Supreme Court allows partial appeal on sentencing due to application of more lenient new penal code provisions.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appellant's appeal against a conviction for fraud, ruling that the original sentence violated the principle of favoring the accused. The court found that the lower court applied an outdated penal law imposing life imprisonment, whereas the new penal code in effect at the time of judgment prescribed a lighter maximum sentence. Consequently, the case was remitted for a new sentencing calculation based on the more lenient statutory provisions.
Legislator headnote
AI generatedArticles 386(1) and 462 of the Penal Code; The court must apply the more lenient penal law if the new provisions are more favorable to the accused than the law in force at the time of the offense, requiring remittal for new sentencing.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2060 / 2019 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 2060/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Γεώργιο Αναστασάκο - Εισηγητή, Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγέλου και Πηνελόπη Παρτσαλίδου - Κομνηνού, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αναστασίας Δημητριάδου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ. Π. του Ε., κατοίκου ... και νυν κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης …, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Χατζησταυράκη, για αναίρεση της υπ'αριθ.2189/2018 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ'αριθμ.πρωτ. 2535/25-2-2019 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 501/19.
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να :
Α) να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, όσον αφορά την επιβληθείσα ποινή, για νέα επιμέτρηση αυτής,
Β) να παραπεμφθεί η υπόθεση ως προς το αναιρούμενο μέρος της,
Γ) να απορριφθεί κατά τα λοιπά η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και
Δ) να απαλειφθεί από την προσβαλλόμενη απόφαση η επιβληθείσα παρεπόμενη ποινή της στέρησης πολιτικών δικαιωμάτων για 5 έτη και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I.Η κρινόμενη από 25-2-2019 αίτηση (αρ.πρ. 165/2535/2019) του Χ. Π. του Ε., για αναίρεση της καταδικαστικής απόφασης 2189/2018 του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω.
II.Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 Π.Κ. όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών".
Ούτω για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος απαιτούνται: α) σκοπός του δράστου να περιποιήσει εις τον εαυτόν του ή άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγματοποίηση του οφέλους, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών, ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθών γεγονότων από τα οποία ως παραγωγό αιτία παρεπλανήθη κάποιος και προέβη στην πράξη, παράλειψη, ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστου και η οποία υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της αξίας της περιουσίας του παθόντος (έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση για την ανόρθωσή της).
Περιουσιακή βλάβη μπορεί να συνιστά και συγκεκριμένη απειλή ή διακινδύνευση της περιουσίας, όταν επιφέρει μείωση της ενεστώσης αξίας αυτής και μπορεί έτσι να αποτιμηθεί ως επελθούσα βλάβη. Ο σκοπός οφέλους αποτελεί υποκειμενικό στοιχείο του αδίκου ("υπερχειλής υποκειμενική υπόσταση") και συνεπώς αξιώνεται ορισμένος δόλος. "Περιουσιακό όφελος" είναι κάθε οικονομική βελτίωση της περιουσιακής καταστάσεως, υπάρχει δε όταν επιδιώκεται η αύξηση της περιουσίας του δράστου ή άλλου καθώς και κάθε ευνοϊκότερη διαμόρφωση της περιουσίας του.
Το επιδιωκόμενο όφελος πρέπει να αποτελεί τον αντίποδα της βλάβης του παθόντος και συνήθως ισούται με αυτό, ήτοι η βλάβη. της περιουσίας πρέπει να αντιστοιχεί στο παράνομο περιουσιακό όφελος που ο υπαίτιος επεδίωξε και να είναι άμεσο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της απατηλής συμπεριφοράς του υπαιτίου.
Πρέπει, δηλαδή, μεταξύ της βλάβης της ξένης περιουσίας και του οφέλους που επιδιώκει ο δράστης να υπάρχει υλική αντιστοιχία ή υλική ταυτότητα από την οποία (υλική αντιστοιχία) προκύπτει εναργώς ο χαρακτήρα του εγκλήματος της απάτης ως τοιούτου περιουσιακής μεταθέσεως . Αθέμιτη δε παρασιώπηση συνιστά η παράλειψη ανακοίνωσης αληθινών γεγονότων, όταν από το νόμο ή την σύμβαση ή από προηγούμενη ενέργεια του δράστη υπάρχει υποχρέωση ανακοίνωσης αυτών.
Τέτοια υποχρέωση ανακοίνωσης μπορεί να θεμελιωθεί και στην από τις διατάξεις των άρθρων 197, 288 και 330 ΑΚ επιβαλλόμενη, σύμφωνα με τα συναλλακτικά ήθη και την καλή πίστη, συμπεριφορά στον συναλλασσόμενο. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 386 § 1 και 405 § 1 του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου ΠΚ (που είναι επιεικέστερος σε σχέση με τον προγενέστερο Ν.1608/1950, που εφαρμόσθηκε στην προκείμενη περίπτωση και ο οποίος ήδη καταργήθηκε με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 462 του νέου ΠΚ) η απάτη τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος αν η προκληθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ και προϋποθέτει την υποβολή εγκλήσεως.
Σύμφωνα, όμως με τις διατάξεις του άρθρου 386 § 2 ΠΚ αν η απάτη στρέφεται άμεσα κατά του νομικού προσώπου του ελληνικού δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και η ζημιά που προκλήθηκε υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 Ευρώ τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος, διώκεται αυτεπάγγελτα και παραγράφεται μετά είκοσι έτη.
Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 98 ΠΚ προκύπτει, ότι και εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο, το οποίο τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες αυτοτελείς ομοειδείς μερικότερες πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της απόφασης για εκτέλεση του εγκλήματος (ενότητα δόλου).
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποία ιδρύει λόγο αναίρεσής της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οικονομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε, ειδικότερα, έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο όμως περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της.
Τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχή αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών.
Όταν όμως για το αξιόποινο της πράξης απαιτούνται εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν την αντικειμενική της υπόσταση και ορισμένα πρόσθετα στοιχεία, όπως την εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης, άμεσο δηλαδή δόλο ή σκοπός επέλευσης ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος, (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), πράγμα που συμβαίνει και στο έγκλημα της απάτης, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στο δόλο του δράστη ως προς το ψευδές της παράστασης, απόκρυψης ή αποσιώπησης και την επιδίωξή του για πορισμό παράνομου περιουσιακού οφέλους για τον εαυτό του ή για άλλον με αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη του πλανώμενου ή του τρίτου με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τόσο τη γνώση όσο και το σκοπό προσπορισμού του παράνομου περιουσιακού οφέλους, άλλως η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης κατά την άνω έννοια αιτιολογίας.
Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον εκ του όρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη, καθώς και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα περιστατικά εκείνα που προέκυψαν και είναι απαραίτητα για την εφαρμογή της συγκεκριμένης ποινικής διατάξεως ή ακόμη στην απόφαση υπάρχει έλλειψη κάποιου από τα κατά νόμο αναγκαία περιστατικά ή αντίφαση μεταξύ τους ή με το διατακτικό κατά τέτοιο τρόπο που να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή όχι υπαγωγής αυτών στο νόμο και να στερείται έτσι η απόφαση νόμιμης βάσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλόμενη 2189/2018 απόφαση του, κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο για διακεκριμένη απάτη κατ' εξακολούθηση σε βάρος του δημοσίου και τον καταδίκασε σε ποινή κάθειρξης 12 ετών (με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2ε'του ΠΚ).
Στο σκεπτικό της απόφασης αυτής, το δικαστήριο μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων κατά το είδος τους αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα περιστατικά: "Ο Ε. Π., συνταξιούχος του Δημοσίου με AM ...019, ως απόστρατος αξιωματικός της ...., απεβίωσε στις 15-1-1999, μοναδικοί δε πλησιέστεροι συγγενείς και κληρονόμοι του ήταν η σύζυγος του Ε., η οποία απεβίωσε στις 10-1-2002, και ο κατηγορούμενος υιός του Χ.
Π.. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 69 παρ. 1 και παρ. 2 του π.δ/τος 169/2007 (άρθρο 69 παρ. 1 και παρ. 2 του α.ν. 1854/1951) κάθε συνταξιούχος υποχρεούται μέσα σε έξι μήνες από τη μεταβολή της συνταξιοδοτικής του κατάστασης να την γνωστοποιεί στην Υπηρεσία Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους. Εάν από την παράλειψη της αναγγελίας επέλθει ζημία στο δημόσιο από σύνταξη που καταβλήθηκε χωρίς να οφείλεται, ο συνταξιούχοι υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι το ποσό της σύνταξης τριών μηνών και παράλληλα υποχρεούται να ανορθώσει και τη ζημία που προκλήθηκε.
Το ποσό της χρηματικής ποινής και της ζημίας που προκλήθηκε βεβαιώνεται ως δημόσιο έσοδο με απόφαση του Υπουργού των Οικονομικών και εισπράττεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημόσιων Εσόδων. Υπόχρεοι για την αναγγελία της μεταβολής που επέρχεται στη συνταξιοδοτική κατάσταση του συνταξιούχου είναι:
α) Όλα τα πρόσωπα, στα οποία ανήκει η σύνταξη αν αυτά είναι περισσότερα από ένα, χωρίς να ενδιαφέρει αν τη σύνταξη την εισπράττουν μαζί ή χωριστά, καθένα δε από αυτά υποχρεούται εις ολόκληρο να επιστρέφει στο Δημόσιο όσα από την παράλειψη αυτή καταβλήθηκαν χωρίς να οφείλονται, β) Αν ο συνταξιούχος πεθάνει, αυτοί στους οποίους μεταβιβάζεται το δικαίωμα της σύνταξης ή οι κληρονόμοι του σε περίπτωση που δε μεταβιβάζεται η σύνταξη σε άλλα πρόσωπα, γ) Ο επίτροπος κηδεμόνας ή ο αντιλήπτορας όταν πρόκειται για συνταξιούχους που είναι ανήλικοι ή ανίκανοι για δικαιοπραξία (παρ. 2).
Ο κατηγορούμενος, παρά το γεγονός ότι είχε υποχρέωση από τον νόμο να αναγγείλει στην αρμόδια υπηρεσία του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους τη μεταβολή που επήλθε σ τη συνταξιοδοτική κατάσταση του πατέρα του; δηλαδή το γεγονός του θανάτου του, δεν το έπραξε. Αντίθετα δε, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, εν γνώσει του αθέμιτα παρασιώπησε το γεγονός αυτό από την αρμόδια υπηρεσία, με αποτέλεσμα να παραπλανήσει τους αρμόδιους υπαλλήλους που στελέχωναν την Υπηρεσία Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, οι οποίοι αγνοώντας το θάνατο του πατέρα του, εξακολούθησαν να πιστώνουν κάθε μήνα σε λογαριασμό που τηρείτο στην ..., στον οποίο ο κατηγορούμενος ήταν συνδικαιούχος, τη σύνταξη του θανόντος για ολόκληρο το χρονικό διάστημα από το Φεβρουάριο του 1999 μέχρι και το Μάιο του 2013, δηλαδή επί μακρό χρονικό διάστημα, το δε συνολικό ποσό που πιστώθηκε στον λογαριασμό αυτό ανέρχεται σε 228.989,29 ευρώ.
Όταν η αρμόδια υπηρεσία αναζήτησε το αχρεωστήτως πιστωθέν ποσό, διαπιστώθηκε ότι στον πιο πάνω λογαριασμό υπήρχε υπόλοιπο 8,66 ευρώ, αφού ο κατηγορούμενος ως συνδικαιούχος, είχε αναλάβει το ποσό των 228.980,63 ευρώ, με χρήση κάρτας αναλήψεως από ATM, την οποία είχε προμηθευτεί ως συνδικαιούχος του λογαριασμού, ποσό που βεβαιώθηκε στη ΔΟΥ ...
και το οποίο ο κατηγορούμενος αρνήθηκε να επιστρέψει. Σημειώνεται ότι η μητέρα του κατηγορουμένου μέχρι το θάνατο της (10-1-2002) ποτέ δεν ζήτησε την απονομή σ' εκείνη ισόβιας σύνταξης από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους ως χήρα του αποβιώσαντος συζύγου της συνταξιούχου του Δημοσίου". Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο, στη συνέχεια, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι: "Στους κάτωθι αναφερόμενους τόπους και χρόνους, με περισσότερες πράξεις, οι οποίες αποτελούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, τέλεσε έγκλημα, το οποίο προβλέπεται από τον νόμο και τιμωρείται με ποινή στερητική της Ε..
Ειδικότερα, στην ... στους ακόλουθους χρόνους, με περισσότερες πράξεις οι οποίες αποτελούν εξακολούθηση τον εγκλήματος της απάτης και με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει του αθέμιτη παρασιώπηση αληθινών γεγονότων το δε συνολικό σκοπούμενο όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το χρηματικό ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων ευρώ (€ 150.000), ενώ, εξάλλου, εξακολούθησε επί μακρό χρόνο την τέλεση του ως άνω εγκλήματος.
Συγκεκριμένα, στην ... κατά το χρονικό διάστημα από τον Φεβρουάριο 1999 έως και τον Μάιο 2013, αν και γνώριζε ότι ο πατέρας του, Ε. Π. του Χ., ο οποίος είχε συνταξιοδοτηθεί από το Ελληνικό Δημόσιο και λάμβανε απ!) αυτό ισόβια μηνιαία σύνταξη γήρατος, απεβίωσε στις 15.1.1999, γεγονός που αποτελούσε λόγο διακοπής της συνταξιοδοτήσεώς του και λήψης της ανωτέρω σύνταξης, η οποία καταβαλλόταν σε αυτόν μέσω του με αριθμό GR ...4777 κοινού τραπεζικού λογαριασμού που τηρούσε στην ..., στον οποίο ο κατηγορούμενος τύγχανε συνδικαιούχος, αν και είχε ως κληρονόμος του θανόντος πατέρα του υποχρέωση από το νόμο αναγγελίας στις αρμόδιες αρχές της σχετικής αυτής μεταβολής που επήλθε στην συνταξιοδοτική κατάσταση του πατέρα του (δηλαδή τον θάνατο του), δεν ανήγγειλε το γεγονός του θανάτου του πατέρα του στις αρμόδιες Αρχές, ως όφειλε, αλλά αντίθετα, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, συνιστάμενο στην λήψη της παραπάνω μηνιαίας σύνταξης και μετά τον θάνατο του πατέρα του, με περισσότερες πράξεις οι οποίες αποτελούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, καθ' όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα, ήτοι από τον Φεβρουάριο 1999 έως και τον Μάιο 2013, εν γνώσει του αθέμιτα παρασιώπησε το γεγονός του θανάτου του πατέρα του από τις αρμόδιες αρχές, μην προβαίνοντας στην γνωστοποίηση του γεγονότος σε αυτές ως όφειλε, παραπλανώντας έτσι τα αρμόδια όργανα αυτών, με σκοπό να συνεχίζεται να καταβάλλεται στον ανωτέρω τραπεζικό λογαριασμό καθ' όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα, από τον Φεβρουάριο 1999 μέχρι και τον Μάιο 2013, αχρεωστήτως, η μηνιαία σύνταξη του πατέρα του, όπως και έγινε, τα δε ποσά των μηνιαίων συντάξεων του θανόντος πατέρα του, τα οποία, για το χρονικό διάστημα μετά το θάνατο του (Φεβρουάριος 1999) και μέχρι mi τον Μάιο 2013 αχρεωστήτως καταβάλλονταν στον παραπάνω τραπεζικό λογαριασμό, συνολικού ύψους (228.989,29) ευρώ, αυτός, ως συνδικαιούχος αυτού του τραπεζικού λογαριασμού, παρανόμως εισέπραττε κατά το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα, αποκομίζοντας έτσι ισόποσο παράνομο περιουσιακό όφελος, ύψους (228.989,29) ευρώ, προκαλώντας αντίστοιχη ζημία στην περιουσία του Ελληνικού Δημοσίου.
Εξάλλου, με τις ανωτέρω μερικότερες πράξεις του, εξακολούθησε επί μακρό χρόνο την τέλεση του εγκλήματος της απάτης σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου". Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, την προβλεπόμενη από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ, κατά τα προαναφερόμενα, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, για την οποία είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης.
Και τούτο γιατί εκτίθενται στην απόφαση, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της πιο πάνω αξιόποινης πράξης, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς, επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις πιο πάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν, οι οποίες δεν παραβιάσθηκαν, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με την παραδοχή ασαφών, ελλιπών ή αντιφατικών αιτιολογιών και έτσι, η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα , αναφέρεται στην απόφαση ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, δολίως ενεργών, παρασιώπησε το αληθινό γεγονός του θανάτου του πατέρα του, ο οποίος απεβίωσε στις 15.1.1999, παραλείποντας κάθε μήνα, κατά το χρονικό διάστημα από Φεβρουάριο 1999 έως Μάιο 2013 , να ανακοινώσει το γεγονός αυτό του θανάτου του πατέρα του στη Γενική Διεύθυνση Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, όπως είχε υποχρέωση εκ του νόμου και ότι από τα περιστατικά αυτά προσδιοριζόταν και ο δόλος του ως προς την εξαπάτηση της ανωτέρω Δημόσιας Υπηρεσίας και την επιδίωξη προσπορισμού μέσω αυτού παρανόμου περιουσιακού οφέλους εκ μέρους του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου.
Εκτίθενται ακόμη στην προσβαλλόμενη απόφαση τα περιστατικά από τα οποία κατά τα γενόμενα δεκτά από το Εφετείο προέκυπτε η πράξη στην οποία προήλθε η Γενική Διεύθυνση Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους η οποία συνέχιζε να καταβάλει κάθε μήνα τη σύνταξη του αποβιώσαντος πατέρα του στον αναφερόμενο κοινό τραπεζικό λογαριασμό που ο πατέρας του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου διατηρούσε στην ...
με συνδικαιούχο τον ίδιο (κατηγορούμενο), την οποία αυτός εισέπραττε ανελλιπώς κάθε μήνα, κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα. Περαιτέρω, αιτιολογείται ότι η περιουσιακή αυτή διάθεση ήταν άμεση συνέπεια της ανωτέρω απατηλής συμπεριφοράς του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος , με την παρασιώπηση κάθε μήνα του θανάτου του πατέρα του (ΑΠ 884/2017), συνεπεία της οποίας οδηγήθηκε η ανωτέρω Δημόσια Υπηρεσία που εξαπατήθηκε στην καταβολή τελικά του ποσού των 228.980,63 ευρώ στον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα, στο οποίο αυτός και απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του και το οποίο παριστά τη ζημία που επήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο.
Επομένως, οι λόγοι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου είναι αβάσιμοι και πρέπει ν' απορριφθούν. Ενώ, τέλος, οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος πλήττουν, υπό την επίκληση των πιο πάνω αναιρετικών λόγων, την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει ν'απορριφθούν ως απαράδεκτες
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του νέου ΠΚ (Ν. 4619/2019), αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου. Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των όρθρων 511 εδ, τελευταίο και 514 εδ.
τελευταίο του νέου ΚΠΔ (Ν.4619/2019), ο Άρειος Πάγος, αν κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης, εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά τη δημοσίευση της προσβαλλομένης αποφάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, με το άρθρο 462 του νέου ΠΚ (ισχύοντος από 1-72019) καταργήθηκε ο Ν. 1608/1950 (περί καταχραστών δημοσίου).
Σύμφωνα, δε, με τα ισχύοντα, κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η απειλούμενη ποινή για το έγκλημα της απάτης (ΠΚ 386), με τις επιβαρυντικές περιστάσεις του άρθρου 1 παρ. 1 του πιο πάνω Ν.1608/1950 (μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η τέλεση του εγκλήματος επί μακρό χρόνο), ήταν ισόβια κάθειρξη .
Ήδη, με το νέο ΠΚ και ειδικότερα, με τις διατάξεις του άρθρου 386 παρ. 1-2, το εν λόγω έγκλημα της διακεκριμένης απάτης σε βάρος του Δημοσίου, με προκληθείσα ζημία υπερβαίνουσα τα 120.000 ευρώ, τιμωρείται με ποινή κάθειρξης τουλάχιστον 10 ετών και χρηματική ποινή έως 1000 ημερήσιες μονάδες, δηλαδή το πλαίσιο ποινής είναι επιεικέστερο του προηγουμένου νόμου.
Στην προκείμενη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση επιμέτρησε την ποινή με βάση τον προισχύσαντα δυσμενέστερο ποινικό νόμο. Επομένως, πρέπει, εφόσον κρίθηκε παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης και συντρέχει, κατά τα προαναφερόμενα, περίπτωση αυτεπάγγελτης εφαρμογής της επιεικέστερης πιο πάνω ποινικής διάταξης, να αναιρεθεί μερικώς η προσβαλλόμενη απόφαση, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να προβεί σε νέα επιμέτρηση της ποινής.
Τέλος, πρέπει να απαλειφθεί αυτεπάγγελτα, για τους ίδιους λόγους, από την προσβαλλόμενη απόφαση και η επιβληθείσα στον αναιρεσείοντα παρεπόμενη ποινή της στέρησης πολιτικών δικαιωμάτων για 5 έτη, καθόσον η εν λόγω ποινή έχει καταργηθεί με το νέο ΠΚ (άρθρα 59 επ.). Κατόπιν αυτών, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο μπορεί να συγκροτηθεί από τους ίδιους δικαστές αφού η υπόθεση αναιρέθηκε μόνο ως προς το σκέλος της ποινής (ΚΠΔ 522) και απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης κατά τα λοιπά.
ΓΙΑ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την απόφαση 2189/2018 του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών ως προς τη διάταξη περί επιβολής ποινής
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο μπορεί να συγκροτηθεί από τους ίδιους δικαστές
Απαλείφει από την προσβαλλόμενη απόφαση την διάταξη περί επιβολής της παρεπόμενης ποινής στέρησης των πολιτικών δικαιωμάτων στον αναιρεσείοντα για 5 έτη.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την αίτηση (αρ.πρ. 165/2535/2019) του Χ. Π. του Ε. για αναίρεση της προαναφερομένης απόφασης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Νοεμβρίου 2019.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Δεκεμβρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ