205/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-1-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητο, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 190/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2259/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείον με την από 19-6-2014 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated205/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνακόλουθα η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της, το δε αναιρεσείον, που ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρ. 176,183,189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 205 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 205/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου Φιλανθρωπικού Σωματείου με την επωνυμία "..." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μ. Σ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου:Σ. Γ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητος και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-1-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητο, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 190/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2259/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείον με την από 19-6-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Μαχαίρας, ανέγνωσε την από 22-1-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο αναιρεσίβλητος ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 63 παρ.4. και 94 παρ. 1 του Κώδικα Δικηγόρων προκύπτει ότι είναι επιτρεπτή η σύμβαση μεταξύ φυσικού ή νομικού προσώπου, αφενός και δικηγόρου, αφετέρου, με την οποία ο τελευταίος αναλαμβάνει την υποχρέωση να παρέχει στον πρώτο (εντολέα) τις νομικές του υπηρεσίες με πάγια ετήσια ή μηνιαία αμοιβή.
Ο εντολέας έχει το δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση αυτή απροειδοποίητα και αναιτιολόγητα καταβάλλοντος στο δικηγόρο την από την παρ. 1 του άρθρου 94 του ως άνω Κώδικα προβλεπόμενη αποζημίωση. Η καταγγελία αυτή, παρά τον εμπιστευτικό χαρακτήρα της συμβάσεως; απαγορεύεται αν αντίκεται στο άρθρο 281 του ΑΚ, δηλαδή αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Καταχρηστική είναι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αόριστου χρόνου, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε κακότητα, εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του εργαζομένου ή όταν γίνεται για οικονομοτεχνικούς λόγους, δηλαδή για την αναδιοργάνωση της επιχειρήσεως του εργοδότη που καθιστά αναγκαία τη μείωση του προσωπικού, εφόσον οι λόγοι αυτοί είναι προσχηματικοί και υποκρύπτουν πράγματι μίσος, εμπάθεια ή κακοβουλία ή όταν είναι πραγματικοί, αλλά δεν έγινε επιλογή των απολυομένων με αντικειμενικά κριτήρια (υπηρεσιακά ή κοινωνικά).
Δεν συντρέχει όμως περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν οι τυχόν επικαλούμενοι από τον εργοδότη λόγοι, που φέρονται ότι αποτέλεσαν την αιτία της καταγγελίας, είναι αναληθείς ή, πολύ περισσότερο, όταν δεν υπάρχει κάποια αιτία, αφού, ενόψει του αναιτιώδους χαρακτήρα της καταγγελίας, για να θεωρηθεί αυτή άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να έγινε για συγκεκριμένους λόγους που οφείλει να επικαλεστεί με πληρότητα και να αποδείξει ο εργαζόμενος - εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ (ΑΠ 1265/2014).
Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της απόφασης τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαίος για να κριθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση αν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή αν δεν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις, που αποκλείουν την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως αιτιολογία δε που συγκροτεί τη νόμιμη βάση της απόφασης της οποίας η έλλειψη θεμελιώνει τον προαναφερόμενο αναιρετικό λόγο, νοείται η παραδοχή ή άρνηση των περιστατικών που θεμελιώνουν το πραγματικό μέρος της οικείας διάταξης ουσιαστικού δικαίου και όχι οι σκέψεις κρίσεις ή τα επιχειρήματα, με τα οποία το δικαστήριο αιτιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται ως προς τη συνδρομή των εν λόγω περιστατικών.
Στοιχειοθετείται δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης βάσει των οποίων και μόνο ελέγχεται η έλλειψη ή μη νόμιμης βάσης αυτής δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη διάταξη ουσιαστικού νόμου. Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι αυτή δέχθηκε ως προς την ουσία της υπόθεσης, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: "Δυνάμει συμβάσεως εμμίσθου εντολής, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, παρείχε ης υπηρεσίες του ως δικηγόρος - νομικός σύμβουλος στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον από 1.1.2006 έως 20.1.2012, με μηνιαία αμοιβή ύφους 4.000 ευρώ.
Έκτοτε, εκπροσωπούσε το εναγόμενο Φιλανθρωπικό Σωματείο σε σειρά δικών, η δε συνεργασία του με αυτό ήταν απρόσκοπτη. Ωστόσο, από μηνός Νοεμβρίου 2010, το εναγόμενο έπαυσε να του καταβάλλει την παγία μηνιαία αμοιβή και δεν του την κατέβαλε μέχρι μηνός Νοεμβρίου 2011. Έκτοτε, η συμβατική σχέση μεταξύ των διαδίκων, άρχισε να καθίσταται προβληματική, υπό την έννοια ότι, η μεταξύ τους επικοινωνία άρχισε να πραγματοποιείται μέσω εκατέρωθεν επιδόσεων επιστολών και εξωδίκων δηλώσεων.
Ειδικότερα: Με τις από 13.9.2011 και 26.10.2011 επιστολές του Προέδρου του ΔΣ του εναγομένου καλείτο ο ενάγων να παραστεί στις συνεδριάσεις της Νομικής Υπηρεσίας στις 22.9.2011 και 2.11.2011, με θέμα "ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΝΟΜΙΚΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ - ΧΡΕΩΣΗ -ΠΟΡΕΙΑ ΥΠΟΘΕΣΕΩΝ", πλην όμως αυτός δεν παρέστη, χωρίς να γνωστοποιήσει το λόγο της απουσίας του.
Με την από 1.11.2011 αίτηση - υπόμνημα του προς το ΔΣ του ανωτέρω, ο ενάγων αναιρεσίβλητος διεμαρτύρετο για την προαγωγή σε δέση Προϊσταμένου της Νομικής Υπηρεσίας, της συναδέλφου του, Μ. Σ., ζητώντας ταυτόχρονα να λάβει γνώση όλων των πρακτικών του ΔΣ, όλων των συναφθεισών συμβάσεων του εναγομένου με τρίτους, καθώς και της κινήσεως των λογαριασμών κληροδοτημάτων.
Το εν λόγω έγγραφο κοινοποίησε με δικαστικό επιμελητή την 3.11.2011. Περαιτέρω, με την από 9.11.2011 πρόσκληση, οποία του απεστάλη την αυτή ημερομηνία με τηλεομοιοτυπία και με ηλεκτρονικό μήνυμα, ο Πρόεδρος του ΔΣ του εναγομένου προσκαλούσε όλα τα μέλη του ΔΣ και τους νομικούς συμβούλους, σε συνεδρίαση, στις 10.11.2011, μεταξύ των θεμάτων της οποίας περιλαμβανόταν και η από 1.11.2011 αίτηση - υπόμνημα του ενάγοντος, πλην όμως ο ενάγων στις 10.1.2011 απέστειλε μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, με το οποίο δήλωνε αδυναμία να παραστεί.
Εν συνεχεία, με την από 11.11.2011 νομική γνωμοδότηση, η οποία κοινοποιήθηκε στο εναγόμενο με δικαστικό επιμελητή στις 14.11.2011, ο ενάγων εξέφραζε και ανέλυε την άποψη ότι, το ΔΣ του εναγόμενου είχε εκπέσει και έπρεπε να διορισθεί προσωρινή διοίκηση από το αρμόδιο Δικαστήριο. Με την από 15.11.2011 εξώδικη δήλωση - διαμαρτυρία, κοινοποιηθείσα στον ενάγοντα στις 16.11.2011, το εναγόμενο καλούσε για τελευταία φορά τον ενάγοντα να παραστεί στη συνεδρίαση του ΔΣ της 21.11.2011, προκειμένου να παράσχει εξηγήσεις σχετικά με τα θέματα, που είχαν δημιουργηθεί από την από 1.11.2011 αίτηση και την από 11.11.2011 γνωμοδότηση του, προσκομίζοντας και τους οικείους φακέλους των υποθέσεων, για τις οποίες έπρεπε να ενημερώσει το ΔΣ, δηλώνοντας, ταυτοχρόνως, ότι, σε περίπτωση μη προσελεύσεώς του στην ως άνω συνεδρίαση, "...ο Πρόεδρος και το ΔΣ της … θα θεωρήσει ανεκκλήτως ότι η μεταξύ υμών και ημών σχέση έμμισθης Δικηγορικής εντολής έχει λυθεί μονομερώς δια καταγγελίας Σας και Υπαιτιότητί Σας, με ότι αυτό συνεπάγεται από το Νόμο, οι δε οφειλόμενες σε σας αντιμισθίες θα σας καταβληθούν σε εύλογο χρόνο".
Ο ενάγων δεν παρέστη εκ νέου στη συνεδρίαση. Ακολούθως, με την οστό 21.11.2011 εξώδικη πρόσκληση - γνωστοποίηση, η οποία επεδόθη στο εναγόμενο με δικαστικό επιμελητή την 21.11.2011, ο ενάγων του γνωστοποίησε ότι, εξακολουθούσε εμπράκτως μέχρι και την ανωτέρω ημερομηνία να παρέχει τις υπηρεσίες του σε αυτό και ότι δεν θεωρούσε τον εαυτό του "αυτοδικαίως παραιτηθέντα".
Περαιτέρω, δυνάμει της από 16.8.2008 αποφάσεως της Εκτάκτου Γενικής Συνελεύσεως, εξελέγη Διοικητικό Συμβούλιο του εναγομένου, το οποίο εξέπεσε στις 22.12.2011, λόγω παραιτήσεως μελών, με συνέπεια να προκύψει ζήτημα ορισμού προσωρινής διοικήσεως δια δικαστικής αποφάσεως. Στις 28.12.2011, δια προσωρινής διαταγής του Πρωτοδικείου Αθηνών, διορίσθη προσωρινή διοίκηση, προς αντιμετώπιση των επειγουσών υποθέσεων του εναγόμενου.
Ακολούθως, δια της υπ' αριθμ. 2596/2012 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, διορίσθη προσωρινή διοίκηση, με την εξουσιοδότηση να συγκαλέσει γενική συνέλευση, προκειμένου να διενεργηθούν αρχαιρεσίες για την ανάδειξη αιρετής διοικήσεως. Εν τω μεταξύ, με την από 3.1.2012 επιστολή, υπογεγραμμένη από τον Πρόεδρο του ΔΣ του εναγόμενου, διορισθέντος με την από 28.12.2011 προσωρινή διαταγή, ανεκλήθη η στον ενάγοντα παρασχεθείσα εντολή, ως προς όλους τους φακέλους των δικογραφιών, οι οποίες του είχαν ανατεθεί.
Κατόπιν, δια της από 18.1.2012 εξωδίκου δηλώσεως, κοινοποιηθείσας στον ενάγοντα στις 20.1.2012, το εναγόμενο, μετά από απόφαση του ΔΣ αυτού, επαναλάμβανε το περιεχόμενο της από 15.11.2011 επιστολής, ως άνω, και του γνωστοποιούσε ότι, λαμβάνοντας υπόψη την προηγηθείσα εκατέρωθεν αποστολή εξωδίκων δηλώσεων, την απαξιωτική συμπεριφορά του προς τον Πρόεδρο και τα μέλη του ΔΣ, τη συνεχιζόμενη άρνηση του να ενημερώσει το ΔΣ, ως προς την πορεία των υποθέσεων που χειρίζετο, την χωρίς έρεισμα αμφισβήτηση εκ μέρους του των αρμοδιοτήτων της προσωρινής διοικήσεως και την κοινοποίηση σχετικής πειθαρχικής αναφοράς σε βάρος του προς τον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών, η σχέση εμμίσθου εντολής είχε λυθεί μονομερώς με καταγγελία αυτού και υπαιτιότητί του, λόγω δε της προηγηθείσης συμπεριφοράς του, τον καλούσε να παραδώσει εντός προθεσμίας τριών ημερών τους φακέλους των υποθέσεων που χειρίζετο στην Προϊστάμενη της Νομικής Υπηρεσίας.
Ο ενάγων κοινοποίησε στις 23.1.2012 την με αυτή ημερομηνία εξώδικο πρόσκληση - γνωστοποίηση επισχέσεως εγγράφων, δια της οποίας αναφέρετο στις κατά νόμω αρμοδιότητες της ορισθείσης με προσωρινή διαταγή Δικαστού διοικήσεως του εναγομένου ενημέρωνε ότι θα παραδώσει φακέλους συγκεκριμένων επειγουσών εκκρεμών υποθέσεων, τους οποίους για προσωπικούς λόγους αδυνατούσε να χειρισθεί, απέκρουε την απόφαση του προσωρινού ΔΣ περί καταγγελίας της συμβάσεως εμμίσθου εντολής εκ μέρους του και από υπαιτιότητα του και δήλωνε ότι, εξακολουθεί να παρέχει τις νομικές υπηρεσίες του προς αυτό και να βρίσκεται διαρκώς στη διάθεση του.
Περαιτέρω, με την υπ' αριθμ. 284/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσης επί σχετικής αγωγής του ενάγοντος, το εναγόμενο υποχρεώθηκε να του καταβάλλει την παγία μηνιαία αμοιβή του, για την χρονική περίοδο από μηνός Νοεμβρίου 2010 έως μηνός Νοεμβρίου 2011. Από το σύνολο των ανωτέρω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών προκύπτει, αφενός, ότι, ο ενάγων ενήργησε κατά τρόπο κατεδεικνύοντα έλλειψη εμπιστοσύνης προς το εναγόμενο και, παρά τις αντιρρήσεις του, ως προς την ύπαρξη διοικήσεως αυτού, ηδύνατο να συμμετάσχει στις ανωτέρω συνεδριάσεις και να αναπτύξει δια ζώσης τις απόψεις αυτές, εφόσον εκλήθη προς τούτο.
Αφετέρου, ωστόσο, οι αντιρρήσεις του ως προς το ζήτημα της διοικήσεως του εναγομένου, ήταν επιστημονικές και στα πλαίσια των καθηκόντων του, δικαιώθηκαν δε δια δικαστικής αποφάσεως. Επιπλέον, παρά το ότι το εναγόμενο με την ανωτέρω επιστολή, ισχυρίζετο ότι, θα του κατέβαλλε τις αποδοχές του σε εύλογο χρόνο, εν τελεί, χρειάστηκε να ασκήσει αγωγή για να επιτύχει την καταβολή τους.
Με την ανωτέρω δε απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου επί της εν λόγω αγωγής, απορρίπτεται ο προβληθείς ισχυρισμός του εναγομένου αντεφεσιβλήτου ότι, καταχρηστικώς ασκείται αυτή, επειδή η μη καταβολή οφείλεται στην δυσχερή οικονομική του κατάσταση, ο οποίος, έρχεται σε αντίθεση με την θέση που είχε εκφράσει με την ως άνω επιστολή ότι, θα του καταβάλλει την αμοιβή του σε εύλογο χρόνο.
Συνεπώς, ο ενάγων , δεν κατήγγειλε την σύμβαση εμμίσθου εντολής και δεν διώκει καταχρηστικώς την καταβολή της αποζημιώσεώς του. Κατ' ακολουθίαν, στην καταγγελία προέβη το εναγόμενο - εκκαλούν - αντεφεσίβλητο στις 20.1.2012 και οφείλει να του καταβάλλει την οφειλόμενη αποζημίωση". Σύμφωνα λοιπόν με τις παραπάνω παραδοχές η προσβαλλόμενη δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση της ότι:
α) ο αναιρεσίβλητος δικηγόρος, απολύθηκε από το εναγόμενο ΝΠΙΔ, λόγω του γεγονότος ότι η συμβατική σχέση των διαδίκων άρχισε να είναι προβληματική από το Νοέμβριο του 2010 και μετέπειτα εξαιτίας των λόγων που μνημονεύει η προσβαλλόμενη, τούτου έχοντος πλέον το αποτέλεσμα η μεταξύ τους επικοινωνία να είναι προβληματική και να επιτυγχάνεται με ανταλλαγή εξωδίκων δηλώσεων και επιστολών, β) ότι κατά την διάρκεια της περιόδου που οι σχέσεις των διαδίκων διαταράχθηκαν, ουδέποτε ο ενάγων δικηγόρος κατήγγειλε ρητά ή σιωπηρά την τη σύμβαση έμμισθης εντολής που τους συνέδεε, αλλά αντιθέτως, δήλωνε και μάλιστα εγγράφως ότι συνεχίζει να παρέχει αδιάκοπα τις νομικές του υπηρεσίες στο εναγόμενο ΝΠΙΔ και γ) ότι με βάση τα παραπάνω περιστατικά δεν ασκείται καταχρηστικά η ένδικη αξίωση του ενάγοντα - αναιρεσίβλητου δικηγόρου.
Με βάση δε τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη έκρινε την έφεση που ασκήθηκε από το εναγόμενο - αναιρεσείον, ότι είναι αβάσιμη και ως εκ τούτου απορριπτέα. Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφαση του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για τα ουσιώδη και αναγκαία πραγματικά περιστατικά αναφορικά με την κρίση του περί της συνδρομής των όρων εφαρμογής των διατάξεων που προαναφέρθηκαν και της επιδίκασης στον ενάγοντα σχετικής αποζημίωσης λόγω καταγγελίας της συμβάσεως του από την πλευρά του αναιρεσείοντος - εναγομένου.
Κατ' ακολουθία, καθ' ό μέρος προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αύτη αβάσιμη, όπως και ο σχετικός λόγος και ως εκ τούτου απορριπτέος. Εξάλλου καθ' ό μέρος προσάπτεται στην απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, απαραδέκτως προβάλλεται και ως εκ τούτου είναι απορριπτέος ο λόγος, διότι, πέρα από το ότι δεν προσδιορίζονται στο αναιρετήριο εκείνα τα έγγραφα το περιεχόμενο των οποίων παραμορφώθηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου και άρα πάσχει αοριστία, το αναιρεσείον πλήττει αξιολογικές κρίσεις του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο το δικαστήριο κατέληξε (561παρ.1 ΚΠολΔ).
Συνακόλουθα η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της, το δε αναιρεσείον, που ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρ. 176,183,189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-6-2014 αίτηση του Φιλανθρωπικού Σωματείου με την επωνυμία "...", ΝΠΙΔ, για αναίρεση της υπ' αριθ. 2259/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 29 Ιανουαρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ