Supreme Court partially allows appeal against murder and robbery conviction, quashing aggravating circumstances and political rights deprivation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against a second-instance conviction for attempted murder and robbery. The court found the lower court incorrectly applied a harsher statutory provision regarding robbery committed with a masked face, which was enacted after the crime occurred. Consequently, the conviction for attempted murder was quashed, and the aggravating circumstance for the robbery was removed, leading to a new sentencing phase while the remaining charges were upheld.
Legislator headnote
AI generatedArticles 299, 27, 380, 510, 519, 522 of the Criminal Code; The Supreme Court must apply the most favorable law to the accused when a newer provision imposes a heavier penalty than the one in force at the time of the offense, and it may quash specific parts of a judgment to remand the case for retrial on the modified facts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2061 / 2019 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 2061/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Γεώργιο Αναστασάκο, Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγέλου και Αλεξάνδρα Σιούτη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αναστασίας Δημητριάδου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Δ. Μ. του Α., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης …, που εκπροσωπήθηκε από τον δικηγόρο Γεώργιο Τσακαλία, που ορίστηκε δικηγόρος του με την υπ'αριθμ.264/2019 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ'αριθ.835/2019 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ'αριθμ.πρωτ. 8008/18-7-2019 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1189/19.
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση και να απαλειφθεί από την προσβαλλόμενη απόφαση η επιβληθείσα παρεπόμενη ποινή της στέρησης πολιτικών δικαιωμάτων για 2 έτη και τον ορισθέντα δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 17-7-2019 [υπ'αριθμ.πρωτ.8008/18-7-2019] αίτηση του Δ. Μ. του Α., για αναίρεση της υπ'αριθμ.835/15-4-2019 καταδικαστικής αποφάσεως του Β' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία καταχωρήθηκε στο κατά το άρθρο 473 παρ.3 εδ.α' ειδικό βιβλίο στις 2-7-2019, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα [άρθρο 473 παρ.2 και 3 του ισχύοντος νέου ΚΠΔ]. Πρέπει, επομένως να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 299 παρ.1 του Π Κ. "Όποιος σκότωσε άλλον, τιμωρείται με κάθειρξη ισόβια ή πρόσκαιρη τουλάχιστον δέκα ετών", ενώ κατά τις διατάξεις του άρθρου 27 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, "Με δόλο [πρόθεση] πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης.
Καθώς και οποίος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, προκύπτει ότι, για να στοιχειοθετηθεί το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, απαιτείται αντικειμενικώς μεν η αφαίρεση της ζωής άλλου ανθρώπου με θετική ενέργεια ή με παράλειψη ενέργειας, που οφείλεται από το νόμο, υποκειμενικώς δε δόλος άμεσος ή ενδεχόμενος, που συνίσταται ο μεν άμεσος στη γνώση και θέληση των στοιχείων της πράξης δηλαδή της αφαίρεσης της ζωής του άλλου ανθρώπου, ο δε ενδεχόμενος στην αποδοχή του ενδεχόμενου αποτελέσματος της θανάτωσης του άλλου.
Ειδικότερα, επί ενδεχόμενου δόλου ο υπαίτιος δεν θέλει ούτε επιδιώκει το εγκληματικό αποτέλεσμα, το προβλέπει όμως ως ενδεχόμενη συνέπεια της ενέργειας ή παράλειψης του και το αποδέχεται, απαιτείται δηλαδή πρόβλεψη του εγκληματικού αποτελέσματος και αποδοχή της πραγμάτωσής του. Κατά τον προσδιορισμό της μορφής αυτής της υπαιτιότητας, ο Ποινικός Κώδικας υιοθέτησε τη θεωρία της εγκληματικής επιδοκιμασίας, σύμφωνα με την οποία, για την ύπαρξη ενδεχόμενου δόλου πρέπει να διακριβωθεί, αφενός μεν ότι ο δράστης προέβλεψε ως δυνατό το εγκληματικό αποτέλεσμα, εξαιτίας της ενέργειας ή παράλειψής του, αφετέρου δε ότι το αποδέχθηκε.
Η συνδρομή του στοιχείου της αποδοχής, που αποτελείτο κυρίαρχο στοιχείο της έννοιας του ενδεχόμενου δόλου, είναι ζήτημα απόδειξης και δεν προκαθορίζεται από το βαθμό της πιθανότητας με την οποία προβλέφθηκε το εγκληματικό αποτέλεσμα, ούτε από τη διαπίστωση ότι ο δράστης αν και προείδε τούτο ως δυνατό, προχώρησε στην πράξη του ή αποδέχθηκε την παράλειψή του, δίχως να λάβει υπόψη του μια τέτοια προειδοποίηση , δεδομένου ότι η έννοια του δόλου, είτε άμεσου είτε ενδεχόμενου συντίθεται από το γνωστικό και το βουλητικό στοιχείο του εγκληματικού αποτελέσματος και τα δύο δε αυτά στοιχεία είναι ισότιμα μεταξύ τους, οπότε δεν αρκεί μόνο η γνώση του υψηλού κινδύνου επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος από τυχόν ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη, για να μεταβάλει σε ενδεχόμενο δόλο μια βαριά ή ελαφρά παράβαση του οικείου καθήκοντος επιμέλειας, αλλά προσαπαιτείται και η διαπίστωση ότι ο υπαίτιος, κατά τον κρίσιμο χρόνο τέλεσης της πράξης, δεν απώθησε από τη συνείδησή του την παράσταση του δυναμένου να επέλθει από την πράξη του εγκληματικού αποτελέσματος και εντεύθεν το επιδοκίμασε [ΑΠ 133/2019], Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 42 παρ.1 και 299 του ΠΚ, προκύπτει ότι το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, που δεν ολοκληρώθηκε, βρίσκεται σε απόπειρα, η οποία τιμωρείται με ποινή ελαττωμένη [άρθρ.83 του Π Κ], όταν εκείνος που το αποφάσισε επιχειρεί πράξη, που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσής του, τέτοια δε θεωρείται κάθε ενέργεια του δράστη ή παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας αυτού [άρθρο 15 του ΠΚ], η οποία, αν από οποιονδήποτε λόγο δεν ανακοπεί, σε περίπτωση επιτυχούς έκβασής της, οδηγεί στην πραγμάτωση της αντικειμενικής του υπόστασης, επιφέρει δηλαδή τη θανάτωση του παθόντος, καθώς και εκείνη η ενέργεια, η οποία τελεί σε τέτοια συνάφεια ή σε τέτοιο οργανικό σύνδεσμο με την ανωτέρω πράξη [ενέργεια ή παράλειψη], ώστε κατά τη φυσική αντίληψη των πραγμάτων, μπορεί να θεωρηθεί ως αναπόσπαστο τμήμα και συστατικό μέρος αυτής, ενόψει του όλου σχεδίου του δράστη.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 380 παρ.1 ΠΚ, όποιος με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής αφαιρεί από άλλον ξένο [ολικά ή εν μέρει] κινητό πράγμα ή τον εξαναγκάζει να του το παραδώσει για να το ιδιοποιηθεί παράνομα τιμωρείται με κάθειρξη και χρηματική ποινή.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το έγκλημα της ληστείας είναι σύνθετο. Στοιχεία του εγκλήματος αυτού είναι αφενός μεν η κλοπή, αφετέρου δε η παράνομη βία, με την οποία ο δράστης αποβλέπει στην κάμψη της αντιστάσεως του θύματος, που μπορεί να επιτευχθεί και με αδράνεια αυτού. Έτσι η ληστεία συγκροτείται από την αντικειμενική υπόσταση της κλοπής [άρθρ.372 ΠΚ] και της παράνομης βίας [άρθρ.330 ΠΚ].
Το δεύτερο αυτό έγκλημα [παράνομη βία] είναι υπαλλακτικώς μικτό. Οι τρόποι πραγματώσεως της αντικειμενικής υποστάσεως μπορούν να εναλλαχθούν. Δηλαδή στην περίπτωση της ληστείας η παράνομη βία μπορεί να συνίσταται είτε σε σωματική βία κατά του θύματος είτε σε απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο ζωής.
Υποκειμενικώς, απαιτείται δόλος του δράστη που περιλαμβάνει τη γνώση ότι το πράγμα είναι ξένο, κατέχεται από άλλον και δεν υπάρχει συναίνεση εκείνου, τη θέληση να αφαιρέσει το πράγμα από την κατοχή του άλλου και να το υπαγάγει στην κατοχή του ή στην κατοχή τρίτου με σκοπό την παράνομη ιδιοποίηση και τη θέληση χρήσεως σωματικής βίας ή απειλών προς αφαίρεση του πράγματος [ΑΠ 1662/2019, ΑΠ 160/2019].
Κατά το άρθρο 45 του ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι πραγμάτωσαν από κοινού, εν όλω ή εν μέρει, τα στοιχεία της περιγραφόμενης στον νόμο αξιόποινης πράξης καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι συναυτουργία είναι η μετά από κοινή απόφαση σύμπραξη πολλών ως άμεσων αυτουργών κατά την εκτέλεση ενός εγκλήματος, με την ενέργεια από τον καθένα πράξεων, οι οποίες αποτελούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος είτε συγχρόνως με τους άλλους είτε διαδοχικά, τελώντας σε κάθε περίπτωση πράξη αντικειμενικής υποστάσεως [ΑΠ 716/2019].
Εξάλλου, έλλειψη της επιβαλλόμενης, από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ'του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, συντρέχει όταν δεν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν.
Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι, κατ'αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, προκύπτει δε από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, οπότε διαλαμβάνεται περί αυτού [δόλου] αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή.
Όταν, όμως, για το αξιόποινο της πράξης απαιτούνται κατά νόμο, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και πρόσθετα στοιχεία, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης [άμεσος δόλος] ή ορισμένος σκοπός [υπερχειλής δόλος], η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή και στον πρόσθετο σκοπό, με παράθεση των περιστατικών, που δικαιολογούν τόσο τη γνώση, όσο και το σκοπό, διαφορετικά η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης, κατά την ανωτέρω έννοια, αιτιολογίας.
Ακόμη, επί ενδεχόμενου δόλου, κατά την προεκτεθείσα έννοια, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα η ύπαρξή του, ειδικότερα δε, τόσο το στοιχείο της πρόβλεψης του εγκληματικού αποτελέσματος, όσο και το στοιχείο της αποδοχής του [ΑΠ 133/2019]. Τέλος, στην καταδικαστική απόφαση, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, πρέπει να προσδιορίζεται με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις το είδος του αποδιδόμενου στον κατηγορούμενο δόλου [όπως, άλλωστε, και της αμέλειας, ως συνειδητής ή μη συνειδητής, κατά το άρθρο 28 του Π Κ, όταν πρόκειται για πράξη διωκόμενη από αμέλεια], η ένταση του οποίου εκτιμάται και κατά την επιμέτρηση της ποινής [άρθρο 79 παρ.2 εδ.γ'του ΠΚ], διαφορετικά η απόφαση είναι αναιρετέα στο σύνολο της για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
Περαιτέρω, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων της ποινικής διαδικασίας περιλαμβάνεται, κατά το άρθρο παρ.1 περ.γ' του ΚΠΔ. και η πραγματογνωμοσύνη , η οποία διατάσσεται κατά το άρθρο 183 του ίδιου Κώδικα, υπό προϋποθέσεις, από τους ανακριτικούς υπαλλήλους ή το δικαστήριο, αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση των διαδίκων ή του εισαγγελέα.
Ως ιδιαίτερο δε είδος αποδεικτικού μέσου, η πραγματογνωμοσύνη πρέπει να προκύπτει από την αιτιολογία της απόφασης, ότι λήφθηκε και αυτή υπόψη, όπως συμβαίνει όχι μόνο, όταν αυτή μνημονεύεται ειδικώς μεταξύ των αποδεικτικών μέσων αλλά και όταν προκύπτει αναμφίβολα από τις παραδοχές της αποφάσεως ότι τα πορίσματά της λήφθηκαν υπόψη και έγιναν δεκτά από το δικαστήριο ή, σε κάθε περίπτωση, δεν είναι άσχετα με αυτές.
Επίσης η πραγματογνομωσύνη αυτή, η οποία αποσκοπεί στην ενίσχυση της κρίσεως του δικαστή, όταν ανακύπτει ζήτημα που απαιτεί εξειδικευμένες γνώσεις, εκτιμάται ελευθέρως από το δικαστήριο [ή το δικαστικό συμβούλιο], κατ'εφαρμογή του άρθρου 177 του ίδιου Κώδικα, με την έννοια ότι δεν το δεσμεύει η γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων.
Οφείλει, όμως, το δικαστήριο, με την απόφασή του όταν δεν αποδέχεται τα προκύπτοντα από αυτήν συμπεράσματα, να αιτιολογεί την αντίθετη δικαστική του πεποίθηση, παραθέτοντας τα αποδεδειγμένα εκείνα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποκλείουν αυτά που οι πραγματογνώμονες θέτουν ως βάση της γνώμης τους, διαφορετικά, αν δεν προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το ιδιαίτερο αυτό αποδεικτικό μέσο, μη αρκούσης της αναφοράς στα έγγραφα [στη γενική κατηγορία των οποίων δεν περιλαμβάνεται], ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας.
Σε κάθε άλλη περίπτωση και, ειδικότερα, επί ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης [απλής γνωματεύσεως ή γνωμοδοτήσεως] ή εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης που διενεργήθηκε από την αστυνομική αρχή στα πλαίσια της αυτεπάγγελτης προανάκρισης που δεν ταυτίζονται με το προβλεπόμενο στο άρθρο 178 ΚΠΔ αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύνης, τα πορίσματά τους εκτιμώνται ελευθέρως μαζί με τις άλλες αποδείξεις για τη διαμόρφωση της κρίσεως του δικαστηρίου, ως απλά έγγραφα, οπότε δεν είναι αναγκαίο να μνημονεύονται ως ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, ούτε απαιτείται ειδική αιτιολογία για τη μη αποδοχή τους [ΑΠ 290/2016], Επίσης, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚΠΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης.
Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚΠΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ'είδος σ'αυτή [καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, αναγνωστέα έγγραφα και απολογία κατηγορουμένου] δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν τα εξής: "Τις βραδινές ώρες της 15-4-2008, ο κατηγορούμενος, μαζί με άλλους τρεις [3] συγκατηγορουμένους του αγνώστων στοιχείων, εισήλθαν εντός του επί της οδού ...
αρ. 116-118 καταστήματος σούπερ μάρκετ με την επωνυμία "...", φορώντας ο ίδιος και δύο από τους άγνωστους συγκατηγορουμένους του κουκούλες τύπου full face και κρατώντας όπλα. Έξω από το σούπερ μάρκετ αυτό, τους ανέμενε εντός ενός οχήματος ο τέταρτος συνεργός τους, έτοιμος να τους βοηθήσει στη διαφυγή τους. Εκείνη την ημέρα και ώρα η Ε. - Α.
Σ. με το σύζυγο της και το βρέφος τους, είχαν επισκεφτεί το προαναφερόμενο σούπερ μάρκετ. Περί ώρα 20.45 και ενώ είχαν τελειώσει τις αγορές τους, πλησίασαν σε κάποιο από τα ταμεία του ανωτέρω σούπερ μάρκετ. Όταν η Ε. - Α. βρισκόταν μπροστά από το ταμείο, πίσω από αυτήν ακολουθούσε ο κατηγορούμενος, ο οποίος, ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και κρατώντας ένα πιστόλι, απηύθυνε απειλητικά σε όλους όσους ευρίσκονταν εντός του καταστήματος τη φράση "ληστεία, μην κουνηθεί κανείς".
Τις φράσεις "ληστεία, μην κουνηθεί κανείς", "κάτω γρήγορα "τα ταμεία - τα ταμεία" απηύθυναν απειλητικά σε όσους βρίσκονταν εντός του καταστήματος, και οι άγνωστοι συγκατηγορούμενοι του παρόντος κατηγορουμένου, ένας από αυτούς πυροβόλησε εκφοβιστικά στον αέρα ενώ ο παρών κατηγορούμενος πυροβόλησε με το όπλο που κρατούσε την Σ.
Ε.-Α., προκαλώντας της διαμπερές τραύμα άνω θωρακικού στομίου και κάκωση βραχιονίου πλέγματος, ενώ έτερος συνεργός του χτύπησε το διευθυντή του ανωτέρω καταστήματος Φ. Μ., στο κεφάλι, με τη λαβή του όπλου που κρατούσε, προκαλώντας του τραύμα του τριχωτού της κεφαλής. Με τον τρόπο αυτό, έκαμψαν την αντίσταση του ανωτέρω διευθυντή και των υπαλλήλων του ανωτέρω καταστήματος, καθώς και των πελατών τους και αφήρεσαν από τις ταμειακές μηχανές το συνολικό ποσό των 7.470 ευρώ, το οποίο ιδιοποιήθηκαν με πρόθεση παράνομα.
Ακολούθως, κλήθηκε ασθενοφόρο και η Ε. - Α. Σ., διακομίσθηκε στο νοσοκομείο "...", όπου της παρασχέθηκαν οι πρώτες βοήθειες και έτσι, δεν επήλθε το αποτέλεσμα του θανάτου της, το οποίο ο κατηγορούμενος επιδίωκε και σε κάθε περίπτωση γνώριζε ότι ήταν ενδεχόμενο να επέλθει και το αποδέχθηκε.
Συνεπώς, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε με πρόθεση τις πράξεις που του αποδίδονται με το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για τις πράξεις του αυτές, απορριπτομένων των πρακτικών ισχυρισμών τούτου ως αποδεικτικών. Στη συνέχεια το δικαστήριο κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο και αφού απέρριψε τους αυτοτελείς ισχυρισμούς περί αναγνωρίσεως των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2α και ε' επέβαλε σ'αυτόν συνολική ποινή κάθειρξης 14 ετών και ειδικότερα του ότι:
Στον κατωτέρω αναφερόμενο τόπο και χρόνο, με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα, τα οποία προβλέπονται από το νόμο και τιμωρούνται με ποινές στερητικές της ελευθερίας. Ειδικότερα: Α. Στον κατωτέρω αναφερόμενο τόπο και χρόνο, έχοντας αποφασίσει να τελέσει έγκλημα, το οποίο προβλέπεται από το νόμο και τιμωρείται με ποινή στερητική της ελευθερίας, επιχείρησε πράξη που περιείχε αρχή εκτέλεσης του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, χωρίς το έγκλημα να ολοκληρωθεί από αίτια εξωτερικά και για λόγους ανεξάρτητους της θελήσεως του.
Συγκεκριμένα, στην περιοχή ... την 15-4-2008, περί ώρα 20:45', ευρισκόμενος εντός του επί της οδού ... αρ. 116-118 καταστήματος S/M "...", αφού απηύθυνε απειλητικά σε όλους όσους ευρίσκονταν εντός του καταστήματος τη φράση "ληστεία, μην κουνηθεί κανείς", πυροβόλησε με πυροβόλο όπλο την πελάτη Σ. Ε.- Α., η οποία, εκείνη τη στιγμή, ευρισκόταν ανάμεσα σε δύο ταμεία του καταστήματος και έκανε δύο βήματα προς τα πίσω, προκαλώντας της διαμπερές τραύμα άνω θωρακικού στομίου, κάκωση βραχιονίου πλέγματος, χωρίς, όμως να επέλθει το αποτέλεσμα του θανάτου της, το οποίο επιδίωκε και σε κάθε περίπτωση γνώριζε ότι ήταν ενδεχόμενο να επέλθει και το αποδέχθηκε, από λόγους ανεξάρτητους της θελήσεως του, καθώς αμέσως διακομίστηκε στο νοσοκομείο "...", όπου της παρασχέθηκαν οι πρώτες βοήθειες.
Τελούσε δε, κατά το χρόνο της παραπάνω πράξης, σε ήρεμη ψυχική κατάσταση που του επέτρεπε την πλήρη σκέψη. Β. Στον παρακάτω αναφερόμενο τόπο και χρόνο, ενεργώντας με πρόθεση από κοινού και με κοινό δόλο με άλλους, με σωματική βία και με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο ζωής εναντίον προσώπου, και με καλυμμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου του αφαίρεσε από την κατοχή του ξένο (ολικά ή εν μέρει] κινητό πράγμα, για να το ιδιοποιηθεί παράνομα.
Ειδικότερα, στην περιοχή ... , την 15-4-2008, περί ώρα 20:45', ενεργώντας από κοινού με έτερους τρεις (3) συγκατηγορουμένους του αγνώστων στοιχείων, αφού αυτός, καθώς και έτεροι δύο (2) από τους συγκατηγορουμένους του εισήλθαν εντός του επί της οδού ... αρ. 116-118 καταστήματος S/M"...", φορώντας κουκούλες τύπου fullfaceKai κρατώντας όπλα, τα οποία προτάσσανε εναντίον των υπαλλήλων και πελατών του καταστήματος, ο δε τέταρτος συνεργός τους, τους ανέμενε έξωθεν του καταστήματος εντός ενός Ι.Χ.Ε.
αυτοκινήτου μάρκας ΟΡΕL τύπου VECTRA, ασημί χρώματος, απεύθυναν απειλητικά σε όλους όσους ευρίσκονταν εντός του καταστήματος φράσεις, όπως "ληστεία, μην κουνηθεί κανείς", "κάτω, ρε, γρήγορα-γρήγορα", "τα ταμεία - τα ταμεία", εν συνεχεία δε, ένας από αυτούς πυροβόλησε εκφοβιστικά στον αέρα, ο κατηγορούμενος δε, πυροβόλησε με πυροβόλο όπλο την πελάτη Σ.
Ε.-Α., η οποία, εκείνη τη στιγμή, ευρισκόταν ανάμεσα σε δύο ταμεία του καταστήματος και έκανε δύο βήματα προς τα πίσω, προκαλώντας της τραυματικό αιμοπνευμοθώρακα αριστερά, διαμπερές τραύμα άνω θωρακικού στομίου, κάκωση βραχιονίου πλέγματος, ενώ έτερος συνεργός του χτύπησε το διευθυντή του ανωτέρω καταστήματος Φ.
Μ., στο κεφάλι, με τη λαβή του όπλου που κρατούσε, προκαλώντας του τραύμα του τριχωτού της κεφαλής, καλυπτόμενο από αποξηραμένο αιματόπηγμα στη μεσότητα της βρεγματικής χώρας, με αποτέλεσμα να κάμψουν την αντίσταση του ανωτέρω διευθυντή και των υπαλλήλων του ανωτέρω καταστήματος, καθώς και των πελατών τους και να αφαιρέσουν από τις ταμειακές μηχανές το συνολικό ποσό των 7.470 ευρώ, με σκοπό να το ιδιοποιηθούν παράνομα.
Με αυτά που δέχτηκε το Δικαστήριο της ουσίας, ως προς την πράξη της τετελεσμένης ληστείας κατά συναυτουργία [άρθρο 380 παρ.1 ΠΚ], διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ανωτέρω αξιόποινης πράξης την οποία διέπραξε ο αναιρεσείων από κοινού με τους άγνωστους συναυτουργούς του και καταδικάστηκε, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1,27 παρ.1 και 380 παρ.1 του προισχύσαντος ΠΚ., 45 ΚΠΔ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να της παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ελλιπή δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία.
Ειδικότερα, αναφέρονται: α]ότι ο αναιρεσείων- κατηγορούμενος εισήλθε μαζί με άλλους τρεις συγκατηγορουμένους του αγνώστων στοιχείων, κατά τον αναφερόμενο παραπάνω τόπο και χρόνο, στο σούπερ - μάρκετ "..." επί της οδού ... στην περιοχή ..., κρατώντας όπλα [πιστόλια] με τα οποία απείλησαν τους υπαλλήλους και πελάτες που βρίσκονταν εντός του καταστήματος με τις φράσεις "ληστεία, μην κουνηθεί κανείς, "κάτω γρήγορα" "τα ταμεία - τα ταμεία" και πυροβολώντας ο ένας εκ των συνεργών προς εκφοβισμό στον αέρα , ο έτερος κτυπώντας με τη λαβή του όπλου στο κεφάλι τον διευθυντή του καταστήματος και τραυματίζοντας αυτόν και ο ίδιος ο αναιρεσείων πυροβολώντας προς την κατεύθυνση των ταμείων και τραυματίζοντας την πελάτισσα του καταστήματος Ε.-Α.
Σ., κατάφεραν να κάμψουν την αντίσταση του διευθυντή του καταστήματος και των υπαλλήλων με τις παραπάνω απειλές που εξαπέλυσαν εναντίον τους καθώς και με τους πυροβολισμούς και να τους εξαναγκάσουν να τους παραδώσουν τα χρήματα από τις ταμειακές μηχανές, β] η αφαίρεση του ποσού των 7.470 ευρώ από τα ταμεία και γ] η παράνομη ιδιοποίηση του ποσού αυτού.
Μεταξύ των αναγνωστέων εγγράφων περιλαμβάνονται, όπως προκύπτει από την οικεία θέση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης με αύξοντα αριθμό 6,7 και 10, οι από 4-8-2008, 16-9-2009 και 11-10-2009 εκθέσεις εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης της Δ.Ε.Ε/Τμήμα Εργαστηρίων Πυροβόλων Όπλων και ιχνών εργαλείων που διατάχθηκαν από την Δ/νση Εγκληματικών Ερευνών - Τμήμα Ανάλυσης Βιολογικών Υλικών, οι οποίες και κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, διατάχθηκαν στα πλαίσια αυτεπάγγελτης προανακρίσεως κατά την προδικασία πλην όμως, δεν αποτελούν πραγματογνωμοσύνες με την έννοια του νόμου, αφού, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή για τον έλεγχο της βασιμότητας του σχετικού λόγου αναιρέσεως , επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, για τη σύνταξη τούτων δεν τηρήθηκαν οι νόμιμες διατυπώσεις για το διορισμό πραγματογνωμόνων [διορισμός από ανακριτικό υπάλληλο, δικαστικό συμβούλιο ή δικαστήριο, κ.λ.π - άρθρα 183 επ.ΚΠΔ], αλλά απλά είναι υποβοηθητικά της προανακρίσεως έγγραφα προς διαπίστωση γεγονότων [εργαστηριακές βαλλιστικές εξετάσεις καλύκων και βιολογικού υλικού για ανίχνευση DNA].
Επομένως, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, δεν αποτελούν ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα και, ως εκ τούτου δεν ήταν αναγκαίο να μνημονεύονται ιδιαίτερα στο σκεπτικό ούτε να αναφερθούν και να αξιολογηθούν ειδικά τα πορίσματα τους, αλλά από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, για τη διαμόρφωση της κρίσεώς του, ως απλά έγγραφα.
Συνεπώς, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα, πλήρως αιτιολογείται η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' και Ε' ΚΠΔ τρίτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας και νόμιμης βάσης ως προς την καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα κρίση για την αμέσως παραπάνω αξιόποινη πράξη της από κοινού τετελεσμένης ληστείας, είναι αβάσιμοι και εντεύθεν απορριπτέοι. Οι λοιπές εκτιθέμενες αντίθετες αιτιάσεις περί εσφαλμένης εκτίμησης των αποδεικτικών μέσων καθόσον εξ αυτών συνάγονται κατά τον αναιρεσείοντα αντίθετα συμπεράσματα από αυτά στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας, είναι απαράδεκτες διότι αφορούν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, την οποία επιχειρούν να πλήξουν με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της έλλειψης νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης.
Περαιτέρω, αναφορικά με την πράξη της απόπειρας ανθρωποκτονίας, κατά το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, τα οποία, ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όσον αφορά στη συνδρομή του υποκειμενικού στοιχείου του δόλου, που απαιτείται στη συγκεκριμένη περίπτωση για τη στοιχειοθέτηση της εν λόγω αξιόποινης πράξης της απόπειρας ανθρωποκτονίας.
Συγκεκριμένα, διέλαβε ασαφή και αντιφατική αιτιολογία ως προς τον δόλο του κατηγορουμένου Δ. Μ. και ήδη αναιρεσείοντος, καθόσον, ενώ, σε σχέση με το υποκειμενικό τούτο στοιχείο του εγκλήματος, δέχτηκε στο σκεπτικό, ότι ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων "πυροβόλησε με το όπλο που κρατούσε την Σ. Ε.-Α., προκαλώντας της διαμπερές τραύμα άνω θωρακικού στομίου και κάκωση βραχιονίου πλέγματος.
Ακολούθως η τραυματίας διακομίσθηκε στο Νοσοκομείο "..." όπου της παρασχέθηκαν οι πρώτες βοήθειες και έτσι, δεν επήλθε το αποτέλεσμα του θανάτου της, το οποίο ο κατηγορούμενος επιδίωκε και σε κάθε περίπτωση γνώριζε ότι ήταν ενδεχόμενο να επέλθει και το αποδέχθηκε", στο δε διατακτικό δέχθηκε ότι "ο κατηγορούμενος πυροβόλησε με πυροβόλο όπλο την πελάτη Ε.-Α.
Σ., η οποία εκείνη τη στιγμή, ευρισκόταν ανάμεσα σε δύο ταμεία του καταστήματος και έκανε δύο βήματα προς τα πίσω, προκαλώντας της διαμπερές τραύμα άνω θωρακικού στομίου, κάκωση βραχιονίου πλέγματος, χωρίς όμως να επέλθει το αποτέλεσμα του θανάτου της, το οποίο επιδίωκε και σε κάθε περίπτωση γνώριζε ότι ήταν ενδεχόμενο να επέλθει και το αποδέχθηκε, από λόγους ανεξάρτητους της θελήσεώς του, καθώς αμέσως διακομίσθηκε στο Νοσοκομείο "...", όπου της παρασχέθηκαν οι πρώτες βοήθειες, τελούσε δε, κατά το χρόνο της παραπάνω πράξης, σε ήρεμη ψυχική κατάσταση που του επέτρεπε την πλήρη σκέψη".
Έτσι, δεν διευκρινίζεται με σαφήνεια, όπως απαιτείται κατά τα προεκτεθέντα, το είδος του δόλου που συνέτρεξε στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η παραπάνω ασάφεια επιτείνεται, μάλιστα, από την προεκτεθείσα παραδοχή, ότι ο αναιρεσείων το αποτέλεσμα του θανάτου της παθούσας "....το επιδίωκε και σε κάθε περίπτωση γνώριζε ότι ήταν ενδεχόμενο να επέλθει και το αποδέχθηκε...", η οποία καθιστά την αιτιολογία ενδοιαστική, αφού με τον τρόπο αυτό δεν συγκεκριμενοποιείται η διαβάθμιση του δόλου του, ενώ, περαιτέρω, εκτός από την κατά τα ως άνω ασάφεια και αντίφαση μεταξύ του σκεπτικού και του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν αιτιολογείται ιδιαιτέρως ο αναφερόμενος στο διατακτικό ενδεχόμενος δόλος του αναιρεσείοντος.
Ενόψει των ανωτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση, εξαιτίας της κατά τα ανωτέρω ασάφειας και αντίφασης των αιτιολογιών της, πάσχει από έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την καταδικαστική της κρίση για την αξιόποινη πράξη της απόπειρας ανθρωποκτονίας.
Συνεπώς, είναι βάσιμος ο σχετικός δεύτερος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ. και πρέπει να γίνει δεκτός.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παρ.1 του άρθρου 2 του ΠΚ, αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 380 παρ.1 στην αρχική της διατύπωση, ως ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης της ληστείας [15-4-2008] για την οποία κηρύχθηκε τελεσίδικα ένοχος ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, "όποιος με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής, αφαιρεί από άλλον ξένο [ολικά ή εν μέρει] κινητό πράγμα ή τον εξαναγκάζει να του το παραδώσει για να το ιδιοποιηθεί παρανόμως, τιμωρείται με κάθειρξη".
Με το άρθρο 25 παρ.4 του Ν. 3772/2009 προστέθηκε ως εδ.β' στην ως άνω διάταξη ότι "εάν ο υπαίτιος της πράξεως αυτής ενήργησε με καλυμμένα ή αλλοιωμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου του τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών". Ακολούθως, με το άρθρο 72 παρ.1 του Ν.4139/2013 αντικαταστάθηκε η παρ.1 εδάφιο β' του άρθρου 380 ΠΚ ως εξής: "Αν ο υπαίτιος της πράξεως αυτής ενήργησε με καλυμμένα ή αλλοιωμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου του ή αν έφερε πολεμικό τυφέκιο ή πυροβόλο όπλο που φέρει φυσίγγιο των 40 χιλιοστών και άνω ή πολυβόλο ή υποπολυβόλο ή χειροβομβίδα ή εκρηκτικό μηχανισμό ή βαρύ όπλο ή όπλο πυροβολικού, τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών".
Στη συνέχεια με το άρθρο 20 παρ.4α και β' του Ν.4322/2015 αφενός προσετέθη μετά το πρώτο εδάφιο της παρ.1 του άρθρου 380 ΠΚ εδάφιο δεύτερο ως εξής: "Η τέλεση της πράξης του προηγούμενου εδαφίου με κάλυψη ή αλλοίωση των χαρακτηριστικών του προσώπου του δράστη συνιστά επιβαρυντική περίσταση", αφετέρου το δεύτερο εδάφιο της παρ.1 του άρθρου 380 ΠΚ αντικαταστάθηκε ως εξής:
Αν ο υπαίτιος της πράξεως αυτής έφερε πολεμικό τυφέκιο ή πυροβόλο όπλο που φέρει φυσίγγιο των 40 χιλιοστών και άνω ή πολυβόλο ή υποπολυβόλο ή χειροβομβίδα ή εκρηκτικό μηχανισμό ή βαρύ όπλο ή όπλο πυροβολικού, τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών". Με έναρξη ισχύος την 1-7-2019 κυρώθηκε με το Ν. 4619/2019 ο νέος Ποινικός Κώδικας, σύμφωνα με το άρθρο 380 του οποίου "Όποιος με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής αφαιρεί από άλλον ξένο [ολικά ή εν μέρει] κινητό πράγμα ή τον εξαναγκάζει να του το παραδώσει για να το ιδιοποιηθεί παράνομα, τιμωρείται με κάθειρξη και χρηματική ποινή".
Από τις αμέσως παρατιθέμενες κατά χρονολογική σειρά τροποποιήσεις της παρ.1 του άρθρου 380 ΠΚ, διαπιστώνεται ότι από το χρόνο τέλεσης της πράξης της ληστείας [15- 4-2008] και μέχρι την αμετάκλητη εκδίκασή της, από τις περισσότερες διατάξεις νόμων που ίσχυσαν διαδοχικά, η εμπεριέχουσα την ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο μεταχείριση ήταν εκείνη του άρθρου 380 παρ.1 στην αρχική της διατύπωση πριν από την προσθήκη του εδαφίου β' που επέφερε το άρθρο 25 παρ.4 Ν.3772/2009 [με το οποίο προβλέφθηκε το πρώτο διακεκριμένη περίπτωση ληστείας με καλυμμένα ή αλλοιωμένα χαρακτηριστικά του προσώπου] την οποία όφειλε το Δικαστήριο της ουσίας αυτεπαγγέλτως να εφαρμόσει κατ'ορθή εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 2 ΠΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 380 παρ.1 ΠΚ.
Με την αναιρεσιβαλλόμενη όμως απόφαση ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος για την πράξη της ληστείας με βάση την δυσμενέστερη διάταξη ήτοι με καλυμμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου [άρθρο 380 παρ.1 εδ.β' ΠΚ] , θεσμοθετηθείσα το πρώτο με τον Ν.3772/2009 ήτοι μετά το χρόνο τέλεσης της πράξης της ληστείας και τιμωρούμενη με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και συνεπώς, εσφαλμένα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εφάρμοσε τη δυσμενέστερη αυτή διάταξη που περιελάμβανε την ως άνω επιβαρυντική περίπτωση και πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚΠΔ είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Κατ' ακολουθία τούτων κατά παραδοχή των πρώτου και δεύτερου λόγων της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, και αφού παρέλκει πλέον ως αλυσιτελής η έρευνα των λοιπών λόγων αυτής σχετικά με την πράξη της απόπειρας ανθρωποκτονίας, που εμπεριέχονται στους τρίτο και τέταρτο λόγους, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και δη:
α] ως προς την ενοχή όσον αφορά την πράξη της απόπειρας ανθρωποκτονίας, β] ως προς την πράξη της από κοινού με άγνωστους δράστες τετελεσμένης ληστείας μόνο όσον αφορά την επιβαρυντική περίσταση τέλεσης αυτής με καλυμμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου του δράστη και ως προς την επιβληθείσα ποινή και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος της για νέα κρίση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από Δικαστές άλλους εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως [άρθρα 519 και 522 ΚΠΔ], απορριπτόμενης κατά τα λοιπά της αιτήσεως αναιρέσεως.
Πρέπει, τέλος, να απαλειφθεί από τον απόφαση και η επιβληθείσα στον αναιρεσείοντα, παρεπόμενη ποινή της στέρησης πολιτικών δικαιωμάτων για δύο έτη (αρθρ.2, 5Α ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ'αριθμόν 835/15-4-2019 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και δη: α] ως προς την ενοχή του αναιρεσείοντα για την πράξη της απόπειρας ανθρωποκτονίας και β] ως προς την πράξη της από κοινού τετελεσμένης ληστείας μόνο όσον αφορά την επιβαρυντική περίσταση τέλεσης αυτής με καλυμμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου του δράστη - αναιρεσείοντα και ως προς την επιβληθείσα ποινή και συνακόλουθα για νέα επιμέτρηση της συνολικής ποινής.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της για νέα κατά το μέρος αυτό συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως.
Απαλείφει από την προσβαλλόμενη απόφαση τη διάταξη περί επιβολής της παρεπόμενης ποινής στέρησης των πολιτικών δικαιωμάτων στον αναιρεσείοντα για δύο (2) έτη.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 17-7-2017 [αριθμ.πρωτ.8008/18-7-2019] αίτηση του Δ. Μ. του Α., για αναίρεση της 835/15-4-2019 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Δεκεμβρίου 2019.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Δεκεμβρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ