Legislator Case Law & Legislation
205/2020 AI generated

205/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 205/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Α. Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ανδριανή Παπαδοπούλου και κατέθεσε προτάσεις.

Legislator headnote

AI generated

205/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η πληρεξούσια της υπό στοιχείο Α αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της από 30/11/2013 αιτήσεως και την απόρριψη της από 25/8/2011 αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του υπό στοιχείο Β αναιρεσείοντος την παραδοχή της από 25/8/2011 αιτήσεως και την απόρριψη της από 30/11/2013 αιτήσεως και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Keywords

AI generated
forfeiture of crime proceeds missing case documents unauthorized decoding of encrypted services additional charges unpaid customs duties proceeds of crime
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 205 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 205/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη - Εισηγητή, Θωμά Γκατζογιάννη και Χρήστο Τζανερρίκο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Α. Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ανδριανή Παπαδοπούλου και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, α) ως ειδικού διαδόχου της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ Α.Ε." (Ο.Α.Ε.), β) ως εγγυητή οφειλών της Εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ Α.Ε." (Ο.Α.Ε.) το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αλέξανδρο Σταυράκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και κατέθεσε προτάσεις.

Β. Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αλέξανδρο Σταυράκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ανδριανή Παπαδοπούλου και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, τελούσας υπό εκκαθάριση, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, 3) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." (πρώην "…...", πρώην "...") που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της εταιρείας με την επωνυμία "..." (πρώην "...") η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 18/1/1995 και 27/12/2000 αγωγές της υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσείουσας και υπό στοιχείο Β ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 12/4/2002 προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή του υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσιβλήτου και υπό στοιχείο Β ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4781/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5833/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η υπό στοιχείο Α αναιρεσείουσα με την από 30/11/2013 αίτησή της και το υπό στοιχείο Β αναιρεσείον με την από 25/8/2011 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. O Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Μπαλιτσάρης ανέγνωσε την από 18/9/2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι της από 30/11/2013 αιτήσεως αναιρέσεως και την από την από 18/9/2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 25/8/2011 αιτήσεως αναιρέσεως.

Η πληρεξούσια της υπό στοιχείο Α αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της από 30/11/2013 αιτήσεως και την απόρριψη της από 25/8/2011 αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του υπό στοιχείο Β αναιρεσείοντος την παραδοχή της από 25/8/2011 αιτήσεως και την απόρριψη της από 30/11/2013 αιτήσεως και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρ. 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιόν του δικών μεταξύ των ιδίων ή διαφορετικών διαδίκων, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων. Στην προκειμένη περίπτωση, με τις κρινόμενες αιτήσεις: α) από 30-11-2013 της ανωνύμου τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." και β) από 25-8-2011 του Ελληνικού Δημοσίου, ζητείται η αναίρεση της υπ' αριθμ. 5833/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Επομένως, οι αιτήσεις αυτές αναιρέσεως πρέπει να συνεκδικασθούν, γιατί έτσι επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων και να ερευνηθούν περαιτέρω.

Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 568 παρ. 1, 2 και 4, 576 παρ. 1 - 3 ΚΠολΔ, όπως το δεύτερο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 576 προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013 και σύμφωνα με το άρθρο 98 του αυτού νόμου καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις, προκύπτει, ότι, αν κατά την συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή δεν μετάσχει σ` αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος διάδικος, το Δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως, ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και αν μεν την συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς, ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα την συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, εάν δηλαδή, δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζητήσεως ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί, ποιος διάδικος την επέσπευσε, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη.

Αν στη δίκη μετέχουν περισσότεροι διάδικοι και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, σε περίπτωση απλής ομοδικίας η συζήτηση δεν κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, αλλά χωρίζεται η υπόθεση και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Περαιτέρω, με το άρθρο 6Α του Κώδικα νόμων, περί δικών του Δημοσίου , που προστέθηκε με το άρθρο 46 του Ν. 4305/2014, "1. Η επίδοση από το Ελληνικό Δημόσιο ή οποιοδήποτε Ν.Π.Δ.Δ. κάθε ενδίκου βοηθήματος και ενδίκου μέσου, οποιασδήποτε κλήσης προς συζήτηση υπόθεσης, οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης, προσωρινής διαταγής, για οποιαδήποτε υπόθεση σε οποιονδήποτε βαθμό ή στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης, ενώπιον οποιουδήποτε πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου, δύναται να γίνει:

α) στους αντιδίκους του ή τον αντίκλητο τους, β) στον δικηγόρο ο οποίος τους εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ή έχει υπογράψει το τελευταίο δικόγραφο που αφορά την υπόθεση, στην τελευταία δηλωθείσα, κατά τις κείμενες διατάξεις, διεύθυνσή τους. Ο δικηγόρος στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου θεωρείται αντίκλητος και για κάθε μεταγενέστερη επίδοση, εκτός εάν ο διάδικος, κατά περίπτωση, γνωστοποίησε με δήλωση στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή την έδρα του Ν.Π.Δ.Δ., το διορισμό νέου πληρεξουσίου ή αντικλήτου.

Ο δικηγόρος ή ο αντίκλητος οφείλει να παραδίδει αμελλητί το επιδιδόμενο έγγραφο. Επιδόσεις που έχουν διενεργηθεί κατά τα αναφερόμενα στα προηγούμενα εδάφια θεωρούνται νόμιμες και για εκκρεμείς σε οποιοδήποτε στάδιο υποθέσεις (ΑΠ 100/2017). Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β' και γ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ.

β' του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων, που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο, που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως η αναβολή της υποθέσεως και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου. Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλητεύσεως αυτής συνεπεία της αναβολής της υποθέσεως και της εγγραφής της στο πινάκιο είναι, ότι ο απολιπόμενος κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος, είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και, επομένως, με την μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλητεύσεώς του κατά την αρχική δικάσιμο.

Αντιθέτως, αν κατά την αρχική δικάσιμο ο απολιπόμενος, κατά τη μετ' αναβολή συζήτηση διάδικος, δεν επέσπευσε τη συζήτηση ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως να παραστεί, κατά δε την αρχική αυτή δικάσιμο δεν παραστάθηκε νομίμως, όπως όταν κατ' αυτή εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, για τον οποίο δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη σχετικής πληρεξουσιότητας, και επομένως δεν καλύφθηκε η έλλειψη ή η ακυρότητα της επισπεύσεως της συζητήσεως ή η μη νομιμότητα ή η έλλειψη της κλητεύσεώς του για την αρχική δικάσιμο, η αναβολή της υποθέσεως από το πινάκιο και η αναγραφή αυτή για τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευσή του, για τη νέα δικάσιμο (ΑΠ 1343/2017, ΑΠ 1973/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, η υπό κρίση από 25-8-2011 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5833/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, προσδιορίστηκε, κατά το άρθρο 568 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ, να συζητηθεί, με επίσπευση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, κατά την δικάσιμο της 2-10-2017, κατά την οποία, η συζήτηση ανεβλήθη για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας, κατά την οποίαν (παρούσα δικάσιμο), όπως προκύπτει από τα οικεία πρακτικά συνεδριάσεως, εμφανίσθηκε και εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο η πρώτη των αναιρεσιβλήτων ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", ενώ οι λοιπές αναιρεσίβλητες ανώνυμες εταιρείες με τις επωνυμίας α) "..." και β) "..." (πρώην "…...", πρώην "..."), δεν παρέστησαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Όπως δε προκύπτει από τις με επίκληση προσκομιζόμενες από το επισπεύδον την συζήτηση της υποθέσεως αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο υπ' αριθμ. .../23-5-2016 και .../23-5-2016 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελητρίας του Εφετείου Αθηνών Ε. Σ. Κ., σε συνδυασμό, αντιστοίχως, α) με την από 24-5-2017 απόδειξη παραλαβής δικογράφου του αξιωματικού υπηρεσίας του Τμήματος Τάξεως Συντάγματος και την υπό ιδίαν ημερομηνία βεβαίωση του ταχυδρομικού υπαλλήλου του υποκαταστήματος ...

των ΕΛ.ΤΑ. και β) με την από 24-5-2017 απόδειξη παραλαβής δικογράφου του αξιωματικού υπηρεσίας του Τμήματος Τάξεως Συντάγματος και την υπό ιδίαν ημερομηνία βεβαίωση του ταχυδρομικού υπαλλήλου του υποκαταστήματος ... των ΕΛ.ΤΑ., αντίγραφο της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτησή της, για την ανωτέρω αρχική δικάσιμο επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις και εκείνες των άρθρων 123, 128 αρ. 1 και 4γ, 130, 136, 139 ΚΠολΔ και 6Α του Ν. 4305/2014, προς την Αικατερίνη Κουτήφαρη, η οποία παρέστη ως πληρεξουσία δικηγόρος των ανωτέρω απουσών αναιρεσιβλήτων στο Εφετείο, που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση.

Επομένως, και δεδομένου ότι η μετ' αναβολή εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο επέχει θέση κλητεύσεως πάντων των διαδίκων, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήσαν παρούσες και οι απολιπόμενες αναιρεσίβλητες αυτές.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει, ότι η διαδικαστική πορεία της υποθέσεως είναι η ακόλουθη: Οι ανώνυμες εταιρείες με τις επωνυμίες α) "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", β) "..." και γ) "...", με την από 18-1-1995 αγωγή τους, που άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως μετέβαλαν το αίτημά της με τις από 25-11-1999 και 24-1-2006 προτάσεις τους, ζήτησαν, για τους αναφερομένους σ' αυτήν λόγους, να υποχρεωθεί, η εναγομένη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Οργανισμός Οικονομικής Ανασυγκροτήσεως Επιχειρήσεων Α.Ε.", να καταβάλει σε εκάστη αυτών τα αναφερόμενα στην αγωγή χρηματικά.

Στα πλαίσια της δίκης που ανοίχθηκε με την ως άνω αγωγή, η εναγομένη με το από 9-2-1996 αυτοτελές δικόγραφο ανεκοίνωσε την δίκη αυτή στο Ελληνικό Δημόσιο, ως εγγυητή του, το οποίον, υπό την ιδιότητα αυτή, με την από 23-4-1006 πρόσθετη παρέμβασή του, που άσκησε με ίδιο δικόγραφο, παρενέβη υπέρ της εναγομένης και ζήτησε την απόρριψη της προαναφερομένης αγωγής.

Περαιτέρω, με την από 27-12-2000 αγωγή τους, που άσκησαν επίσης ενώπιον του ως άνω Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι ενάγουσες: α) ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος α.ε.", β) υπό εκκαθάριση τελούσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... και γ) εταιρεία με την επωνυμία "......", ζήτησαν, για τους λόγους που επικαλούντο και μετά τον γενόμενο υπ' αυτών περιορισμό του αγωγικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, ως ον εγγυητής της ανώνυμου εταιρείας με την επωνυμία "Οργανισμός Οικονομικής Ανασυγκροτήσεως Επιχειρήσεων Α.Ε.", η οποία αρνείται να προβεί στην επίδικη καταβολή, είναι υποχρεωμένο, για την αναφερομένη στην αγωγή αιτία, να καταβάλει σε εκάστη αυτών το αναφερόμενο στην αγωγή ποσό.

Τέλος στα πλαίσια της δίκης, που ανοίχθηκε με την τελευταία αυτή αγωγή, το Ελληνικό Δημόσιο, υπό την αμέσως ανωτέρω ιδιότητά του, με την από 12-4-2002 προσεπίκληση και την με αυτή ενούμενη καταψηφιστική αγωγή, που άσκησε με ιδιαίτερο δικόγραφο, επίσης ενώπιον του ως άνω Πολυμελούς Πρωτοδικείου, προσεπικάλεσε, να παρέμβει υπέρ του στην δίκη αυτή, την ως άνω ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Οργανισμός Οικονομικής Ανασυγκροτήσεως Επιχειρήσεων Α.Ε." και επί πλέον ζήτησε, να υποχρεωθεί η τελευταία, να του καταβάλει οποιοδήποτε ποσό ήθελε υποχρεωθεί αυτό να καταβάλει στις ανωτέρω κυρίως ενάγουσες.

Επί των ανωτέρω αιτήσεων παροχής εννόμου προστασίας το προαναφερόμενο δικαστήριο αφού τις συνεκδίκασε, εξέδωσε, κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, αρχικώς την υπ' αριθμ. 566/2000 μη οριστική και ακολούθως την υπ' αριθμ. 4781/2006 οριστική απόφασή του, με την οποία: α) απέρριψε την από 18-1-1995 αγωγή ως απαράδεκτη, β) λόγω απορρίψεως της αμέσως προαναφερομένης αγωγής, έκρινε ότι παρέλκει η έρευνά τους και δεν ερεύνησε την από 9-2-2006 ανακοίνωση δίκης και την από 23-4-1996 πρόσθετη παρέμβαση, γ) δέχθηκε εν μέρει την από 27-12-2000 αγωγή της ανωνύμου τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα Της Ελλάδος Α.Ε.", της υπό εκκαθάριση τελούσης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...

και της εταιρείας με την επωνυμία "......" και υπεχρέωσε το με αυτήν (αγωγή) εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, να καταβάλει, νομιμοτόκως, στην πρώτη των εναγουσών αυτών το ποσό των 31.165,55 ευρώ, στην υπό εκκαθάριση τελούσα δεύτερη αυτών το ποσό των 154.300,03 ευρώ και στην εταιρεία με την επωνυμία "..." το ποσό των 27.804,55 ευρώ και δ) απέρριψε ως μη νόμιμη την από 27-12-2000 προσεπίκληση και την μετ' αυτής ενούμενη παρεμπίπτουσα καταψηφιστική αγωγή του Ελληνικού Δημοσίου.

Κατά της ανωτέρω πρωτοδίκου αποφάσεως: α) οι πρωτοδίκως ενάγουσες ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα Της Ελλάδος Α.Ε.", υπό εκκαθάριση τελούσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." και ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...", άσκησαν ενώπιον του Εφετείου Αθηνών την από 31-3-2008 έφεσή τους, την οποίαν απηύθυναν κατά του Ελληνικού Δημοσίου αυτοτελώς και υπό τις ιδιότητες αφ' ενός μεν του ειδικού διαδόχου της ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "Οργανισμός Οικονομικής Ανασυγκροτήσεως Επιχειρήσεων Α.Ε." και αφ' ετέρου του εγγυητή των οφειλών αυτής και β) το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο άσκησε, επίσης ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, την από 7-5-2008 έφεσή του, την οποίαν απηύθυνε κατά των αμέσως ανωτέρω αντιδίκων του στην προαναφερομένη έφεση αυτών κατ' αυτού εταιρειών ("Εθνική Τράπεζα Της Ελλάδος Α.Ε.", "..." και "...").

Επί των εφέσεων αυτών το Εφετείο Αθηνών, αφού τις συνεκδίκασε, εξέδωσε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, την υπ' αριθμ. 5833/2010 τελεσίδικη απόφασή του, με την οποία δέχθηκε κατά τους τύπους και απέρριψε κατ' ουσίαν την πρώτη αυτών (από 31-3-2008 των εταιρειών "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", "..." και "..."), δέχθηκε τυπικά και εν μέρει κατ' ουσίαν την από 7-5-2008 έφεση του Ελληνικού Δημοσίου, εξαφάνισε την εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 4781/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και αφού κράτησε και δίκασε κατ' ουσίαν την από 27-12-2000 αγωγή των ως άνω εναγουσών εταιρειών "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος α.ε.", "..." και "...", δέχθηκε εν μέρει αυτήν (αγωγή) και ανεγνώρισε την υποχρέωση του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, να καταβάλει στην πρώτη των ως άνω αντιδίκων του το ποσό των 31.165,55 ευρώ, στην δεύτερη το ποσό των 154.300,03 ευρώ και στην τρίτη το ποσό των 27.804,55 ευρώ.

Κατά της αποφάσεως αυτής του Εφετείου Αθηνών, που δημοσιεύθηκε, ως από την επ' αυτής σχετική περί τούτου σημείωση προκύπτει, την 30-11-2010 (ημέρα Σάββατο) και δεν προκύπτει επίδοσή της, η εκ των ανωτέρω διαδίκων και ούσα, με βάση τα εκτεθέντα, απλή ομόδικος των συνεναγουσών ομοδίκων της, ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα Της Ελλάδος Α.Ε." άσκησε, την 2-12-2013 (ημέρα Δευτέρα), ως από την επ' αυτής σχετική περί τούτου επισημείωση προκύπτει, την κρινομένη αίτησή της, την οποία απηύθυνε κατά του αντιδίκου της κυρίως εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, με την οποία ζητεί την αναίρεσή της.

Επίσης το Ελληνικό Δημόσιο κατά της ως άνω αποφάσεως άσκησε την από 25-8-2011 αίτησή του, ζητώντας την αναίρεση της. Επομένως, υπό τα προαναφερόμενα, οι υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτές (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει, συνεκδικαζόμενες, να ερευνηθούν ως προς τους λόγους τους (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Α. Επί της από 2-12-2013 αιτήσεως της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα Της Ελλάδος Α.Ε.".

Κατά το άρθρο 21 του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου (κ.δ. 26-6/10-7-1944) το οποίο εξακολουθεί να ισχύει σύμφωνα με το τέταρτο εδάφιο του άρθρου 109 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, ορίζονται τα ακόλουθα: "Ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής, ορίζεται σε 6% ετησίως, πλην αν άλλως ωρίσθη δια συμβάσεως ή ειδικού νόμου.

Ο ειρημένος τόκος άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής". Από την εν λόγω διάταξη συνάγεται ότι, ως προς την έναρξη της τοκογονίας, αρκεί η γένεση της επιδικίας, από την οποία αρχίζει η αμφισβήτηση ως προς την ύπαρξη της απαιτήσεως για χρηματική παροχή με την άσκηση της αγωγής και η επίδοση της αγωγής προς το Ελληνικό Δημόσιο από την οποία λαμβάνει αυτό γνώση της αμφισβητήσεως.

Εφ' όσον όμως ο νόμος (η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 21 του κ.δ. της 26.6./10.7.1994) δεν διακρίνει, δεν συνδέει δηλαδή την έννομη συνέπεια της τοκογονίας λόγω επιδικίας προς το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής, αλλά μόνον προς την γένεση της επιδικίας, δεν συντρέχει λόγος διαφοροποιήσεως ως προς το ζήτημα τούτο της καταψηφιστικής προς την αναγνωριστική αγωγή, ως τέτοιας νοουμένης και της αγωγής της οποίας το αρχικά καταψηφιστικό αίτημα περιορίσθηκε σε αναγνωριστικό, δεδομένου ότι η τελευταία δεν έχει επικουρικό χαρακτήρα έναντι της πρώτης, τέμνει δε και αυτή τη διαφορά ως προς την ύπαρξη της απαιτήσεως με δύναμη δεδικασμένου.

Εξ άλλου, αναγνωριστική καθίσταται και η αγωγή της οποίας το αρχικό καταψηφιστικό αίτημα περιορίζεται σε αναγνωριστικό. Έννομη εντεύθεν συνέπεια των ανωτέρω είναι ότι στην περίπτωση περιορισμού του αρχικά καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, οφείλονται τόκοι (ΑΕΔ 7/2011, ΑΠ 241/2013). Στη προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, όπως από την επισκόπησή της προκύπτει, απέρριψε το αίτημα της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας για την επιδίκαση του αιτούμενου με την, κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, από 27-12-2000 αγωγή της ποσού, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής αυτής, μετά τον περιορισμό του αιτήματός της από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, δεχθέν ότι το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο δεν οφείλει στην αναιρεσείουσα για το επιδικασθέν ποσό των 31.165,55 ευρώ τόκους από την επίδοση της ένδικης αγωγής, ένεκα του περιορισμού του καταψηφιστικού αιτήματός της σε αναγνωριστικό, αναφορικά με το ως άνω ποσό.

Με τη κρίση του αυτή το Εφετείο παρεβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 21 του κ.δ. της 26-6/10-7-1944, 340, 345 και 346 ΑΚ, τις οποίες εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθ' όσον κατ' αυτές η ένδικη αγωγή και μετά τον περιορισμό της σε αναγνωριστική συνιστά όχληση και η επίδοσή της κατέστησε το εναγόμενο Δημόσιο υπερήμερο και υπόχρεο προς καταβολή τόκων.

Επομένως, είναι βάσιμος ο τα αυτά υποστηρίζων πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.- Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε κάνοντας εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού εγγράφου, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, είτε παραλείποντας την ανάγνωση κρίσιμων περικοπών ή φράσεων αυτού, αποδίδει σ' αυτό περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει και ακολούθως, με βάση μόνο αυτό ή κυρίως αυτό, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα για πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεώς του.

Αντίθετα, δεν υπάρχει παραμόρφωση εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου, αλλά αξιολογώντας τα περιστατικά, που πράγματι περιέχονται σ' αυτό, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό, από εκείνο που θεωρεί ο αναιρεσείων ορθό, οπότε πρόκειται για εκτίμηση αποδείξεων, που δεν ελέγχονται αναιρετικά.

Επίσης, δεν θεμελιώνεται ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο της ουσίας στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα σε συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να εξαίρει τη βαρύτητα του σχετικού εγγράφου στη διαμόρφωση της γνώμης του ως προς την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008).

Για τη θεμελίωση του αμέσως ανωτέρω αναιρετικού λόγου απαιτείται η προσκομιδή από τον αναιρεσείοντα στον Άρειο Πάγο του εγγράφου, το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του, φέρεται ότι παραμορφώθηκε, προκειμένου να εκτιμηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, το περιεχόμενό του ως προς τη διαπίστωση της βασιμότητας του σφάλματος του δικαστηρίου της ουσίας.

Σε διαφορετική περίπτωση ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ως αναπόδεικτος (ΑΠ 1414/2010, ΑΠ 533/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, το εφετείο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, κατά το αναιρετικώς εν προκειμένω ενδιαφέρον μέρος της, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Οι εκκαλούσες-ενάγουσες (μεταξύ των οποίων και η εν προκειμένω αναιρεσείουσα), με το δεύτερο λόγο της έφεσής τους, ισχυρίζονται ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν αποδέχθηκε πέντε (5) από τα προσκομισθέντα τιμολόγια και ειδικότερα τα με αριθμούς: ...31-1-1995, ποσού 48.554,29 λιρών, .../20-3-1995, ποσού 70.639,93 λιρών, ...31-7-1996, ποσού 1.856,62 λιρών, .../30-1- 1996, ποσού 6.646,28 λιρών και ..., ποσού 1.300 λιρών.

Όμως, οι εκκαλούσες-ενάγουσες στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο προσκόμισαν μεταξύ άλλων, τέσσερα (4) τιμολόγια, που εξέδωσε το δικηγορικό γραφείο στην Αγγλία "...", συντεταγμένα στην Αγγλική γλώσσα και χωρίς να αναφέρεται σ' αυτά ποιες υπηρεσίες παρείχε το γραφείο στην εταιρεία με την επωνυμία "..." και αν αυτές συνδέονται αναγκαία με το πρόστιμο, που επεβλήθη από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Ειδικότερα, δεν ανέφεραν το είδος των υπηρεσιών, που παρασχέθηκαν και την υπόθεση, που αυτές αφορούν και δεν επισυνάπτεται στο ως άνω τιμολόγιο επίσημη μετάφραση της περίληψης των ενεργειών, που πραγματοποιήθηκαν για καθένα απ' αυτά, όπως στα υπόλοιπα τιμολόγια, που αυτή προσκόμισε και έγιναν δεκτά από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, οι ελλείψεις, δε, αυτές, δεν μπορούν να καλυφτούν με τον κωδικό αριθμό, που αναφέρεται στα τιμολόγια και, κατά τους ισχυρισμούς τους, αφορούν την υπόθεση του καρτέλ τσιμέντου.

Ακόμη, το τιμολόγιο με αριθμό ..., ποσού 1.300 λιρών, δεν προσκομίστηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Οι εκκαλούσες-ενάγουσες προσκόμισαν τα ως άνω τιμολόγια στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο στην ίδια μορφή, που προσκομίστηκαν και στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και οι ανωτέρω παραλείψεις δεν καλύφθηκαν ενώπιον αυτού, το, δε, τιμολόγιο με αριθμό ..., ποσού 1.300 λιρών, δεν προσκομίστηκε και πάλι, όπως και στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.

Επομένως, ο πιο πάνω ισχυρισμός των εκκαλουσών-εναγουσών και ο σχετικός λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν.". Από τις ανωτέρω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεώς του προκύπτει, ότι το δικάσαν Εφετείο δεν προέβη σε εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου των ενώπιόν του προσκομισθέντων ως άνω πέντε τιμολογίων, από τα οποία, ήδη προσκομίζονται εν προκειμένω τα τέσσερα πρώτα και σε επίσημη μετάφραση, όχι όμως και το πέμπτο αυτών, προκειμένου να εκτιμηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, το περιεχόμενό του (πέμπτου τιμολογίου), αλλά αξιολογώντας (το Εφετείο) τα περιστατικά, που πράγματι περιέχονται σ' αυτά και δεχόμενο, ότι από τα περιστατικά αυτά δεν αποδεικνύονται, διότι δεν εκτίθενται σ' αυτά (επίδικα ως άνω τιμολόγια), ποιες υπηρεσίες παρείχε το εκδόσαν αυτά γραφείο στην εταιρεία με την επωνυμία "...", ούτε εκτίθεται αν αυτές συνδέονται αναγκαίως με το πρόστιμο, που επεβλήθη από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ελλείψεις οι οποίες υπάρχουν στα τιμολόγια αυτά, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου τους, συνήγαγε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο, που θεωρεί η αναιρεσείουσα ορθό και δεν παραμόρφωσε το περιεχόμενό τους με εσφαλμένη ανάγνωση.

Ως εκ τούτων, τα αντίθετα, που υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον, από το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ, δεύτερο λόγο της αιτήσεώς της, με τον οποίον πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση, είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 223 παρ.1 του ΚΠολΔ "όταν επέλθει η εκκρεμοδικία είναι απαράδεκτη η μεταβολή της αιτήματος της αγωγής. Κατ' εξαίρεση μπορεί ο ενάγων με τις προτάσεις έως ότου περατωθεί δίκη στον πρώτο βαθμό να περιορίσει το αίτημα της αγωγής ή να ζητήσει 1) τα παρεπόμενα του κυρίου αντικειμένου της αγωγής ...".

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, κατά τον οριζόμενο από την διάταξη αυτή τρόπο και χρόνο, ο ενάγων μπορεί να ζητήσει τη διάγνωση μιας εννόμου σχέσεως ή συνέπειας, η οποία σε σχέση με το κύριο αντικείμενο της δίκης έχει παρεπόμενο χαρακτήρα (π.χ. τόκους, ωφελήματα του πράγματος, τέλη χαρτοσήμου, συστατικά εδάφους κλπ.).

Όμως θα πρέπει η παρεπόμενη έννομη σχέση να συναρτάται με το κύριο αντικείμενο της δίκης ως αναγκαίο έννομο αποτέλεσμα από τον νόμο ή από τη σύμβαση. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο ο λόγος δε αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΑΠ 986/2008, ΑΠ 902/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της παρούσης δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την, όπως προαναφέρεται, από 18-1-1995 αγωγή της, που η αναιρεσείουσα άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών από κοινού με τις ανώνυμες εταιρείες "..." και "..." κατά της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Οργανισμός Οικονομικής Ανασυγκροτήσεως Επιχειρήσεων ΑΕ", στην δικονομική θέση της οποίας μετά την άσκησή της (αγωγής) υπεισήλθε ως ειδικός διάδοχός της το ήδη αναιρεσίβλητο, ισχυριζομένη, ειδικότερα, πλέον των προαναφερομένων, ότι με την από 30-11-1994 απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (94/815/EG), επιβλήθηκε στην εταιρεία με την επωνυμία "..." πρόστιμο ύψους 5.748.000 ECU, για την πληρωμή του οποίου ευθύνεται απέναντι τους, βάσει της συμφωνίας τους, η εναγομένη (εταιρεία με την επωνυμία "Οργανισμός Οικονομικής Ανασυγκροτήσεως Επιχειρήσεων ΑΕ"), ζήτησε να αναγνωρισθεί, ότι η τελευταία της οφείλει το ισόποσο σε δραχμές του ανωτέρω ποσού του προστίμου, κατά το επιμεριζόμενο μεταξύ αυτής και των συνεναγουσών της, ως άνω επίδικο ποσό και επί πλέον κάθε ποσό, που θα επιβληθεί στην …, ως πρόσθετη παρεπομένη επιβάρυνση επί του ανωτέρω προστίμου.

Με τις από 25-11-1999, κοινές με τις τελευταίες (συνενάγουσές της), ενώπιον του ανωτέρω πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, προτάσεις της, η αναιρεσείουσα το πρώτον ζήτησε (από κοινού με τις λοιπές ενάγουσες) και το ποσό των 66.527.609 δραχμών, ισχυριζομένη ότι είναι παρεπόμενο του κυρίου αντικειμένου (προστίμου) της αγωγής ποσό, το οποίο αφορά την προμήθεια της εγγυητικής επιστολή για το χρονικό διάστημα από 2-5-1995 έως 2-8-1999, που η ίδια είχε εκδώσει, προκειμένου να ανασταλεί η εκτέλεση του επιβληθέντος προστίμου και που η εταιρεία με την επωνυμία "..." είχε καταβάλει στην Εθνική Τράπεζα.

Περαιτέρω, με τις από 24-1-2006 προτάσεις της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο η αναιρεσείουσα ισχυριζομένη, ότι εν τω μεταξύ εκδόθηκε η από 15-3-2000 απόφαση του Πρωτοδικείου των ΕΚ επί της προσφυγής της εταιρείας με την επωνυμία "...", η οποία ήταν απαλλακτική για την τελευταία, παραιτήθηκε από το αρχικό ως άνω κύριο αγωγικό αίτημα της αναγνωρίσεως της υποχρεώσεως της εναγομένης να της καταβάλει το επιβληθέν πρόστιμο, και ζήτησε (μετά των συνεναγουσών της) το συνολικό ποσό των 75.733.146 δρχ., ποσό, το οποίο αφορά την προμήθεια, που η εταιρεία με την επωνυμία "..." είχε καταβάλει στην Εθνική Τράπεζα, για το χρονικό διάστημα από 2-5-1995 έως 2-5-2000 της ως άνω εγγυητικής επιστολής, που η τελευταία είχε εκδώσει, προκειμένου να ανασταλεί η εκτέλεση του επιβληθέντος προστίμου.

Το αίτημα αυτό της αναιρεσείουσας πρωτοδίκως με την υπ' αριθμ. 4781/2006 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών απερρίφθη ως απαραδέκτως προβαλλόμενο με τις προτάσεις. Επανεφέρθη δε με λόγο εφέσεως ενώπιον του εφετείου, το οποίο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε ότι "... οι δαπάνες, που έγιναν για την αναστολή της εκτέλεσης της καταβολής του προστίμου και για την ακύρωσή του, που ζητούν οι εκκαλούσες-ενάγουσες με τις προτάσεις τους, δεν συνιστούν παρεπόμενο του κυρίου αντικειμένου της δίκης, ήτοι του προστίμου, καθώς δεν συναρτώνται με το κύριο αντικείμενο της δίκης, ως αναγκαίο, έννομο αποτέλεσμα από το νόμο ή τη σύμβαση και δεν συνιστούν λογικό επακόλουθο αυτού".

Με τις παραδοχές δ' αυτές απέρριψε το αίτημα αυτό ως απαραδέκτως υποβληθέν και τον σχετικό λόγο εφέσεως ως κατ' ουσίαν αβάσιμο. Με την κρίση του αυτή το εφετείο όχι παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο και τα αντίθετα που υποστηρίζονται με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ είναι αβάσιμα.

Κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση". Στην προκειμένη περίπτωση, δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, μετά την, κατά τα εκτεθέντα, αναίρεση, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της αιτήσεως, της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ως προς ανωτέρω κεφάλαιό της και δεδομένου ότι δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, πρέπει να διακρατηθεί η υπόθεση και να δικασθεί από το Δικαστήριο αυτό η από 27-12-2000 αγωγή της αναιρεσειούσης κατά του αναιρεσείοντος, ως προς το απορριφθέν από το Εφετείο αγωγικό αίτημά της, για την αναγνώριση της υποχρεώσεως του εναγομένου - αναιρεσιβλήτου προς καταβολή υπ' αυτού του στην αντίδικό του αυτήν του ανωτέρω ποσού των 31.165,55 ευρώ, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής και γίνει δεκτό αυτό, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

Τέλος, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, η απόδοση στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος παραβόλου, το δε αναιρεσίβλητο πρέπει, να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσειούσης, κατά το βάσιμο αίτημα περί τούτου αυτής (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), μειωμένη κατά τα άρθρα 22 παρ. 1, 3 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 Εισ Ν.

ΚΠολΔ και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ' αριθ. 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν.1738/1987, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

Β. Επί της από 25-8-2011 αιτήσεως του Ελληνικού Δημοσίου. Από τον συνδυασμό των άρθρων 361, 847, 851 ΑΚ συνάγονται τα εξής: Με την παρεπόμενη και ετεροβαρή σύμβαση της εγγυήσεως, ο εγγυητής αναλαμβάνει απέναντι στον δανειστή και αντισυμβαλλόμενό του την ευθύνη ότι η οφειλόμενη από τον πρωτοφειλέτη παροχή θα καταβληθεί σε εκείνον από τον πρωτοφειλέτη ή από τον ίδιο.

Η κύρια παροχή μπορεί να είναι χρηματική ή και οποιουδήποτε άλλου είδους, καθώς επίσης και να αφορά μελλοντική απαίτηση ή απαίτηση υπό αίρεση αναβλητική ή διαλυτική, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η εγγύηση θα λειτουργήσει με την πλήρωση της αιρέσεως. Ο εγγυητής ευθύνεται για την έκταση, που έχει κάθε φορά η κύρια οφειλή και ιδίως για τις συνέπειες του πταίσματος ή της υπερημερίας του πρωτοφειλέτη.

Η απαίτηση του δανειστή εις βάρος του εγγυητή, από την μεταξύ τους σύμβαση εγγυήσεως, καθίσταται απαιτητή και ληξιπρόθεσμη, από την υπερημερία του πρωτοφειλέτη, η οποία επέρχεται και με την παρέλευση της συμφωνηθείσης δήλης ημέρας για την εκπλήρωση της παροχής (ΑΠ 843/2011). Εξ άλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 847 και 851 επ.

ΑΚ, προκύπτει ότι η ευθύνη του εγγυητή απορρέει από τη σύμβαση της εγγυήσεως, δηλαδή από τη βούληση του εγγυητή. Εφ' όσον από τη βούληση του εγγυητή ή από τις διατάξεις του νόμου (όπως από τα άρθρα 851 και 852 ΑΚ), που συμπληρώνουν τη βούληση αυτή, δεν προκύπτει κάτι διαφορετικό, η εγγύηση καλύπτει την κυρία οφειλή, όπως αυτή υπήρχε κατά το χρόνο της συνάψεως της συμβάσεως εγγυήσεως.

Περαιτέρω, κατά μεν το άρθρο 855 του ΑΚ "Ο εγγυητής έχει δικαίωμα να αρνηθεί την καταβολή της οφειλής, ωσότου ο δανειστής επιχειρήσει αναγκαστική εκτέλεση εναντίον του πρωτοφειλέτη και αυτή αποβεί άκαρπη (ένσταση δίζησης)", κατά δε το άρθρο 856 του ΑΚ "Σε περίπτωση εγγύησης που δόθηκε για χρηματική οφειλή, η αναγκαστική εκτέλεση που αναφέρεται στο προηγούμενο άρθρο πρέπει να επιχειρηθεί στα κινητά πράγματα του πρωτοφειλέτη που βρίσκονται στον τόπο της κατοικίας ή της διαμονής του.

Αν ο δανειστής έχει δικαίωμα ενεχύρου ή επίσχεσης σε κινητά πράγματα του πρωτοφειλέτη, πρέπει να επιχειρήσει εκτέλεση και σ' αυτά". Κατά την διάταξη δε του άρθρου 857 παρ.4 του ΑΚ, εφ' όσον δεν υπάρχουν κινητά πράγματα, επί των οποίων να μπορεί ο δανειστής να επισπεύσει αναγκαστική εκτέλεση και επομένως η αναγκαστική εκτέλεση εναντίον του πρωτοφειλέτη θα απέβαινε άκαρπη, ο εγγυητής δεν έχει την ένσταση της διζήσεως.

Εξ άλλου, η σύμβαση καταθέσεως χρημάτων σε τράπεζα, ανεξαρτήτως αν γίνεται υπέρ του καταθέτη, τρίτου ή σε κοινό λογαριασμό, καταρτίζεται με την μεταβίβαση της κυριότητας των χρημάτων από τον καταθέτη στην τράπεζα και ταυτόχρονη πληρεξουσιότητα προς αυτήν να αποδώσει τα κατατεθέντα στο δικαιούχο (ΑΠ 345/2015).

Συνέπεια δε της λειτουργίας ότι η Τράπεζα αποκτά την κυριότητα των κατατιθεμένων χρημάτων, είναι ότι σε περίπτωση εγγυήσεως, που δόθηκε για χρηματική απαίτηση, τα κατατεθέντα χρήματα των τραπεζικών καταθέσεων δεν αποτελούν κινητά πράγματα του πρωτοφειλέτη κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 856 του ΑΚ, ώστε να μπορούν να κατασχεθούν, όμως μπορεί να καταστεί αντικείμενο κατάσχεσης μόνον η απαίτηση της αποδόσεως της καταθέσεως στον δικαιούχο.

Και τούτο γιατί η ιδιότητα κινητού ή ακινήτου πράγματος, πλην της περιπτώσεως του άρθρου 949 ΑΚ, που δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω, έχει εφαρμογή μόνον επί ενσωμάτων και όχι και επί ασωμάτων περιουσιακών στοιχείων, που είναι οι απαιτήσεις. Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών.

Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρ. 173 και 200 ΑΚ, υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 426/2010) είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρ. 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 416/1993, ΑΠ 832/2009, ΑΠ 574/2010).

Η διαπίστωση εξάλλου από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία μπορεί να αναφέρεται ρητώς στην απόφασή του, αρκεί όμως να προκύπτει και εμμέσως απ` αυτή, όπως συμβαίνει όταν παρά την έλλειψη σχετικής διαπιστώσεως στην απόφαση ή ακόμη και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους (ΑΠ 311/1993).

Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρ. 173 και 200 ΑΚ συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας κατ` αρχήν παραβάσεως των κανόνων αυτών στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 1580/1995, ΑΠ 832/2009, ΑΠ 715/2010).

Για την διαμόρφωση της σχετικής κρίσεως το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη, με διαφορετική κατά περίπτωση βαρύτητα, τα συμφέροντα των μερών και κυρίως εκείνου από αυτά, το οποίο αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος όρος, τον δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις λοιπές τοπικές, χρονικές και άλλες συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων, τη φύση της σύμβασης, τις διαπραγματεύσεις που είχαν προηγηθεί, την προηγούμενη συμπεριφορά των μερών και πώς η σχετική δήλωση του ενός μέρους αναμενόταν να εκληφθεί από το άλλο μέρος.

Έτσι, κάθε δήλωση βουλήσεως θα πρέπει να ληφθεί με την έννοια που απαιτεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες της οποίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή η δήλωση βούλησης και από τον τρίτο. Το δικαστήριο της ουσίας, όταν ερμηνεύει, κατά τις αρχές της καλής πίστης, λαμβάνοντας υπόψη του και τα συναλλακτικά ήθη, τη δήλωση βουλήσεως, δεν είναι ανάγκη να αναλύσει και εξειδικεύσει τις αρχές αυτές ή τα συναλλακτικά ήθη και δεν δεσμεύεται στην κρίση του από τους ισχυρισμούς των διαδίκων.

Επίσης, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του κρίση, δεν είναι υποχρεωμένο να αρκεστεί στο περιεχόμενο της συμβάσεως, αλλά μπορεί να αντλήσει και στοιχεία εκτός της συμβάσεως που θα προταθούν από τους διαδίκους. Οι ίδιοι ως άνω κανόνες (άρθρα 173 και 200 ΑΚ) παραβιάζονται και εκ πλαγίου στην περίπτωση που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή συμπλήρωσης της δικαιοπραξίας και ιδίως η διατύπωση της δήλωσης βουλήσεως, οπότε η απόφαση αυτή στερείται νόμιμης βάσης και υπόκειται στο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 220/2016, ΑΠ 683/2010, ΑΠ 416/1993).

Στην προκειμένη περίπτωση το εφετείο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, κατά το αναιρετικώς εν προκειμένω ενδιαφέρον μέρος της, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του και απ' όλα ανεξαιρέτως τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, δυνάμενα να χρησιμοποιηθούν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει της από 27-3-1992 Σύμβασης για την πώληση και αγορά των 35.246.430 κοινών ανωνύμων μετοχών του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ....", η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (E.T.E.) και η εταιρεία με την επωνυμία "...", κατήρτισαν με τον ΟΡΓΑΝΙΣΜΟ ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ Α.Ε. (ΟΑΕ.Α.Ε.)", ο οποίος κατείχε 35.246.430 κοινές ανώνυμες μετοχές της εταιρείας με την επωνυμία "...", σύμβαση αγοραπωλησίας των ανωτέρω μετοχών.

Κατά ρητό όρο (άρθρο 2.1.β.) της προρρηθείσας σύμβασης, οι δύο αρχικές αγοράστριες εταιρείες πώλησαν σε τρίτη εταιρεία, την εταιρεία με την επωνυμία "..." (δεύτερη ενάγουσα στην από 27-12-2000 αγωγή) ένα ποσοστό των πιο πάνω μετοχών. Κατόπιν τούτου, οι τρεις πλέον αγοράστριες εταιρείες, "Ε.Τ.Ε. Α.Ε.", "..." και "..." κατήρτισαν με τον "ΟΑΕ Α.Ε.", την από 27-5-1992 "ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΗ ΣΥΜΒΑΣΗ ΚΑΙ ΑΝΑΛΗΨΗ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΩΝ", η οποία τροποποίησε την αρχική σύμβαση, στους όρους, δε, της αρχικής σύμβασης υπήχθη πλέον και η εταιρεία με την επωνυμία "...".

Σε εκτέλεση των ανωτέρω συμβάσεων, η "ΕΤΕ Α.Ε." απέκτησε 5.152.920 μετοχές, δηλαδή ποσοστό 10,2% του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας με την επωνυμία "...", η εταιρεία με την επωνυμία "...", 25.497.930 μετοχές, ήτοι ποσοστό 50,5% του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας με την επωνυμία "..." και η εταιρεία με την επωνυμία "...", 4.595.580 μετοχές, ήτοι ποσοστό 9,1% του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας με την επωνυμία "...".

Όσον αφορά την αρχικά συμβαλλόμενη εταιρεία με την επωνυμία "..." μετά από αλλεπάλληλες συγχωνεύσεις με απορρόφηση άλλων εταιρειών, μετονομάστηκε πλέον σε "..." (τρίτη εκ των εναγουσών στην από 27-10-2000 αγωγή), η οποία ασκεί τα δικαιώματα της αρχικής δικαιούχου "...", νόμιμα, ως καθολική διάδοχος αυτής, ενώ ο "Ο.Α.Ε.

Α.Ε." τέθηκε υπό εκκαθάριση στις 12-5-2000, η οποία περατώθηκε στις 12-5-2002 και έκτοτε υπεισήλθε στη θέση του το Ελληνικό Δημόσιο, ως ειδικός του διάδοχος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 15 παρ. 1 του Ν. 2741/1999, όπου προβλέπεται, ότι μετά το πέρας της εκκαθάρισης του "ΟΑΕ Α.Ε.", όλα τα στοιχεία του ενεργητικού του μεταβιβάζονται αυτοδικαίως και χωρίς άλλη διαδικασία στο Ελληνικό Δημόσιο και εκκρεμείς δίκες με διάδικο τον "ΟΑΕ Α.Ε." συνεχίζονται στο όνομα του Ελληνικού Δημοσίου, ως ειδικού διαδόχου του "ΟΑΕ Α.Ε.", χωρίς άλλη διατύπωση (άρθρο 15 παρ. 2 του Ν. 2741/1999).

Επίσης, στην τέταρτη παράγραφο του άρθρου 15 του Ν. 2741/1999 προβλέπεται, ότι δεν θίγονται υποχρεώσεις του Ελληνικού Δημοσίου, οι οποίες έχουν αναληφθεί από παροχή εγγυήσεων για οφειλές του "ΟΑΕ Α.Ε." ή των θυγατρικών εταιρειών προς τους δανειστές τους. Με την από 30 Νοεμβρίου 1994 (94/815/EG) απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, επιβλήθηκε πρόστιμο σε βάρος της εταιρείας με την επωνυμία "...", ύψους 5.748.000 ECU για πράξεις αντίθετες προς το άρθρο 85 της Συνθήκης της ΕΕ, που έλαβαν χώρα κατά τα έτη από 1983 έως 1991, ήτοι πριν από την υπογραφή της σύμβασης και το διορισμό του νέου διευθύνοντος συμβούλου.

Η εταιρεία με την επωνυμία "..." με την από 20 Δεκεμβρίου 1995 επιστολή της, γνωστοποίησε στον "Ο.Α.Ε. Α.Ε." το περιεχόμενο της παραπάνω απόφασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ενώ οι ενάγουσες εταιρείες στην από 27-12-2000 αγωγή, με την από 21 Δεκεμβρίου 1994 εξώδικη δήλωση, η οποία κοινοποιήθηκε αυθημερόν στον "Ο.Α.Ε. Α.Ε." και στο Ελληνικό Δημόσιο, γνωστοποίησαν στους παραπάνω την αξίωσή τους, σύμφωνα με τον όρο 6.2.

της μεταξύ τους σύμβασης (βλ. τις υπ' αριθμ. .../21-12-1994 και .../22-12-1994 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Γ. Ζ.). Στη συνέχεια, η εταιρεία με την επωνυμία "..." άσκησε την από 23-2-1995 προσφυγή της, κατά της προαναφερομένης απόφασης της Επιτροπής της Ε.Ε., ενώπιον του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και προκειμένου να πετύχει την αναστολή της εκτέλεσης, προσκόμισε την αιτουμένη από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή εγγυητική επιστολή της "ΕΤΕ" (βλ.

την από 12-12-1994, ... διαβιβαστική επιστολή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής), η οποία εκδόθηκε, δυνάμει της από 2-5-1995 σύμβασης μεταξύ της εταιρείας με την επωνυμία "..." και της "Ε.Τ.Ε. Α.Ε.". Στις 15-3-2000 εκδόθηκε η απόφαση του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων επί της προσφυγής της εταιρείας με την επωνυμία "...", κατά του επιβληθέντος ως άνω προστίμου, η οποία ήταν απαλλακτική για την τελευταία.....

με την από 27-3-1992 σύμβαση, ο "Ο.Α.Ε. Α.Ε.", με μία σειρά εγγυητικών δηλώσεων, που εκτίθενται στο Παράρτημα 1 της σύμβασης και που συμπληρώθηκαν και εξειδικεύθηκαν με την Επιστολή Γνωστοποίησης (Έκθεμα Ε), παρουσίασε στις ενάγουσες-εφεσίβλητες αγοράστριες εταιρείες τη θέση της εταιρείας με την επωνυμία "..." και των θυγατρικών της, κατά το χρόνο μεταβίβασης των μετοχών, αναφορικά με όλο το φάσμα των δραστηριοτήτων της.

Στον όρο 6.1. της ανωτέρω σύμβασης, ο "Ο.Α.Ε. Α.Ε." υποσχέθηκε και εγγυήθηκε έναντι των αγοραστριών την ακρίβεια των Εγγυητικών Δηλώσεων, ενώ στον όρο 6.2., η τυχούσα ανακρίβεια των Εγγυητικών Δηλώσεων θεμελιώνει ευθύνη του "Ο.Α.Ε. Α.Ε." να τους αποκαταστήσει για την εσφαλμένη εικόνα της εταιρείας με την επωνυμία "..." και των θυγατρικών της, η οποία τους δόθηκε με τις παραπάνω Δηλώσεις, αν βεβαίως πληρωθούν και οι λοιπές προϋποθέσεις του ίδιου άρθρου.

Ειδικότερα, ο όρος 6.2. προβλέπει: "6.2. Η ευθύνη του πωλητή σε σχέση με οποιαδήποτε αξίωση για παράβαση οποιοσδήποτε Δηλώσεως ή που προκύπτει από παράβαση οιουδήποτε όρου της Σύμβασης αυτής (η "Αξίωση") υπόκειται σε καθένα από τους περιορισμούς, που εκτίθενται στις παραγράφους (α) και (θ) κατωτέρω και στο υπόλοιπο του παρόντος άρθρου 6.

Ο Πωλητής δεν θα ευθύνεται για οιαδήποτε Αξίωση: (α) Αν και στο μέτρο, που το αντικείμενο της Αξίωσης: (i) Έχει ειδικώς γνωστοποιηθεί στην Επιστολή Γνωστοποίησης. Κατ' εξαίρεση, ο Πωλητής αποδέχεται και συνομολογεί ότι οι Δημοσιονομικές Αξιώσεις, ... θα λογίζονται μη γνωστοποιηθείσες στον Αγοραστή, παρά το ότι ο Αγοραστής έχει γνώση αυτών.

Συνεπώς, για τις αξιώσεις αυτών των κατηγοριών, ο Αγοραστής θα δικαιούται να εγείρει Αξίωση υπό τις προϋποθέσεις και σύμφωνα με το υπόλοιπο του παρόντος άρθρου 6. ... γ) Αν τα πλήρη και λεπτομερή στοιχεία της δεν του γνωστοποιηθούν από τον Αγοραστή, που εγείρει την Αξίωση εγγράφως, όχι αργότερα από τη σχετική ημερομηνία, που εκτίθεται παρακάτω (η "Ληκτική Ημερομηνία"): (i) Η οποία, στην περίπτωση οιασδήποτε Αξίωσης άλλης εκτός Δημοσιονομικών Αξιώσεων σχετικών με φορολογικές επιβαρύνσεις ή κανονισμούς συναλλαγματικού ελέγχου ή Συνδεόμενης Αξίωσης, είναι η 31η Δεκεμβρίου 1992 ...".

Εξάλλου, κατά το άρθρο 1.1. της σύμβασης, ως "Δημοσιονομική Αξίωση" θεωρείται κάθε αξίωση για φόρους, εισοδήματα, τέλη, πρόστιμα, επιβαρύνσεις και ποινές κάθε φύσεως, συμπεριλαμβανομένων (αλλά όχι περιοριστικά) αυτών, που σχετίζονται με παραβάσεις περιβαλλοντολογίας ή παραβάσεις της Ελληνικής Νομοθεσίας περί ελέγχου συναλλάγματος, ως και κάθε επιβάρυνση οιασδήποτε φύσεως και αιτίας, που θεωρείται ως δημόσιο έσοδο, επιβαλλόμενο μονομερώς από κάθε Κυβερνητική ή Δημόσια Αρχή, συμπεριλαμβανομένων της Τραπέζης της Ελλάδος, της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, που προκύπτει από πράξη ή παράλειψη της Εταιρείας ή οποιοσδήποτε θυγατρικής, οποιαδήποτε στιγμή πριν το διορισμό νέου Διευθύνοντος Συμβούλου, σύμφωνα με το άρθρο 5.3.

κατωτέρω, ανεξάρτητα από την ημερομηνία, κατά την οποία αποφασίστηκε η επιβολή της σχετικής επιβαρύνσεως". Επίσης, στην τελευταία παράγραφο του ίδιου ως άνω όρου 6.2. της από 27-3-1992 σύμβασης, ορίζεται ότι "Κάθε Αγοραστής δέχεται και συνομολογεί, ότι η μοναδική αποκλειστική υποχρέωση του Πωλητή προς έκαστον Αγοραστή, αναφορικά με οποιαδήποτε Αξίωση, για την οποία ο Πωλητής ευθύνεται, βάσει της παρούσας, θα είναι να πληρώσει τον Αγοραστή, που εγείρει την Αξίωση ή αν λάβει οδηγίες από τον αγοραστή, την Εταιρεία ή τη σχετική θυγατρική, ένα ποσό ίσο με Χ% του ποσού, που θα ήταν απαραίτητο για να τεθεί η Εταιρεία του Ομίλου στη θέση, που θα είχε, αν δεν υπήρχε παράβαση της προκείμενης Δήλωσης, όπου το X ορίζεται σύμφωνα με τον ακόλουθο τύπο:

X = Υ/Ζ και Υ = είτε ο αριθμός των Μετοχών, που έχει αποκτήσει εκείνος ο Αγοραστής κατά την Ολοκλήρωση της Μεταβιβάσεως ή, αν δεν έχει δοθεί Ανάληψη Υποχρεώσεως προς τον Πωλητή, σύμφωνα με το αρθρ. 2.1., ο αριθμός των Μετοχών, που απέκτησε εκείνος ο Αγοραστής, αμέσως, μετά την ολοκλήρωση των ενεργειών, που αναφέρονται στο άρθρο 4.5.

και Ζ το σύνολο των μετοχών, που αντιπροσωπεύουν το καταβεβλημένο μετοχικό κεφάλαιο της Εταιρείας την ημερομηνία εκείνη". Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, η παράβαση από μέρους του "Ο.Α.Ε. Α.Ε." των δηλώσεων εγγύησης προς τις αγοράστριες εταιρείες, που αφορούν τις "Δημοσιονομικές αξιώσεις", θεμελιώνουν δικαίωμα των αγοραστριών εταιρειών να εγείρουν αξίωση κατά του "Ο.Α.Ε.

Α.Ε.", ανεξαρτήτως του ότι οι αγοράστριες έλαβαν γνώση των αξιώσεων αυτών, γιατί λογίζονται "μη γνωστοποιηθείσες" και συνεπώς ο πωλητής ευθύνεται, επειδή λογίζεται ότι υπήρξε παράβαση εγγυητικής δηλώσεως. Έτσι, ο πωλητής υποχρεούται να πληρώσει σε κάθε αγοραστή ένα ποσοστό του ποσού, που θα ήταν απαραίτητο για να τεθεί η Εταιρεία του Ομίλου στη θέση, που θα είχε, αν δεν είχε ανακύψει η "Δημοσιονομική Αξίωση".

Με αυτό τον τρόπο, η υποχρέωση του πωλητή συμφωνείται ευρύτερη του ποσού της Αξίωσης, ώστε να περιλαμβάνεται τόσο αυτή, όσο και κάθε άλλη περιουσιακή μείωση, που υπέστη η εταιρεία, εξαιτίας της "Αξίωσης". Ακόμη, η αξίωση των εναγουσών αγοραστριών εταιρειών εκτείνεται στην επίπτωση, που έχει η "Δημοσιονομική Αξίωση", ήτοι η επιβολή του προστίμου της Ε.Κ.

σε όλη την περιουσιακή κατάσταση της εταιρείας με την επωνυμία "...", με συνέπεια να περιλαμβάνει και τα ποσά, κατά τα οποία μειώθηκε η περιουσία της παραπάνω εταιρείας, λόγω των εξόδων, τα οποία έγιναν, προκειμένου να ανασταλεί η εκτέλεση του επιβληθέντος προστίμου και να απαλλαγεί η εταιρεία με την επωνυμία "..." από την επιβολή του ως άνω προστίμου, τα οποία συνδέονται αιτιωδώς μ' αυτό.

Ειδικότερα περιλαμβάνει: 1) Τις δαπάνες εξυπηρέτησης της ανωτέρω εγγυητικής επιστολής (προμήθεια εκδότριας Τράπεζας) και 2) Την αμοιβή του Αγγλικού δικηγορικού γραφείου "..., που εκπροσώπησε την εταιρεία με την επωνυμία "..." ενώπιον του Ευρωπαϊκού Πρωτοδικείου. Πρέπει να αναφερθεί εδώ ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, για την ερμηνεία των δικαιοπραξιών, δεδομένου ότι δεν υπάρχει κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις των συμβαλλομένων μερών και αρκεί η προσφυγή στο ίδιο το γράμμα της σύμβασης. ...., ότι (προκύπτει) από τη διατύπωση του όρου 1.1.

της από 27-3-1992 σύμβασης, (ότι) στις αξιώσεις αυτής της κατηγορίας περιλαμβάνονται "... πρόστιμα και ποινές κάθε φύσεως ... ως και κάθε επιβάρυνση οιασδήποτε φύσεως και αιτίας, που θεωρείται σαν δημόσιο έσοδο, επιβαλλόμενο μονομερώς από κάθε Κυβερνητική ή Δημόσια Αρχή, συμπεριλαμβανομένων ... της Ευρωπαϊκής Κοινότητας..." .....

όμως, σύμφωνα με τον όρο 6.2. της ως άνω σύμβασης οι "Δημοσιονομικές Αξιώσεις" θα λογίζονται μη γνωστοποιηθείσες στον αγοραστή, παρά το ότι ο αγοραστής έχει γνώση αυτών.

Συνεπώς, για τις αξιώσεις αυτών των κατηγοριών, ο αγοραστής θα δικαιούται να εγείρει "Αξίωση" υπό τις προϋποθέσεις και σύμφωνα με το υπόλοιπο του παρόντος άρθρου 6, ακόμη, δε και η "Επιστολή Γνωστοποίησης" του πωλητή "Ο.Α.Ε. Α.Ε.", προς τις αγοράστριες για την έρευνα, που είχε αρχίσει η Επιτροπή της ΕΟΚ, σύμφωνα με το άρθρο 85 της Σύμβασης της Ρώμης και η οποία κατέληξε, μετά την κατάρτιση της σύμβασης, στην επιβολή του προστίμου, δεν τον απάλλαξε από την ευθύνη του, βάσει του όρου 6.2.

της σύμβασης, γιατί το γνωστοποιηθέν γεγονός της διεξαγόμενης έρευνας λογίζεται μη γνωστοποιηθέν, με συνέπεια, να θεωρείται ότι υπάρχει παράβαση της αντίστοιχης Εγγυητικής Δήλωσης, στην οποία προέβη ο "Ο.Α.Ε. Α.Ε.". ....... Όμως, το ελάχιστο ποσό της ευθύνης του πωλητή προσδιορίστηκε στην από 27-3-1992 σύμβαση, στον όρο, όπου αναφέρεται ότι ο πωλητής δεν θα ευθύνεται για οποιαδήποτε "Αξίωση": (β) Με εξαίρεση τις "Δημοσιονομικές Αξιώσεις", αν (i) Το ποσό της ευθύνης του πωλητή έναντι του αγοραστή, που εγείρει την "Αξίωση" δεν υπερβαίνει για κάθε μία ατομική "Αξίωση" το ποσό των 20.000.000 δρχ.

και, επομένως, όσον αφορά τις "Δημοσιονομικές Αξιώσεις", ο πωλητής ευθύνεται απέναντι στους αγοραστές, ακόμη και αν το ποσό της ευθύνης είναι μικρότερο των 20.000.000 δρχ., δεν επηρεάζει, δε, το γεγονός αν, λόγω της καταβολής του ποσού αυτού, η οικονομική κατάσταση της εταιρείας με την επωνυμία "..." μεταβλήθηκε ουσιωδώς ή όχι. ...........

ότι από τον όρο 9.1. της σύμβασης, ο οποίος αφορά τις "Μνημονευόμενες Αξιώσεις", συνάγεται ότι ο πωλητής για τις κατηγορίες "Αξιώσεων", μεταξύ των οποίων και οι Δημοσιονομικές, οι οποίες ρυθμίζονται στον όρο 6.2. της σύμβασης, δεν ανέλαβε υποχρέωση κάλυψης εξόδων. Όμως, στη διάταξη του όρου 6.2. (α) (iii) ορίζεται ότι: "Ο Πωλητής δεν θα ευθύνεται για οιαδήποτε "Αξίωση": (α) Αν και στο μέτρο, που το αντικείμενο της Αξίωσης:... (iii) Σχετίζεται με κάποια Μνημονευόμενη Αξίωση (η οποία, για την αποφυγή αμφιβολιών, θα υπόκειται στις ρυθμίσεις του άρθρου 9)", από τα ανωτέρω, δε, προκύπτει ότι στην από 27-3-1992 σύμβαση, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των συμβαλλομένων μερών, σε σχέση με τις "Μνημονευόμενες Αξιώσεις", ρυθμίστηκαν ξεχωριστά από τις υπόλοιπες Αξιώσεις (μεταξύ των οποίων και οι Δημοσιονομικές), στον όρο 9 της σύμβασης και με εντελώς διαφορετικό τρόπο σε σχέση με τις υπόλοιπες κατηγορίες Αξιώσεων, έτσι ώστε οι δύο ρυθμίσεις των όρων 6.2.

και 9 της από 27-3-1992 σύμβασης να μην είναι συγκρίσιμες, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι είναι σαφής ο όρος 6.2., ο οποίος αναφέρει για την ευθύνη του πωλητή και τις "Δημοσιονομικές Αξιώσεις", ότι πρέπει να πληρώσει στον αγοραστή ένα ποσό, που θα ήταν απαραίτητο για να τεθεί η εταιρεία του Ομίλου στη θέση, που θα είχε, αν δεν υπήρχε παράβαση της προκειμένης δήλωσης, που καθιστά την υποχρέωση του πωλητή ευρύτερη του ποσού της Αξίωσης, ώστε να περιλαμβάνει τόσο αυτή, όσο και κάθε άλλη περιουσιακή μείωση που υπέστη η εταιρεία εξαιτίας της Αξίωσης.".

Με το πρώτο μέρος του πρώτου λόγου της αιτήσεώς του το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την αιτίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το εφετείο δεν εφάρμοσε τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, καίτοι διαπίστωσε, παρά την περί του αντιθέτου δήλωσή του, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας ως προς την έννοια της "δημοσιονομικής αξίωσης", όπως περιγράφεται στον όρο 1.1.

της (μη προσκομιζομένης) από 27-12-2000 συμβάσεως πωλήσεως 35.246.430 κοινών ανωνύμων μετοχών του καταβεβλημένου κεφαλαίου της ... από τον ΟΑΕ ΑΕ στις αναιρεσίβλητες, και συγκεκριμένα ως προς το εάν στην έννοια αυτή υπάγεται μόνον φόρος, πρόστιμο ή άλλης φύσης επιβάρυνση, που επιβάλλεται από εθνική ή κοινοτική αρχή σε βάρος της ...

ή εάν η έννοια αυτή περιλαμβάνει και τις σχετικές δαπάνες και τα έξοδα στα οποία ενδεχομένως θα υποβαλλόταν η ... προς απόκρουση του φόρου, προστίμου κλπ, δεν αρκέσθηκε στην γραμματική διατύπωση του όρου 1.1. της συμβάσεως, όπως πράγματι θα έπραττε, εάν πράγματι η δήλωση βουλήσεως ήταν σαφής και αναμφίβολη, αλλά προς διάγνωση του αληθούς νοήματός του κατέφυγε σε συνδυαστική ερμηνεία του με το τον όρο 6.2.

της συμβάσεως, που προβλέπεται ότι ο ΟΑΕ υποχρεούται να καταβάλει στις αγοράστριες (ήδη αναιρεσίβλητες) το ποσό που θα ήταν απαραίτητο για να τεθεί η Εταιρεία του Ομίλου στη θέση, που θα είχε, εάν δεν υπήρχε παράβαση της προκειμένης Δηλώσεως, καταλήγοντας, χωρίς την παράθεση πραγματικών περιστατικών, από τα οποία να προκύπτει η εφαρμογή των ανωτέρων άρθρων (173 και 200 του ΑΚ) στο καθαρά ερμηνευτικό συμπέρασμα ότι η υποχρέωση του πωλητή για τις δημοσιονομικές αξιώσεις, συμφωνείται ευρύτερη του ποσού της Αξίωσης, ώστε να περιλαμβάνεται τόσο αυτή, όσο και κάθε άλλη περιουσιακή μείωση, που υπέστη η εταιρεία εξαιτίας της Αξίωσης.

Όμως, από τις ανωτέρω παραδοχές του, α) ότι κατά το άρθρο 1.1. της σύμβασης, ως "Δημοσιονομική Αξίωση" θεωρείται κάθε αξίωση για φόρους, εισοδήματα, τέλη, πρόστιμα, επιβαρύνσεις και ποινές κάθε φύσεως, συμπεριλαμβανομένων (αλλά όχι περιοριστικά) αυτών, που σχετίζονται με παραβάσεις περιβαλλοντολογίας ή παραβάσεις της Ελληνικής Νομοθεσίας περί ελέγχου συναλλάγματος, ως και κάθε επιβάρυνση οιασδήποτε φύσεως και αιτίας, που θεωρείται ως δημόσιο έσοδο, επιβαλλόμενο μονομερώς από κάθε Κυβερνητική ή Δημόσια Αρχή, συμπεριλαμβανομένων της Τραπέζης της Ελλάδος, της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, που προκύπτει από πράξη ή παράλειψη της Εταιρείας ή οποιοσδήποτε θυγατρικής, οποιαδήποτε στιγμή πριν το διορισμό νέου Διευθύνοντος Συμβούλου, σύμφωνα με το άρθρο 5.3.

κατωτέρω, ανεξάρτητα από την ημερομηνία, κατά την οποία αποφασίστηκε η επιβολή της σχετικής επιβαρύνσεως".", β) ότι με τον όρο 6.1. της ανωτέρω συμβάσεως, ο "Ο.Α.Ε. Α.Ε." υποσχέθηκε και εγγυήθηκε έναντι των αγοραστριών την ακρίβεια των Εγγυητικών Δηλώσεων, ενώ στον όρο 6.2., η τυχούσα ανακρίβεια των Εγγυητικών Δηλώσεων θεμελιώνει ευθύνη του "Ο.Α.Ε.

Α.Ε." να τους αποκαταστήσει για την εσφαλμένη εικόνα της εταιρείας με την επωνυμία "..." και των θυγατρικών της, η οποία τους δόθηκε με τις παραπάνω Δηλώσεις, αν βεβαίως πληρωθούν και οι λοιπές προϋποθέσεις του ίδιου άρθρου, γ) ότι ο όρος 6.2. της συμβάσεως προβλέπει ότι: "6.2. Η ευθύνη του πωλητή σε σχέση με οποιαδήποτε αξίωση για παράβαση οποιοσδήποτε Δηλώσεως ή που προκύπτει από παράβαση οιουδήποτε όρου της Σύμβασης αυτής (η "Αξίωση") υπόκειται σε καθένα από τους περιορισμούς, που εκτίθενται στις παραγράφους (α) και (θ) κατωτέρω και στο υπόλοιπο του παρόντος άρθρου 6.

Ο Πωλητής δεν θα ευθύνεται για οιαδήποτε Αξίωση: (α) Αν και στο μέτρο, που το αντικείμενο της Αξίωσης: (i) Έχει ειδικώς γνωστοποιηθεί στην Επιστολή Γνωστοποίησης. Κατ' εξαίρεση, ο Πωλητής αποδέχεται και συνομολογεί ότι οι Δημοσιονομικές Αξιώσεις, ... θα λογίζονται μη γνωστοποιηθείσες στον Αγοραστή, παρά το ότι ο Αγοραστής έχει γνώση αυτών.

Συνεπώς, για τις αξιώσεις αυτών των κατηγοριών, ο Αγοραστής θα δικαιούται να εγείρει Αξίωση υπό τις προϋποθέσεις και σύμφωνα με το υπόλοιπο του παρόντος άρθρου 6. ... γ) Αν τα πλήρη και λεπτομερή στοιχεία της δεν του γνωστοποιηθούν από τον Αγοραστή, που εγείρει την Αξίωση εγγράφως, όχι αργότερα από τη σχετική ημερομηνία, που εκτίθεται παρακάτω (η "Ληκτική Ημερομηνία"): (i) Η οποία, στην περίπτωση οιασδήποτε Αξίωσης άλλης εκτός Δημοσιονομικών Αξιώσεων σχετικών με φορολογικές επιβαρύνσεις ή κανονισμούς συναλλαγματικού ελέγχου ή Συνδεόμενης Αξίωσης, είναι η 31η Δεκεμβρίου 1992 ..." και δ) ότι "τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των συμβαλλομένων μερών, σε σχέση με τις "Μνημονευόμενες Αξιώσεις", ρυθμίστηκαν ξεχωριστά από τις υπόλοιπες Αξιώσεις (μεταξύ των οποίων και οι Δημοσιονομικές), στον όρο 9 της σύμβασης και με εντελώς διαφορετικό τρόπο σε σχέση με τις υπόλοιπες κατηγορίες Αξιώσεων, έτσι ώστε οι δύο ρυθμίσεις των όρων 6.2.

και 9 της από 27-3-1992 σύμβασης να μην είναι συγκρίσιμες, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι είναι σαφής ο όρος 6.2., ο οποίος αναφέρει για την ευθύνη του πωλητή και τις "Δημοσιονομικές Αξιώσεις", ότι πρέπει να πληρώσει στον αγοραστή ένα ποσό, που θα ήταν απαραίτητο για να τεθεί η εταιρεία του Ομίλου στη θέση, που θα είχε, αν δεν υπήρχε παράβαση της προκειμένης δήλωσης, που καθιστά την υποχρέωση του πωλητή ευρύτερη του ποσού της Αξίωσης, ώστε να περιλαμβάνει τόσο αυτή, όσο και κάθε άλλη περιουσιακή μείωση που υπέστη η εταιρεία εξαιτίας της αξίωσης " και υπό την ανωτέρω δήλωσή του (εφετείου) ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, για την ερμηνεία των δικαιοπραξιών, δεδομένου ότι δεν υπάρχει κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις των συμβαλλομένων μερών και αρκεί η προσφυγή στο ίδιο το γράμμα της συμβάσεως, δεν προκύπτει η διαπίστωση από το Εφετείο, έστω και εμμέσως, κενού ή ασάφειας ως προς την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως των συμβαλλομένων στους προαναφερόμενους όρους 1.1.

και 6.2. της ενδίκου συμβάσεως, ώστε να προσφύγει σε ερμηνεία του όρου 1.1., ούτε επιχείρησε τέτοια ερμηνεία, για την αναζήτηση της αληθούς έννοιας της περιεχόμενης σ' αυτόν δηλώσεως των συμβαλλομένων, αφού αρκέστηκε προς τούτο στη διατύπωσή του σχετικού κειμένου της συμβάσεως και στην συνδυαστική εφαρμογή των προαναφερομένων διατάξεων αυτής, χωρίς να λάβει υπόψη και άλλα στοιχεία, που βρίσκονται εκτός αυτού (κειμένου της συμβάσεως) ή να χρησιμοποιήσει επιχειρήματα και συνεπώς ορθώς δεν προσέφυγε (το δικάσαν Εφετείο) στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ για τη διαπίστωση της αληθούς βουλήσεως των συμβληθέντων διαδίκων.

Επομένως, ο τα αντίθετα υποστηρίζων ως άνω πρώτος λόγος, κατά το πρώτο μέρος του, της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ο αυτός δε πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, υπό την επίκληση ότι υπό τις ανωτέρω παραδοχές του το εφετείο ερμήνευσε τους ανωτέρω όρους της συμβάσεως κατά τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, αλλά παρέλειψε να εκθέσει στην προσβαλλομένη απόφασή του τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την τοιαύτη κρίση του και επομένως υπέπεσε στην πλημμέλεια της ανεπαρκούς αιτιολογίας από τον αρ. 19 του άρθρου του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις ούτε εκ πλαγίου, αφού με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα.

Περαιτέρω το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, κατά το αναιρετικώς εν προκειμένω ενδιαφέρον μέρος της, δέχθηκε ανελέγκτως και τα ακόλουθα: "...στην υπ' αριθμ. πρωτ. ... από 23-3-1992 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών περί παροχής εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου για τις υποχρεώσεις του "Ο.Α.Ε. Α.Ε." εκ της υπ' αυτού πώλησης των μετοχών της "...", αναφέρεται ότι παρέχεται εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου εν σχέσει προς τις ακόλουθες υποχρεώσεις του Ο.Α.Ε.

εκ της πώλησης της "...": α) Την υποχρέωση για τυχόν επιστροφή του ληφθησομένου τιμήματος της πώλησης σε περίπτωση ακύρωσης των πωλούμενων μετοχών του, κατά τις ρυθμίσεις των άρθρων 7 και 8 του συμπεφωνημένου σχεδίου σύμβασης της πώλησης, β) Τις υποχρεώσεις του Ο.Α.Ε., ως πωλητού για τυχόν επιβολή προστίμων εκ μέρους της Τράπεζας της Ελλάδος για συναλλαγματικές παραβάσεις εκ μέρους του Ομίλου "..." κατά το μέχρι της υπογραφής της σύμβασης διάστημα και γ) Τις υποχρεώσεις του Ο.Α.Ε., ως πωλητού, για τυχόν επιβολή προστίμων εκ μέρους οργάνων της Ευρωπαϊκής Κοινότητας της ΕΟΚ, για παραβάσεις Κοινοτικής Νομοθεσίας εκ μέρους του Ομίλου "...", κατά το μέχρι της υπογραφής της σύμβασης διάστημα.

Με την ως άνω απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, το Ελληνικό Δημόσιο εγγυήθηκε μεταξύ άλλων και τις υποχρεώσεις του Ο.Α.Ε., ως πωλητή, για τυχόν επιβολή προστίμων εκ μέρους οργάνων της Ευρωπαϊκής Κοινότητας της ΕΟΚ για παραβάσεις Κοινοτικής Νομοθεσίας εκ μέρους του Ομίλου "...", κατά το μέχρι της υπογραφής της σύμβασης διάστημα.

Η εν λόγω απόφαση περιελήφθη ως "Έκθεμα Α" στο σώμα της από 27-3-1992 σύμβασης, μονογραφημένο από τα συμβαλλόμενα μέρη και δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 31-3-1992, Τεύχος Β'. Στο προοίμιο, δε, της Σύμβασης, υπό στοιχείο (Η), αναφέρεται ρητά ότι "Ο Υπουργός Οικονομικών της Ελλάδος αποδέχθηκε να εγγυηθεί τις υποχρεώσεις του Πωλητή, που εκτίθενται στο άρθρο 8 και επιπλέον τις Εγγυημένες αξιώσεις (όπως καθορίζεται παρακάτω), με εγγυητική επιστολή (η Εγγύηση), που θα φέρει την αυτή με την υπογραφή της παρούσας ημερομηνία κατά τον τύπο, που επισυνάπτεται ως Έκθεμα Α (όπου έκθεμα Α η προαναφερόμενη υπογεγραμμένη απόφαση του Υπουργού Οικονομικών)".

Σύμφωνα με τον ορισμό των εγγυημένων αξιώσεων, ο οποίος περιλαμβάνεται στο άρθρο 1.1. της Σύμβασης, "Εγγυημένη Αξίωση σημαίνει κάθε αξίωση, που έχει σχέση με (i) παραβάσεις της Ελληνικής Νομοθεσίας για τον έλεγχο συναλλάγματος, (ii) φορολογικές επιβαρύνσεις κάθε φύσεως ή (iii) πρόστιμα και ποινές κάθε φύσεως, που επιβάλλονται ετεροβαρώς από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα".

Έτσι, το Ελληνικό Δημόσιο ευθύνεται, ως εγγυητής, έναντι των αγοραστών της εταιρείας με την επωνυμία "...", για τις ως άνω υποχρεώσεις του Ο.Α.Ε., στις οποίες ρητά περιλαμβάνονται και εκείνες, που απορρέουν από το προαναφερόμενο πρόστιμο, που επιβλήθηκε ετεροβαρώς από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Μετά, δε, την ακύρωσή του και ενόψει του ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν περιόρισε ρητά την έκταση της ευθύνης του με την παροχή της εγγύησης, ευθύνεται για την εκάστοτε έκταση της κύριας οφειλής του πρωτοφειλέτη Ο.Α.Ε., που στην προκειμένη περίπτωση προσδιορίζεται στον όρο 6.2.

της από 27-3-1992 σύμβασης και η οποία (κύρια οφειλή) περιλαμβάνει ό,τι απαιτείται για να επανέλθει η εταιρεία με την επωνυμία "..." στη θέση, που θα είχε, αν δεν είχε μεσολαβήσει η παράβαση της εγγυητικής δήλωσης του Ο.Α.Ε. Επομένως, η παροχή εγγύησης περιλαμβάνει και τις ανωτέρω δαπάνες, που έγιναν, προκειμένου να ανασταλεί η εκτέλεση του προστίμου και να απαλλαγεί η εταιρεία με την επωνυμία "..." από την επιβολή αυτού....

Στην προκειμένη περίπτωση, η έκταση της κυρίας οφειλής είναι αυτή, που συμφωνήθηκε με την αρχική από 27-3-1992 σύμβαση, η οποία περιλαμβάνει ένα ποσό ίσο με Χ% του ποσού, που θα ήταν απαραίτητο, για να τεθεί η εταιρεία του Ομίλου στη θέση, που θα είχε, αν δεν είχε μεσολαβήσει η παράβαση της εγγυητικής δήλωσης του Ο.Α.Ε., ήτοι, αν δεν είχε διεξαχθεί η έρευνα από την ΕΟΚ, συνεπεία της οποίας επιβλήθηκε το πρόστιμο της ΕΟΚ, για την απόκρουση του οποίου, η εταιρεία με την επωνυμία "..." υποβλήθηκε στα αναφερόμενα στην ένδικη αγωγή των αγοραστριών των μετοχών-εφεσίβλητων έξοδα.

Έτσι, η κύρια οφειλή του πρωτοφειλέτη Ο.Α.Ε. περιλαμβάνει τόσο το πρόστιμο, όσο και τα έξοδα. Τα έξοδα αυτά, κατά την κατάρτιση της ένδικης σύμβασης περιλαμβάνονταν στο αντικείμενο της ευθύνης του, χωρίς να παρεμβάλλεται νέα δικαιοπραξία μετά την παροχή της εγγύησης, αφού δεν υπήρξε μεταβολή της έκτασης της κύριας οφειλής μετά τη σύναψη της εγγύησης και έτσι αυτή καταλαμβάνει ό,τι και η οφειλή του πρωτοφειλέτη Ο.Α.Ε., άρα και τα έξοδα, στα οποία υποβλήθηκε η εταιρεία με την επωνυμία "..."....

Στην προκειμένη περίπτωση, η δήλωση της εγγύησης από το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο δεν καταλείπει αμφιβολίες και δεν χρήζει ερμηνείας για την έννοια του περιεχομένου της, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν". Με το πρώτο μέρος του δευτέρου λόγου της αιτήσεως, το αναιρεσείον προβάλει την αιτίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο, παρέλειψε να εφαρμόσει τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, παρότι εμμέσως, υπό τις ανωτέρω παραδοχές του, διαπίστωσε, παρά την περί του αντιθέτου διαβεβαίωσή του, την ύπαρξη αμφιβολίας ως προς την δήλωση του Υπουργού Οικονομικών ότι το Ελληνικό Δημόσιο παρέχει εγγύηση σε σχέση με "τις υποχρεώσεις του Ο.Α.Ε., ως πωλητού, για τυχόν επιβολή προστίμων εκ μέρους των οργάνων της Ευρωπαϊκής Κοινότητας..,." και συγκεκριμένα ως προς το εάν με την δήλωση αυτή σκοπήθηκε να παρασχεθεί η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου μόνο για τα ποσά των προστίμων ή και για κάθε δαπάνη και έξοδο, που σχετίζεται με την απόκρουση των προστίμων αυτών από την Α.Γ.Ε.Τ..

Όμως, από τις, υπό το προεκτεθέν περιερχόμενό τους, αμέσως ως άνω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, δεν προκύπτει η διαπίστωση από το δικάσαν εφετείο, έστω και εμμέσως, κενού ή ασάφειας ως προς την έννοια της υπό το εκτεθέν περιεχόμενο (και μη προσκομιζομένης) δηλώσεως του Υπουργού Οικονομικών, ότι το Ελληνικό Δημόσιο, παρέχει εγγύηση σε σχέση με "τις υποχρεώσεις του Ο.Α.Ε., ως πωλητού, για τυχόν επιβολή προστίμων εκ μέρους των οργάνων της Ευρωπαϊκής Κοινότητας..,.", ώστε να προσφύγει σε ερμηνεία της εν λόγω δηλώσεως του Υπουργού Οικονομικών, ούτε επιχείρησε τέτοια ερμηνεία, για την αναζήτηση της αληθούς έννοιας, της περιεχόμενης σ' αυτήν δηλώσεως, αλλά αρκέστηκε προς τούτο στη διατύπωσή του σχετικού κειμένου της δηλώσεως αυτής εγγυήσεως και στην συνδυαστική εφαρμογή αυτής, των προαναφερομένων διατάξεων της συμβάσεως πωλήσεως, ήτοι στο υπό στοιχείο (Η) προοίμιο της από 27-3-1992 Συμβάσεως, στα άρθρα 1.1.

και 6.2. αυτής και των διατάξεων των άρθρων 851 και 852 του ΑΚ, χωρίς να λάβει υπόψη και άλλα στοιχεία, που βρίσκονται εκτός του κειμένου των ανωτέρω δηλώσεως και συμβάσεως, ή να χρησιμοποιήσει επιχειρήματα και συνεπώς ορθώς το ως άνω Δικαστήριο δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ για τη διαπίστωση της αληθούς βουλήσεως της ανωτέρω δηλώσεως του Υπουργού Οικονομικών.

Επομένως, ο τα αντίθετα υποστηρίζων ως άνω δεύτερος λόγος, κατά το πρώτο μέρος του, της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω, ο αυτός δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, υπό την επίκληση ότι υπό τις ανωτέρω παραδοχές του το Εφετείο ερμήνευσε την ανωτέρω δήλωση του Υπουργού Οικονομικών κατά τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, αλλά παρέλειψε να εκθέσει στην προσβαλλομένη απόφασή του τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την τοιαύτη κρίση του και επομένως υπέπεσε στην πλημμέλεια της ανεπαρκούς αιτιολογίας από τον αρ. 19 του άρθρου του ΚΠολΔ, ενόψει των προαναφερθέντων αναφέρεται σε μη πραγματική παραδοχή του δικαστηρίου της ουσίας και εκ τούτου είναι αβάσιμος δοθέντος ότι το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων ούτε εκ πλαγίου.

Έτι περαιτέρω το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, κατά το αναιρετικώς εν προκειμένω ενδιαφέρον μέρος της, δέχθηκε ανελέγκτως και τα ακόλουθα: "....Ο μάρτυρας των εναγουσών-εναγομένων-εφεσίβλητων Π. Κ., ο οποίος εργαζόταν στον "Ο.Α.Ε. Α.Ε." από το έτος 1984, αναφέρει στην κατάθεσή του στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου σε ερώτηση της Προέδρου αυτού, τι γνωρίζει για τα κινητά πράγματα, που είχε στην κατοχή του ο "Ο.Α.Ε.

Α.Ε.", όταν έληξε η εκκαθάριση, ότι τα μόνα κινητά περιουσιακά του στοιχεία είναι τα έπιπλα και τα σκεύη του, ένα πολύ μικρό ποσό σε ό,τι αφορά τις όλες απαιτήσεις του από το ενεργητικό, ακόμα δεν έχουν διεκπεραιωθεί και ρευστοποιηθεί, λόγω του ότι είχε αναλάβει κάτω από διαδικασίες του Ελληνικού Δημοσίου το ΟΔΔΥ, πρόκειται, δε, για ελάχιστα ποσά.

Έτσι, εφόσον δεν υπάρχουν κινητά πράγματα, επί των οποίων να μπορούν οι ενάγουσες-εφεσίβλητες να επισπεύσουν αναγκαστική εκτέλεση, δεν υφίσταται περιθώριο προβολής εκ μέρους του εγγυητή της ένστασης διζήσεως και συντρέχει η περίπτωση της διάταξης του άρθρου 857 παρ. 4 ΑΚ, δεδομένου ότι η αναγκαστική εκτέλεση κατά του εκκαλούντος, ως ειδικού διαδόχου του "Ο.Α.Ε.

Α.Ε." θα απέβαινε άκαρπη ..... Με τον τρόπο αυτό, οι όποιες τραπεζικές καταθέσεις του πρώην "Ο.Α.Ε. Α.Ε." δεν αποτελούν κινητά πράγματα ούτε η τυχόν επιχειρούμενη επ' αυτών αναγκαστική εκτέλεση αποτελεί εκτέλεση επιχειρούμενη στα κινητά πράγματα του πρωτοφειλέτη, ώστε λόγω της ύπαρξης των καταθέσεων αυτών να επηρεάζεται στην προκειμένη περίπτωση η βασιμότητα της προβληθείσας από τις ενάγουσες-εφεσίβλητες αντένστασης, κατά τα άρθρα 856 και 857 παρ. 4.".

Με τις παραδοχές δ' αυτές απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο τον σχετικό λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντος, με τον οποίον παρεπονείτο, ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και εκτίμηση των αποδείξεων το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την νομίμως ενώπιόν του προταθείσα ένσταση διζήσεως ενόψει της υπό του Ο.Α.Ε, Α.Ε διατηρήσεως τραπεζικού λογαριασμού με υπόλοιπο περί τα 20.000.000 δραχμές.

Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως το αναιρεσείον προβάλλει την αιτίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ότι με τις αμέσως ανωτέρω παραδοχές του, το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε την διάταξη του άρθρου 856 του ΑΚ, ενώ κατ' ορθήν ερμηνεία αυτής έπρεπε να δεχθεί ότι στην έννοια των κινητών πραγμάτων περιλαμβάνονται και οι χρηματικές απαιτήσεις του πρωτοφειλέτη Ο.Α.Ε. Α.Ε. κατά τραπεζών για τραπεζικές καταθέσεις του, που μπορούν να κατασχεθούν εις χείρας του από τους δανειστές του. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού το δικάσαν Εφετείο, υπό τις ανωτέρω παραδοχές του και συμφώνως προς τις προαναφερόμενες σχετικές νομικές διατάξεις, ορθά τις διατάξεις του άρθρου 856 του ΑΚ ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δεχόμενο ότι στην έννοια των κινητών πραγμάτων του πρωτοφειλέτη που μπορούν να κατασχεθούν, δεν περιλαμβάνονται και οι απαιτήσεις του ΟΑΕ ΑΕ κατά τραπεζών για τραπεζικές του καταθέσεις.

Τέλος, αφού δε δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει η από 25-8-2011 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου να απορριφθεί, και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της παραστάσης εκ των αναιρεσιβλήτων τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", λόγω της ήττας του, κατά το βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), μειωμένα κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 22 παρ.1 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ.18 του ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 5 παρ.12 του ν. 1738/1987 και 2 της ΚΥΑ 134423 Οικ/1992 Οικονομικών και Δικαιοσύνης, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει την από 2-12-2013 αίτηση της ανωνύμου τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." και την από 25-8-2011 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5833/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Απορρίπτει την από 25-8-2011 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου.

Καταδικάζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου εταιρείας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", από τριακόσια (300) ευρώ.

Δέχεται την από 30-11-2018 αίτηση της ανωνύμου τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.".

Αναιρεί εν μέρει, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος, την υπ' αριθμ. 5833/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Κρατεί την υπόθεση και δικάζει επί της από 27-12-2000 αγωγής της αναιρεσειούσης εταιρείας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", κατά του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, κατά το αναφερόμενο σε αυτήν (αγωγή) και στο σκεπτικό της παρούσης αίτημα της πρώτης κατά του τελευταίου. Αναγνωρίζει, ότι το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, είναι υποχρεωμένο, να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το, μεν την αναιρεθείσα απόφαση επιδικασθέν στην ενάγουσα, ποσό των τριάντα μιας χιλιάδων εκατόν εξήντα πέντε ευρώ και πενήντα πέντε λεπτών (31.165.,55), νομιμοτόκως, από της επιδόσεως της από 27-12-2000 αγωγής της τελευταίας κατά του πρώτου.

Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος παραβόλου.

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσειούσης, τα οποία ορίζει σε τρακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου 2020.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ