Supreme Court dismisses appeal for lack of grounds, upholding lower court's finding on ship ownership evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a maritime employment dispute. The appellant argued the shipowner was a fictitious entity, but the lower court accepted the official registry entry as valid evidence. The Court ruled that the appeal lacked legal grounds because the lower court's reasoning was not contradictory and the appellant failed to prove the registry entry was fraudulent.
Legislator headnote
AI generatedArticles 335, 339, 340, 346, 559(11), 559(8), 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the lower court's reasoning is not contradictory and the appellant fails to prove the evidence was ignored or the reasoning was legally flawed.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 2060 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2060/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Αλυκάτορα. Της αναιρεσίβλητης: Ναυτικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΝΕΟΣ ΛΙΜΗΝ ΠΑΤΡΩΝ ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Δούναβη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-12-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 516/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 100/2004 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31-1-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Καλούδης, διάβασε την από 1-11-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τα άρθρα 335, 339, 340 και 346 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει την κρίση του σχετικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, η παράβαση δε της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 11 του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως.
Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα, ενώ μόνο το γεγονός ότι δεν έγινε ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάποιου αποδεικτικού μέσου δεν στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, αν από το περιεχόμενο της αποφάσεως προκύπτει σαφώς ότι αυτό έχει ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο.
Στην προκείμενη περίπτωση από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ζήτησε με την ένδικη αγωγή του να υποχρεωθεί η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, πλοιοκτήτρια του ρυμουλκού πλοίου "....", η οποία τον είχε προσλάβει με σύμβαση ναυτικής εργασίας για να προσφέρει τις υπηρεσίες του στο παραπάνω πλοίο ως μηχανικός, να καταβάλει σ' αυτόν τις αναφερόμενες διαφορές αποδοχών.
Προς απόδειξη της αγωγής του και ειδικότερα της ιδιότητας της αναιρεσίβλητης ως πλοιοκτήτριας του ως άνω πλοίου, ο αναιρεσείων προσκόμισε και επικαλέστηκε με τις προτάσεις που κατέθεσε στο εφετείο, μεταξύ άλλων και α) αντίγραφο του ναυτολογίου και β)το από 7-12-1998 έγγραφο εθνικότητας του πλοίου, στα οποία αναγράφεται ως πλοιοκτήτρια η αναιρεσίβλητη, χωρίς να γίνεται αναφορά στη φερόμενη ως εφοπλίστρια κοινοπραξία με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ CHRISTIANI AND NIELSEN L.T.D.- TEXNIKH ETAIΡIA KATAΣKEYΩN A.E.- BACHY L.T.D.".
Στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται, ότι το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του για την ουσία της υποθέσεως και από τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι με ιδιαίτερη αναφορά στο ναυτολόγιο. Συγκεκριμένα στην απόφαση αυτή σημειώνεται, ότι από το γεγονός ότι δεν υπάρχει δήλωση στη λιμενική αρχή του τόπου νηολόγησης για την ύπαρξη εφοπλιστή, δημιουργείται τεκμήριο ότι η κυρία του πλοίου αναιρεσίβλητη το εκμεταλλεύεται για δικό της λογαριασμό (άρθρο 105 του ΚΙΝΔ), αλλά το τεκμήριο αυτό ανατρέπεται από το γνωστό και στον αναιρεσείοντα γεγονός της εκμετάλλευσης του πλοίου από την ως άνω κοινοπραξία.
Στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρεται και το από 7-12-1998 έγγραφο εθνικότητας, το Εφετείο όμως δέχεται ότι η σύμβαση ναυτολογήσεως του αναιρεσείοντος καταρτίστηκε με την κοινοπραξία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ CHRISTIANI AND NIELSEN L.T.D.- TEΓΚ A.E.- BACHY L.T.D.", στην οποία η αναιρεσίβλητη είχε παραχωρήσει την εκμετάλλευση του πλοίου με το από 18-6-1998 ιδιωτικό συμφωνητικό χρονοναυλώσεως, που τροποποιήθηκε στη συνέχεια με το από 10-2-1999, μεταγενέστερο συμφωνητικό, και ότι η εν λόγω κοινοπραξία κατέβαλε τις αποδοχές στον αναιρεσείοντα.
Από την παραπάνω αιτιολογία προκύπτει, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και το έγγραφο εθνικότητας του πλοίου, το οποίο άλλωστε είναι προγενέστερο του ναυτολογίου και δεν συνάγεται το αντίθετο από το γεγονός ότι δεν αναφέρεται στην απόφαση. Επομένως, ο πρώτος από το άρθρο 559 αριθ.11 του ΚΠολΔ λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Επειδή, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αγωγής, ο αναιρεσείων ισχυρίστηκε για την παθητική νομιμοποίηση της αναιρεσίβλητης, ότι οι ένδικες απαιτήσεις προέρχονται από την εκμετάλλευση του πλοίου, την οποία είχε η τελευταία καθ' όλη τη διάρκεια της απασχόλησής του. Εξάλλου, με το δεύτερο λόγο της εφέσεώς του, ο αναιρεσείων προέβαλε, επικουρικά, και τον ισχυρισμό, ότι μεταξύ της αναιρεσίβλητης και της φερόμενης ως εφοπλίστριας ως άνω κοινοπραξίας υπήρχε ταύτιση των οικονομικών συμφερόντων και επιχειρηματικής οργάνωσης, αφού οι εταιρείες που συγκροτούσαν την κοινοπραξία ήταν και οι αποκλειστικοί μέτοχοι της αναιρεσίβλητης. Με το ισχυρισμό αυτό ο αναιρεσείων δεν προσέθεσε νέα βάση στην αγωγή του, αλλά προέβαλε άρνηση κατά του ισχυρισμού ότι την εκμετάλλευση του πλοίου είχε -αποκλειστικά- η προαναφερόμενη κοινοπραξία, που είχε προβάλει η αναιρεσίβλητη προς ανατροπή του συναγόμενου από τη διάταξη του άρθρου 105 του ΚΙΝΔ τεκμηρίου.
Συνεπώς, ενόψει του ότι το Εφετείο δέχτηκε, κατά τα λοιπά, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι την εκμετάλλευση του πλοίου είχε στην πραγματικότητα η κοινοπραξία και όχι η αναιρεσίβλητη, η απόρριψη ως απαραδέκτου του παραπάνω ισχυρισμού με την εσφαλμένη αιτιολογία ότι με αυτόν εισάγεται νέα αυτοτελής βάση της αγωγής, δεν επιδρά στο διατακτικό της αποφάσεως και ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής.
Επειδή, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε ότι για τις ένδικες αξιώσεις του αναιρεσείοντος ευθύνεται η ως άνω κοινοπραξία ως εφοπλίστρια του πλοίου, τούτο δε παρά το γεγονός ότι στο οικείο ναυτολόγιο αναγράφεται ως πλοιοκτήτρια η αναιρεσίβλητη χωρίς να διαχωρίζεται ο εφοπλισμός από την κυριότητα, και ότι "η αναγραφείσα αυτή ιδιότητα με την έννοια της πλοιοκτησίας ...είναι φαινομενική (εικονική), ενόψει της γνωστής στον ενάγοντα εκμεταλλεύσεως του πλοίου από την ειρημένη κοινοπραξία". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχτηκε κατ' ακρίβεια ως βάσιμο τον ισχυρισμό που είχε προβάλει η αναιρεσίβλητη για την ανατροπή του από το άρθρο 105 του ΚΙΝΔ συναγόμενου -μαχητού- τεκμηρίου και όχι ισχυρισμό περί πλαστότητας ή εικονικότητας της σχετικής εγγραφής στο ναυτολόγιο. Επομένως, ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη μη προταθέντα ισχυρισμό περί πλαστότητας ή εικονικότητας της παραπάνω εγγραφής, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στις αιτιολογίες της που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.
Αντιθέτως η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρ.561 παρ.1 ΚΠολΔ) και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, ενώ στη μείζονα σκέψη της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του δέχεται ότι οι εγγραφές στο ναυτολόγιο δεν μπορούν να αμφισβητηθούν παρά μόνο με την προσβολή τους ως πλαστών ή εικονικών, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η εγγραφή της αναιρεσίβλητης ως πλοιοκτήτριας του ρυμουλκού στο εν λόγω έγγραφο είναι φαινομενική-εικονική-, αφού στην πραγματικότητα την εκμετάλλευση του πλοίου είχε η κοινοπραξία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ CHRISTIANI AND NIELSEN L.T.D.- TEXNIKH ETAIΡIA ΤΕΓΚ A.E.- BACHY L.T.D.", και ότι το γεγονός αυτό γνώριζε ο αναιρεσείων.
Ο λόγος αυτός, ανεξάρτητα από το ότι είναι αόριστος, αφού δεν περιέχονται στο αναιρετήριο τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε το Εφετείο, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού η ως άνω αιτίαση δεν αφορά σε αντιφατική αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31-1-2005 αίτηση περί αναιρέσεως της 100/2004 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Δεκεμβρίου 2006.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 28 Δεκεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ