Legislator Case Law & Legislation
2060/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court dismissal of contract claim for vagueness rather than fraud.

Case Number 2060/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against the Third Instance Court's dismissal of a contract dispute. The lower court rejected the claim for being vague, whereas the appellant argued the dismissal was based on fraudulent conduct. The Court found the lower court's reasoning erroneous and corrected the grounds for rejection to vagueness.

Legislator headnote

AI generated

Articles 569, 578 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may correct a lower court's erroneous reasoning in a judgment of rejection if the substantive grounds differ from those stated, provided the appeal is admissible and the new grounds are substantiated.

Keywords

AI generated
appeal admissibility vague claim rejection fraudulent conduct correcting reasoning contract dispute civil procedure judgment modification

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 569 of the Code of Civil Procedure
Article 578 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 179, 183 of the Code of Civil Procedure
Articles 361, 873, 754, 714, 723, 478 of the Civil Code
Article 285 of Law 4072/2012

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2060 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2060/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου - Εισηγήτρια, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Γεώργιο Αυγέρη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Χ. του Ι., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του: 1) Ανθή Γκιουρτζίδου και 2) Ιωάννη Καραγκούνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Α. του Α., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Σταματόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-6-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και τις τρεις με αρ. έκθ. κατάθ. 13916/2018, 13922/2018 και 13924/2018 ανακοινώσεις δίκης - προσεπικλήσεις, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο ... και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ... του ίδιου Δικαστηρίου και ... του Τριμελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7-11-2020 αίτησή του και τους από 16-9-2021 προσθέτους αυτής λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από ... αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό ... απόφαση του Τριμελούς Εφετείου ..., το οποίο, αφού δέχθηκε τις ασκηθείσες από τους διαδίκους εφέσεις κατά της με αριθμό ... οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., που είχε κάνει εν μέρει δεκτή την αγωγή του αναιρεσείοντος, εξαφάνισε την ανωτέρω εκκαλουμένη απόφαση και δικάζοντας επί της ουσίας την υπόθεση απέρριψε την αγωγή.

Η αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ) Κατά το άρθρο 569 παρ. 2 εδ. α' ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, και αντίγραφο του οποίου επιδίδεται μέσα την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και στους άλλους διαδίκους.

Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, κεφάλαιο είναι κάθε οριστική διάταξη της τελεσίδικης απόφασης που κρίνει για το παραδεκτό ή το βάσιμο κάθε αυτοτελούς αίτησης παροχής έννομης προστασίας, η οποία εισάγει αντίστοιχα ένα ιδιαίτερο αντικείμενο δίκης, διαφοροποιούμενο από τα λοιπά είτε ως προς το αίτημα είτε ως προς την ιστορική βάση είτε ως προς αμφότερους τους παράγοντες που το οριοθετούν (ΑΠ 132/2004).

Αντιθέτως, πρόκειται για το αυτό αντικείμενο δίκης και επομένως και για το αυτό κεφάλαιο της απόφασης, όταν υπάρχει ταύτιση τόσο ως προς το αίτημα όσο και ως προς την ιστορική βάση. Αναγκαίως συνεχόμενα με τα κεφάλαια της απόφασης που αναιρεσιβλήθηκαν είναι όσα από τα λοιπά κεφάλαιά της παρουσιάζουν προς τα πρώτα στενή συνάφεια είτε διότι βρίσκονται σε σχέση προδικαστικότητας προς αυτά, δηλαδή αφορούν προκριματικά για την παραδοχή τους ζητήματα, είτε διότι έχουν, ως αντικείμενο, δικαιώματα που απορρέουν από την αυτή ιστορική αιτία ή από το αυτό βιοτικό γεγονός, οπότε και δημιουργείται κίνδυνος ασυμβίβαστων αποφάσεων, αν η κρίση περιορισθεί μόνο στα αναιρεσιβληθέντα κεφάλαια και συμβεί αυτή να είναι αντίθετη προς την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τα λοιπά απρόσβλητα κεφάλαια της απόφασής του (ΑΠ 1340/2017, ΑΠ 684/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση, ως ημέρα συζήτησης ενώπιον του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου της κρινόμενης από ... αίτησης για αναίρεση της με αριθμό ... τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου ... ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος (13/12/2021), ο δε αιτών άσκησε πρόσθετους λόγους με το από ...

ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου την ίδια ημέρα (βλ. σχετική πράξη κατάθεσης) και επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο στις 22/9/2021, δηλαδή τριάντα ημέρες πριν την ορισθείσα ως άνω αρχική δικάσιμο, όπως τούτο προκύπτει από την με αριθμό ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου ...

με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Β. Κ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων. Επομένως, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα. είναι παραδεκτοί (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω, αφού συνεκδικαστούν με την ως άνω αίτηση αναίρεσης. Από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση, είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) υπαιτιότητα 4) ζημία και 5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).

Το παράνομο της συμπεριφοράς συνδέεται με αντίθεση προς διάταξη που απαγορεύει τη συγκεκριμένη πράξη, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την ένδικη συμπεριφορά. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει.

Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί απαραίτητο συμπλήρωμα της διάταξης του άρθρου 914, ανάγεται σε αυτοτελή αδικοπραξία, που γεννά υποχρέωση προς αποζημίωση, καθώς επίσης και προς καταβολή χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, η κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά του υπαίτιου, εφόσον αυτή έγινε με πρόθεση επαγωγής ζημίας.

Προϋποθέσεις δε εφαρμογής της εν λόγω διάταξης (ΑΚ 919) είναι: α) συμπεριφορά του δράστη (πράξη ή παράλειψη αναγόμενη σε άσκηση δικαιώματος), που αντίκειται στα χρηστά ήθη, β) πρόθεση του δράστη για την επαγωγή ζημίας, έστω και με τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, γ) πρόκληση της ζημίας αυτής σε άλλον και δ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της αντίθετης στα χρηστά ήθη συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας του άλλου, υπάρχει δε αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης του δράστη και της ζημίας, η οποία επήλθε στον άλλο, όταν η πράξη ή η παράλειψη, από μόνη της, ήταν ικανή και μπορούσε, αντικειμενικά λαμβανόμενη, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα.

Από την ίδια ως άνω διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ., σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 147-149 ΑΚ και 386 ΠΚ προκύπτει ότι, γενεσιουργό λόγο υποχρέωσης σε αποζημίωση αποτελεί και η απατηλή συμπεριφορά σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο, προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον, τη σφαλερή αντίληψη πραγματικών γεγονότων, ένεκα της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βούλησης ή επιχείρηση πράξης από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για τη γενομένη δήλωση βούλησης ή την επιχειρηθείσα πράξη, ενώ δεν αποκλείεται η τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με απόκρυψη κρίσιμων γεγονότων, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε (ΑΠ 895/2011).

Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 386 ΠΚ, ερμηνευόμενης ενόψει και του άρθρου 27 του Ποινικού Κώδικα, δόλος συντρέχει όχι μόνον όταν ο δράστης επιδιώκει την πρόκληση της ζημίας αυτής, αλλά και όταν την γνωρίζει ως ενδεχόμενη και αποδέχεται τη δυνατότητα πρόκλησης της ίδιας ζημίας είτε ως αναγκαία είτε ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράνομης συμπεριφοράς του.

Κατά την έννοια του άρθρου 147 ΑΚ, απάτη αποτελεί κάθε συμπεριφορά από πρόθεση που τείνει να παράγει, ενισχύσει ή διατηρήσει πεπλανημένη αντίληψη ή εντύπωση με σκοπό να οδηγηθεί κάποιος σε δήλωση βούλησης, συνίσταται δε η απατηλή συμπεριφορά είτε σε παράσταση ανύπαρκτων γεγονότων ως υπαρκτών, κατά παράβαση του καθήκοντος αλήθειας, είτε στην απόκρυψη ή αποσιώπηση η ατελή ανακοίνωση υπαρκτών γεγονότων, των οποίων η αποκάλυψη σ` αυτόν που τα αγνοούσε επιβαλλόταν από το καθήκον διαφώτισής του με βάση την καλή πίστη ή την υπάρχουσα ιδιαίτερη σχέση μεταξύ αυτού και εκείνου προς τον οποίο απηύθυνε τη δήλωσή του (ΑΠ 282/2010).

Σε κάθε περίπτωση δεν ενδιαφέρει το είδος της πλάνης που δημιουργήθηκε από την απάτη, δηλαδή αν αυτή είναι ή δεν είναι συγγνωστή, ουσιώδης ή επουσιώδης, καθώς και αν αναφέρεται αποκλειστικά στα παραγωγικά αίτια της βούλησης, αρκεί η πλάνη να υφίσταται κατά το χρόνο που δηλώνεται η βούληση (ΑΠ 1046/2019, ΑΠ 209/2018, ΑΠ 1269/2017, ΑΠ 373/2008).

Περαιτέρω μόνη η αθέτηση προϋφιστάμενης ενοχής δεν συνιστά αδικοπραξία. Είναι όμως δυνατόν μια υπαίτια ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, να θεμελιώνει και ευθύνη από αδικοπραξία. Τούτο συμβαίνει όταν η ενέργεια αυτή και χωρίς την προϋπάρχουσα συμβατική σχέση θα ήταν παράνομη, ως αντίθετη προς το γενικό καθήκον, που επιβάλλει το άρθρο 914 ΑΚ, να μην προκαλεί κανείς σε άλλον υπαιτίως ζημία ή και αν, ακόμα πιο γενικά, όταν η ενέργεια χωρίς να συνιστά παράβαση συγκεκριμένου απαγορευτικού ή επιτακτικού κανόνα δικαίου, είναι αντίθετη στο γενικότερο πνεύμα του ή στις καθόλου επιταγές της έννομης τάξης, εφόσον ενέχει παράβαση των γενικών υποχρεώσεων, που επιβάλλουν να μην προσβάλλει κανείς το πρόσωπο ή τα προστατευόμενα υλικά ή ηθικά αγαθά του άλλου (ΟλΑΠ 967/1973, ΑΠ 1120/2005).

Κατά συνέπεια όταν το πταίσμα που επέφερε τη ζημία ταυτίζεται κατά το πραγματικό αυτού περιεχόμενο με την παραβίαση της σύμβασης και τη δημιουργία της παρανομίας δεν μπορούν να έχουν εφαρμογή οι διατάξεις περί αδικοπραξίας (ΑΠ 985/2015). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α` ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις σχετικές παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις παραδοχές αυτές, συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.

με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 31/2009, 7/2006, 4/2005, ΑΠ 757/2015, ΑΠ 216/2017). Η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται από την διάταξη αυτή ως λόγος αναίρεσης, είναι δυνατόν να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, έγινε δεκτή ως νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να κριθεί ως μη νόμιμη, ή το αντίστροφο, σύμφωνα με τον συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, που κατά την συναφή αίτηση αναίρεσης παραβιάσθηκε (ΑΠ 96/2018, ΑΠ 135/2018, ΑΠ 216/2017, ΑΠ 28/2010).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, εξέθεσε με αυτήν, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: Ότι ο ίδιος διατηρεί ατομική επιχείρηση στη …… με κύριο αντικείμενο τις γενικές κατασκευαστικές εργασίες αλλά λόγω της οικονομικής κρίσης η επαγγελματική του δραστηριότητα μειώθηκε σημαντικά, με αποτέλεσμα να συρρικνωθούν στο ελάχιστο τα εισοδήματά του.

Ότι ενόψει της ανωτέρω κακής οικονομικής του κατάστασης, αποδέχθηκε πρόταση του εναγόμενου - αναιρεσίβλητου και συμφώνησε με αυτόν, περί τα τέλη του μηνός Ιουνίου 2014, να λειτουργήσει και εκμεταλλευτεί για το χρονικό διάστημα από ... έως ... το αναφερόμενο κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος ("..."), στο όνομά του, ως παρένθετου προσώπου, με κρυπτόμενο και πραγματικό εκμεταλλευτή της επιχείρησης τον εναγόμενο, ο οποίος του υποσχέθηκε ως αμοιβή το ποσό των 3.000 ευρώ, ποσό που πράγματι του κατέβαλε σε δύο δόσεις, τον Αύγουστο και το Σεπτέμβριο 2014.

Ότι για την υλοποίηση της συμφωνίας και προκειμένου να εξασφαλιστεί η νόμιμη λειτουργία του καταστήματος, υπέγραψε σχετικές εξουσιοδοτήσεις σε συνεργάτες του εναγόμενου, οι οποίοι, βάσει της συμφωνίας, ανέλαβαν και όλα τα λογιστικά ζητήματα, που αφορούσαν τη λειτουργία της επιχείρησης. Ότι ο εναγόμενος "μετά από τη λήξη των παραστάσεών του στο κέντρο διασκέδασης" τον διαβεβαίωσε, ότι θα προέβαινε στην εξόφληση όλων των υποχρεώσεων που θα είχαν δημιουργηθεί στο όνομά του από τη λειτουργία του καταστήματος (φόρο εισοδήματος, ΦΠΑ, δημοτικά τέλη και φόρους, μισθούς του προσωπικού, ασφαλιστικές εισφορές, πρόστιμα κλπ.), καθώς επίσης και την άμεση εξόφληση του ποσού του ΦΠΑ που θα είχε ωφεληθεί από το γεγονός ότι ο ενάγων, λόγω της μειωμένης επαγγελματικής του δραστηριότητας, δικαιούτο επιστροφής ΦΠΑ.

Ότι στα τέλη του 2014 ο εναγόμενος του ζήτησε να τον διευκολύνει στην καταβολή του ΦΠΑ, αλλά στη συνέχεια, με διαρκείς υποσχέσεις ανέβαλε την καταβολή του σχετικού ποσού, καταβάλλοντάς του μόνον, "ως δώρο", το Σεπτέμβριο του 2015 το ποσό των 3.000 ευρώ. Ότι περί τα τέλη Σεπτεμβρίου του έτους 2017 πληροφορήθηκε ότι ο εναγόμενος του είχε αποκρύψει τα πραγματικά του έσοδα από τη λειτουργία του καταστήματος στο όνομά του και ότι δεν είχε εξοφλήσει τις ασφαλιστικές εισφορές του προσωπικού που απασχόλησε, ύψους 80.000 ευρώ και ήδη 100.000 ευρώ με τις προσαυξήσεις, ενώ εξαπάτησε και το ..., αφού δεν υπέβαλε εκκαθαριστική δήλωση ΦΠΑ, με το τέχνασμα της ακύρωσης της αίτησης προς αντικατάσταση της άδειας λειτουργίας του καταστήματος και έτσι απέφυγε την καταβολή φόρων ύψους 20.000 ευρώ.

Ότι εν τέλει δεν του κατέβαλε και τον ΦΠΑ ύψους 50.000 ευρώ. Ότι επί πλέον εξαφάνισε επτά ταμειακές μηχανές της επιχείρησής του (ενάγοντος), για τις οποίες θα πληρώσει ως πρόστιμο το ποσό των 17.500 ευρώ (2.500 ευρώ για κάθε μία μηχανή). Ότι από την μη καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων στην επιχείρηση του κρυπτόμενου εναγόμενου, γεγονός για το οποίο ο ίδιος δεν ενημερώθηκε εμπρόθεσμα, καθότι οι επιδόσεις εκ μέρους του ΙΚΑ ...

για τις ως άνω καταλογισθείσες πράξεις δεν πραγματοποιήθηκαν στον ίδιο, αλλά τις παρέλαβε ο στενός συνεργάτης του εναγόμενου Ν. Π., τον οποίο ο ενάγων είχε εξουσιοδοτήσει προς τούτο, ζημιώθηκε τελικά το ποσό των 104.091,45 ευρώ. Ότι ο εναγόμενος με το τέχνασμα της αίτησης αντικατάστασης της άδειας λειτουργίας του καταστήματος, που είχε εκδοθεί στο όνομα του Ε.

Ε. και της μετέπειτα υποβληθείσας αίτησης ακύρωσης της αίτησης αυτής, απέφυγε την πληρωμή του σχετικού τέλους, το οποίο υπολογίζεται στο ποσό των 29.783,46 ευρώ. Ότι αποδέχθηκε την παραπάνω πρόταση του εναγόμενου, αφού αυτός δεσμεύτηκε ότι σαν πραγματικός εκμεταλλευτής της επιχείρησης, που θα εισέπραττε τα έσοδά της, θα κάλυπτε και όλα τα ανωτέρω αναφερόμενα έξοδά της, πλην όμως, ο εναγόμενος υπέβαλε την παραπάνω πρότασή του, γνωρίζοντας την κακή οικονομική του κατάσταση και έχοντας σαφή πρόθεση να τον εξαπατήσει και να τον εκμεταλλευτεί, ώστε να αποκομίσει μεγάλα εισοδήματα φοροδιαφεύγοντας, με αντίστοιχη ζημία του ιδίου (ενάγοντος).

Ότι συνεπεία της ανωτέρω συμπεριφοράς του εναγόμενου υπέστη ηθική βλάβη για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να του καταβληθεί το ποσό του 1.000.000 ευρώ, καθόσον έχει ήδη καταδικασθεί σε ποινές φυλάκισης από την μη πληρωμή των ασφαλιστικών εισφορών στο ΙΚΑ, ενώ υπέστη έντονο ψυχολογικό άλγος εξαιτίας της παράνομης συμπεριφοράς του εναγόμενου που τέλεσε σε βάρος του, βάσει σχεδίου, το έγκλημα της απάτης.

Με βάση το ανωτέρω ιστορικό, ο ενάγων - αναιρεσείων ζήτησε, μετά από παραδεκτή παραίτησή του ως προς ορισμένα κονδύλια της αγωγής του, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει Α) το ποσό των 49.953,32 ευρώ, που αφορά τον πιστωτικό ΦΠΑ, ο οποίος δεν του καταβλήθηκε και τον οποίο ωφελήθηκε ο εναγόμενος ως πραγματικός εκμεταλλευτής του ΚΥΕ "...", Β) το ποσό των 17.500 ευρώ για τη ζημία που υπέστη από την κλοπή των επτά ταμειακών μηχανών της επιχείρησής του, Γ) το ποσό των 104.091,45 ευρώ, ως αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη από τη μη καταβολή από τον εναγόμενο των ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων στο ΚΥΕ "...", Δ) το ποσό των 29.783,46 ευρώ, το οποίο οφείλεται στο ...

ως τέλος ακαθαρίστων εσόδων της επιχείρησης και Ε) το ποσό των 50.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγόμενου, αφαιρουμένου του ποσού των 50 ευρώ, το οποίο επιφυλάσσεται να διεκδικήσει παριστάμενος ως πολιτικώς ενάγων ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου για την αξιόποινη πράξη της απάτης, που έχει διαπράξει σε βάρος του και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγόμενου να του καταβάλει επιπλέον για την ηθική του βλάβη το ποσό των 950.000 ευρώ.

Το Πολυμελές Πρωτοδικείο ... εξέδωσε την με αριθμό ... απόφασή του, με την οποία, αφού απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ως προς τα υπό στοιχεία Β' και Δ' κονδύλια, και συγκεκριμένα, όσον αφορά το υπό στοιχείο Β' κονδύλιο (αποζημίωση για την κλοπή ταμειακών μηχανών) λόγω πρόωρης άσκησής του και όσον αφορά το υπό στοιχείο Δ' (αποζημίωση λόγω οφειλής στο ...), επειδή δεν αναφερόταν ότι το ποσό αυτό έχει βεβαιωθεί σε βάρος του ενάγοντος, στη συνέχεια, κρίνοντας ότι αυτή είναι νόμιμη, ως στηριζόμενη στις διατάξεις για τις αδικοπραξίες, και εξετάζοντας την υπόθεση στην ουσία της, απέρριψε την αγωγή κατ' ουσία ως προς το υπό στοιχείο Α' κονδύλιο (πιστωτικό ΦΠΑ), ενώ την έκανε δεκτή κατά ένα μέρος, ήτοι ολικά ως προς το υπό στοιχείο Γ' κονδύλιο (σχετικά με τις ασφαλιστικές εισφορές) και εν μέρει ως προς το υπό στοιχείο Ε' (χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης), υποχρεώνοντας τον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 119.091,45 ευρώ (104.091,45 + 15.000 αντίστοιχα).

Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν εφέσεις από αμφότερους τους διαδίκους, που έγιναν δεκτές με την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, το οποίο, ερευνώντας στο πλαίσιο του μεταβιβαστικού αποτελέσματος τη νομική βασιμότητα της αγωγής μόνον ως προς τα υπό στοιχεία Α, Γ και Ε κονδύλια (ΦΠΑ, ασφαλιστικές εισφορές και χρηματική ικανοποίηση), ως προς τα οποία έκρινε ότι με τις εφέσεις μεταβιβάστηκε σ' αυτό η υπόθεση, και κρίνοντας ότι η αγωγή, κατά το μέρος αυτό, δεν βρίσκει νομικό έρεισμα στις διατάξεις για τις αδικοπραξίες, όπως πρωτοδίκως είχε κριθεί, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και, ακολούθως, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή ως προς τα ανωτέρω τρία κονδύλια Α', Γ' και Ε' ως μη νόμιμη.

Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας την αγωγή ως μη νόμιμη ως προς τα υπό στοιχεία Β', Γ' και Δ' κονδύλια (αποζημίωση λόγω κλοπής ταμειακών μηχανών, μη καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών και μη καταβολής των τελών στο ..., αντίστοιχα), παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 147-149, 297, 298, 932 ΑΚ και 386 ΠΚ και επικουρικά τις διατάξεις των άρθρων 914, 919, 297, 298 και 932 ΑΚ, καθόσον τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά πληρούσαν τους όρους και προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων αυτών.

Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, κατ' αμφότερα τα σκέλη, καθό μέρος αφορά την απόρριψη των ανωτέρω υπό στοιχεία Β' και Δ' κονδυλίων (αποζημίωση για κλοπή των ταμειακών μηχανών και για οφειλή στο ...), είναι προεχόντως απαράδεκτος ως αόριστος, καθόσον, όπως αναφέρθηκε, τα δύο αυτά κονδύλια απορρίφθηκαν από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως αόριστα και ο αναιρεσείων δεν διαλαμβάνει στο αναιρετήριο, ότι προσέβαλε τις σχετικές διατάξεις της πρωτόδικης απόφασης με λόγο έφεσης.

Σε κάθε δε περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης, προκύπτει ότι τα εν λόγω δύο κονδύλια δεν επλήγησαν με σαφείς και ορισμένους λόγους έφεσης και, ως εκ τούτου, αυτά δεν μεταβιβάστηκαν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού ο αναιρεσείων ανέφερε αορίστως με την έφεσή του, ότι εκκαλεί την πρωτοβάθμια απόφαση "ως προς τη διάταξή της σχετικά με την προσωπική κράτηση του εναγομένου...

και ως προς δύο απορρίψεις και μία παραδοχή σχετικά με τους ισχυρισμούς μου.. την απόρριψη του ισχυρισμού μου περί της μη σιωπηρής έγκρισης της πλαστογράφησης της υπογραφής μου... την απόρριψη του ισχυρισμού μου περί της συμφωνηθείσας αμοιβής μου .. η οποία συνίστατο στην καταβολή του πιστωτικού μου ΦΠΑ...

την παραδοχή πως είχα προφορικώς συναινέσει στη θέση της υπογραφής μου εκ μέρους του εναγομένου σε κάθε σχετικό με την λειτουργία του ΚΥΕ "..." έγγραφο", επαναλαμβάνοντας ουσιαστικά κατά γράμμα το μεγαλύτερο μέρος του περιεχομένου της αγωγής του. Ανεξαρτήτως αυτών, όμως, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι, όπως ήδη αναφέρθηκε, το Εφετείο, στο πλαίσιο του μεταβιβαστικού αποτελέσματος ερεύνησε τη νομική βασιμότητα της αγωγής, ως προς τη βάση της αδικοπραξίας, μόνον όσον αφορά τα υπό στοιχεία Α, Γ και Ε κονδύλια (ΦΠΑ, ασφαλιστικές εισφορές και χρηματική ικανοποίηση) και όχι ως προς τα ανωτέρω δύο κονδύλια (υπό στοιχεία Β' και Δ'), που είχαν απορριφθεί πρωτοδίκως ως αόριστα, χωρίς να προβάλλεται με την αίτηση αναίρεσης λόγος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι δηλαδή παρά το νόμο δεν ερευνήθηκε σχετικός λόγος έφεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων είχε προσβάλει την πρωτόδικη απόφαση για την απόρριψη των παραπάνω δύο κονδυλίων (οι παρακάτω αναφερόμενοι λόγοι από τον αριθμό 8, αφορούν άλλη πλημμέλεια και δη τη μη λήψη υπόψη αγωγικών ισχυρισμών κατά την έρευνα του νομίμου της αγωγής ως προς τα εξετασθέντα, πράγματι, από το Εφετείο λοιπά κονδύλια).

Περαιτέρω, ως προς το υπό στοιχείο Γ' κονδύλιο των 104.091,45 ευρώ (αποζημίωση λόγω μη καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών), που προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, η υπό κρίση αγωγή, έχοντας το ανωτέρω εκτεθέν ιστορικό, το οποίο ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενο αυτής, καθό μέρος επιχειρείται να θεμελιωθεί η αδικοπρακτική βάση αυτής, σε απατηλή συμπεριφορά του αναιρεσίβλητου σε βάρος του αναιρεσείοντος (άρθρο 147-149, 914 και 386 ΑΚ) είναι αόριστη, αφενός μεν λόγω αντιφατικότητας των διαλαμβανομένων σ' αυτή περιστατικών, αφού ο ενάγων, ενώ αρχικώς ρητά αναφέρει ότι "μετά από τη λήξη των παραστάσεών του στο κέντρο διασκέδασης υπό την επωνυμία "..." κατά το έτος 2014, ο εναγόμενος με διαβεβαίωσε πως θα προέβαινε στην εξόφληση όλων των υποχρεώσεων που θα είχε δημιουργήσει επ' ονόματί μου", στη συνέχεια, ισχυρίζεται ότι "η πρότασή του έλαβε χώραν προς εμένα ενόψει της απολύτου οικονομικής μου ανάγκης, ως αργότερα αντιλήφθηκα, και με μοναδικό σκοπό του να μην καταβάλλει τις υποχρεώσεις της επιχειρηματικής δραστηριότητάς του" και ότι "παράλληλα δεσμεύτηκε όπως, σαν πραγματικός εκμεταλλευτής της επιχείρησης που θα εισέπραττε τα έσοδά της, καλύψει και τα όποια έξοδα....

Ακόμη, υποσχέθηκε ότι θα μου κατέβαλε το ποσόν του ΦΠΑ που θα έχανα εγώ από την ήδη υπάρχουσα επιχείρησή μου", με αποτέλεσμα να μην εκτίθεται, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αν ο αναιρεσίβλητος προέβη στις επικαλούμενες ψευδείς διαβεβαιώσεις μετά τη λήξη των παραστάσεων, ήτοι μετά την κατάρτιση της επίμαχης συμφωνίας, ή αντιθέτως κατά την υποβολή της σχετικής πρότασής του προς τον αναιρεσείοντα και πριν την αποδοχή αυτής από τον τελευταίο, επί πλέον δε, στη δεύτερη περίπτωση, ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ότι ο αναιρεσίβλητος, πέραν των απλών υποσχέσεων και συμβατικών δεσμεύσεών του, προέβη και σε παραστάσεις άλλων ανύπαρκτων γεγονότων ως υπαρκτών ή στην απόκρυψη ή αποσιώπηση η ατελή ανακοίνωση υπαρκτών γεγονότων, τα οποία παρήγαγαν σ' αυτόν πεπλανημένη αντίληψη των πραγμάτων και εξ αιτίας τους οδηγήθηκε στην αποδοχή της πρότασης του εναγόμενου και από τα οποία να προκύπτει η ύπαρξη κατά τον κρίσιμο χρόνο ενδιάθετης διάθεσης του αναιρεσίβλητου να μην εκτελέσει την υποσχεθείσα μελλοντική του υποχρέωση, μη αρκούσης της αόριστης αναφοράς περί ύπαρξης "σχεδίου" για μη καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών.

Η ως άνω αντίφαση και έλλειψη περιστατικών που ασκούν κρίσιμη επιρροή στην έκβαση της δίκης, καθιστούν την ένδικη αγωγή ως προς την ανωτέρω βάση της αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης. Εξάλλου, υπό τα ανωτέρω ιστορούμενα στην ένδικη αγωγή πραγματικά περιστατικά, δεν πληρούται το πραγματικό των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 914, 919, 297, 298 και 932 ΑΚ, ώστε να δικαιολογείται η εφαρμογή τους, αφού η διαλαμβανόμενη στην αγωγή αξίωση του αναιρεσείοντος προέρχεται, αποκλειστικά, από την επικαλούμενη, από αυτόν, παράβαση, εκ μέρους του εναγόμενου - αναιρεσίβλητου, της συμβατικής του υποχρέωσης, απορρέουσας από τη μεταξύ τους συμφωνία, για καταβολή από τον ίδιο των ασφαλιστικών εισφορών από τη λειτουργία του ενδίκου καταστήματος, και έτσι η ζημία του ταυτίζεται με την παραβίαση αυτής της υποχρέωσής του και τη δημιουργία της παρανομίας, ενόψει του ότι στο αγωγικό δικόγραφο δεν αναφέρονται συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, που θα συνιστούσαν, αυτά καθαυτά, αδικοπραξία, χωρίς την ύπαρξη της ως άνω επικαλούμενης παράβασης συμβατικής υποχρέωσης του αναιρεσίβλητου - εναγόμενου, δεδομένου ότι η παράλειψη αυτού να καταβάλει τις ασφαλιστικές εισφορές, διαπραττόμενη χωρίς τη σύμβαση, δεν είναι παράνομη ως μη αντικείμενη στο επιβαλλόμενο από το δίκαιο (άρθρο 914 ΑΚ) γενικό καθήκον του να μη ζημιώνεται άλλος υπαίτια.

Επομένως, η αγωγή, καθό μέρος επιχειρείται να θεμελιωθεί στις ανωτέρω αναφερόμενες διατάξεις (αδικοπραξία λόγω μη εκπλήρωσης των συμβατικών υποχρεώσεων), είναι μη νόμιμη. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου της και όπως ήδη αναφέρθηκε, απέρριψε την αγωγή, θεμελιούμενη στις περί αδικοπραξιών διατάξεις, ως μη νόμιμη, με την ακόλουθη αιτιολογία: "Υπό τα εκτιθέμενα στο δικόγραφό της πραγματικά περιστατικά ο ενάγων δεν δικαιούται την αιτουμένη εκ μέρους του αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, εφόσον η σχετική ζημία του φέρεται να προέρχεται από παράνομες πράξεις, στις οποίες μετείχε και ο ίδιος, ήτοι τη λειτουργία του ΚΥΕ "..." στο όνομά του, με πραγματικό, όμως, εκμεταλλευτή τον εναγόμενο, γεγονός που συνεπάγονταν την έκδοση και λήψη εικονικών φορολογικών στοιχείων και τη διάπραξη εγκλημάτων φοροδιαφυγής από το κρυπτόμενο πρόσωπο".

Κατά τη διάταξη του άρθρου 578 του ΚΠολΔ αν το αιτιολογικό της προσβαλλομένης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, εφόσον ο Άρειος Πάγος διαπιστώσει ότι το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ορθό, απορρίπτει την αναίρεση χωρίς να αντικαταστήσει τις αιτιολογίες (ΟλΑΠ 10/2007), εκτός εάν υφίσταται έννομο προς τούτο συμφέρον του αναιρεσείοντος, οπότε η απόφαση αναιρείται μόνο ως προς τις αιτιολογίες της (ΑΠ 540/2017, ΑΠ 2027/2017, ΑΠ 2077/2014).

Εσφαλμένο αιτιολογικό κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης υπάρχει όταν κριθεί ότι τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση υπάγονται σε άλλο κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα όμοιο προς το διατακτικό της απόφασης. Ως αιτιολογικό δηλαδή κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοείται η νομική αιτία, ήτοι οι διατάξεις του νόμου που συγκροτούν τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (ΟλΑΠ 30/1998, ΑΠ 911/2008).

Επομένως η ευδοκίμηση του λόγου αναίρεσης που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ εξαρτάται από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της απόφασης, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 272/2019, ΑΠ 1259/2018, ΑΠ 536/2017, ΑΠ 785/2016).

Κατόπιν αυτού, το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με την απόρριψη της αγωγής ως προς τη βάση της αδικοπραξίας, κρίνεται εν μέρει εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της είναι ορθό. Επομένως, σύμφωνα με όσα ήδη εκτέθηκαν και εφόσον τα ληφθέντα υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά ανταποκρίνονται στο πραγματικό περιεχόμενο της αγωγής, ο δεύτερος, κατά το δεύτερο, τρίτο και τέταρτο σκέλος, λόγος του κυρίως δικογράφου, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και οι συναφείς πρώτος, από τον αριθμό 1 και επικουρικά από τον αριθμό 8, δεύτερος, από τους αριθμούς 1 και 8, και τρίτος από τον αριθμό 1, λόγοι του δικογράφου των προσθέτων λόγων, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει την αγωγή, καθό μέρος αυτή θεμελιούται στην αδικοπρακτική συμπεριφορά του αναιρεσίβλητου λόγω παραβίασης της συμβατικής υποχρέωσής του να καταβάλει τις ασφαλιστικές εισφορές, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 914, 919, 297, 298 και 932 ΑΚ και δεν έλαβε υπόψη όλα τα περιστατικά των οποίων έγινε επίκληση, πρέπει να απορριφθούν, κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ, διότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, προϋπόθεση αναγκαία για να αναιρεθεί η απόφαση μόνο ως προς την εν λόγω εσφαλμένη αιτιολογία της.

Όμως, η απόρριψη της αγωγής με την προσβαλλόμενη απόφαση, καθό μέρος επιχειρείται να θεμελιωθεί σε αδικοπρακτική συμπεριφορά του αναιρεσίβλητου, συνιστάμενη σε απατηλή συμπεριφορά αυτού (άρθρα 147-149, 914, 932 ΑΚ και 386 ΠΚ), ως μη νόμιμης αντί ως αόριστης, δημιουργεί για τον αναιρεσείοντα - ενάγοντα δυσμενές δεδικασμένο, αφού το δεδικασμένο αυτό, που καταλαμβάνει την ουσία της διαφοράς (άρθρα 322, 324 ΚΠολΔ), αποκλείει πλέον την επανεξέτασή της, ενώ αντίθετα το δεδικασμένο από την απόρριψη της αγωγής ως αόριστης περιορίζεται στο δικονομικό αυτό ζήτημα και η διαφορά μπορεί να εισαχθεί ξανά στο δικαστήριο για ουσιαστική κρίση.

Κατά παραδοχή, συνεπώς, του δεύτερου λόγου της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος, και των ανωτέρω πρόσθετων λόγων, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθμούς 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες για παραβίαση των παραπάνω διατάξεων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την ως άνω εσφαλμένη αιτιολογία της, δηλαδή να αντικατασταθεί, κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ, η αιτιολογία της απόρριψης ως μη νόμιμης της αγωγής του αναιρεσείοντος, με την αιτιολογία της απόρριψης αυτής ως αόριστης.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 216 παρ.1, 335, 337, 338 και 559 αρ.1 και 8 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αγωγή δεν είναι ανάγκη να περιέχει νομική βάση. Τυχόν μνεία στην αγωγή, περί υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών που επικαλείται ο διάδικος για την θεμελίωσή της, σε νομική διάταξη, δεν δεσμεύει το δικαστήριο να την εφαρμόσει, όταν αυτή, με βάση την εκτίμηση του περιεχομένου της, δεν είναι εφαρμοστέα, αλλά το δικαστήριο, το οποίο εφαρμόζει αυτεπάγγελτα το νόμο, προβαίνει, με βάση το σύνολο των εκτιθέμενων στην αγωγή πραγματικών περιστατικών, ως παραγωγικών του επίδικου δικαιώματος, στον προσήκοντα χαρακτηρισμό του αντικειμένου της αγωγής και από το περιεχόμενό της προσδίδει στην προβαλλόμενη με αυτήν έννομη σχέση την αρμόζουσα νομική έννοια (ΑΠ 223/2013, ΑΠ 281/2013, ΑΠ 59/2013).

Συνεπώς, ο ενάγων δικαιούται να επιλέξει την ιστορική βάση στην οποία στηρίζει το αίτημα της αγωγής του, με την έκθεση των αναγκαίων για τη στήριξη αυτού πραγματικών περιστατικών, όχι, όμως, και τον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου στον οποίο αυτή υπάγεται. Ως ιστορική βάση της αγωγής, κατά το άρθρο 216 παρ. 1α ΚΠολΔ, νοείται το σύνολο των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν την αγωγή και χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης (ΑΠ 46/2020).

Η αυτεπάγγελτη από το Δικαστήριο υπαγωγή της ιστορικής βάσης της αγωγής στην ορθή νομική διάταξη, κατά παραγνώριση της μη εφαρμοστέας διάταξης που εσφαλμένως παραθέτει ο ενάγων στην αγωγή, δεν μετατρέπει το σύστημα παροχής έννομης προστασίας, στο πλαίσιο της πολιτικής δίκης, από συζητητικό σε ανακριτικό (ΑΠ 930/2009) και, συνεπώς, με τον διαφορετικό χαρακτηρισμό δεν παραβιάζει το δικαστήριο την αρχή της διάθεσης του άρθρου 106 ΚΠολΔ (ΑΠ 614/2020).

Επί συρροής, όμως, αξιώσεων από συμβατική και αδικοπρακτική ευθύνη, οι οποίες τείνουν στον ίδιο σκοπό, δηλαδή στην ικανοποίηση της ίδιας παροχής, απόκειται στον δικαιούχο να ασκήσει οποιαδήποτε από αυτές προτιμά, η ικανοποίηση, όμως της μιας επιφέρει την απόσβεση και της άλλης (ΟλΑΠ 23/2007, ΟλΑΠ 30/2003), εκτός αν η τελευταία έχει ευρύτερο περιεχόμενο, οπότε σώζεται για το επί πλέον (ΑΠ 1258/2021, ΑΠ 953/2019, ΑΠ 1324/2019).

Στην περίπτωση αυτή, εφόσον ο ενάγων κατά τρόπο σαφή δηλώνει στην αγωγή του ότι ασκεί μόνο την αξίωση που πηγάζει από μία από τις εφαρμοζόμενες διατάξεις, επικαλούμενος μάλιστα ειδικά και τα θεμελιούντα αυτήν πραγματικά περιστατικά, έστω και εάν στο οικείο αγωγικό δικόγραφο διαλαμβάνονται και τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την άλλη αξίωση, το αντικείμενο της ανοιγείσας με την αγωγή δίκης περιορίζεται μόνο στην αξίωση που πηγάζει από την συγκεκριμένη διάταξη που επικαλέσθηκε ο ενάγων.

Και τούτο διότι ναι μεν το δικαστήριο δεν δεσμεύεται από το νομικό χαρακτηρισμό που ο ενάγων δίνει στα επικαλούμενα με την αγωγή του πραγματικά περιστατικά και προσδιορίζει αυτεπαγγέλτως τις εφαρμοστέες στη συγκεκριμένη περίπτωση διατάξεις, στην παραπάνω όμως περίπτωση δεν τίθεται ζήτημα νομικού χαρακτηρισμού, αλλά ζήτημα εφαρμογής του αρχής της διάθεσης (άρθρο 106 του ΚΠολΔ), κατά την οποία η δικαστική προστασία παρέχεται μόνο εφόσον ζητείται, στην έκταση που ζητείται και εφόσον εξακολουθεί να ζητείται (ΑΠ 75/2016, ΑΠ 314/2014).

Πράγματι, επιλέγοντας μία μόνο από τις συρρέουσες αξιώσεις, ο ενάγων περιορίζει αυτοβούλως την έκταση της από αυτόν αιτούμενης δικαστικής προστασίας, κατά τρόπο που να μην ληφθούν υπόψη τα πραγματικά περιστατικά που δεν ανήκουν στην αξίωση αυτή (αλλά ανήκουν πιθανόν σε άλλη από τις συρρέουσες αξιώσεις), μολονότι περιέχονται στην αγωγή, ενόψει του ότι, βάσει της πιο πάνω αρχής, το αντικείμενο της δίκης καθορίζεται από τον ενάγοντα (ΑΠ 1181/2017).

Αν παρ' όλα αυτά το δικαστήριο ερευνήσει την αγωγή και ως προς την αξίωση που πηγάζει από έτερη διάταξη, την οποία δεν επικαλέσθηκε ο ενάγων, οι επ' αυτής αιτιολογίες είναι πλεοναστικές (βλ. ΑΠ 967/2019), αφού δεν είναι αναγκαίες για την κρίση της διαφοράς, σε περίπτωση δε που εξέτασε και απέρριψε, κατά το μέρος αυτό την αγωγή, ο ενάγων δεν έχει έννομο συμφέρον να προσβάλει με λόγο αναίρεσης την απόρριψη της ανύπαρκτης, κατά τα ανωτέρω, βάσης της αγωγής (βλ.

ΑΠ 1901/2005). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγόμενου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.

Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξίωσης, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξίωσης που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 1424/2017).

Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της και επιφέρει την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο.

Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 119/2018, ΑΠ 1004/2017). Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζεται. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής.

Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματός της, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1728/2014).

Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας σε συνδυασμό, όμως και με τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο (άρθρο 561§2 ΚΠολΔ) (ΑΠ 18/2018). Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των δικογράφων της αγωγής και της έφεσής του, δήλωσε σαφώς ότι ασκεί αγωγή αποζημίωσης λόγω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του αναιρεσίβλητου, αναγράφοντας κατά λέξη, αντίστοιχα, ότι "η ένδικη απαίτησή μου προήλθε αποκλειστικά από αδικοπραξία του εναγομένου" και "η ένδικη απαίτησή μου προήλθε αποκλειστικά από αδικοπραξία του εφεσιβλήτου", διαλαμβάνοντας και τις συγκεκριμένες διατάξεις των άρθρων 914 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 147-149, 920, 932 ΑΚ, 1047 ΚΠολΔ και 13 εδ.

στ' και 386 ΠΚ, και επικαλούμενος επίσης τις προϋποθέσεις εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων καθώς και τα θεμελιούντα, κατά την κρίση του, τις προϋποθέσεις αυτές σχετικά περιστατικά. Ειδικότερα, με την έφεσή του ο αναιρεσείων, αφού επανέλαβε κατά γράμμα το μεγαλύτερο μέρος του περιεχομένου της αγωγής του, αναλύοντας τις προαναφερόμενες διατάξεις και παραθέτοντας το κείμενο δικαστικών αποφάσεων, εξέθεσε και πάλι ότι ο εφεσίβλητος τέλεσε σε βάρος του το έγκλημα της απάτης σε βαθμό κακουργήματος και ότι η ένδικη απαίτησή του "προήλθε αποκλειστικά από αδικοπραξία", ζητώντας εν τέλει την εξαφάνιση της εκκαλουμένης κατά τις προσβαλλόμενες διατάξεις της και να υποχρεωθεί ο εφεσίβλητος να του καταβάλει το σύνολο της ζημίας του, όπως παρατίθεται στην αγωγή του και να του καταβάλει ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό που του επιδικάστηκε πρωτοδίκως, απαγγελλόμενης εναντίον του προσωπικής κράτησης διάρκειας ενός έτους.

Το Εφετείο, κρίνοντας ότι στο δικόγραφο αυτής σωρευόταν και βάση από τη σύμβαση, ερεύνησε και αυτήν, όσον αφορά τα κονδύλια Α' και Γ' (σχετικά με τον ΦΠΑ και τις ασφαλιστικές εισφορές) απορρίπτοντας την αγωγή, κατά το μέρος αυτό, ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Ωστόσο, ο αναιρεσείων, επιλέγοντας από τις συρρέουσες αξιώσεις, από συμβατική και αδικοπρακτική ευθύνη, την τελευταία, περιόρισε αυτοβούλως την έκταση της από αυτόν αιτούμενης δικαστικής προστασίας και έτσι δεν τίθεται ζήτημα νομικού χαρακτηρισμού της επίδικης έννομης σχέσης διαφορετικού εκείνου στον οποίο είχε προβεί ο αναιρεσείων, αλλά ζήτημα εφαρμογής της αρχής της διάθεσης (άρθρο 106 του ΚΠολΔ).

Επομένως, το Εφετείο, αφού απέρριψε την αγωγή που θεμελιωνόταν, κατά τα ανωτέρω, αποκλειστικά στην αδικοπραξία, ερεύνησε κάτι που δεν ζητήθηκε με το εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο, διαλαμβάνοντας ως προς τη συμβατική ευθύνη του αναιρεσίβλητου (για τα ανωτέρω δύο κονδύλια) πλεοναστικές αιτιολογίες, σύμφωνα με τη σχετική μείζονα σκέψη, οι οποίες δεν ήταν αναγκαίες για την κρίση της διαφοράς, δηλαδή αιτιολογίες που εκφέρθηκαν εκ περισσού, και ως εκ τούτου, εφόσον η προσβαλλόμενη περιέλαβε απορριπτική διάταξη, ο αναιρεσείων δεν έχει αλλά και δεν επικαλείται έννομο συμφέρον να προσβάλει με αναίρεση τη διάταξη αυτή του Εφετείου, ως αφορώσα ανύπαρκτη βάση της αγωγής (βλ.

ΑΠ 1901/2005). Επομένως, οι πρώτος λόγος του κυρίως δικογράφου της αναίρεσης, από τον αριθμό 1, και τέταρτος πρόσθετος λόγος, από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., είναι απαράδεκτοι. Σε κάθε περίπτωση, η αγωγή, έχοντας το εκτεθέν αναλυτικώς παραπάνω περιεχόμενο, όσον αφορά τα ανωτέρω υπό στοιχεία Α' και Γ' κονδύλια, είναι αόριστη, καθόσον δεν εκτίθενται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με το περιεχόμενο της συμφωνίας που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων, τα οποία εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και είναι αναγκαία προκειμένου να μπορέσει το δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής, προβαίνοντας στον χαρακτηρισμό της σχέσης αυτής, και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξίωσης που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση.

Ειδικότερα, δεν αναφέρονται οι ακριβείς υποχρεώσεις που ανέλαβαν με την επικαλούμενη συμφωνία οι διάδικοι και οι ενέργειες στις οποίες θα προέβαιναν αμφότεροι σε εκτέλεση αυτής, προκειμένου να κριθεί το είδος της εν λόγω συμφωνίας, εάν δηλαδή αφορούσε σύμβαση αφανούς εταιρείας, στο πλαίσιο της οποίας ανέλαβε ο αναιρεσίβλητος τις συγκεκριμένες υποχρεώσεις, ή εντολής, άμισθης ή έμμισθης, ή αναγνώρισης χρέους (άρθρα 873, 361 ΑΚ) ή, τέλος, σύμβαση ελευθέρωσης (άρθρο 478 ΑΚ), δεδομένου μάλιστα ότι, πέραν της "δέσμευσης" του αναιρεσίβλητου προς καταβολή των εξόδων από τη λειτουργία του καταστήματος, μεταξύ των οποίων ήταν και οι ασφαλιστικές εισφορές, ο τελευταίος "υποσχέθηκε" στον αναιρεσείοντα, εκτός της ήδη καταβληθείσας αμοιβής των 3.000 ευρώ, ότι θα κατέβαλε σ' αυτόν και τον ΦΠΑ, τον οποίο ο αναιρεσείων "θα έχανε" από την υπάρχουσα επιχείρησή του, όπως αορίστως και χωρίς πληρέστερη εξειδίκευση αναφέρεται στην αγωγή, και ο οποίος όμως δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εμπίπτει στην έννοια του ανταλλάγματος, εφόσον επρόκειτο για "πιστωτικό ΦΠΑ".

Εκτίθεται, βεβαίως, κατά τα ανωτέρω, στην αγωγή ότι ο αναιρεσίβλητος διαβεβαίωσε τον αναιρεσείοντα, ότι θα κάλυπτε σαν πραγματικός εκμεταλλευτής της επιχείρησης, μεταξύ άλλων, και τις ασφαλιστικές εισφορές του προσωπικού που θα απασχολείτο σ' αυτή, πλην όμως, κατά το μέρος αυτό η αγωγή, όπως ήδη αναφέρθηκε κατά την έρευνα της θεμελίωσής της στην αδικοπραξία, είναι αόριστη, αφού κατά τρόπο αντιφατικό αναφέρεται αρχικώς μεν ότι ο αναιρεσίβλητος προέβη στη σχετική διαβεβαίωση μετά τη λήξη των παραστάσεων, ήτοι μετά την κατάρτιση της συμφωνίας, ακολούθως δε, ότι οι διαβεβαιώσεις αυτές δόθηκαν κατά την υποβολή της πρότασης για την κατάρτιση της συμφωνίας, με αποτέλεσμα, λόγω της ασάφειας αυτής, να μη μπορεί να εκτιμηθεί, αν η κρίσιμη αυτή διαβεβαίωση αποτελεί περιεχόμενο της επίμαχης βασικής συμφωνίας των διαδίκων, δημιουργικής της συγκεκριμένης οφειλής, ή, αντιθέτως, περιεχόμενο άλλης συμφωνίας, μεταγενέστερης, της αρχικής και αν, στην τελευταία αυτή περίπτωση, καταρτίστηκε αναγνώριση χρέους και τι είδους, δηλαδή σύμβαση αφηρημένης αναγνώρισης χρέους (άρθρο 873 ΑΚ) ή, αντιθέτως, σύμβαση αιτιώδους αναγνώρισης χρέους (άρθρο 361 ΑΚ) και, ειδικότερα, αν η αιτιώδης αυτή σύμβαση καταρτίστηκε με σκοπό τη δημιουργία νέας ενοχής ανεξάρτητης από τη βασική σχέση ή, αντιθέτως, αιτιώδης-επιβεβαιωτική αναγνώριση χρέους, εξαρτώμενη από τη βασική ενοχή.

Και τούτο, διότι, ο ενάγων που στηρίζει τις αξιώσεις του σε σύμβαση αιτιώδους αναγνώρισης χρέους, αλλά ανεξάρτητη από την αιτία αυτού, εφόσον στη δήλωση υπόσχεσης ή την αναγνώριση μνημονεύεται η αιτία, πρέπει να επικαλεστεί, εκτός από τη δήλωση του οφειλέτη για την υπόσχεση ή την αναγνώριση από αυτόν του χρέους που συνιστά την πρόταση για τη σύναψη σύμβασης, και την αποδοχή της πρότασης αυτής, αφού η μη γενόμενη ακόμη αποδεκτή πρόταση δεν ιδρύει νέα ενοχή, και επίσης ότι παρά τη μνεία της αιτίας, οι συμβαλλόμενοι θέλησαν ενοχή ανεξάρτητη από την αιτία, τα ίδια δε στοιχεία είναι αναγκαίο να περιλαμβάνονται και στην απόφαση του δικαστηρίου (ΑΠ 807/2020, ΑΠ 878/2018).

Τέτοια περιστατικά, όμως, ουδόλως αναφέρονται στην αγωγή. Επίσης, δεν προκύπτει αν η διαβεβαίωση του αναιρεσίβλητου προς καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών αποτελεί μία απλή διαχειριστική εντολή χωρίς ανάληψη υποχρέωσης για παροχή ή αν, αντίθετα, συνιστά υπόσχεση ελευθέρωσης κατά το άρθρο 478 ΑΚ (ΑΠ 288/2021) και, ακόμη, ενόψει και του ότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ότι έχει καταβάλει το αιτούμενο ποσό των ασφαλιστικών εισφορών, δεν διευκρινίζεται στην αγωγή, αν ο αναιρεσίβλητος ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει τα αντίστοιχα ποσά απ' ευθείας στο ΙΚΑ ή να παραδώσει αυτά στον αναιρεσείοντα, προκειμένου να καταβληθούν στη συνέχεια από αυτόν στον ασφαλιστικό φορέα, με αποτέλεσμα να μην προκύπτει, εφόσον πρόκειται για σύμβαση ελευθέρωσης (άρθρο 478 ΑΚ), ποιο το περιεχόμενό της, δεδομένου ότι η σύμβαση αυτή, είναι υποσχετική δικαιοπραξία και οι ιδιαίτερες σχέσεις μεταξύ υποσχεθέντος και δέκτη της υπόσχεσης καθορίζουν όχι μόνο την αιτία της υπόσχεσης (εγγύηση, πώληση, δωρεά, παρακαταθήκη κ.α.), αλλά και την έκταση και το περιεχόμενο των δικαιωμάτων του δέκτη της υπόσχεσης για την περίπτωση που ο υποσχεθείς δεν εκπληρώσει την υπόσχεσή του (ΑΠ 31/2017), μπορεί δηλαδή η εν λόγω σύμβαση να συναφθεί και ως αμφοτεροβαρής σύμβαση, οπότε εξαρτάται από τη συμφωνία των μερών το περιεχόμενο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων εκάστου (ΑΠ 1100/2022, ΑΠ 620/2018, ΑΠ 1752/2014).

Σημειωτέων, ότι και στο στάδιο αυτό ο αναιρεσείων επιχειρεί διαδοχικά θεμελίωση της αγωγής, με βάση τα ίδια περιστατικά, στη σύμβαση αιτιώδους αναγνώρισης χρέους, στη σύμβαση αφανούς εταιρείας και στη σύμβαση ελευθέρωσης, που ενισχύει τα ανωτέρω εκτεθέντα περί αδυναμίας δικαστικής εκτίμησης του περιεχομένου της αγωγής.

Επί πλέον δε, όσον αφορά τον ΦΠΑ, δεν αναφέρονται συγκεκριμένα πιστωτικά ποσά, τα οποία επρόκειτο ο αναιρεσείων να λάβει και σε ποιο χρονικό διάστημα από την ήδη υπάρχουσα επιχείρησή του, ώστε να προκύπτει ότι "έχασε" το αιτούμενο με την αγωγή ποσό, λόγω συμψηφισμού με τον ΦΠΑ από τη λειτουργία της επιχείρησης του ένδικου καταστήματος.

Το Εφετείο, λαμβάνοντας υπόψη τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά τα προαναφερθέντα, ανταποκρίνονται στο πραγματικό περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, απέρριψε, όπως αναφέρθηκε, την εκτιμηθείσα από αυτό ως περιεχόμενη στο δικόγραφο αυτής βάση από τη σύμβαση ως αόριστη, με την αιτιολογία ότι: "...δεν αναφέρεται στο δικόγραφό της το είδος της συμφωνίας αυτής εάν δηλαδή αφορούσε σύμβαση εντολής, άμισθης ή έμμισθης ή παροχής υπηρεσιών ή αφανούς εταιρίας, έτσι ώστε να τύχουν εφαρμογής οι αντίστοιχες διατάξεις του ΑΚ ή του Ν. 4072/2012, αν συμφωνήθηκε ή όχι αντάλλαγμα - αμοιβή, εφόσον η επικαλούμενη εκ μέρους του ενάγοντος καταβολή ΦΠΑ δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εμπίπτει στην έννοια του ανταλλάγματος, εφόσον επρόκειτο για "πιστωτικό ΦΠΑ", τον οποίο και εδικαιούτο να εισπράξει με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ενώ το ποσό των 3.000 ευρώ, το οποίο στην 3η και στη 10η σελίδα της αγωγής φέρεται να έχει καταβληθεί στον ενάγοντα ως "δώρο" τον Σεπτέμβριο του έτους 2015, ενώ στην 6η σελίδα της αγωγής φέρεται να προσφέρθηκε τον Αύγουστο του έτους 2014 και να καταβλήθηκε κατά ένα μέρος, ύψους 2.000 ευρώ τον Αύγουστο του έτους 2014 και το υπόλοιπο μέρος, τον Σεπτέμβριο του ιδίου έτους.

Επίσης, δεν προσδιορίζονται στο δικόγραφο της αγωγής οι επικαλούμενοι από τον ενάγοντα φορολογικοί και επαγγελματικοί λόγοι, που οδήγησαν τον εναγόμενο στην κατάρτιση της συμφωνίας αυτής με τον ενάγοντα, οι ακριβείς υποχρεώσεις που ανέλαβαν με τη συμφωνία αυτή οι διάδικοι και οι ενέργειες στις οποίες θα προέβαιναν αμφότεροι σε εκτέλεση της συμφωνίας αυτής, στοιχεία απαραίτητα ώστε να προχωρήσει το Δικαστήριο στην έρευνα της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής ως προς τη σωρευόμενη στο δικόγραφό της βάση από τη σύμβαση".

Επομένως, το Εφετείο, το οποίο εκτιμώντας κυριαρχικώς τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά περί ενδοσυμβατικής ευθύνης του αναιρεσίβλητου, απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, δεν απαίτησε για τη νομική βασιμότητα της αγωγής περισσότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος και δη οι επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα διατάξεις των άρθρων 361 σε συνδ.

με 873, 754, 714, 723 και 478 ΑΚ, 285 του ν. 4072/2012, ούτε, παρά τον νόμο, παρέλειψε να λάβει υπόψη πράγματα προταθέντα, αναφορικά με τη στοιχειοθέτηση της αξίωσης του αναιρεσείοντος, ούτε και παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο λόγω αοριστίας.

Συνεπώς, αφού συμπληρωθούν κατ' άρθρο 578 ΑΚ οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, οι πρώτος λόγος του κυρίως δικογράφου, από τον αριθμό 1, και τέταρτος πρόσθετος λόγος, από τους αριθμούς 14 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι, σε κάθε περίπτωση, αβάσιμοι.

Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο ως προς την ανωτέρω αναφερόμενη εσφαλμένη αιτιολογία της, δηλαδή να αντικατασταθεί, κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ, η αιτιολογία της απόρριψης ως μη νόμιμης της αγωγής του αναιρεσείοντος, θεμελιούμενης σε απατηλή συμπεριφορά του αναιρεσίβλητου, με την αιτιολογία της απόρριψης αυτής ως αόριστης. να διαταχθεί η απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου στον αναιρεσείοντα (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, λόγω εύλογης αμφιβολίας για την έκβαση της δίκης (άρθρα 176, 179, 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί, μόνο ως προς την αιτιολογία που επισημαίνεται στο σκεπτικό, την με αριθμό ... απόφαση του Τριμελούς Εφετείου .... Διατάσσει την απόδοση του κατατεθέντος, για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, παραβόλου στον αναιρεσείοντα. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ