατ' άρθρον 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., εκτίμηση από το Εφετείο των συνιστώντων την ουσία της υποθέσεως πραγματικών περιστατικών.
Από τη διάταξη του άρθρου 340 Κ.Πολ.Δικ., προκύπτει ότι η αξιοπιστία των μαρτύρων και η εκτίμηση των όσων αυτοί καταθέτουν εναπόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο δεν είναι υποχρεωμένο να εκθέσει στην απόφασή του και τους λόγους για τους οποίους δίδει μεγαλύτερη πίστη στη κατάθεση του ενός ή του άλλου μάρτυρα.
Εξ άλλου ο λόγος του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται μόνο σε σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και μπορεί να αφορά επιθετικά ή αμυντικά μέσα, όχι όμως και τους αρνητικούς της αγωγής ισχυρισμούς ή την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του Δικαστηρίου. Ενώ δεν συνιστούν ανεπαρκή αιτιολογία οι ελλείψεις ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων ή την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, όταν αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια (Ολ.
Α.Π. 1/1999 Ολ. Α.Π. 24/1992). Μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται με πληρότητα και σαφήνεια στην απόφαση και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Επομένως οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δικ.
πλημμέλεια, επειδή α) δεν εστάθμισε προσηκόντως τις καταθέσεις των μαρτύρων της αναιρεσείουσας και τα έγγραφα που αυτή προσκόμισε και έδωσε πίστη σ'αυτές των μαρτύρων του αναιρεσιβλήτου χωρίς να αιτιολογεί αυτή του την κρίση και β) έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες σχετικά με την απόρριψη των προαναφερομένων ισχυρισμών της αναιρεσείουσας και του ισχυρισμού της ότι η διάσπαση της έγγαμης συμβίωσής της με τον αναιρεσίβλητο οφείλεται στο δύστροπο χαρακτήρα αυτού και την άρνησή του να διαθέτει τα απαραίτητα χρήματα για την αντιμετώπιση των αναγκών της, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, αφού όπως εκτέθηκε στις προηγούμενες σκέψεις της παρούσας δεν πρόκειται για ουσιώδεις ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, αλλά για ισχυρισμούς απαράδεκτους, αιτιολογημένες αρνήσεις της αγωγής και ισχυρισμούς κακής εκτίμησης των αποδείξεων και μη αιτιολόγησης του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, διατυπώνεται με σαφήνεια, ενώ η εκτίμηση από το Εφετείο των αποδείξεων και των όσων καταθέτουν οι μάρτυρες ανήκει στην κυριαρχική και ανέλεγκτη κατ΄ άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ κρίση του.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-
Απορρίπτει την από 7-11-2005 αίτηση της ....., για αναίρεση της υπ΄ αριθμ. 875/2005 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
-
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Νοεμβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Νοεμβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ