Legislator Case Law & Legislation
205/2022 AI generated

205/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 205/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-3-2009 αγωγή του ήδη αποθανόντος Η. Α. του Ι. και τις από 29-12-2011 προτάσεις-ανταγωγή, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Αλεξανδρούπολης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 137/2012 μη οριστική, 344/2014 οριστική, όπως διορθώθηκε με την 434/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 202/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-1-2020 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

205/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η διαδικαστική πορεία της υποθέσεως, κατ' επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, έχει ως εξής: Με την από 19-3-2009 αγωγή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, ο αρχικώς ενάγων Η.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 205 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 205/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη-Εισηγήτρια, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., Δήμου Αλεξανδρούπολης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Λύτρα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Γ. Α. του Η., ως καθολικής διαδόχου (κληρονόμου) του αρχικώς ενάγοντος-αντεναγομένου Η. Α. του Ι., κατοίκου ..., Δήμου Αλεξανδρούπολης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Αποστολίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-3-2009 αγωγή του ήδη αποθανόντος Η. Α. του Ι. και τις από 29-12-2011 προτάσεις-ανταγωγή, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Αλεξανδρούπολης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 137/2012 μη οριστική, 344/2014 οριστική, όπως διορθώθηκε με την 434/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 202/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-1-2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

. Φέρεται για συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου η από 16-1-2020 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 202/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, το οποίο δίκασε ως Εφετείο. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Η διαδικαστική πορεία της υποθέσεως, κατ' επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, έχει ως εξής: Με την από 19-3-2009 αγωγή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, ο αρχικώς ενάγων Η.

Α., επικαλείτο πρωτότυπο και παράγωγο τρόπο κτήσεως κυριότητας του περιγραφομένου υπ'αριθ. 8 οικοπέδου ευρισκόμενου στο ..., επιφανείας 400,37 τ.μ στην περιοχή Απαλού Ν. Έβρου, Ότι, όμορο οικόπεδο του ως άνω οικοπέδου του ενάγοντος, εμβαδού 423,05 τ.μ., περιήλθε δυνάμει του αναφερομένου συμβολαίου αγοραπωλησίας στην κυριότητα της εναγομένης, η οποία από το έτος 2006 μέχρι το Μάιο του 2008, ανεγείροντας οικοδομή στη βόρεια πλευρά του, προέβη αυθαίρετα και παράνομα στην κατάληψη των αναφερομένων τμημάτων της νότιας πλευράς του οικοπέδου του (ενάγοντος) αποβάλλοντας αυτόν από τη νομή τους, και ζητούσε να αναγνωριστεί το δικαίωμα κυριότητάς του επί των καταληφθέντων τμημάτων αξίας 3.000 ευρώ, να υποχρεωθεί η εναγόμενη στην απόδοσή τους και στην καθαίρεση των τοιχίων και του αντίστοιχου τμήματος της ανεγειρόμενης οικοδομής που καταλαμβάνει τα επίδικα και, σε περίπτωση άρνησής της, να επιτραπεί στον ίδιο να προβεί στην καθαίρεση των συγκεκριμένων κατασκευών.

Αντίστοιχα η εναγομένη, με τις από 29.11.2011 έγγραφες προτάσεις της, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, άσκησε ανταγωγή, με την οποία ζητούσε επικουρικά (σε περίπτωση αποδείξεως της κυριότητας του ενάγοντος επί των επιδίκων τμημάτων), να της επιδικασθεί η κυριότητα κατά πρωτότυπο τρόπο κτήσης, αντί ποσού 1.459,50 ευρώ, των περιγραφομένων επιδίκων τμημάτων συνολικής επιφάνειας 9,97 τ.μ όπως ειδικότερα περιγράφονται.

Επί των αναφερόμενων αγωγής και ανταγωγής, που συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία η 344/2014 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης, η οποία διορθώθηκε με την 434/5.12.2014 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, με την οποία έγινε μερικά δεκτή η αγωγή και η ανταγωγή και ο μεν ενάγων αναγνωρίστηκε κύριος των εκτάσεων 1,20 τ.μ και 3,24 τ.μ που βρίσκονται εντός της επίδικης εδαφικής λωρίδας του ακινήτου του, όπως περιγράφονται και υποχρεώθηκε η εναγομένη να του αποδώσει, τα προαναφερόμενα εδαφικά τμήματα, προβαίνοντας στην καθαίρεση των τμημάτων από τσιμέντο, τούβλα και συρματόπλεγμα που κατασκεύασε σ' αυτά.

Περαιτέρω, επιδίκασε στην αντενάγουσα-εναγομένη, την κυριότητα της επίδικης λωρίδας 2,71 τ.μ, όπως περιγράφεται, με ταυτόχρονη καταβολή στον ενάγοντα αποζημίωσης ύψους 338,43 ευρώ, που αντιστοιχεί, στην αξία του τμήματος που καταλήφθηκε κατά τον χρόνο της κατάληψης και ποσού 15.000 ευρώ, ως αποζημίωση για την αποκατάσταση της ζημίας που προέκυψε από την μείωση της αξίας του ακινήτου του.

Κατά της ως άνω απόφασης και της διορθωτικής αυτής η εναγομένη - αντενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα άσκησε την από 1-4-2015 έφεση. Επ'αυτής εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων, η προσβαλλόμενη 202/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, δικάσαντος ως Εφετείου, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση.

Κατά την τελευταία ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, δικάσαντος ως Εφετείου, δικάσιμο, η πληρεξούσια δικηγόρος του αρχικώς ενάγοντος Η. Α. δήλωσε την βιαία διακοπή της δίκης λόγω θανάτου αυτού και την εκούσια επανάληψή της από την κληρονόμο και θυγατέρα του Γ. Α. και ήδη αναιρεσίβλητη.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (που ταυτίζεται με το άρθρο 560 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ) ιδρύεται αναιρετικός λόγος, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε ή αν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, Η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου- είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή κρίθηκε ως νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να γίνει το αντίθετο σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (Ολ ΑΠ 7/2006, ΑΠ 1259/2020).

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔικ, που ταυτίζεται με το άρθρο 560 αριθμ.6 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α'του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ ΑΠ 1/2020, 6/2019, 1/1999).

Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ ΑΠ 18/2008, Ολ ΑΠ 15/2006, ΑΠ 1423/2019, 319/2017). Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ ΑΠ 20/2005, ΑΠ 27/2021).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρ. 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νόμιμα. Ειδικότερα, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που στηρίζει το συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή, ανάλογα, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις παραπάνω εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό, που παραδεκτά, κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που, επίσης, πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.

Εξάλλου, το ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπάγγελτα υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, δεν έχει σημασία, διότι, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως, λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις παραπάνω εξαιρέσεις.

Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, που προτείνεται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται, να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής.

Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο δε αυτό αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης ( Ολ ΑΠ 15/2000, ΑΠ 970/2020, ΑΠ 403/2019, ΑΠ 209/2019, ΑΠ 1059/2017, ΑΠ 841/2017, ΑΠ 386/2017).

Επίσης η πιο πάνω ανάγκη τηρήσεως της προαναφερόμενης ειδικής προϋποθέσεως του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως υφίσταται και καθόσον αφορά τον ισχυρισμό του διαδίκου ως προς το νόμω βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής και ο οποίος (ισχυρισμός) στηρίζεται σε περιστατικά που δεν περιλαμβάνονται σ' αυτήν. Επομένως, και στην περίπτωση της από το άρθρο 559 αριθμ. 1α' του Κ.Πολ.Δ., πλημμέλειας, περί παραβάσεως των ουσιαστικών διατάξεων με την αιτίαση ότι η αγωγή επί της οποίας έκρινε σε δεύτερο βαθμό η προσβαλλόμενη απόφαση, έπρεπε ν' απορριφθεί ως νόμω αβάσιμη με βάση όμως περιστατικά εκτός του περιεχομένου αυτής (αγωγής), ισχυρισμό την ευθύνη του οποίου φέρει ο εναγόμενος, πρέπει στο αναιρετήριο να γίνεται επίκληση από τον αναιρεσείοντα διάδικο ότι προέβαλε κατά τρόπο νόμιμο και παραδεκτό τον ισχυρισμό αυτό ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και ότι τον επανέφερε ενώπιον του Εφετείου, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, εκτός εάν πρόκειται για ισχυρισμό που προκύπτει από την απόφαση ή που αφορά τη δημόσια τάξη, ενώ πρέπει επίσης ν' αναφέρονται και τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζεται, καθώς και ότι αυτά είχαν προβληθεί στο Δικαστήριο που εξέδωσε την πληττόμενη απόφαση.

Στην προκειμένη περίπτωση με το πρώτο και τρίτο μέρος του πρώτου λόγου αναίρεσης, και το πρώτο μέρος του τρίτου λόγου αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμηση αυτών, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση από τον αριθμ. 1α' του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. (και όχι από του άρθρο 559 αριθμ. 1, όπως εσφαλμένα αναφέρεται στο αναιρετήριο) ότι παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 947 παρ.1, 1000 και 1094 Α.Κ., κρίνοντας την αγωγή νόμιμη, ενώ αυτή ήταν μη νόμιμη.

Ειδικότερα, η αναρεσείουσα ισχυρίζεται ότι ο αρχικώς ενάγων δεν είχε αποκτήσει νομίμως, δυνάμει της επικαλούμενης εκ μέρους του εσωτερικής διανομής του ευρύτερου περιγραφόμενου αγροτεμαχίου ιδιοκτησίας του 7.500 τ.μ και της αποτύπωσης των σχηματισθέντων οικοπέδων στο τοπογραφικό διάγραμμα του αναφερομένου μηχανικού το έτος 1985, την κυριότητα του περιγραφομένου, αυτοτελούς, αρτίου και οικοδομήσιμου οικοπέδου του οποίου η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα φερόταν ότι κατέλαβε τις επίδικες εδαφικές λωρίδες, ενώ επιπλέον η ίδια εκθέτει ότι έχει λάβει χώρα μη επιτρεπόμενη κατάτμηση του ως άνω μείζονος ακινήτου του αρχικώς ενάγοντος.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη πιο πάνω νομική σκέψη, καθόσον στο αναιρετήριο δεν παρατίθεται ότι ο ισχυρισμός αυτός, περί του νόμω αβασίμου της εν λόγω αγωγής με βάση τα ως άνω εκτιθέμενα και μη περιλαμβανόμενα σ'αυτήν (αγωγή) περιστατικά και ειδικότερα αυτά περί απαγορευμένης κατάτμησης, προτάθηκε από την αναιρεσείουσα, την ευθύνη του οποίου έφερε ως εναγομένη, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επαναφέρθηκε ενώπιον του Εφετείου με λόγο έφεσης.

Επίσης, δεν γίνεται επίκληση ότι τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται ο ισχυρισμός αυτός αφορούν τη δημόσια τάξη ή ότι το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση και είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την πληττόμενη απόφαση, ενώ ούτε και από την παραδεκτή επισκόπηση της από 1-4- 2015 έφεσης της ήδη αναιρεσείουσας, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ, προκύπτει ότι ο ισχυρισμός αυτός, με το παραπάνω περιεχόμενο, προτάθηκε με λόγο έφεσης στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Με το δεύτερο μέρος του πρώτου λόγου αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από το άρθρο 560 αριθ. 6 του Κ.Πολ.Δ (και όχι του άρθρου 559 και 19 Κ.Πολ.Δ., όπως εσφαλμένα αναφέρεται στο αναιρετήριο) για έλλειψη νόμιμης βάσης, συνισταμένη στο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση σχετικά με το ζήτημα της κτήσης της κυριότητας του ενάγοντος επί του περιγραφομένου οικοπέδου, ως αυτοτελούς άρτιου και οικοδομήσιμου, τμήματα του οποίου κατέλαβε η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, με ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχθηκε ότι "...Τον Οκτώβριο του 1985, λόγω της επικείμενης εφαρμογής πολεοδομικού σχεδίου οικισμού Απαλού, αποτυπώθηκε στο τοπογραφικό διάγραμμα του συντάξαντος μηχανικού Π.

Α. η οικοπεδοποίηση του αναφερομένου αγρού συνενωμένου, με τους προαναφερόμενους από τη νότια πλευρά αυτού αγρούς, δημιουργούμενων έτσι 14 οικοπέδων, άρτιων και οικοδομήσιμων, από τα οποία τα με αριθμούς 1 ως και 5 μαζί με τα αντίστοιχα από τη νότια πλευρά εντάχθηκαν στο υπ' αριθ. ... ενώ τα με αριθμούς … ως και … μαζί με τα οικόπεδα ιδιοκτησίας Π.

και στη συνέχεια Μ. Τ., δικαιοπαρόχου της εναγόμενης-αντενάγουσας, εντάχθηκαν στο υπ' αριθ. ... διακρινόμενα μεταξύ τους με τον διερχόμενο ενδιάμεσα των δύο οικοδομικών τετραγώνων αγροτικό δρόμο πλάτους 8 μέτρων και μήκους 84 μέτρων, σύμφωνα με το από Οκτωβρίου 1985 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Π. Α..

Στο συγκεκριμένο τοπογραφικό διάγραμμα το ... παρουσιάζεται ότι έχει έκταση 7.392 τ.μ., ενώ το με αριθμό … οικόπεδο έχει έκταση 400,37 τ.μ., συνορεύει βόρεια σε πλευρά 25,55 μέτρων με το υπ' αριθμό … οικόπεδο ιδιοκτησίας του ενάγοντος-αντεναγομένου και πλέον της θυγατέρας αυτού Γ. Α. που συνένωσε με το υπ' αριθμό … οικόπεδο (κείμενο βόρεια αυτού), νότια σε πλευρά 25,55 μέτρων με το οικόπεδο της αντιδίκου του (σύμφωνα με το υπ' αριθμό 17225/14.11.2000 συμβόλαιο), ανατολικά σε πλευρά 15,67 μέτρων με το υπ' αριθμό … οικόπεδο ιδιοκτησίας του ενάγοντος-αντεναγομένου και στη συνέχεια της εταιρείας "...

ΑΕ", δυτικά, σε πλευρά 15,67 μέτρων με αγροτικό δρόμο και πλέον με οδό .... Εντός του με αριθμό … οικοπέδου κυριότητας του ενάγοντος-αντεναγομένου στο νότιο μέρος του, περιλαμβάνονται τα επίδικα τμήματα...". Επίσης, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στις πλημμέλειες από το άρθρο 560 αριθ. 6 του Κ.Πολ.Δ (και όχι του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ, όπως εσφαλμένα αναφέρεται στο αναιρετήριο).

Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης δικάσαν ως Εφετείο σχετικά με το ζήτημα του προσδιορισμού των ορίων και του εμβαδού, μετά την αναθεώρηση του πολεοδομικού σχεδίου του έτους 2004, του αναφερομένου οικοπέδου με αριθμ. … του ..., ευρισκόμενου στη περιοχή Απαλού Αλεξανδρούπολης, ιδιοκτησίας του αρχικώς ενάγοντα, εδαφικές λωρίδες του οποίου κατελήφθησαν από την εναγομένη-αντενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, με αναεπαρκείς αιτιολογίες δέχθηκε ότι: "...Επίσης, συνάγεται πως από την εφαρμογή του αναθεωρημένου σχεδίου δεν συντελέστηκε μετατόπιση του με αριθμό ...

στον άξονα ανατολή - δύση, αλλά μόνο στον άξονα βορρά - νότου. Επιπλέον, σύμφωνα με το ίδιο πόρισμα του πραγματογνώμονα, ενώ η εσωτερική διανομή των τεμαχίων (στο μείζον) έγινε το 1985 με το τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Π. Α. μετά από υπόδειξη των ενδιαφερομένων, η ουσιαστική διαφοροποίηση του επιδίκου συντελέστηκε μετά το έτος 2000 και την μεταβίβαση των 6 και 7 τεμαχίων στην θυγατέρα του.

Σύμφωνα με τα παραπάνω και το πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης, συνάγεται πως η εφαρμογή του αναθεωρημένου σχεδίου του 2004, δεν προκάλεσε μείωση του εμβαδού του με αριθμό …. γεωτεμαχίου του ενάγοντος-αντεναγόμενου, έκτασης μετά τη συνόρθωση 400,37 μέτρων, αφού η δυτική πλευρά του οικοδομικού τετραγώνου μετακινήθηκε μόνο από βορρά προς νότο και, ανεξάρτητα από όποια μεταβολή στο ευρύτερο (μείζον) τεμάχιο, η έκταση του με αριθμό … (ελάσσονος) τεμαχίου του διαδίκου παρέμεινε αμετάβλητη (σε αντιπαραβολή με τη διανομή του 1985 που είχε έκταση 400,11 τ.μ

Εξάλλου, το γεγονός ότι ο πραγματογνώμονας δεν αποτύπωσε στο πόνημά του όλες τις όμορες ιδιοκτησίες, όπως ζήτησε η με αριθμό 137/2012 μη οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης, δεν καθιστά το πόρισμά του αυθαίρετο, διότι το δικαστήριο με την ως άνω απόφασή του είχε κύριο σκοπό τη διαλεύκανση του ζητήματος που έθεσε, ανεξάρτητα από τον τρόπο διατύπωσής των ερωτημάτων του και την ακρίβεια τους, που λόγω έλλειψης των απαραίτητων γνώσεων επιστήμης μπορεί να μην ήταν η δέουσα, όμως στον πραγματογνώμονα εμπίπτει η ευρύτερη θεώρηση του υφιστάμενου ζητήματος και η επιλογή της μεθόδου και των παραμέτρων που θα χρησιμοποιήσει, προκειμένου να καταλήξει στο προσήκον πόρισμα σχετικά με το ζήτημα της υπόθεσης και στη συγκεκριμένη περίπτωση ο ίδιος βεβαίωσε πως δεν θα οδηγούσε σε διαφορετικό συμπέρασμα η αποτύπωση και των όμορων ακινήτων".

Οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι εξαιτίας της αοριστίας τους, διότι δεν διαλαμβάνονται, με πληρότητα, οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης επί των προαναφερομένων ζητημάτων της κυριότητας του ενάγοντος επί του περιγραφομένου αυτοτελούς άρτιου και οικοδομήσιμου οικοπέδου, τμήμα του οποίου αποτελούν οι επίδικες εδαφικές λωρίδες και του τρόπου διαμόρφωσης των ορίων του ακινήτου αυτού μετά την αναθεώρηση του πολεοδομικού κανονισμού του 2004 και του προσδιορισμού αυτών, παρά μόνο οι παραπάνω αναφερόμενες αποσπασματικές και μεμονωμένες και κατ' επιλογήν της αναιρεσείουσας παραδοχές, ούτε ακόμη αναφέρεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή ποια αναγκαία στοιχεία για την επάρκειά της λείπουν και γενικότερα δεν προσδιορίζεται το κατά την εκδοχή της αναιρεσείουσας υπαγωγικό σφάλμα.

Με το δεύτερο μέρος του τρίτου λόγου, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στις πλημμέλειες από το άρθρο 560 αριθ.1 και 6 του Κ.Πολ.Δ (και όχι του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ, όπως εσφαλμένα αναφέρεται στο αναιρετήριο). Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης δικάσαν ως Εφετείο σχετικά με το ζήτημα της καταβολής ως αποζημίωσης από την αντενάγουσα-εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα του ποσού των 15.000 ευρώ στον αρχικώς ενάγοντα λόγω της μειώσεως της αξίας του οικοπέδου του εξαιτίας της απώλειας της αρτιότητας και οικοδομησιμότητάς του, με την επιδίκαση σ' αυτήν της εδαφικής λωρίδας 2,71 τ.μ, παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 1010 Α.Κ και ότι με ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχθηκε ότι "...Όμως, πλέον το εμβαδό του εν λόγω τεμαχίου ανέρχεται σε 393,22, δηλαδή 7,15 λιγότερα του κανονικού εμβαδού, με αποτέλεσμα να μην είναι πια ως έλασσον των 400 μέτρων, άρτιο και οικοδομήσιμο, ούτε μπορεί να χαρακτηριστεί κατά παρέκκλιση άρτιο, αφού τέτοια δυνατότητα παρέχεται από το νόμο (άρθρο 25 του ΓΟΚ - ν. 1337/1983) μόνο σε όσα γεωτεμάχια υφίστανται πριν το έτος 1977, το οποίο εν προκειμένω δεν ισχύει....", χωρίς όμως ν' ερευνήσει εάν με βάση την κανονιστική πράξη, με την οποία εντάχθηκε στο σχέδιο η περιοχή Απαλού του Δήμου Αλεξανδρούπολης ή την αναθεώρηση αυτής κατά το έτος 2004, τέθηκαν για την εν λόγω περιοχή ειδικά ελάχιστα όρια εμβαδού και πρόσοψης για την κατά κανόνα αρτιότητα των εντασσόμενων στο σχέδιο ακινήτων ή όροι κατά παρέκκλιση αρτιότητας.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, με τις πιο πάνω παραδοχές ορθά εφάρμοσε και ερμήνευσε, τις διατάξεις του άρθρου 1010 Α.Κ, διέλαβε δε στην προσβαλλόμενη απόφαση, πλήρεις και επαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο των ως άνω διατάξεων, αναφορικά με το ύψος της αποζημιώσεως που υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει λόγω της μειώσεως της αξίας του ακινήτου της ενάγουσας εξ αιτίας της απώλειας της αρτιότητας και οικοδομησιμότητάς του, ερευνώντας και τον ισχυρισμό ότι αυτό δεν μπορεί να χαρακτηριστεί κατά παρέκκλιση άρτιο, ενώ περαιτέρω η αναιρεσείουσα δεν επικαλέστηκε ότι με την αναφερόμενη κανονιστική πράξη και την αναθεώρηση αυτής, τέθηκαν όροι και προϋποθέσεις στους οποίους ενέπιπτε το εν λόγω ακίνητο της ενάγουσας ώστε να χαρακτηριστεί κατά παρέκκλιση άρτιο και οικοδομήσιμο, τους οποίους η προσβαλλόμενη παρείδε.

Τέλος, οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά, που έρχονται σε αντίθεση με αυτά που έχουν γίνει ανέλεγκτα δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, καθώς και οι αξιολογήσεις των αποδεικτικών μέσων, οι εκτιμήσεις και τα συμπεράσματα που εξάγει η ίδια από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων και που αναφέρονται στους παραπάνω αναιρετικούς λόγους είναι απαράδεκτες διότι πλήττουν την μη υποκειμένη σε αναιρετικό έλεγχο εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ.).

Κατ'ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει ν' απορριφθεί η από 16- 1-202Θ αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 202/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, που δίκασε ως Εφετείο και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και επισυνάφθηκε στη σχετική έκθεση κατάθεσης του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης.

Τέλος, στην αναιρεσείουσα που ηττήθηκε, πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείβλητης, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος της, το οποίο η τελευταία νόμιμα και βάσιμα υπέβαλε με τις προτάσεις της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 16-1-2020 αίτηση της Χ. Κ. του Κ. για αναίρεση της 202/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, που δίκασε ως Εφετείο.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο.? ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης εις βάρος της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Δεκεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Φεβρουαρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ