Legislator Case Law & Legislation
205/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to expiration of appeal period despite court suspension.

Case Number 205/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal as inadmissible because the filing date of February 10, 2023, exceeded the statutory limitation period. Although the court suspended operations between 2020 and 2022, extending the deadline to October 16, 2022, the appellant filed the request two years later. The court ruled that the suspension did not extend the final deadline, rendering the appeal untimely.

Legislator headnote

AI generated

Articles 564(3) and 74(1) of the Code of Civil Procedure; The appeal period for an appeal against a final judgment runs for two years from the date of its finality, and interruptions caused by court suspensions do not extend this period if the deadline has already expired.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal statutory limitation period court suspension effect finality of judgment Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 564(3) of the Code of Civil Procedure
Article 74(1) of Law 4690/2020
Article 83(1) of Law 4790/2021
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 694/2023

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 205 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 205/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Βαρβάρα Πάπαρη, Μαρία Πετσάλη και Δέσποινα Βασιλοδημητράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "......", τεθείσας υπό ασφαλιστική εκκαθάριση, που εδρεύει στο .... Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Φρουδάκη και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "......" και τον διακριτικό τίτλο ".....", που εδρεύει στους ..... Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/6/2014 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η 1567/2018 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10/2/2023 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 και 576 παρ. 1-3 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ` αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν την συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, ώστε να καταστεί δυνατός ο έλεγχος της εγκυρότητας ή όχι της ερημοδικίας του απολειπόμενου διαδίκου, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση, εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία, οπότε κατά το άρθρο 576 παρ. 3 του ΚΠολΔ, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί παραδεκτά, ως προς όσους από τους διαδίκους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν νόμιμα κλητευθεί, ενώ κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Ειδικότερα δε από τις διατάξεις των άρθρων 498, 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης απουσιάζει ο αναιρεσίβλητος και ο αναιρεσείων, που επισπεύδει τη συζήτηση, έχει επιδώσει σ' αυτόν αντίγραφο του κατατεθέντος δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, με κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που έχει οριστεί, τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο αν αυτός διαμένει στην Ελλάδα, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία του κλητευθέντος αναιρεσίβλητου.

Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 409/2023, ΑΠ 48/2023, ΑΠ 1211/2021, ΑΠ 164/ 2021, ΑΠ 462/2019, ΑΠ 1389/2019, ΑΠ 119/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ` αριθ. 1234Ε'/2-5-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Μ. Κ., που επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης επιδόθηκε με επιμέλεια της αναιρεσείουσας νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη. Όπως προκύπτει δε από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση. Επομένως, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, το Δικαστήριο θα προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία της αναιρεσίβλητης που έχει κλητευθεί νομίμως (άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ.1β', 577, 309 εδ.1, 321 και 495 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ενδίκου αυτού μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ δεν αρκεί η απόφαση να έχει καταστεί τελεσίδικη, κατά το χρόνο συζήτησης της αναίρεσης.

Τελεσίδικη είναι η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης. Η κατ` αντιμωλία οριστική απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, μόνο, αφότου έπαυσε να υπόκειται σε έφεση, είτε διότι παρήλθε η νόμιμη γνήσια προθεσμία, από την επίδοση της απόφασης, των τριάντα (30) ημερών, εάν ο εκκαλών διαμένει στην Ελλάδα ή των εξήντα (60) ημερών, εάν ο εκκαλών διαμένει στο εξωτερικό (άρθρο 518 παρ.1 KΠολΔ), είτε διότι παρήλθε η νόμιμη καταχρηστική προθεσμία, από τη δημοσίευση της απόφασης, αν η απόφαση δεν έχει επιδοθεί, των δύο (2) ετών για απόφαση, που δημοσιεύθηκε από 1.1.2016 και εντεύθεν (άρθρο 518 παρ. 2 KΠολΔ, όπως ισχύει μετά το άρθρο τρίτο - άρθρο 1 ν. 4335/2015).

Η προθεσμία άσκησης της αναίρεσης, που ηρεμεί όσο διαρκεί η προθεσμία της έφεσης, δηλαδή αρχίζει αυτή, αφού περάσει η προθεσμία της έφεσης (ΑΠ 810/2018), αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, είναι τριάντα (30) ημέρες και, αν ο αναιρεσείων διαμένει στο εξωτερικό, είναι εξήντα (60) ημέρες και αρχίζει, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, από την επίδοση της απόφασης (άρθρο 564 παρ. 2 KΠολΔ-γνήσια) ενώ, αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η (καταχρηστική) προθεσμία άσκησης της αναίρεσης είναι δύο (2) έτη και αρχίζει από την έκδοση της απόφασης, που περατώνει τη δίκη, για απόφαση, που δημοσιεύθηκε από 1.1.2016 (άρθρο 564 παρ. 3 KΠολΔ, όπως ισχύει μετά το άρθρο τρίτο - άρθρο 1 ν. 4335/2015), δηλαδή είναι συνολικά τέσσερα (4) έτη, δύο για να περάσει η προθεσμία της έφεσης και να γίνει τελεσίδικη η απόφαση και άλλα δύο από την ημέρα που αυτή έγινε τελεσίδικη για να ασκηθεί μέσα στα χρόνια αυτά αναίρεση και συνολικά τέσσερα (4) έτη (ΑΠ 760/2022, ΑΠ 1860/2022).

Περαιτέρω, στην παρ. 1 του άρθρου 74 του Ν. 4690/ 2020 (A' 104) ορίζεται ότι: "1. Το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020 - 31.5.2020) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων.

Μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Ειδικότερα οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 215, των παρ. 1 και 2 του άρθρου 237 και του άρθρου 238 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ), καθώς και οι προθεσμίες άσκησης ανακοπών, με εξαίρεση τις προθεσμίες του άρθρου 934 ΚΠολΔ, ένδικων μέσων και πρόσθετων λόγων δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους", ενώ κατά την παρ. 1 του άρθρου 83 του Ν. 4790/2021 (Α' 48) ορίζεται ότι "Το χρονικό διάστημα από τις 7.11.2020 έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, δυνάμει της κοινής υπουργικής απόφασης του άρθρου 11 της από 11.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α` 55), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4682/2020 (Α 76), δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων, καθώς και στις προθεσμίες παραγραφής των συναφών αξιώσεων.

Μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος του πρώτου εδαφίου, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Οι προθεσμίες που ανεστάλησαν κατά τα προηγούμενα εδάφια, δεν συμπληρώνονται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους" και τέλος κατά την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 4792/ 2021(A' 54) ορίζεται ότι "Κατά την αληθή έννοια του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α 48), ως ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων της χώρας για τον υπολογισμό των νόμιμων και δικαστικών προθεσμιών, λογίζεται η ημερομηνία άρσης της αναστολής των προθεσμιών, η οποία επήλθε με τη λήξη ισχύος της υπό στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ.18877/26.3.2021 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Προστασίας του Πολίτη, Εθνικής Άμυνας, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Υγείας, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Δικαιοσύνης, Εσωτερικών, Μετανάστευσης και Ασύλου, Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Υποδομών και Μεταφορών, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό "Έκτακτα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορονοϊού COVID-19 στο σύνολο της Επικράτειας για το διάστημα από τη Δευτέρα 29 Μαρτίου 2021 και ώρα 6:00 έως και τη Δευτέρα, 5 Απριλίου 2021 και ώρα 6:00" (Β` 1194), ήτοι η 6.4.2021".

Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι η προθεσμία άσκησης ενδίκων μέσων που έληξαν εντός του πρώτου χρονικού διαστήματος αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων (από 13.3.2020 έως 31.5.2020) ή μετά το πέρας αυτής και πριν από την έναρξη της ημερομηνίας της εκ νέου αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων (που διήρκεσε από 7.11.2020 έως 6.4.2021), δεν συμπληρώνεται πριν παρέλθουν τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους (άρθρο 74 Ν. 4690/2020), ενώ, αντίθετα, η προθεσμία άσκησης ενδίκων μέσων που έληξαν εντός του δευτέρου χρονικού διαστήματος αναστολής (από 7.11.2020 έως 6.4.2021) ή μετά το πέρας αυτού, δεν συμπληρώνεται πριν παρέλθουν δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους (άρθρα 83 Ν. 4790/2021 σε συνδυασμό με άρθρο 25 Ν. 4792/ 2021), χωρίς να συνυπολογίζεται, στην τελευταία αυτή περίπτωση, στην προθεσμία άσκησης των ενδίκων μέσων και η ως άνω προθεσμία των τριάντα (30) ημερών, καθότι αυτή εφαρμόζεται μόνο για τις προθεσμίες άσκησης ενδίκων μέσων που η λήξη τους ρυθμίζεται αποκλειστικά από τις προεκτεθείσες διατάξεις του άρθρου 74 του Ν. 4690/2020 (χωρίς, δηλαδή, να επακολουθήσει νέο χρονικό διάστημα αναστολής) (ΑΠ 291/2024, ΑΠ 1130/2022).

Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο όγδοο (παρ. 1) της από 29-1-2022 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (ΦΕΚ Α' 14/29-1-2022) "Υπό την επιφύλαξη της παρ. 3, το χρονικό διάστημα από τις 25 Ιανουαρίου 2022 έως και τις 28 Ιανουαρίου 2022, κατά το οποίο ανεστάλη η λειτουργία δικαστηρίων και εισαγγελιών λόγω ανωτέρας βίας δυνάμει των υπ` αρ. 4034/24.1.2022 (Β' 186) και 4035/26.1.2022 (Β' 190) αποφάσεων του Υπουργού Δικαιοσύνης, δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων ενώπιον δικαστηρίων και συναφών εξωδίκων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων που έχουν την έδρα ή κατοικία τους στις περιοχές των ανωτέρω αποφάσεων, καθώς και στις προθεσμίες παραγραφής των συναφών αξιώσεων.

Τέλος, κατά τις διατάξεις του άρθρου 577 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης και αν αυτή δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως με βάση τα υποβληθέντα αποδεικτικά έγγραφα στοιχεία της δικογραφίας (ΑΠ 694/2023).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 10-2-2023 αίτηση αναίρεσης της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, προσβάλλεται η υπ' αριθ. 1567/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 239 παρ. 3 του ν. 4364/2016.

Η προσβαλλόμενη απόφαση (για την οποία δεν προκύπτει επίδοση) δημοσιεύτηκε στις 12-2-2018, από την επομένη δε της δημοσίευσής της (13-2-2018) άρχισε να τρέχει η διετής καταχρηστική προθεσμία για την άσκηση έφεσης, η οποία συμπληρώθηκε στις 13-2-2020, οπότε και κατέστη τελεσίδικη και από την επομένη (14-2-2020) άρχισε να τρέχει η διετής καταχρηστική προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης, η οποία, χωρίς την προσωρινή αναστολή της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας, θα έληγε στις 14-2-2022, ενώ, λόγω της ως άνω αναστολής και του εξ αυτής μη υπολογισμού των χρονικών διαστημάτων από 13-3-2020 έως 31.5.2020 (2 μήνες και 18 ημέρες), από 7.11.2020 έως 6.4.2021 (5 μήνες) και από 25-1-2022 έως 28-1-2022 (4 ημέρες) και συνολικά χρονικού διαστήματος 7 μηνών και 22 ημερών, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις των άρθρων 74 παρ.1 εδ.

α' του Ν. 4690/2020, 83 παρ.1 εδ. α' του Ν. 4790/2021 και άρθρου όγδοου (παρ. 1) της από 29-1-2022 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (ΦΕΚ Α' 14/29-1-2022), συμπληρώθηκε στις 16-10-2022, μετά παρέλευση και του διαστήματος των δέκα επιπλέον ημερών που προβλέπονται από την παρ. 1 του άρθρου 83 του Ν. 4790/2021. 'Όμως, η ένδικη αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε με την κατάθεσή της στις 10-2-2023 στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών (αρ.

εκθ. καταθ. 15794/22/2023), έχει ασκηθεί εκπρόθεσμα, ήτοι μετά την παρέλευση της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει, από την τελεσιδικία της προσβαλλόμενης (πρωτόδικης) απόφασης, συνυπολογιζομένων και των ως άνω διαστημάτων της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας και συνεπώς θα πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη.

Κατόπιν τούτου, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Τέλος, δεν θα επιδικαστούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, που ηττήθηκε, δικαστικά έξοδα, ελλείψει σχετικού αιτήματος της απούσας αναιρεσίβλητης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-2-2023 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 1567/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιανουαρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ