Supreme Court dismisses appeal on property ownership transfer and possession requirements under Greek Civil Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's rejection of the appeal against the Court of Appeal's decision. The appellant argued that the lower court erred in finding the property description sufficient despite the complex inheritance history involving multiple heirs and vertical ownership splits. The court ruled that the specific area of the inherited plot was not a necessary element for the complaint's admissibility and that the possession requirements were met based on the clear evidence of the heirs' declarations. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 369, 1033, 1192, 1194, 1198, 1509, 974 of the Civil Code; Property ownership is acquired through agreement and registration, while possession requires physical control and intent of a master, and specific area details are not mandatory for admissibility.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2061 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2061/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βλουτόγλου.
Του αναιρεσίβλητου: Ψ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Βασιλείου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-6-1997 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και του αρχικού αποβιώσαντος διαδίκου Ζ και κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 88/1998 του ίδιου Δικαστηρίου που παρέπεμψε την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου λόγω αρμοδιότητας, 220/1999 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, 697/2000 και 517/2002 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση των εφετειακών αποφάσεων ζήτησε ο ήδη αιρεσείων με την 2-12-2003 αίτηση του και με τους από 30-10-2005 πρόσθετους λόγους, επί των οποίων εκδόθηκε η 288/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε τις αποφάσεις αυτές και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Ναυπλίου. Το Εφετείο εξέδωσε την 160/2007 απόφαση του την αναίρεση της οποίας ζητά ο αναιρεσείων με την από 21-12-2007 αίτησή του και τους από 28-1-2009 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου -Μπρίλλη ανέγνωσε την από 20-2-2009 έκθεση της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων καθώς και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 1033, 1192, 1194 και 1198 ΑΚ. αποκτά κάποιος κυριότητα ακινήτου με παράγωγο τρόπο, ύστερα από συμφωνία με τον κύριο του ακινήτου ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία, όπως είναι και η γονική παροχή (άρθρο 1509 ΑΚ), εφόσον η σχετική συμφωνία γίνει με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβληθεί σε μεταγραφή.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 974 ΑΚ, με την οποία ορίζεται, ότι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομές του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου, συνάγεται, ότι η νομή συγκροτείται από δύο στοιχεία, 1ο σωματικό και το πνευματικό περί της συνδρομής των οποίων κρίνει το δικαστήριο με βάση τις εμφανείς υλικές πράξεις επί του πράγματος, οι οποίες προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του και με τις οποίες εκδηλώνεται η θέληση εξουσίασης αυτού με διάνοια κυρίου.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις του αμέσως πιο πάνω άρθρου (974 ΑΚ) προς εκείνες των άρθρων 1045 και 1051 ΑΚ, με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας αποκτά την κυριότητα ακινήτου εκείνος που έχει στη νομή του το ακίνητο για μια εικοσαετία (ανεξάρτητα από καλή πίστη και νόμιμο τίτλο), με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του ακινήτου με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του.
Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθείς, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε.
Αντίθετα, η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, όταν οι πιο πάνω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και, ειδικότερα, αναφέρονται στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια (Ολ. ΑΠ 24/1992). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα:
Ο κατά την 19-2-1949 αποβιώσας Θ κατά το χρόνο του θανάτου ήταν κύριος ενός αρτίου και οικοδομήσιμου ακινήτου εμβαδού 356,45 τ.μ., μετά των επ' αυτού κτισμάτων, που βρίσκεται εντός των ορίων, του προ της 17-7-1923 υφισταμένου, οικισμού ..., που απεικονίζεται στο από Απριλίου 1997 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονος μηχανικού ...
και συνορεύει, προς βορράν επί μεν πλευράς Γ- Δ - Ε - Η μήκους 14,69 μέτρων με ακίνητο ιδιοκτησίας του εναγομένου, επί δε πλευράς Θ - Μ μήκους 7,95 μέτρων με ιδιοκτησία κληρονόμων ..., προς ανατολάς επί μεν πλευράς Β - Γ μήκους 10,15 μέτρων με την κοινοτική οδό ..., επί δε πλευράς Η - Θ μήκους 16,50 μέτρων με ιδιοκτησία του εναγομένου, προς νότον επί τεθλασμένης πλευράς Β-Ξ-Ο-Π-Ρ-Σ μήκους 22 μέτρων με ιδιοκτησία του δευτέρου αρχικώς ενάγοντος και ήδη κληρονόμων Ζ και προς δυσμάς επί μεν πλευράς Σ - Τ μήκους 6,65 μέτρων με ιδιοκτησία ήδη κληρονόμων Ζ(δευτέρου των αρχικώς εναγόντων), επί δε πλευράς Τ - Ζ - Μ μήκους 19,85 μέτρων με υπόλοιπη ιδιοκτησία των αρχικώς εναγόντων.
Τμήμα του ακινήτου τούτου αποτελεί και εδαφική αυτού λωρίδα εμβαδού 69,23 μέτρων που βρίσκεται στην ανατολική πλευρά του και συνορεύει προς βορράν με ιδιοκτησία ..., προς νότον με την υπόλοιπη έκταση του μείζονος εκτάσεως ακινήτου αυτού, προς ανατολάς επί πλευράς μήκους 16,50 μέτρων με την ιδιοκτησία του εναγομένου και προς δυσμάς με υπόλοιπη έκταση του μείζονος εκτάσεως ως άνω ακινήτου και το μεν βορειοανατολικό άκρο αυτής (εδαφικής αυτής λωρίδας των 69,23 τ.μ) απέχει από την οδό ... 14,55 μέτρα, το δε νοτιοανατολικό άκρο αυτής απέχει από την οδό αυτή 14,69 μέτρα.
Το τμήμα τούτο είναι το επίδικο ακίνητο περί της κυριότητος του οποίου ερίζουν οι διάδικοι. Μετά τον θάνατο αυτού (Θ) το ανωτέρω ακίνητο (των 356,45 τ.μ), ως τμήμα μείζονος εκτάσεως, εξ 635,95 τ.μ., ακινήτου, που επίσης ανήκε κατά κυριότητα νομή και κατοχή σε αυτόν, περιήλθε δυνάμει της από 16-9-1946 ιδιογράφου διαθήκης του, που δημοσιεύθηκε με τα από 29/23-2-1949 πρακτικά και κηρύχθηκε κυρία με την υπ' αριθμ. 63/23-2-1949 απόφαση του Πρωτοδικείου Κορίνθου, στον υιό του Ζ (δεύτερο των αρχικώς εναγόντων).
Έκτοτε ο τελευταίος άρχισε και μέχρι τις 2-6-1997 συνέχισε αδιαλείπτως να ασκεί αποκλειστικώς στο δικό του όνομα και για δικό του και μόνον λογαριασμό και ουχί και επ' ονόματι και για λογαριασμό του αδελφού του Ξ (πατρός του εναγομένου) στο ανωτέρω ακίνητο (των 356,45τ.μ) φυσικές πράξεις εξουσιάσεώς του με την πεποίθηση ότι είναι κύριος και ειδικότερα διαχώρισε αυτό, κατά το δυτικό όριό του, από το ανατολικό όριο της όμορης ιδιοκτησίας του εναγομένου, με συρματόπλεγμα, φύτευσε σε αυτό καλλωπιστικά φυτά, όπως τριανταφυλλιές και δένδρα εσπεριδοειδών και άλλων καρποφόρων, όπως μανταρινιές, πορτοκαλιές και αχλαδιά, διαμόρφωσε τσιμέντινους διαδρόμους, κατασκεύασε βόθρο συγκεντρώσεως των λυμάτων των οικημάτων του, καλλιεργούσε τα δένδρα του και συνέλεγε τους καρπούς του χωρίς ποτέ να ενοχληθεί καθ' οιονδήποτε τρόπο από κάποιον και ειδικώς από τον εναγόμενο, ο οποίος κατά το χρονικό αυτό διάστημα δεν προέβαλε ποτέ αμφισβήτηση των δικαιωμάτων του νομέως αυτού Ζ.
Μάλιστα τον ανωτέρω βόθρο λυμάτων τον κατασκεύασε και φύτευσε δύο μανταρινιές και μια πορτοκαλιά στο επίδικο ακίνητο (των 69,23 τ.μ). Έτσι και συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 974, 976, 983, 999, 1000, 1045, 1046, 1051, 1846 και 1872 παρ. 1 του ΑΚ κατέστη κύριος του ακινήτου αυτού και επομένως και του επιδίκου εδαφικού τμήματος ως τμήματός του, με έκτακτη χρησικτησία και επίσης ήταν αληθής κύριος αυτού κατά τις 2-6-1997, όταν, δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος κατά την τελευταία αυτή ημερομηνία υπ' αριθμ. ...
συμβολαίου γονικής παροχής κάθετης συνιδιοκτησίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Αγγελικής Βασιλείου Κωτσομύτη, μεταβίβασε αιτία γονικής παροχής την ψιλή κυριότητα στον πρώτο ενάγοντα και εν προκειμένω διάδικο υιό του .... Ισχυρίζεται βεβαίως ο εναγόμενος, ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα του ανήκει κατά κυριότητα, ως τμήμα μείζονος εκτάσεως ομόρου αυτής ακινήτου, διαφόρου εκείνου που περιήλθε στον εκ των αρχικώς εναγόντων Ζ, το οποίον περιήλθε σε αυτόν δυνάμει α) της από 16-9-1946 ιδιογράφου διαθήκης του κατά την 19-2-1949 αποβιώσαντος Θ, που δημοσιεύθηκε με τα από 29/23-2-1949 πρακτικά και κηρύχθηκε κυρία με την υπ' αριθμ. 63/23-2-1949 απόφαση του Πρωτοδικείου Κορίνθου, β) της νομίμως μεταγραφείσης υπ' αριθμ. 15966/1958 δήλωση των με την ανωτέρω διαθήκη τετιμημένων ..., ως επικαρπώτριας, και του πατέρας του (εναγομένου) Ξ, ως ψιλού κυρίου, ενώπιον του συμ/φου Βραχατίου Παναγιώτου Πούλου περί αποδοχής της κληρονομιάς του ανωτέρω διαθέτη Θ, γ) την νομίμως μεταγεγραμμένη υπ' αριθμ. 128132/1982 δήλωση του (εναγομένου) ενώπιον του συμ/φου Αθηνών Χ, με την οποίαν αποδέχθηκε την επαχθείσα σ' αυτόν εξ αδιαθέτου κληρονομιά του πατρός του Ξ, αντικείμενο της οποίας ήταν και το ακίνητο, τμήμα του οποίου κατά τους ισχυρισμούς του, αποτελεί το επίδικο, και δ) την νομίμως μεταγραφείσα υπ' αριθμ. 2046/1996 πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών Νικολάου Μπέση, με την οποίος αυτός (εναγόμενος) προέβη στην διόρθωση - συμπλήρωση της αμέσως προαναφερομένης δηλώσεως αποδοχής κληρονομιάς, Όμως ενόψει των ανωτέρω παραδοχών, ότι δηλαδή ο εκ των αρχικών εναγόντων Ζ κατέστη κύριος του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, ο ανωτέρω ισχυρισμός του εναγομένου είναι κατ' ουσίαν αβάσιμος και απορριπτέος.
Η κρίση μάλιστα αυτή ενισχύεται από το αποδεικνυόμενο από την ως άνω νομίμως μεταγεγραμμένη υπ' αριθμ. 15966/1958 δήλωση των με την ανωτέρω διαθήκη τετιμημένων ..., ως επικαρπώτριας, και του πατέρα του (εναγομένου) Ξ, ως ψιλού κυρίου, ενώπιον του συμ/φου Βραχατίου Παναγιώτου Πούλου περί αποδοχής της κληρονομιάς του ανωτέρω διαθέτη Θ, ότι οι ανωτέρω κληρονόμοι απεδέχθησαν την κληρονομιά και καθ' όσον αφορά κληρονομιαίο, ακίνητο μετά της υπάρχουσας σε αυτό αποθήκης, το οποίον είναι όμορο κατά την δυτική του πλευρά επί μήκους 16,50 μέτρων με το ανωτέρω επίδικο ακίνητο, με την ρητή, σαφή και αδίστακτη αναφορά ότι τούτο έχει εμβαδόν 250 περίπου τ.μ.
και όχι ότι αυτό έχει έκταση 312,65 τ.μ, όπως αβασίμως επομένως κατ' ουσίαν ισχυρίζεται ο εναγόμενος. Ενισχύεται επίσης από το αποδεικνυόμενο, ότι ο τελευταίος, μετά τον θάνατο του ανωτέρω πατρός του Ξ, αποδέχθηκε και αυτός με την νομίμως μεταγεγραμμένη υπ' αριθμ. 128132/1982 δήλωση του ενώπιον του συμ/φου Αθηνών Χ, την επαχθείσα σ' αυτόν εξ αδιαθέτου κληρονομιά του πατρός του τούτου (Ξ), αντικείμενο της οποίας ήταν επίσης το ανωτέρω ακίνητο, χωρίς να προβεί σε καμιά διόρθωση της εκτάσεως αυτού, τουθ' όπερ έπραξε πολύ αργότερον και δη μετά δέκα τέσσερα (14) έτη δυνάμει της νομίμως μεταγραφείσης υπ' αριθμ. 2046/1996 πράξης του συμβολαιογράφου Αθηνών Νικολάου Μπέση, κατά τα εκτεθέντα.
Τέλος ενισχύεται από το ότι ο ανωτέρω πατέρας του εναγομένου κατά το έτος 1974 επεξέτεινε την οικοδομή, που υπήρχε στο κατά τα ανωτέρω περιελθόν σε αυτόν και όμορο του επιδίκου ακίνητο και διαμόρφωσε κατά τέτοιο τρόπο την επιφάνεια αυτού, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μεταξύ του ως άνω ακινήτου του ενάγοντος και επομένως και του επιδίκου τμήματος και της υπόλοιπης ιδιοκτησίας του εναγομένου υψομετρική διαφορά 0,35 μέτρα περίπου.
Τα ανωτέρω, ως αποδειχθέντα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, δεν αναιρούνται από άλλα αποδεικτικά μέσα. Περαιτέρω αποδεικνύεται, ότι ο εκ των αρχικών εναγόντων Ζ, δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ' αριθμ.12271/27-5-1997 και όντας κατά τα εκτεθέντα αληθής κύριος του ανωτέρω ακινήτου και του επιδίκου εδαφικού τμήματος του, μεταβίβασε αιτία γονικής παροχής της ψιλή κυριότητα αυτού στον πρώτο ενάγοντα υιό του Ψ, και παρακράτησε δι' εαυτόν την επικαρπία, με συνέπεια ο τελευταίος να καταστεί ψιλός κύριος του επιδίκου και έκτοτε μέχρι και του χρόνου ασκήσεως της αγωγής να είναι τοιούτος κύριος, όπως βασίμως κατ' ουσίαν επομένως αυτός (πρώτος ενάγων) ισχυρίζεται.
Αποδείκνυεται επίσης, ότι ο εναγόμενος αμφισβητεί το ως άνω δικαίωμα της ψιλής κυριότητος του αντιδίκου του πρώτου ενάγοντος, όπως βασίμως κατ' ουσίαν αυτός ισχυρίζεται. Εν όψει όλων των ανωτέρω εκτεθέντων οι ισχυρισμοί του εναγομένου, ότι ο πατέρας του ενάγοντος αναγνώριζε από του έτους 1969 την κυριότητα του πατρός του ιδίου (εναγομένου) στο επίδικο τμήμα και ενεργούσε τις ανωτέρω πράξεις νομής για λογαριασμό του (πατρός του εναγομένου), ότι η αξίωση του ενάγοντος έχει υποπέσει σε παραγραφή καθ' ότι από του έτους 1969, που όπως προαναφέρθηκε ο πατέρας του ενάγοντος αναγνώριζε την κυριότητα του πατρός του εναγομένου και εντεύθεν μέχρι την άσκηση της αγωγής παρήλθε χρόνος μεγαλύτερος της εικοσαετίας και ότι η άσκηση της αγωγής αυτής ασκείται κατά κατάχρηση δικαιώματος, είναι ουσία αβάσιμοι και απορριπτέοι".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την ένδικη αγωγή του πρώτου ενάγοντα και ήδη αναιρεσιβλήτου περί αναγνώρισης της ψιλής κυριότητάς του στην επίδικη εδαφική λωρίδα με παράγωγο τρόπο, δηλαδή με βάση το ... συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Αθηνών Αγγελικής Βασιλ.
Κωτσομύτης, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, με το οποίο ο αρχικός δεύτερος ενάγων, Ζ, πατέρας του, αληθινός κύριος του σ' αυτό περιγραφόμενου ακινήτου, - τμήμα του οποίου είναι και ήδη επίδικη εδαφική λωρίδα,- με πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή με έκτακτη χρησικτησία, μεταβίβασε σ' αυτόν λόγω γονικής παροχής τη ψιλή κυριότητα του εν λόγω ακινήτου, επικυρώνοντας, ακολούθως, την εκκαλούμενη απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση.
Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα ως προς την κτήση της αποκλειστικής κυριότητας του άμεσου δικαιοπαρόχου του αναιρεσίβλητου στην επίδικη εδαφική λωρίδα με έκτακτη χρησικτησία ακολούθως δε, την κτήση της ψιλής κυριότητας του ίδιου, στην εν λόγω λωρίδα με παράγωγο τρόπο, εκτίθεται με σαφήνεια, διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της ένδικης αναγνωριστικής αγωγής.
Ο τέταρτος, επομένως, πρόσθετος λόγος με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο διέλαβε ελλιπείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της άσκησης διακατοχικών πράξεων στην επίδικη εδαφική λωρίδα από μέρους του δεύτερου ενάγοντα με διάνοια κυρίου και όχι για λογαριασμό του πατέρα του αναιρεσείοντα, ως προς την κτήση της κυριότητας της εν λόγω λωρίδας από τον ίδιο με έκτακτη χρησικτησία και ως προς την κτήση της κυριότητας της λωρίδας αυτής από τον πρώτο ενάγοντα με παράγωγο τρόπο, δηλαδή με βάση το ...
συμβόλαιο γονικής παροχής, με το οποίο ο δεύτερος ενάγων, πατέρας του, μεταβίβασε σ' αυτόν τμήμα του ιδιόκτητου ακινήτου του, εμβαδού 356,45 τετρ. μέτρων, τμήμα του οποίου αποτελεί η επίδικη λωρίδα, εμβαδού 69,23 τετρ. μέτρων και, έτσι, στέρησε την απόφαση του από τη νόμιμη βάση της, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Ο λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μάσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Εξάλλου, ιδιαίτερο από τους μάρτυρες και τα έγγραφα αποδεικτικό μέσο (επιτρεπόμενες μαρτυρικές καταθέσεις εκτός δίκης) είναι, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 336 παρ, 3, 339, 395, 398, 406-409 Κ.Πολ.Δ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 270 παρ. 2 εδάφ.
β' του ίδιου Κώδικα, και οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου, που συντάσσονται ύστερα από προηγούμενη νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου του διαδίκου εκείνου με επιμέλεια του οποίου λαμβάνονται, προκειμένου να προσκομιστούν στη. δίκη που διεξάγεται κατά την τακτική διαδικασία, για την οποία και έχουν δοθεί.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 529 § 1 Κ.Πολ.Δ, που ορίζει, ότι στην κατ' έφεση δίκη είναι επιτρεπτή η επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, προκύπτει ότι οι ένορκες βεβαιώσεις λαμβάνονται υπόψη, εφόσον συντάχθηκαν οποτεδήποτε μετά τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και μέχρι τη συζήτηση της έφεσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τους συναφείς πρώτο λόγο του αναιρετηρίου και πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του, πρόσθετο λόγο και, υπό την επίκληση πλημμέλειας από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, προβάλλεται, ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί της ουσιαστικής βασιμότητας της ένδικης αναγνωριστικής περί κυριότητας ακινήτου αγωγής των αρχικών εναγόντων-στη δικονομική θέση του δευτέρου από τους οποίους, εξαιτίας του επισυμβάντος κατά τη διάρκεια της δίκης θανάτου του, υπεισήλθε η σύζυγος του ..., - κατά την κύρια βάση της, τη στηριζόμενη στον παράγωγο τρόπο κτήσης της ψιλής κυριότητας του πρώτου ενάγοντα και ήδη αναιρεσιβλήτου στο εν λόγω ακίνητο, επικυρώνοντας, έτσι, την εκκαλούμενη απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση ως προς το διάδικο αυτό, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις τα, ειδικότερα, μνημονευόμενα σ' αυτούς αποδεικτικά μέσα, δηλαδή:
α) τις 2446/1968 και 12.268/1997, αντίστοιχα, δηλώσεις αποδοχής κληρονομιάς των συμβολαιο-γράφων Βραχατίου και Αθηνών Κων/νου Πούλου και Αγγελικής Βασιλείου-Κωτσομύτη, με τις οποίες ο αρχικός δεύτερος ενάγων Ζ αποδέχθηκε την κληρονομιά του θανόντα πατέρα του Θ, β) το από Αυγούστου 1969 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού ..., γ) την από 31-3-1998 τεχνική έκθεση του μηχανικού ..., δ) το από Ιουνίου 1974 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού ...,
ε) την 105/1958 οικοδομική άδεια, στ) απόσπασμα του κτηματολογικού διαγράμματος του ΟΚΧΕ με τα συνοδεύοντα αυτό στοιχεία, γ) τις 30 και 31/6-2-2007, αντίστοιχα, ένορκες ενώπιον της συμβολαιογράφου Σικυώνος βεβαιώσεις μαρτύρων, που εξετάστηκαν με επιμέλεια του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντα μετά προηγούμενη νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση των αντιδίκων του με την 700/1-2-2007 έκθεση επίδοσης της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας Κορίνθου ...
η) τα από 1-1-1982, 1-1-1979, 1-1-1997, 1-8-1978, 1-5-1977 και 1-8-1978, αντίστοιχα, μισθωτήρια συμβόλαια, τα οποία υπέγραψε ο δεύτερος ενάγων, ως εκπρόσωπος του πατέρα του αναιρεσείοντα και του ίδιου, αφορώντα μισθωτές της συγκεκριμένης οικοδομής και θ) το 12.271/1997 συμβόλαιο γονικής παροχής κάθετης συνιδιοκτησίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Αγγελικής Βασιλείου, αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιον του ο αναιρεσείων, με τις προτάσεις του της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη των ουσιωδών ισχυρισμών του, ότι ο δεύτερος ενάγων δεν ασκούσε πράξεις νομής στην επίδικη λωρίδα με διάνοια κυρίου, αλλά ενεργούσε πάντα ως εκπρόσωπος του πατέρα του - αναιρεσείοντα - και με τη συγκατάθεσή του και ότι η όλη έκταση της ιδιοκτησίας του ίδιου ανερχόταν σε 533,26 τετρ.
μέτρα και όχι σε 635,95 τετρ. μέτρα. Οι ερευνώμενοι αυτοί αναιρετικοί λόγοι είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, αφού από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και "από όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι και τις 30/6-2-2007 και 31/6-2-2007 ένορκες βεβαιώσεις των ...
και ... ενώπιον της Ειρηνοδίκου Σικυώνος Αθανασίας Νικολοπούλου, τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει ο εναγόμενος και οι οποίες λαμβάνονται υπόψη ως έχουσες ληφθεί μετά προηγουμένη προ δύο εργασίμων ημερών κλήτευση του ενάγοντος (Κ.Πολ.Δ 270 § 2, 529 § 1, βλ. υπ' αριθμ. 11.983 Γ') 1-2-2007 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του πρωτοδικείου Αθηνών ...)....", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα αποδεικτικά αυτά μέσα, από τα οποία μάλιστα τις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις μνημόνευσε ρητά, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα προμνημονευόμενα έγγραφα.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης δημιουργείται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό (δικαστήριο) καθορίζει ο νόμος - λ.χ.
στις καταθέσεις των μαρτύρων, όχι όμως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας ελεύθερα, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 Κ.Πολ.Δ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία.
Ο δεύτερος, επομένως, αναιρετικός λόγος, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι η όλη έκταση που περιήλθε αρχικά στην κυριότητα του δεύτερου ενάγοντα ανερχόταν σε 633,95 τετρ. μέτρα αντί του ορθού των 533,26 τετρ, μέτρων, προσέδωσε μεγαλύτερη αποδεικτική βαρύτητα στις 2446/1968 και 12.268/1997, αντίστοιχα, δηλώσεις αποδοχής κληρονομιάς, που προμνημονευθηκαν, καθώς και στο συνημμένο στη 12.269/1997 μονομερή σύσταση κάθετων ιδιοκτησιών της συμβολαιογράφου Αθηνών Αγγελικής Βασιλείου-Κωτσομύτη τοπογραφικό διάγραμμα του ...
από εκείνη του περιεχομένου του ... συμβολαίου γονικής παροχής της ίδιας πιο πάνω συμβολαιογράφου, με το οποίο ο δεύτερος ενάγων μεταβίβασε στον πρώτο ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο τη ψιλή κυριότητα της ιδιοκτησίας του, εμβαδού 356,45 τετρ. μέτρων, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Η αξιοπιστία των μαρτύρων και η εκτίμηση των όσων αυτοί καταθέτουν ανήκει στην κυριαρχικά ανέλεγκτη εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, εκτιμώντας τις περιστάσεις, μπορεί να αποδώσει στις μαρτυρικές αποδείξεις μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα από άλλα ίδιας αποδεικτικής δύναμης, αποδεικτικά μέσα.
Ο τρίτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο, κατ' ορθή εκτίμησή του, προβάλλεται η από τον αριθμό 12 (και όχι από τον αριθμό 14, όπως διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο) του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο προσέδωσε μεγαλύτερη αποδεικτική βαρύτητα στην κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης από εκείνη του περιεχομένου των τίτλων ιδιοκτησίας των εναγόντων (2426/1968 και 12.268/1997 δηλώσεων αποδοχής κληρονομιάς και 12271/1997 συμβολαίου γονικής παροχής) ως προς την άσκηση διακατοχικών πράξεων στην επίδικη εδαφική λωρίδα, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Ο ίδιος αναιρετικός λόγος, εκτιμώμενος ως πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περίπτ. α' του Κ.Πολ.Δ, γιατί το Εφετείο έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει, δηλαδή έλαβε υπόψη την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, η οποία αποτελεί ανεπίτρεπτο κατά νόμο αποδεικτικό μέσο, αφού το περιεχόμενο της αντιτίθεται στο περιεχόμενο των τίτλων ιδιοκτησίας των εναγόντων, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, εφόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο σχετικός ισχυρισμός του αναιρεσείοντα περί μη λήψης υπόψη της αμέσως πιο πάνω κατάθεσης από το Εφετείο προτάθηκε παραδεκτά ενώπιον του με την έφεση του ή με τις προτάσεις του της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Ο συναφής, επίσης, με τον αμέσως πιο πάνω αναιρετικό λόγο πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος του, πρόσθετος λόγος, με τον οποίο, κατ' ορθή εκτίμησή του, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ίδια, από τον αριθμό 12 (και όχι από τον αριθμό 11 περίπτ. α', όπως αναφέρεται στο οικείο δικόγραφο) του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, προσέδωσε στην ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης μεγαλύτερη αποδεικτική βαρύτητα από εκείνη του τοπογραφικού διαγράμματος του μηχανικού ..., που συντάχθηκε ύστερα από εντολή του δεύτερου ενάγοντα, του περιεχομένου όλων των προμνημονευόμενων εγγράφων, καθώς και της εξώδικης ομολογίας του εν λόγω ενάγοντα (η οποία όμως δεν εξειδικεύεται), είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Ο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης ιδρύεται μόνο όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο η έκπτωση από δικαίωμα, που προέρχεται από παραβίαση δικονομικού και όχι ουσιαστικού Δικαίου διάταξης (Ολ. ΑΠ 12/2000, Ολ.ΑΠ 1/1999). Εξάλλου, τα δημόσια έγγραφα, δηλαδή τα έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο μέσα στα όρια της υλικής και τοπικής αρμοδιότητάς του, αποτελούν, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 438 Κ.Πολ.Δ, πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτά ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε τα έγγραφα αυτά ή ότι έγιναν ενώπιόν του.
Αντίθετα, τα δημόσια έγγραφα αποτελούν απόδειξη, όχι όμως πλήρη, εφόσον συγχωρείται ανταπόδειξη ως προς γεγονότα, που ανάγονταi στο λειτούργημα του συντάκτη τους δημόσιου λειτουργού, των οποίων την αλήθεια όφειλε να εξακριβώσει ο τελευταίος. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, γιατί το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, δηλαδή δεν απέρριψε ως απαράδεκτο τον αγωγικό ισχυρισμό ότι το περιγραφόμενο στην ένδικη αγωγή ακίνητο οικόπεδο -, το οποίο περιήλθε αρχικά στην αποκλειστική κυριότητα του δεύτερου ενάγοντα με βάση τις 2426/1968 και 12.268/1997, αντίστοιχα, δηλώσεις αποδοχής κληρονομίας, με τις οποίες αποδέχθηκε ρητά αυτός την κληρονομία του πατέρα του Θ, φέρεται ότι έχει συνολική έκταση 635,95 τετρ.
μέτρα, μολονότι στις εν λόγω δηλώσεις που μνημονεύονται στο ... συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Αθηνών Αγγελικής Βασιλείου-Κωτσομύτη, με το οποίο ο ίδιος μεταβίβασε στον πρώτο ενάγοντα, γιο του, τη ψιλή κυριότητα τμήματος του εν λόγω ακινήτου, εμβαδού 356,45 τετρ. μέτρων, αναφέρονται τα κληρονομιαία ακίνητα, από τη συνένωση των οποίων προήλθε το αμέσως πιο πάνω ακίνητο, ως έχοντα εμβαδόν 250 και 283,33 τετρ.
μέτρα, αντίστοιχα, και, συνολικά, 533,26 τετρ. μέτρα, αλλά, αντίθετα, δέχθηκε, στηριζόμενο στη 12.269/1997 πράξη μονομερούς σύστασης κάθετων ιδιοκτησιών της συμβολαιογράφου Αθηνών Αγγελικής Βασιλείου-Κωτσομύτη, με την οποία ο δεύτερος ενάγων υπήγαγε το εν λόγω ακίνητο και το πάνω σ' αυτό κτίσμα-διόροφη οικοδομή-, περί (οριζόντιας και) κάθετης ιδιοκτησίας, καθώς και στο συνημμένο στην πράξη αυτή τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού ..., ότι το αμέσως πιο πάνω ακίνητο έχει εμβαδόν 635,95 τετρ.
μέτρα, πολύ δηλαδή μεγαλύτερο εκείνου που προκύπτει από τους προαναφερόμενους τίτλους ιδιοκτησίας των εναγόντων, τα οποία, ως δημόσια έγγραφα, παρέχουν πλήρη απόδειξη, σε αντίθεση με την προμνημονευόμενη πράξη σύστασης κάθετων ιδιοκτησιών και το συνοδεύον αυτή τοπογραφικό διάγραμμα, έγγραφα, τα οποία δεν έχουν καμιά αποδεικτική ισχύ ως μη στηριζόμενα στους παραπάνω τίτλους ιδιοκτησίας του δεύτερου ενάγοντα.
Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, εφόσον δεν αφορά την παραβίαση δικονομικής διάταξης σε σχέση με το επικαλούμενο με αυτόν απαράδεκτο της ένδικης αγωγής, αλλά αφορά την ουσιαστική κρίση του Εφετείου σε σχέση με το εμβαδόν του μεγαλύτερου ιδιόκτητου ακινήτου του δεύτερου ενάγοντα, στηριζομένη στην αναιρετικά ανέλεγκτη απ' αυτό εκτίμηση του περιεχομένου των πιο πάνω εγγράφων (άρθρο 561 § 1 Κ.Πολ.Δ), από τα οποία τα δημόσια έγγραφα, τα οποία αποτελούν τους τίτλους ιδιοκτησίας των εναγόντων, δεν παρέχουν πλήρη απόδειξη ως προς το εμβαδόν των μνημονευόμενων σ' αυτά ακινήτων, που δηλώθηκε στους συντάκτες τους από το φερόμενο ως ιδιοκτήτη των εν λόγω ακινήτων, επιτρεπομένης, έτσι, της ανταπόδειξης του περιεχομένου των εγγράφων αυτών.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασης τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού η δικονομικού δικαιώματος. (Ολ.
ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 469/1984). Ο λόγος δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (Ολ.
ΑΠ 12/1991). Στη συγκεκριμένη περίπτωση, με το δεύτερο πρόσθετο λόγο ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περίπτ. β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ουσιώδεις ισχυρισμούς του αναιρεσείοντα, που προτάθηκαν ενώπιόν του με τους πρώτο και τρίτο, αντίστοιχα, λόγους της έφεσής του, περί του ότι το εμβαδόν του περιγραφόμενου στην ένδικη αγωγή ακινήτου, το οποίο περιήλθε αρχικά στην αποκλειστική κυριότητα του δεύτερου ενάγοντα ανέρχεται σε 533,26 τετρ.
μέτρα και όχι σε 635,95 τετρ. μέτρα και ότι ο εν λόγω ενάγων δεν είχε ίδιο εμπράγματο δικαίωμα επί της επίδικης εδαφικής λωρίδας και μάλιστα δικαίωμα επικαρπίας, αλλά όλες τις διακατοχικές πράξεις του στην εν λόγω λωρίδα διενεργούσε ο ίδιος κατ' εντολή του πατέρα του αναιρεσιβλήτου και ύστερα από προηγούμενη συνεννόηση μαζί του.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, ως προς μεν το πρώτο σκέλος του, γιατί ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντα περί της έκτασης του μεγαλύτερου ιδιόκτητου ακινήτου του δεύτερου ενάγοντα δεν είναι αυτοτελής, με την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ, που προπαρατέθηκε, αλλά αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της ένδικης αγωγής, ως προς δε το δεύτερο σκέλος του, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί, ειδικότερα, ότι: "Μετά τον θάνατο αυτού (Θ) το ανωτέρω ακίνητο (των 356,45 τ.μ), ως τμήμα μείζονος εκτάσεως, εξ 635,95 τ.μ., ακινήτου, που επίσης ανήκε κατά κυριότητα νομή και κατοχή σε αυτόν, περιήλθε δυνάμει της από 16-9-1946 ιδιογράφου διαθήκης του, που δημοσιεύθηκε με τα από 29/23-2-1949 πρακτικά και κηρύχθηκε κυρία με την υπ' αριθμ. 63/23-2-1949 απόφαση του Πρωτοδικείου Κορίνθου, στον υιό του Ζ (δεύτερο των αρχικώς εναγόντων).
Έκτοτε ο τελευταίος άρχισε και μέχρι τις 2-6-1997 συνέχισε αδιαλείπτως να ασκεί αποκλειστικώς στο δικό του όνομα και για δικό του μόνον λογαριασμό και ουχί και επ' ονόματι και για λογαριασμό του αδελφού του Ξ (πατρός του εναγομένου) στο ανωτέρω ακίνητο (των 356,45 τ.μ) φυσικές πράξεις εξουσιάσεώς του με την πεποίθηση ότι είναι κύριος και ειδικότερα διαχώρισε αυτό, κατά το δυτικό όριό του, από το ανατολικό όριο της όμορης ιδιοκτησίας του εναγομένου, με συρματόπλεγμα, φύτευσε σε αυτό καλλωπιστικά φυτά, όπως τριανταφυλλιές και δένδρα εσπεριδοειδών και άλλων καρποφόρων, όπως μανταρινιές, πορτοκαλιές και αχλαδιά, διαμόρφωσε τσιμέντινους διαδρόμους, κατασκεύασε βόθρο συγκεντρώσεως των λυμάτων των οικημάτων του, καλλιεργούσε τα δένδρα του και συνέλεγε τους καρπούς του χωρίς ποτέ να ενοχληθεί καθ' οιονδήποτε τρόπο από κάποιον και ειδικώς από τον εναγόμενο, ο οποίος κατά το χρονικό αυτό διάστημα δεν προέβαλε ποτέ αμφισβήτηση των δικαιωμάτων του νομέως αυτού Ζ.
Μάλιστα τον ανωτέρω βόθρο λυμάτων τον κατασκεύασε και φύτευσε δύο μανταρινιές και μια πορτοκαλιά στο επίδικο ακίνητο των 69,23 τ.μ. Έτσι και σύμφωνα προς τις διατάξεις των άρθρων 974, 976, 983, 999, 1000, 1045, 1046, 1051, 1846 και 1872 παρ. 1 του ΑΚ κατέστη κύριος του ακινήτου αυτού και επομένως και του επιδίκου εδαφικού τμήματος ως τμήματος του, με έκτακτη χρησικτησία και επίσης ήταν αληθής κύριος αυτού κατά τις 2-6-1997, όταν, δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος κατά την τελευταία αυτή ημερομηνία υπ' αριθμ. ...
συμβολαίου γονικής παροχής κάθετης συνιδιοκτησίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Αγγελικής Βασιλείου Κωτσομύτη, μεταβίβασε αιτία γονικής παροχής την ψιλή κυριότητα στον πρώτο ενάγοντα και εν προκειμένω διάδικο υιό του Ψ...", έλαβε υπόψη τον επίμαχο ισχυρισμό του αναιρεσείοντα και τον απέρριψε ως και κατ' ουσίαν αβάσιμο.
Από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 στοιχ. α' και β' Κ.Πολ.Δ προκύπτει, ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωση της - αγωγής -, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου και όχι αορίστου.
Διαφορετικά το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεκτική εκτέλεσης. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας.
Προκειμένου, ειδικότερα, περί διεκδικητικής (ή αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου) αγωγής απαιτείται, για το ορισμένο αυτής, εκτός από τα απαιτούμενα κατά το άρθρο 1094 ΑΚ στοιχεία και ακριβής περιγραφή του εν λόγω ακινήτου, δηλαδή, ο προσδιορισμός του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια και μάλιστα τόσο λεπτομερής, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του.
Δεν απαιτείται, όμως, για το ορισμένο της αγωγής να αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο οι πλευρικές διαστάσεις του ακινήτου και ο καθ' όρια προσανατολισμός του, ούτε να κατονομάζονται οι ιδιοκτήτες των όμορων ακινήτων. Η ακριβής, εξάλλου, περιγραφή του ακινήτου, η οποία μπορεί να γίνει και με αποτύπωσή του σε ενσωματωμένο στο δικόγραφο της αγωγής τοπογραφικό διάγραμμα υπό κλίμακα, είναι αναγκαία, γιατί μόνο έτσι θα μπορέσει ο εναγόμενος να αμυνθεί και να τάξει τις δέουσες αποδείξεις.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ) επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αναγνωριστικής περί ψιλής κυριότητας και επικαρπίας ακινήτου αγωγής, το επίδικο ακίνητο, δηλαδή μια εδαφική λωρίδα, εμβαδού 69,23 τετρ. μέτρων, βρίσκεται μέσα στα όρια του υπάρχοντος πριν από τις 17-7-1923 οικισμού ..., της ομώνυμης Κοινότητας και συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία ... (σταθερή πλευρά), νότια με συνεχόμενη ιδιοκτησία των εναγόντων, ανατολικά, σε πλευρά μήκους 16,50 μέτρων με συνεχόμενη ιδιοκτησία του εναγομένου, το βορειοανατολικό της άκρο απέχει από την οδό ... 14,55 μέτρα (όσο και το μήκος της βόρειας πλευράς του οικοπέδου του εναγομένου), ενώ το νοτιοανατολικό της άκρο απέχει από την πιο πάνω οδό 14,69 μέτρα (όσο και το μήκος της νότιας πλευράς του οικοπέδου του εναγομένου).
Η εν λόγω εδαφική λωρίδα είναι το ανατολικό τμήμα του με αριθμό 2° οικοπέδου με την πάνω σ' αυτό διόροφη οικία, συνολικού εμβαδού 356,45 τετρ. μέτρων, όπως το τελευταίο ειδικότερα περιγράφεται στην ένδικη αγωγή κατά θέση, έκταση, όρια και πλευρές ορίων, το οποίο, ως αυτοτελής και ανεξάρτητη ιδιοκτησία με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο μεγαλύτερο οικόπεδο (εμβαδού 635,95 τετρ.
μέτρων) 560/1000 εξ αδιαιρέτου, περιήλθε στη ψιλή κυριότητα του πρώτου ενάγοντα με το ... συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Αθηνών Αγγελικής Βασιλείου Κωτσομύτη, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, ενώ ο δεύτερος ενάγων, πατέρας του, ο οποίος του παραχώρησε τη ψιλή κυριότητα, παρακράτησε την εφ' όρου ζωής επικαρπία του - οικοπέδου με οικία-.
Προηγουμένως, όμως, ο τελευταίος, αποκλειστικός κύριος μεγαλύτερου οικοπέδου - με τα πάνω σ' αυτό κτίσματα, - άρτιου και οικοδομήσιμου, συνολικού εμβαδού 635,95 τετρ. μέτρων, το οποίο περιήλθε σ' αυτόν από την κληρονομία του θανόντα στις 19-2-1949 πατέρα του Θ, την οποία αποδέχθηκε ρητά με βάση τις 2426/28-3-1968 και 12.268/27-5-1997, αντίστοιχα, διαδοχικές πράξεις` αποδοχής
κληρονομιάς των συμβολαιογράφων Βραχατίου Κωνσταντίνου Πούλλου και Αθηνών Αγγελικής Βασιλείου-Κωτσομύτη, που έχουν νόμιμα μεταγραφεί με βάση τη 12.269/27-5-1997 πράξη σύστασης κάθετης συνιδιοκτησίας και κανονισμού σχέσεων συνιδιοκτητών της ίδιας πιο πάνω συμβολαιογράφου, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, υπήγαγε μονομερώς το εν λόγω οικόπεδο με τα πάνω σ' αυτό κτίσματα, ήδη υπάρχοντα αλλά και μελλοντικά, στις διατάξεις περί κάθετης και οριζόντιας ιδιοκτησίας του ν.δ. 1024/1971, του ν. 3741/1929 και των διατάξεων των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ, συνέστησε δε τρεις (3) αυτοτελείς και ανεξάρτητες ιδιοκτησίες με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του όλου οικοπέδου, δηλαδή τις με αριθμούς 2α', 2β'και 2γ' αντίστοιχα, όπως οι τελευταίες εμφαίνονται στο συνημμένο στην αμέσως πιο πάνω συστατική πράξη τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού ....
Η επίδικη εδαφική λωρίδα, καθώς και το μεγαλύτερο οικόπεδο του οποίου αποτελεί τμήμα, όπως περιγράφονται στο αγωγικό δικόγραφο, κατά είδος, θέση, έκταση, όρια και πλευρικές διαστάσεις των ορίων, καθώς και προσανατολισμό, κατονομάζονται δε στο ίδιο δικόγραφο και οι όμοροι ιδιοκτήτες, εξατομικεύονται πλήρως, ώστε καμιά αμφιβολία δεν προκύπτει για την ταυτότητά τους.
Το Εφετείο, επομένως, μη απορρίπτοντας, με την προσβαλλόμενη απόφαση, την ένδικη αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας της για το λόγο ότι δεν προσδιορίζεται σ' αυτή ποια συγκεκριμένη έκταση του μεγαλύτερου οικοπέδου (εμβαδού 635,95 τετρ. μέτρων) περιήλθε αρχικά στην αποκλειστική κυριότητα του δεύτερου ενάγοντα με βάση την καθεμιά από τις προμνημονευόμενες δηλώσεις αποδοχής κληρονομίας, κατά παραδοχή του αποτελούντος το δεύτερο, κατά το σχετικό μέρος του, λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντα ισχυρισμού του περί αοριστίας της εν λόγω αγωγής, μεταξύ άλλων και από την παραπάνω αιτία, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό και τον απέρριψε σιωπηρά ως αβάσιμο, παράλληλα, δε, δεν παράλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο, αφού η ειδικότερη μνεία του εμβαδού των επί μέρους κληρονομιαίων οικοπεδικών τμημάτων, αποτελούντων το ενιαίο οικόπεδο, εμβαδού 635,95 τετρ.
μέτρων, δεν είναι απαραίτητο στοιχείο για την πληρότητα του αγωγικού δικογράφου ως προς την περιγραφή τόσο της επίδικης εδαφικής λωρίδας, όσο και του μεγαλύτερου οικοπέδου, του οποίου αυτή αποτελεί τμήμα. Με τα δεδομένα αυτά, ο αντίθετος τρίτος πρόσθετος λόγος, με τον οποίο προβάλλονται οι από τους αριθμούς 8 περιπτ.
β' και 14, αντίστοιχα, του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλειες, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-12-2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της 160/2007 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου, καθώς και τους από 28-1-2009 πρόσθετους λόγους της.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Μαΐου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 23 Οκτωβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ