Legislator Case Law & Legislation
2060/2007 AI generated

2060/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2060/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

2060/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή, για να δημιουργηθεί ο λόγος ακυρότητος του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, πρέπει να προτείνεται στο Εφετείο ο σχετικός ισχυρισμός και να διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο η τοιαύτη πρόταση ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, εφόσον ο σχετικός λόγος αναιρέσεως δεν περιλαμβάνεται σ' εκείνους που αναφέρονται στο άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, οι οποίοι λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να έχουν προταθεί στο Εφετείο.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2060 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2060/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ......, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Βασιλείου Πλιάτσικα.

Του αναιρεσιβλήτου: ......, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χαρίκλεια Απαλαγάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-4-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24307/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 209/2005 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 20-2-2006 αίτησή του και τους από 20-7-2007 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης ανέγνωσε την από 27-8-2007 έκθεσή του και την από 11-9-2007 έκθεση επί των προσθέτων λόγων, με τις οποίες εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, καθώς και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή ο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήσσει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα να πλήσσει την προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Εν προκειμένω ο αναιρεσείων με τους 1ο και τρίτο πρόσθετο κατά το πρώτο μέρος του λόγους αναιρέσεως πλήττει την προβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ και ειδικότερα παραπονείται ότι το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ γιατί δέχθηκε ότι οι επίμεμπτες ενέργειες που με τη μήνυσή του απέδωσε στον ενάγοντα, είναι εξυβριστικές και δυσφημιστικές για αυτόν και τον προσβάλλουν παράνομα (361, 362 ΠΚ) συνιστούν δε ταυτόχρονα και αδικοπραξία, και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα στην καταβολή προς τον αναιρεσίβλητο εύλογης χρηματικής ικανοποίησης κατά το άρθρο 932 ΑΚ. Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι και πρέπει ν' απορριφθούν, διότι ο αναιρεσείων υπό την επίκληση της παραβιάσεως κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΚ 932) πλήσσει την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων, αφού στους οικείους λόγους αναιρέσεως αναφέρεται ότι το Εφετείο έπρεπε να δεχθεί άλλα και δέχθηκε άλλα εσφαλμένα ως προς το κατ' ουσία βάσιμο της αγωγής, την οποία και έπρεπε να απορρίψει.

Επειδή, για να δημιουργηθεί ο λόγος ακυρότητος του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, πρέπει να προτείνεται στο Εφετείο ο σχετικός ισχυρισμός και να διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο η τοιαύτη πρόταση ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, εφόσον ο σχετικός λόγος αναιρέσεως δεν περιλαμβάνεται σ' εκείνους που αναφέρονται στο άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, οι οποίοι λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να έχουν προταθεί στο Εφετείο.

Επομένως, ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος όταν δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο αναιρεσείων πρότεινε στο Εφετείο τον παραπάνω ισχυρισμό ή ότι συντρέχει εξαιρετική περίπτωση της παρ. 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ (Ολ. ΑΠ 43/1990 και 16/2000). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον 2ο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο δέχθηκε ότι ορθώς το πρωτόδικο δικαστήριο προχώρησε στη συζήτηση της αγωγής, μετά από ανάκληση της υπ' αριθ. 4048/2001 μη οριστικής του απόφασης, με την οποία ανεστάλη η έκδοση της οριστικής του απόφασης εωσότου περατωθεί αμετάκλητα η εναντίον του εναγομένου - αναιρεσείοντος ποινική διαδικασία, η οποία και δεν είχε ακόμη περαιωθεί.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται αν ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αυτό προτάθηκε νόμιμα στο Εφετείο κατά τη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. ΕΠΕΙΔΗ, ο 1ος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 11 εδαφ. 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ κατά τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη, ότι έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα (έγγραφα) που ο νόμος δεν επιτρέπει, είναι απορριπτέος ως αόριστος διότι ο αναιρεσείων δεν προσδιορίζει στο Αναιρετήριο ποια είναι τα έγγραφα αυτά και για ποιο λόγο μη επιτρεπόμενα (ΑΠ 15/1980).

ΕΠΕΙΔΗ, λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως δεν προκύπτει η πλημμέλεια αυτή αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικά ή ουσιαστικά. "Πράγμα" υπό την ανωτέρω έννοια είναι ο λόγος εφέσεως ενώ δεν είναι οι αιτήσεις των διαδίκων.

Περαιτέρω για το παραδεκτό του εξεταζόμενου λόγου αναιρέσεως κατά την έννοια του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, πρέπει αν ο αναιρεσείων είναι ο εκκαλών να έχει υποβάλλει ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας τα πραγματικά περιστατικά του προβαλλόμενου ισχυρισμού με βάση τα οποία ο ισχυρισμός αυτός θα κριθεί ως ουσιώδης για την έκβαση της δίκης, με λόγο έφεσης ή πρόσθετο λόγο έφεσης και όχι με τις προτάσεις.

Εν προκειμένω όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο που την εξέδωσε, ερευνώντας καθολικά και εξ υπαρχής τη διαφορά έλαβε υπόψη τον 1ο λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος, με τον οποίο παραπονείτο ότι εσφαλμένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ανακάλεσε την 4048/01 μη οριστική του απόφαση και τον απέρριψε στην ουσία. Επίσης το Εφετείο με το να μη λάβει υπόψη αφενός μεν την αίτηση του εκκαλούντος αναιρεσείοντος για τη διεξαγωγή αποδείξεων ως προς το αίτημα της αγωγής για προσωπική του κράτηση και αφετέρου την ένσταση συμψηφισμού δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθ. 8 εδ. β΄ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, καθόσον πράγμα δεν είναι όπως προαναφέρθηκε η αίτηση του διαδίκου και περαιτέρω η ένσταση συμψηφισμού δεν προτάθηκε με το εφετήριο, αλλά με τις προτάσεις του εκκαλούντος-αναιρεσείοντος. Επομένως ο 2ος λόγος αναιρέσεως και κατά τρία μέρη του, με τον οποίο καταλογίζεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από την ανωτέρω διάταξη είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 παρ. γ΄ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αδίκαστη αίτηση. Ως "αίτηση" κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, δηλαδή κάθε αίτηση με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, τέτοια δε αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κυρίας παρεμβάσεως, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, των ενδίκων μέσων της έφεσης, της ανακοπής και τριτανακοπής όχι όμως και εκείνη της ένστασης ή αντένστασης, ή του λόγου της έφεσης ή της αίτησης για νέες αποδείξεις με την εξέταση από το εφετείο μαρτύρων.

Ο 2ος επομένως πρόσθετος λόγος αναίρεσης και κατά το τέταρτο μέρος του εκ του άρθ. 9 περ. γ΄ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το λόγο έφεσης και την ένσταση του αναιρεσείοντος ως προαναφέρθηκαν και το αίτημα του για νέες αποδείξεις στο Εφετείο με την εξέταση μαρτύρων εκδιδόμενες προς τούτο προδικαστικής αποφάσεως και έτσι άφησε αδίκαστες αιτήσεις του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

ΕΠΕΙΔΗ, με τον 3ο πρόσθετο λόγο και κατά το 2ο μέρος του προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το Εφετείο με το να επιδικάσει το αναφερόμενο στην προσβαλλόμενη ποσό ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης στον ενάγοντα ήτοι 14.670,58 ευρώ ευθέως παραβίασε την αρχή της αναλογικότητος που ισχύει με βάση το άρθρο 25 του Συντάγματος για το άρθρο 932 ΑΚ και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια εκ του αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος καθόσον κατά την σταθερή νομολογία του Αρείου Πάγου ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης του οφειλέτη στο δικαιούχο βάσει του άρθρου 932 ΑΚ, αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας. Η κρίση δε αυτή σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή του πορίσματος με κάποια νομική έννοια ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένα εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως (άριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ) είτε εκ πλαγίου (αριθ.19 του ίδιου άρθρου) και επομένως η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας στο καθορισμό του ύψους της οφειλομένης χρηματικής ικανοποιήσεως δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, μέσω της αρχής της αναλογικότητας, η οποία δεν εφαρμόζεται απ΄ ευθείας από το Δικαστήριο, παρά μόνο για τον έλεγχο συνταγματικότητος νόμου που περιορίζουν δικαιώματα του ανθρώπου, διότι αυτή οριοθετεί τον περιοριστικό του δικαιώματος νόμο (ΑΠ 1670/06, ΑΠ 163/07, ΑΠ 634/07).

ΕΠΕΙΔΗ, ο εκ του αριθ. 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο αποδεικτικών κατά τα άρθρα 339, 432 επομ. Κ.Πολ.Δ εγγράφων και όχι των κατ΄ άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ υποκειμένων στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, διαδικαστικών εγγράφων της αυτής δίκης, ή δικαστικών αποφάσεων των πολιτικών δικαστηρίων επί άλλης δίκης μεταξύ των αυτών διαδίκων (ΑΠ 1684/90).

Περαιτέρω για τη θεμελίωση του λόγου αυτού της αναιρέσεως πρέπει επί πλέον το έγγραφο να αφορά απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, δηλ. η κρίση του δικαστηρίου για απόδειξη ή όχι του ισχυρισμού αυτού να είναι επιβλαβής για τον αναιρεσείοντα. Αντίθετα αν το έγγραφο αφορά απόδειξη επουσιώδους ισχυρισμού δηλ.

ισχυρισμού που δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είναι απαράδεκτος. Τέλος ο άνω λόγος αναιρέσεως δεν ιδρύεται όταν αναφέρεται σε εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου και όχι "παραμόρφωση" (ΑΠ 2004/06). Στην προκειμένη περίπτωση με τον 3ο λόγο αναιρέσεως και με τον 4ο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως και κατά το πρώτο μέρος, ως και κατά άλλα.........μέρη του προβάλλεται αντίστοιχα η πλημμέλεια από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της 4309/92 αποφάσεως του Μον.

Πρωτ. Θεσσαλονίκης που είχε εκδοθεί σε άλλη δίκη μεταξύ των διαδίκων, το περιεχόμενο του από 30-4-84 καταστατικού σύστασης της ΑΒΕΕ "ΗΛΒΕΛ" δεχθέν ως χρόνο ιδρύσεως της το 1975 ενώ ιδρύθηκε το 1984 και το περιεχόμενο της ΒΜ 94 Εγχ. 75/15-1-97 μηνύσεως του αναιρεσείοντος, με το να δεχθεί το Εφετείο ότι ο ενάγων ιδιοποιήθηκε το επιτευχθέν πλειστηρίασμα των 33.000.000 δρχ., ενώ στη μήνυση αναφέρεται "με απώτερο σκοπό να ιδιοποιηθούν τεράστια ποσά αφού το εκπλειστηρίασμα ανήλθε στο ποσό των 33.000.000 δρχ.".

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος αφού ως προεξετέθηκε η άνω δικ. απόφαση δεν είναι δικονομικώς έγγραφο δεκτικό παραμορφώσεως και περαιτέρω και καθ΄ όσον αφορά το τρίτο έγγραφο γιατί αναφέρεται σε εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου. ΄Οσον αφορά το ως άνω δεύτερο έγγραφο ο ίδιος λόγος είναι απορριπτέος ως παραδεκτός, διότι το Εφετείο συνεκτίμησε το έγγραφο αυτό μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να στηρίξει το ουσιαστικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο σ΄ αυτό.

ΕΠΕΙΔΗ, ο εκ του αριθ.17 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίο αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις, δημιουργείται αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις ολικά ή μερικά και η αντίφαση εντοπίζεται στο διατακτικό της αποφάσεως και στο ίδιο διαδικαστικό έγγραφο της προσβαλλόμενης απόφασης και όχι στο αιτιολογικό επομένως ο 5ος πρόσθετος λόγος με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια στην προσβαλλομένη εκ του άρθ. 17 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ για αντίφαση στο αιτιολογικό της είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

ΕΠΕΙΔΗ, η γενική βεβαίωση της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας ότι έχουν ληφθεί υπόψη εκτός από άλλα αποδεικτικά μέσα και όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, καλύπτει όλα, ανεξάρτητα από το αν είναι δημόσια ή ιδιωτικά καθώς επίσης ανεξάρτητα αν χρησιμεύουν για άμεση ή έμμεση απόδειξη.

Έτσι καλύπτει τις μαρτυρίες τρίτων που έχουν ληφθεί υπό το τύπο των ενόρκων βεβαιώσεων πριν από την έναρξη της δίκης σε προηγηθείσα δίκη, εφόσον επιτρέπεται η απόδειξη με μάρτυρες, οι οποίες μπορεί να ληφθούν υπόψη και να εκτιμηθούν ως έγγραφα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Αντίθετα δεν καλύπτει, την ένορκη βεβαίωση που λαμβάνεται ενόψει της συγκεκριμένης δίκης κατά τη διεξαγωγή της οποίας προσκομίζεται από τον διάδικο ως ίδιο αποδεικτικό μέσο και πρέπει να μνημονεύεται ρητά στην απόφαση, γιατί αλλιώς ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως εκ του αριθ. 11γ΄ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ (ΑΠ 688/02, ΑΠ 851/2001).

Εν προκειμένω το Εφετείο όπως ρητώς βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του σχημάτισε την κρίση του επί της ουσίας της υποθέσεως, αφού έλαβε υπόψη εκτός από άλλα αποδεικτικά μέσα και όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, από τη βεβαίωση δε αυτή με συνδυασμό και προς το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν απομένει αμφιβολία, αλλά αντίθετα καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και την αναφερόμενη στον 6ο λόγο αναιρέσεως υπ΄ αριθ. 3888/11-11-02 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης που λήφθηκε με αφορμή προηγηθείσα δίκη μεταξύ των διαδίκων, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία αυτής. Επομένως οι εκ του αριθ. 11γ΄ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ σχετικός 6ος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 20-2-06 αίτηση για αναίρεση της υπ΄ αριθ. 209/05 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Οκτωβρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Νοεμβρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ