Supreme Court dismisses appeal for vague evidence omission and lack of proof regarding marital property claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellants' request to overturn the Court of Appeal's decision regarding marital property division. The appellants argued the lower court improperly considered evidence not formally presented, yet the court found the appeal vague as it failed to specify which documents were omitted or how they affected the verdict. Consequently, the appeal was dismissed because the legal grounds did not meet the required specificity for admissibility under the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 560(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal alleging the consideration of evidence not properly adduced is inadmissible if it fails to specify the exact documents, the claim they support, and the impact on the judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2060 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2060/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.... και 2. ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Ο πρώτος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αδαμάντιο Αρετάκη, ο οποίος δήλωσε ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη, απεβίωσε στις 22-8-2007 και κληρονομήθηκε από τον πρώτο αναιρεσίβλητο, που συνεχίζει την βιαίως διακοπείσα δικη.
Του αναιρεσίβλητου: ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του δικηγόρου και εκπροσωπήθηκε και από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Νικόλαο Κυριακάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-9-1987 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 108/1988 μη οριστική, 194/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 580/2006 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-3-2007 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, ανέγνωσε την από 19-2-2009 έκθεση της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο αναιρεσίβλητος την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Μετά την άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και, ειδικότερα, στις 22-8-2007 επήλθε στα ... ο θάνατος της δεύτερης αναιρεσείουσας. Ο εγγύτερος αυτής συγγενής και μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος της, πρώτος αναιρεσείων, αδελφός της, όπως προκύπτει τα, με επίκληση, προσκομιζόμενα από τον ίδιο έγγραφα, αλλά και δεν αμφισβητείται από τον αναιρεσίβλητο, με προφορική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου του, που καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του παρόντος Δικαστηρίου, γνωστοποίησε νόμιμα το θάνατο της άμεσης δικαιοπαρόχου του και την εκούσια στο όνομά του επανάληψη της δίκης, η οποία πλέον συνεχίζεται νόμιμα.
Η νομική αοριστία της αγωγής που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (ή του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ), αν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή αντίθετα αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.
Η αοριστία όμως του δικογράφου της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφο αυτής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής (ποσοτική αοριστία) ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου.
Στις περιπτώσεις αυτές της ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ, αντίστοιχα. Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ, όπως έχει αντικατασταθεί με εκείνη του άρθρου 15 του ν. 1329/1983 και ήδη ισχύει από 18-2-1983, εφαρμοζόμενη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 54 § 1 του ν. 1329/1983, όπως, επίσης, αντικαταστάθηκε με εκείνη του άρθρου 12 του ν. 1649/1986 και επί γάμων που τελέστηκαν, καθώς και επί περιουσιακών στοιχείων που αποκτήθηκαν και πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 1329/1983, ορίζεται, ότι "αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου, έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.
Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή (§ 1). Η προηγούμενη παράγραφος εφαρμόζεται αναλογικά και στην περίπτωση διάστασης των συζύγων που διάρκεσε περισσότερο από τρία χρόνια (§ 2)". Κατά την αληθινή έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης η αξίωση του κάθε συζύγου συμμετοχής στα αποκτήματα είναι καταρχήν ενοχή αξίας, δηλαδή χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της περιουσιακής αύξησης του υπόχρεου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή του δικαιούχου.
Ο κανόνας, όμως, αυτός δεν αποκλείει την εξουσία του δικαστή να διατάξει, δεχόμενος σχετικό αίτημα του ενός ή του άλλου συζύγου, ενοχικώς δε πάντοτε, την απόδοση του ποσοστού της συμβολής του δικαιούχου συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου με αυτούσια απόδοση είτε ανάλογου ποσοστού συγκυριότητας επί των αποκτημάτων είτε ορισμένου ή ορισμένων πραγμάτων ίσης αξίας προς το ποσοστό της συμμετοχής του δικαιούχου στην αύξηση της περιουσίας του άλλου (Ολ.
ΑΠ 28/1996). Σε περίπτωση θανάτου του ενός συζύγου η αξίωση της διάταξης του άρθρου 1400 ΑΚ δεν γεννιέται στο πρόσωπο των κληρονόμων του συζύγου που πέθανε (άρθρο 1401 εδάφ. α' ΑΚ). Ο επιζών, επομένως, σύζυγος, εκτός των κληρονομιαίων στοιχείων, τα οποία ενδέχεται να λάβει ως εκ διαθήκης ή εξ αδιαθέτου κληρονόμος, έχει και αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα, η οποία στρέφεται κατά των λοιπών κληρονόμων του θανόντα συζύγου του, οπότε ο καθένας απ' αυτούς θα βαρύνεται, προς εκπλήρωση της υποχρέωσης του προς τον επιζώντα σύζυγο, ανάλογα με το κληρονομικό του δικαίωμα.
Εφόσον δε ο επιζών σύζυγος είναι και κληρονόμος, στο πρόσωπο του θα συνενωθούν ως προς την αξίωση συμμετοχής οι ιδιότητες δανειστή και οφειλέτη. Έτσι, επέρχεται απόσβεση του μέρους της απαίτησης, που αντιστοιχεί στο κληρονομικό του δικαίωμα, με σύγχυση (άρθρο 453 εδάφ. α' ΑΚ). Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1400 ΑΚ και 216 Κ.Πολ.Δ προκύπτει, ότι στοιχεία για το ορισμένο της αγωγής με την οποία επιδιώκεται η συμμετοχή του ενός συζύγου στα αποκτήματα του άλλου είναι :
α)η λύση ή ακύρωση του γάμου ή, κατ' ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διάστασης των συζύγων, β) η αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου και γ)η συμβολή του ενάγοντα συζύγου στην αύξηση με οποιονδήποτε τρόπο της περιουσίας του υποχρέου. Ως αύξηση νοείται όχι μια συγκεκριμένη κτήση, αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υποχρέου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, δηλαδή κατά την τέλεση του γάμου (αρχική περιουσία) και κατά το χρόνο που γεννιέται η αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα (τελική περιουσία).
Παρέπεται, ότι, όταν η αξίωση απόδοσης της συμβολής στηρίζεται στη λύση ή ακύρωση του γάμου, κρίσιμος χρόνος για την εξεύρεση της τελικής περιουσίας του υπόχρεου και, συνακόλουθα, του προσδιορισμού της περιουσιακής του αύξησης, με την έννοια του καθορισμού των στοιχείων που την αποτελούν, είναι ο από το νόμο τασσόμενος χρόνος γέννησης της αξίωσης, δηλαδή της λύσης ή ακύρωσης του γάμου (ή, κατ' ανάλογη εφαρμογή, της συμπλήρωσης της τριετούς διάστασης ή του χρόνου θανάτου του υπόχρεου συζύγου).
Και ναι μεν η αξίωση του συζύγου για συμμετοχή στα αποκτήματα είναι καταρχήν χρηματική ενοχή, στο νόμο, όμως, δεν ορίζεται το χρονικό σημείο κατά το οποίο πρέπει να γίνεται η αναγωγή σε χρήμα της αξίας των περιουσιακών στοιχείων που συνιστούν την αύξηση (απόκτημα). Κατά το γενικό όμως κανόνα τόσο του ουσιαστικού δικαίου, συναγόμενο από το δίκαιο της αποζημίωσης (άρθρο 297 και 298 ΑΚ), όσο και από το δικονομικό δίκαιο (άρθρα 216 παρ. 2 α', 221 παρ. 1β' και 223 εδάφ.
τελευταίο Κ.Πολ.Δ), η αξία κάθε παροχής κρίνεται κατά το χρόνο της παροχής έννομης προστασίας, εφόσον στο νόμο δεν ορίζεται διαφορετικά.
Συνεπώς και η αναγωγή σε χρηματική αξία της από τη συμβολή αποδοτέας περιουσιακής αύξησης πρέπει να γίνεται στο χρόνο άσκησης της αγωγής. Η αξία άλλωστε αυτή επιδικάζεται και σε περίπτωση που το δικαστήριο διατάσσει την αυτούσια απόδοση (Ολ. ΑΠ 28/1996), ενοχικώς πάντοτε, της συμβολής. Από τη σύγκριση της αξίας της περιουσίας του υποχρέου στα δυο αυτά χρονικά σημεία, με αναγωγή σε τιμές του χρόνου της άσκησης της αγωγής, θα κριθεί αν υπάρχει περιουσιακή αύξηση του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα.
Απαιτείται, συνεπώς, να προσδιορίζεται στην αγωγή η περιουσία του υπόχρεου (εφόσον υπάρχει) και κατά το χρόνο της τέλεσης του γάμου με αναγωγή της αξίας της στο χρόνο της άσκησης της αγωγής, ή να εκτίθεται σ' αυτήν, ότι δεν υπήρχε καθόλου περιουσία του υποχρέου κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου. Περαιτέρω, η συμβολή του δικαιούχου στην αύξηση της περιουσίας του υποχρέου (θετική ή αρνητική με την αποφυγή μείωσης) μπορεί να συνίσταται όχι μόνο στην παροχή κεφαλαίου με , οποιαδήποτε μορφή, αλλά και στην παροχή υπηρεσιών, αποτιμωμένων σε χρήμα, ακόμη και υπηρεσιών οι οποίες παρέχονται στο συζυγικό οίκο, όταν και κατά το μέτρο που αυτές δεν επιβάλλονται από την, κατά τα άρθρα 1389 και 1390 του ΑΚ, υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών.
Στη σχετική αγωγή και εφόσον ζητείται ποσοστό επί των αποκτημάτων πέραν του τεκμαιρομένου (1/3), είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται το είδος της συμβολής, η αξία της και ο αιτιώδης σύνδεσμος αυτής με την αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου. Το καθιερούμενο δηλαδή από τη διάταξη του άρθρου 1400 εδάφ. β' ΑΚ μαχητό τεκμήριο, ότι η συμβολή του δικαιούχου συζύγου ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης (της περιουσίας του δικαιούχου), εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμιά συμβολή, λειτουργεί αμφιμερώς και υπέρ και των δύο διαδίκων, με την έννοια ότι αν ο ενάγων ζητήσει με την αγωγή του ποσοστό της αύξησης που αντιστοιχεί σε μεγαλύτερη του 1/3, συμβολή, αυτός υποχρεούται να αποδείξει το μεγαλύτερο του τεκμαρτού ποσοστό της συμβολής του, ενώ ο εναγόμενος μπορεί, κατ' ένσταση, να προβάλει και να αποδείξει ότι ο ενάγων είχε μικρότερη της τεκμαιρομένης ή και καμιά συμβολή.
Με την παραπάνω διάταξη δεν καθιερώνεται ιδιαίτερος τρόπος υπολογισμού της αξίωσης σε σχέση με το ποσοστό του τεκμηρίου, αλλά απλά γίνεται κατανομή του βάρους της απόδειξης με βάση μαχητό τεκμήριο, ενώ η αξίωση συμμετοχής στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου είναι μία και ενιαία, οποιοδήποτε ποσοστό (μεγαλύτερο ή μικρότερο του τεκμαιρομένου) συμμετοχής και αν ζητεί με την αγωγής ο δικαιούχος σύζυγος.
Στην προκείμενη περίπτωση, στην ένδικη αγωγή, όπως το περιεχόμενο της παραδεκτά (άρθρο 561 § 2 Κ.Πολ.Δ) επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο, εκτίθενται τα ακόλουθα: Στις 31-12-1975 ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, δικηγόρος, τέλεσε γάμο με την ..., επίσης, δικηγόρο, από τον οποίο δεν απέκτησαν τέκνα. Κατά τη διάρκεια του γάμου τους η τελευταία άρχισε να εμφανίζει συμπτώματα ψυχασθένειας, που εντάθηκαν με την πάροδο του χρόνου και την περιήγαγαν σε κατάσταση σχιζοφρένειας, εξαιτίας της οποίας αυτοκτόνησε στις 12-9-1985.
Η θανούσα σύζυγός του με την από 11-9-85 ιδιόγραφη διαθήκη της, που δημοσιεύτηκε νόμιμα με το 169/24-9-85 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, εγκατέστησε μοναδικούς κληρονόμους της, σε όλη τη κινητή και ακίνητη περιουσία της, τους τρεις εναγόμενους αδελφούς της, από τους οποίους η τρίτη (...) πέθανε κατά τη διάρκεια της δίκης και στη δικονομική της θέση υπεισήλθαν οι συνεναγόμενοί της ως μοναδικοί εξαδιαθέτου κληρονόμοι της.
Η διαθήκη αυτή είναι άκυρη, γιατί, κατά το χρόνο σύνταξης της η θανούσα λόγω της διαρκούς πνευματικής νόσου της σχιζοφρένειας, από την οποία έπασχε, δεν είχε συνείδηση των πράξεών της και εστερείτο της χρήσης του λογικού, με την έννοια ότι δεν είχε την ικανότητα να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο των πράξεών της και αποκλειόταν σ' αυτή ο ελεύθερος προσδιορισμός της βούλησής της με λογικούς υπολογισμούς.
Η θανούσα, η οποία δεν είχε περιουσία πριν από το γάμο, κατέλιπε κινητή και ακίνητη περιουσία, αποτελούμενη από ένα οροφοδιαμέρισμα, αξίας, κατά το χρόνο του θανάτου της, 20.739.600 δρχ., ένα αυτοκίνητο, αξίας, κατά τον ίδιο χρόνο, 1.000.000 δρχ., μία τραπεζική κατάθεση, ύψους 1.103.359 δρχ., ένα κυνηγετικό όπλο, αξίας 200.000 δρχ.
και όλα τα αναφερόμενα στην αγωγή, κατ' είδος, ποσότητα και αξία κινητά και οικιακά αντικείμενα, που χρησιμοποιούσαν και οι δύο σύζυγοι, καθώς και αυτά που χρησιμοποιούσε μόνο η θανούσα, συνολικής αξίας 2.918.000, κατά το χρόνο του θανάτου της, δηλαδή, συνολικά η κληρονομιαία περιουσία ανερχόταν σε 26.706.959 δρχ,.
Επίσης, η θανούσα κατέλιπε, κατά το χρόνο του θανάτου της, και άλλα κληρονομιαία αποκτήματα, τα οποία απέκτησε από κληρονομιές συγγενικών της προσώπων, τα οποία, όμως, δεν υπολογίζονται στην περιουσιακή επαύξηση (άρθρου 1400 § 3 ΑΚ). Για το οικόπεδο στο οποίο βρίσκεται το παραπάνω οροφοδιαμέρισμα και κατά το ποσοστό που αντιστοιχεί σ' αυτό, δηλαδή τα 26/100 αυτού, κατέβαλε ο ενάγων συνολικά το ποσό των 737.000 δρχ., η καταβολή δε αυτή έγινε μετά την τέλεση του γάμου τους, δεδομένου ότι το τίμημα πιστώθηκε και καταβλήθηκε σταδιακά κατά τα έτη 1976 και 1977.
Η δαπάνη για την απόκτηση κατά τη διάρκεια του γάμου όλων των αναφερόμενων στην αγωγή περιουσιακών στοιχείων ανέρχεται σε 13.000.000 δρχ. Η περιουσιακή επαύξηση της θανούσας οφείλεται και στη δική του συμβολή κατά 11.000.000 δρχ., που έλαβε χώρα με την παροχή κεφαλαίων από μέρους του και συνεπώς η αξίωσή του συμμετοχής του στα αποκτήματα της θανούσας συζύγου του ανέρχεται σε ποσοστό 11/13 ή κατά το ποσό των 22.598.196 δρχ. (26.706.959 Χ 11/13).
Ακολούθως, ο ενάγων ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν συμμέτρως το ποσό των 22.598.196 δρχ. στο οποίο ανέρχεται το ποσοστό συμμετοχής του στην αύξηση της περιουσίας της συζύγου του με το νόμιμο τόκο ή να του αποδώσουν κατά ποσοστό 11/13 εξ αδιαιρέτου τα περιουσιακά πράγματα που αποτελούν αυτή, να αναγνωριστεί για τον αναφερόμενο στην αγωγή λόγο η ακυρότητα της πιο πάνω διαθήκης και να αναγνωριστεί το εξ αδιαθέτου κληρονομικό δικαίωμα του επί της πιο πάνω κληρονομιάς, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, καθώς και το δικαίωμα του στο εξαίρετο στα αναφερόμενα στην αγωγή πράγματα, αλλιώς, να αναγνωριστεί το δικαίωμα της νόμιμης μοίρας του επί της πιο πάνω κληρονομιάς κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου.
Με αυτό το περιεχόμενο η εν λόγω αγωγή, με την οποία ασκείται, κατά την παραδεκτά σωρευόμενη στο ίδιο δικόγραφο πρώτη κύρια βάση της, η αξίωση του ενάγοντα συμμετοχής του στα αποκτήματα της θανούσας συζύγου του, είναι πλήρως ορισμένη, αφού, χωρίς να προκύπτει καμιά ασάφεια, περιέχει όλα τα απαιτούμενα για το ορισμένο αυτής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1400 § 1 ΑΚ, στοιχεία ως προς τον πραγματικό υπολογισμό της συμβολής του ενάγοντα στην περιουσιακή επαύξηση της πιο πάνω θανούσας.
Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής, η θανούσα σύζυγος του ενάγοντα κανένα περιουσιακό στοιχείο δεν διέθετε κατά την τέλεση του γάμου τους. Περαιτέρω, εφόσον ασκείται αξίωση του ενάγοντα συμμετοχής στα αποκτήματα πέραν του τεκμαιρόμενου ποσοστού (1/3) των τελευταίων, αναφέρονται επαρκώς σ' αυτή - αγωγή - τα προσδιοριστικά της επικαλούμενης (μεγαλύτερης της τεκμαιρόμενης) συμβολής στοιχεία και συγκεκριμένα προσδιορίζεται το είδος και το μέγεθος της συμβολής του ενάγοντα στην επικαλούμενη επαύξηση.
Εξάλλου, για το ορισμένο της αγωγής δεν απαιτείται η αναφορά της αξίας και του μεγέθους της κινητής και ακίνητης περιουσίας του ενάγοντα, τόσο κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου του, όσο και κατά το χρόνο του θανάτου της συζύγου του, αφού η ύπαρξη της αρχικής περιουσίας του ενάγοντα, τα στοιχεία από τα οποία απαρτίζεται και η αξία του καθενός απ' αυτά, καθώς και το παθητικό της περιουσίας, ποιο και πόσο, αποτελεί τη βάση ένστασης, προβαλλόμενης και αποδεικνυόμενης από τον εναγόμενο, του ενάγοντα υποχρεωμένου μόνο να επικαλεστεί και να αποδείξει την τελική περιουσία του υπόχρεου συζύγου και τη συμβολή του ίδιου στην επαύξηση της εν λόγω περιουσίας του τελευταίου.
Ο πρώτος, επομένως, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, γιατί το Εφετείο δεν απέρριψε την αγωγή κατά την πρώτη, κύρια βάση της συμμετοχής στα αποκτήματα, λόγω μη αναφοράς σ' αυτή της περιουσίας του αναιρεσιβλήτου κατά τους χρόνους τέλεσης του γάμου του και θανάτου της συζύγου του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε.
Οι κανόνες δικονομικού δικαίου, όπως είναι και η διάταξη του άρθρου 216 Κ.Πολ.Δ, η οποία ορίζει ποια ουσιώδη και απαραίτητα στοιχεία πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής για το ορισμένο αυτής, δεν αποτελούν αντικείμενο ευθείας ή εκ πλαγίου παραβίασης, δημιουργικής λόγου αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19, αντίστοιχα, του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τους συναφείς πρώτο, κατά το δεύτερο μέρος του και δεύτερο, κατ' ορθή εκτίμηση του, λόγους της αναίρεσης και με την επίκληση πλημμέλειας από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμο το λόγο της έφεσης των αναιρεσειόντων περί αοριστίας της ένδικης αγωγής, κατά την πρώτη κύρια βάση της, περί αξίωσης του αντιδίκου τους στα αποκτήματα (άρθρο 1400 ΑΚ), γιατί δεν αναφέρεται σ' αυτή - αγωγή- εάν ο τελευταίος διέθετε ή όχι περιουσία πριν από την τέλεση του γάμου του με τη θανούσα σύζυγο του και δεν παρατίθεται, επίσης, στην ίδια κατάλογος των περιουσιακών στοιχείων που απέκτησε αυτός κατά τη διάρκεια του γάμου και η αξία αυτών κατά το χρόνο θανάτου της συζύγου του, περιέχει ελλιπείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, στέρησε την απόφαση του από την νόμιμη βάση της.
Οι ερευνώμενοι αυτοί αναιρετικοί λόγοι, όπως διατυπώνονται, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, γιατί οι προβαλλόμενες με αυτούς αιτιάσεις, αναφερόμενες σε ποσοτική αοριστία της ένδικης αγωγής και, συνακόλουθα, σε παραβίαση του δικονομικού κανόνα του άρθρου 216 § 1 στοιχ. α' Κ.Πολ.Δ, δεν ιδρύουν τον από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ λόγο αναίρεσης.
Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης προϋποθέτει την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και τη διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος και όχι την απόρριψη ισχυρισμού ως μη νόμιμου, αόριστου ή απαράδεκτου ή για οποιονδήποτε άλλο τυπικό λόγο (Ολ. ΑΠ 3/1997 ΝοΒ 46.23, Ολ. ΑΠ 44/1990). Ο τρίτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο απέρριψε ως μη νόμιμη την ένσταση των εναγομένων-αρχικών αναιρεσειόντων περί άφεσης του χρέους, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 454 ΑΚ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες (και ήδη ο μοναδικός αναιρεσείων) αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από τους αριθμούς 1 και 19, αντίστοιχα, του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλειες, γιατί το Εφετείο, με το να απορρίψει την ένστασή τους -αναιρεσειόντων - περί καταχρηστικής άσκησης του ένδικου δικαιώματος του αντιδίκου τους με τις ανεπαρκείς αιτιολογίες ότι "...Για τις εργασίες αυτές δεν διαμαρτυρήθηκε ο ενάγων, γιατί όπως λέχθηκε πιο πάνω αυτοί δεν μιλούσαν.
Οι πιο πάνω ενέργειες των εναγομένων όμως δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος, αφού όπως προαναφέρθηκε ουδέποτε αυτός δήλωσε ότι δεν έχει αξιώσεις επί της περιουσίας της συζύγου του, ούτε ίσχυε η σχετική συμφωνία με την σύζυγο του, για τους λόγους που εκτέθηκαν πιο πάνω", παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και στέρησε την απόφαση του από τη νόμιμη βάση της είναι, και ως προς τα δύο μέρη του, απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 § 1 Κ.Πολ.Δ).
Ο πέμπτος, κατά το πρώτο τμήμα του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο, κατ' ορθή εκτίμηση του, ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., γιατί το Εφετείο, με το να απορρίψει τις ενστάσεις των αρχικών αναιρεσειόντων περί αποκλεισμού του αντιδίκου τους από την κληρονομία της συζύγου του και περί αποκλήρωσης του τελευταίου, την πρώτη μεν απ' αυτές για έλλειψη έννομου συμφέροντός τους, τη δεύτερη δε ως ουσιαστικά αβάσιμη, παρεβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1822 και 1842 ΑΚ, αντίστοιχα, είναι απορριπτέος ως προς μεν το πρώτο μέρος του, ως αβάσιμος, εφόσον το Εφετείο, με την παραδοχή του ότι "ο αποκλεισμός του συζύγου από το κληρονομικό δικαίωμα και το εξαίρετο αφορά την εξ αδιαθέτου διαδοχή δηλαδή βάση της αγωγής που έχει απορριφθεί και πρωτοδίκως και κατ' έφεση με την αμέσως προηγούμενη σκέψη της παρούσας απόφασης", ακολούθως δε την απόρριψη του από το άρθρο 1822 ΑΚ ισχυρισμού των αναιρεσειόντων λόγω έλλειψης έννομου συμφέροντός τους, δεν παραβίασε ευθέως την αμέσως πιο πάνω διάταξη, εφαρμοζόμενη μόνο στην εξ αδιαθέτου διαδοχή, η επί της οποίας αγωγική βάση απορρίφθηκε από το Εφετείο, ως προς δε το δεύτερο μέρος του, ως απαράδεκτος, εφόσον με αυτόν πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 § 1 Κ.Πολ.Δ).
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.ΠολΔ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου υπάρχει, όταν το δικαστήριο, με βάση τις παραδοχές του, στη συγκεκριμένη περίπτωση, παράλειψε να εφαρμόσει ένα ουσιαστικό κανόνα δικαίου, ο οποίος ήταν εφαρμοστέος ή εφάρμοσε ουσιαστικό κανόνα δικαίου, τον οποίο δεν έπρεπε να εφαρμόσει.
Ειδικότερα, το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, που εισάγουν οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, όταν, μολονότι διαπιστώνει, έστω και έμμεσα την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, συνακόλουθα δε, την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχεται, επίσης, ανέλεγκτα, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, ως στοιχεία προσδιοριστικά της καλής πίστης.
Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται ευθέως και όταν το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, κατέληξε το δικαστήριο δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη. Για τη διαμόρφωση σχετικής κρίσης το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη, με διαφορετική κατά περίπτωση βαρύτητα, τα συμφέροντα των μερών και κυρίως εκείνου από αυτά, το οποίο αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος όρος, το δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις λοιπές τοπικές, χρονικές και άλλες συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων, τη φύση της σύμβασης, τις διαπραγματεύ-σεις που είχαν προηγηθεί, την προηγούμενη συμπεριφορά των μερών και πως η σχετική δήλωση του ενός μέρους αναμενόταν να εκληφθεί από το άλλο μέρος.
Έτσι, κάθε δήλωση βούλησης θα πρέπει να ληφθεί με την έννοια που απαιτεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες της οποίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή η δήλωση βούλησης και από τον τρίτο. Το δικαστήριο της ουσίας, όταν ερμηνεύει, κατά τις αρχές της καλής πίστης, λαμβάνοντας υπόψη του και τα συναλλακτικά ήθη, τη δήλωση βούλησης, δεν είναι ανάγκη να αναλύσει και εξειδικεύσει τις αρχές αυτές ή τα συναλλακτικά ήθη και δεν δεσμεύεται στην κρίση του από τους ισχυρισμούς των διαδίκων.
Εξάλλου, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του κρίση, δεν είναι υποχρεωμένο να αρκεστεί στο περιεχόμενο της σύμβασης, αλλά μπορεί να αντλήσει και στοιχεία εκτός της σύμβασης που θα προταθούν από τους διαδίκους. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, που δεν ενδιαφέρουν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, τα ακόλουθα: "Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η σύζυγος του ενάγοντος κατέλειπε μόνους πλησιέστερους συγγενείς της, τον ενάγοντα (σύζυγο της) τους πρώτο και δεύτερη των εναγομένων (αδέλφια της) και την τρίτη των εναγομένων (μητέρα της), η οποία όπως προαναφέρθηκε αποβίωσε και στη θέση της υπεισήλθαν οι δύο πρώτοι εναγόμενοι.
Με την πιο πάνω ιδιόγραφη διαθήκη η σύζυγος του ενάγοντος εγκαθιστώντας μοναδικούς κληρονόμους της σε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία τους δύο πρώτους εναγόμενους κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου τον καθένα, έθιξε με αυτόν τον τρόπο την νόμιμη μοίρα του ενάγοντος συζύγου της, ο οποίος ως σύζυγος αυτής και συντρέχοντας με κληρονόμους της δεύτερης τάξης είχε δικαίωμα νόμιμης μοίρας κατά ποσοστό 1/4 ή 2/8 εξ αδιαιρέτου (άρθρου 1829, 1825 και 1814 του Α.Κ.).
Στο σημείο αυτό πρέπει να λεχθεί ότι δεν τίθεται θέμα αποκλήρωσης του ενάγοντος από την αποβιώσασα σύζυγο του, με βάση την προαναφερόμενη διαθήκη, ενόψει του ότι από αυτό τούτο το κείμενο αυτής δεν προκύπτει ούτε υπαινικτικά τέτοια δήλωση περί αποκλήρωσης, πολύ δε περισσότερο που δεν αναφέρεται σ' αυτή σχετικός λόγος και για τον οποίο έλαβε χώρα τέτοια αποκλήρωση.
Ως εκ τούτου τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τους εκκαλούντες με τον σχετικό λόγο έφεσης είναι αβάσιμα και για το λόγο αυτό απορριπτέος ο λόγος αυτός της έφεσης". Ακολούθως, το Εφετείο δέχθηκε την ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, εν μέρει, ως προς την πρώτη κύρια βάση της περί της αξίωσης συμμετοχής του στα αποκτήματα και ως κατ' ουσίαν βάσιμη ως προς την επικουρική της βάση περί αναγνώρισης του δικαιώματος της νόμιμης μοίρας του κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου στην κληρονομιαία περιουσία της θανούσας συζύγου του, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση.
Ο πέμπτος, επομένως, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο μέμφονται οι αναιρεσείοντες την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, γιατί, κατ' ορθή εκτίμηση του, το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι η θανούσα σύζυγος του αναιρεσιβλήτου δεν είχε την πρόθεση να αποκληρώσει τον τελευταίο με βάση την από 11-9-1985 ιδιόγραφη διαθήκη της, παραβίασε ευθέως τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με το να μη προσφύγει σ' αυτούς, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που προπαρατέθηκαν, δεν διαπίστωσε κενό ή αμφίβολο σημείο ως προς σαφές περιεχόμενο της δήλωσης βούλησης της διαθέτιδας στην επίμαχη διαθήκη, που προμνημονεύθηκε.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδάφ. 1 στοιχ. β', 346 και 453 παρ. 1 ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.
Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση του αποδεικτικού μέσου, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ιδιότητά του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρο 240 ΚΠολΔ.
Η διάταξη αυτή αναφέρεται στον τρόπο επαναφοράς "ισχυρισμών", έχει, όμως, εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου. (Ολ. ΑΠ 23/2008, Ολ.ΑΠ 9/2000). Για να είναι ορισμένος ο αμέσως πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο ποια είναι τα αποδεικτικά μέσα που δεν προσκομίστηκαν, ο ισχυρισμός, προς απόδειξη του οποίου λήφθηκαν υπόψη τα αποδεικτικά αυτά μέσα, καθώς και η επίδραση του τελευταίου στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και, τέλος, ο λόγος για τον οποίο τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα δεν έπρεπε να ληφθούν υπόψη.
Ο έκτος επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ. β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση, ότι "ο ενάγων πριν από το γάμο ήταν κάτοχος αρκετών δεκάδων μετοχών εταιριών που ήταν εισηγμένες στο χρηματιστήριο, σε αντίθεση με τη σύζυγο του που δεν είχε περιουσία πριν από το γάμο τους", έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και "αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν", είναι απορριπτέος ως αόριστος, εφόσον δεν εξειδικεύονται σ' αυτόν ποιες είναι οι συγκεκριμένες αποδείξεις, που ο αναιρεσίβλητος δεν επικαλέστηκε νόμιμα στο Εφετείο, αλλά λήφθηκαν υπόψη από το τελευταίο και δεν αναφέρεται στον ίδιο ο λόγος της μη νόμιμης επίκλησης των εν λόγω αποδείξεων.
Ο ίδιος αναιρετικός λόγος, εκτιμώμενος και ως πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., γιατί το Εφετείο, με το να καταλήξει στην αμέσως πιο πάνω κρίση του, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί της μερικής παραδοχής της ένδικης αγωγής, ως προς την πρώτη, κύρια βάση της αξίωσης συμμετοχής του αναιρεσιβλήτου στα αποκτήματα της θανούσας συζύγου του, έλαβε υπόψη όλα τα, με επίκληση, προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες και έγγραφα).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-3-2007 αίτηση του ... για αναίρεση της 580/2006 απόφασης του Εφετείου Κρήτης. Και,
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 19 Μαΐου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Οκτωβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ