Legislator Case Law & Legislation
205/2017 AI generated

205/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 205/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 205 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 205/2017

Legislator headnote

AI generated

205/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 205 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 205/2017

Keywords

AI generated
insufficient road access road infrastructure refurbishment unsecured parked vehicle dismissal of traffic proceedings suspension of driving permit acquired distinctiveness
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 205 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 205/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαριέττα Βλαχοπάνου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Α. του Ε., κατοίκου ..., αρ. ιδ. ..., 2) Α. Α. του Α., κατοίκου ..., αρ. ιδ. …, 3) … 227) α. Ε. Τ. του Σ., κατοίκου ..., β. … θ. Μ. Τ. του Θ., κατοίκου ..., για τους αρ. ιδ. …

Οι με αρ. 16α, 16β και 16γ των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Λιούμα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Οι με αρ. 33ος, 43ος - 174β, 45ος - 177α, 50ος - 175ος, 74ος - 193ος, 84ος - 189ος, 111ος - 183ος, 119ος - 169ος, 141η - 195η, 142ος - 199ος, 144ος - 198ος, 149ος - 196ος, 167α, 167β, 167γ, 168α, 168β, 172α, 172β, 176α, 176β, 177γ, 178α, 178β, 178γ, 178ε, 182δ, 182ε, 184α, 184β, 184γ, 184δ, 186ος, 188ος, 190ος, 194α, 194β, 194γ, 202α, 202β και 204ος των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Παναγιώτα Σούρλα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Οι λοιποί των αναιρεσιβλήτων δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-11-2012 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσείοντος (μετά την έκδοση της 16/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Κερκύρας και συνεκδικάστηκε με τις αιτήσεις και τις (διά των προτάσεων) κύριες παρεμβάσεις και ανταιτήσεις των ήδη αναιρεσιβλήτων.

Εκδόθηκε η 132/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κερκύρας, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 21-11-2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χοϊμές διάβασε την από 18-3-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι τρίτος, τέταρτος και πέμπτος (κατά το πρώτο σκέλος του) λόγοι αναίρεσης και ν' απορριφθούν οι λοιποί. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και, σε καταφατική περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, σύμφωνα, με τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 22 του ν. 2882/2001 "Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων", η οποία προστέθηκε με το άρθρο 131 παρ. 2 του ν. 4070/2012 (ΦΕΚ 82/Α/10-4-2012), "4. Σε περίπτωση που ο αριθμός των αναιρεσιβλήτων υπερβαίνει τους είκοσι (20), η κλήτευσή τους στη δίκη μπορεί να διενεργηθεί κατά τις διατάξεις του δεύτερου, τρίτου και τέταρτου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 19. Για την προθεσμία κλήτευσης ισχύουν οι διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 568 ΚΠολΔ του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Η αίτηση μπορεί να κοινοποιηθεί επίσης, είτε στο δικηγόρο που εκπροσώπησε τον αναιρεσίβλητο κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης στα δικαστήρια της ουσίας, είτε στον πληρεξούσιο δικηγόρο που υπέγραψε το τελευταίο δικόγραφο, είτε στον αναιρεσίβλητο στη διεύθυνση που δήλωσε στα δικαστήρια της ουσίας. Ο δικηγόρος οφείλει να παραδώσει αμελλητί τα έγγραφα στον αναιρεσίβλητο. Σε κάθε περίπτωση, επί των υποθέσεων αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ακινήτων, δεν εφαρμόζεται η παράγραφος 3 του άρθρου 576 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους έχουν κλητευθεί" (βλ. και άρθρο 46 παρ. 3 του ν. 4305/2014, με το οποίο προστέθηκε άρθρο 6Α στο διάταγμα της 26-6/10-7-1944 "Περί κώδικος των νόμων, περί δικών του Δημοσίου"). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 10 του άρθρου 146 του ν. 4070/2012, η νέα αυτή παράγραφος 4 του άρθρου 22 ν. 2882/2001 εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος αιτήσεις αναιρέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (2-12-2016), δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο από πληρεξούσιο δικηγόρο, οι αναιρεσίβλητοι με τα στοιχεία 1 έως και 15, 17 έως και 32, 34 έως και 42, 44, 46 έως και 49, 51 έως και 73, 75 έως και 83, 85 έως και 110, 112 έως και 118, 120 έως και 140, 143, 145 έως και 148, 150 έως και 166, 170, 171, 173, 177β, 178δ, 179 έως και 181, 182α, 182β, 182γ, 185, 187, 191, 192, 194δ, 194ε, 194στ, 197, 200, 201, 202γ, 203, 205 έως και 227. Από την 7947/18-12-2015 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας Φ. Μ., που επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσείον, προκύπτει ότι αντίγραφο της υπό κρίση, από 21-11-2014 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 35/28-11-2014, αίτησης αναιρέσεως, μαζί με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση αυτών κατά τη δικάσιμο της 1-4-2016 που είχε οριστεί αρχικά, επιδόθηκε, νομότυπα και εμπρόθεσμα, στην πληρεξούσια δικηγόρο Παναγιώτα Σούρλα, κατ' άρθρ. 22 παρ. 4 εδάφ. γ' ν. 2882/2001, που τους είχε εκπροσωπήσει στο Τριμελές Εφετείο Κερκύρας, κατά την τελευταία δίκη ενώπιον αυτού στις 10-10-2014, για τη διόρθωση της ήδη προσβαλλόμενης 132/2013 απόφασής του, οπότε και εκδόθηκε η διορθωτική 5/2015 απόφαση. Κατά την εν λόγω αρχική δικάσιμο της 1-4-2016 η υπόθεση αναβλήθηκε για την προαναφερόμενη της 2-12-2016, κατά την οποία δεν απαιτείται νέα κλήτευση των διαδίκων (άρθρ. 226 παρ. 4 εδάφ. γ'και δ', 575 ΚΠολΔ). Επομένως, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία των πιο πάνω αναιρεσιβλήτων (ΑΠ 212/2016, ΑΠ 1069/2015, ΑΠ 1016/2015). Κατά το άρθρο 13 παρ. 1 εδάφ. β' του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό. Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται και όταν το δικαστήριο προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεών του στο εννοιολογικό περιεχόμενο αυτού του κανόνα δικαίου. Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι με τη νόμιμα δημοσιευμένη 1081181/3626/Δ0010/21-7-2010 κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων κηρύχθηκε, υπέρ και με δαπάνες του Ελληνικού Δημοσίου, αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας και, ειδικότερα, για τη βελτίωση της οδού "Ηγουμενίτσας - Πρέβεζας" για το τμήμα Κ. μέχρι Π. στην περιοχή του Δήμου Μαργαριτίου Νομού Θεσπρωτίας. Κατά τον προσδιορισμό όμως της αποζημίωσης των απαλλοτριωμένων ακινήτων έλαβε υπόψη την αξία που είχαν αυτά κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης για τον προσδιορισμό της προσωρινής τιμής μονάδας αποζημίωσης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας (22-3-2012) και όχι εκείνη του χρόνου συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης που έγινε ενώπιόν του (20-9-2013), παρόλο που είχε παρέλθει χρονικό διάστημα πλέον του έτους από τη συζήτηση της αίτησης για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης. Έτσι που έκρινε παραβίασε την παραπάνω διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 εδάφ. β' του ν. 2882/2001 (βλ. και άρθρο 17 παρ. 2 εδάφ. β' του Συντάγματος), με εσφαλμένη εφαρμογή (ΑΠ 233/2015) και, άρα, ο σχετικός, τέταρτος κατά σειρά, λόγος της αναίρεσης (που από προφανή παραδρομή στο αναιρετήριο αναγράφεται ως τρίτος), από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος, ενώ παρέλκει η έρευνα του πρώτου, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγου της αναίρεσης που αναφέρεται σε ανεπαρκείς, αλλιώς, σε αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς τα κριτήρια καθορισμού της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης για τα απαλλοτριωμένα ακίνητα, γιατί η παραδοχή αυτού οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα (αναίρεση της απόφασης ως προς το ίδιο κεφάλαιο).

Mε τον δεύτερο, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο της αναίρεσης, προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες με το να δεχθεί, αφενός μεν, ότι τα ακίνητα των αναιρεσιβλήτων που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση υπέστησαν (σημαντική) μείωση της αξίας τους και να επιδικάσει γι' αυτό ιδιαίτερη αποζημίωση, αφετέρου δε, να επιβεβαιώνει ότι τα ακίνητα αυτά ωφελήθηκαν από την απαλλοτρίωση και ότι, συνεπώς, δεν συντρέχει περίπτωση κατάρριψης του (μαχητού πλέον) τεκμηρίου ωφέλειας των ιδιοκτητών κατά τις διατάξεις του ν. 653/1977 και ήδη άρθρου 33 ν. 2971/2001 (Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Απόφαση της 19-9-2002, Αζάς και λοιποί κατά Ελλάδας - ιδίως σκέψη 53). Ο λόγος αυτός είναι, πρωτίστως, απαράδεκτος, εξαιτίας της αοριστίας του (άρθρ. 118 εδάφ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ), διότι το αναιρεσείον δεν διευκρινίζει ποίοι από τους αντιδίκους του θεωρήθηκαν ότι είναι, πράγματι, αυτοαποζημιούμενοι, ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες, για τα εναπομένοντα τμήματα των ακινήτων τους (και ποία είναι αυτά), με συνέπεια να απορριφθούν οι σχετικές αιτήσεις τους για αναγνώριση ότι δεν ωφελούνται από την επίδικη απαλλοτρίωση και για ανατροπή του τεκμηρίου αυτού, ώστε να ελεγχθεί ότι ταυτίζονται με εκείνους, των οποίων έγιναν δεκτές οι αιτήσεις για επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημίωσης, λόγω της (σημαντικής) μείωσης της αξίας των ίδιων ακινήτων, κατ' άρθρ. 13 παρ. 4 ν. 2882/2001. Η αοριστία αυτή δεν μπορεί να θεραπευτεί με παραπομπή στα σχετικά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης. Κατά τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του ν. 2882/2001, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 128 παρ. 2 ν. 4070/2012 (ΦΕΚ 82/Α/10-4-2012) και εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς, κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, απαλλοτριώσεις (άρθρ. 146 παρ. 9 του ίδιου νόμου), "εάν απαλλοτριωθεί τμήμα ακινήτου με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί σημαντικά σε σχέση με την κύρια ή αποδεδειγμένως υφιστάμενη δευτερεύουσα κατά προορισμό χρήση, μπορεί να προσδιορίζεται με την απόφαση καθορισμού της αποζημίωσης και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη και η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο. Για τον προσδιορισμό της ιδιαίτερης αποζημίωσης λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο, ιδίως, η κατάσταση του ακινήτου πριν και μετά την απαλλοτρίωση, η σημαντική επιδείνωση των γεωμετρικών στοιχείων και της οικονομικής και εμπορικής εκμεταλλεύσεως αυτού, όπως επίσης ότι η ζημία του απομένοντος θα επέλθει μετά βεβαιότητας μετά την απότμηση του απαλλοτριούμενου τμήματος". Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, συνάγεται ότι για να είναι πλήρης η αποζημίωση, η οποία οφείλεται ως αντάλλαγμα για τη στέρηση της ιδιοκτησίας, πρέπει να περιλαμβάνει όχι μόνο την αξία του απαλλοτριούμενου τμήματος του ακινήτου, αλλά και τη ζημία, την οποία υφίσταται ο ιδιοκτήτης, επειδή το τμήμα που του απομένει, μετά την απαλλοτρίωση, γίνεται άχρηστο ή μειώνεται σημαντικά η αξία του. Στην περίπτωση αυτή, κατά την οποία το τμήμα που απομένει υφίσταται σημαντική μείωση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο, ο ιδιοκτήτης του δικαιούται να ζητήσει τον καθορισμό και την παροχή ιδιαίτερης αποζημίωσης, είτε κατά τη δίκη του προσωρινού καθορισμού, είτε κατ' αυτήν του οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης, για το τμήμα που απαλλοτριώθηκε. Περαιτέρω, η αιτιολογία της δικαστικής απόφασης για την επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημίωσης θεωρείται ανεπαρκής αν: α) δεν ενέχει προσδιορισμό των τμημάτων που εναπέμειναν, ήτοι αναφορά για το εμβαδόν τους και τα λοιπά προσδιοριστικά τους στοιχεία και β) δεν αναφέρει την κατά προορισμό χρήση των τμημάτων που απομένουν και περαιτέρω τη, μετά την αναγκαστική απαλλοτρίωση, δυνατότητα ή μη της πραγματοποίησης της χρήσης αυτής και με ποίες προϋποθέσεις (ΑΠ 1619/2010). Εξάλλου, για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης, κατά την παραπάνω διάταξη, αν το ακίνητο, τμήμα του οποίου απαλλοτριώθηκε, είχε πριν από την απαλλοτρίωση, έστω και δευτερευόντως, ως προορισμό την οικοδόμηση, πρέπει, για την ευδοκίμηση του σχετικού αιτήματος, για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης λόγω μείωσης της αξίας του τμήματος αυτού που απομένει, να αποδεικνύεται, σωρευτικά, ότι το εν λόγω ακίνητο πληρούσε, κατά τις διατάξεις που ισχύουν, τους όρους δόμησης κατά κανόνα ή κατά παρέκκλιση και ότι το τμήμα αυτού που απομένει, μετά την απαλλοτρίωση, δεν είναι πλέον άρτιο ούτε κατά παρέκκλιση ή είναι μεν άρτιο αλλά όχι οικοδομήσιμο (ΑΠ 96/2015, ΑΠ 1290/ 2009). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει. Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, επομένως, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος. Στην κρινόμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη 132/2013 απόφασή του, όπως διορθώθηκε με την 5/2015 απόφαση του ίδιου, με τη σημείωση ότι δεν είναι αναγκαίο η αναίρεση να στρέφεται και κατά της τελευταίας (ΑΠ 1534/2007, ΑΠ 695/2004), ενώ η αναιρετική διαδικασία προχωρεί, και αν ακόμη εκκρεμεί αίτηση για διόρθωση στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 888/2000), αφού συνεκδίκασε δώδεκα (12) αυτοτελείς αιτήσεις, καθώς και ανταιτήσεις και παρεμβάσεις που ασκήθηκαν με τις προτάσεις, για τον οριστικό καθορισμό της τιμής μονάδας αποζημίωσης των αναφερόμενων ακινήτων των αναιρεσιβλήτων που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά, για λόγους δημόσιας ωφέλειας, όπως προεκτέθηκε, τις οποίες έκανε, εν μέρει, δεκτές, δέχθηκε, περαιτέρω, ως προς τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα ακίνητα των αναιρεσιβλήτων που εναπέμειναν από την επίδικη απαλλοτρίωση, τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που ενδιαφέρουν πλέον στην αναιρετική δίκη: "Με την 1081181/3626/Δ0010/21-7-2010 κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 334/12-8-2010, τεύχος αναγκαστικών απαλλοτριώσεων και πολεοδομικών θεμάτων, κηρύχθηκε, υπέρ και με δαπάνες του Ελληνικού Δημοσίου, αναγκαστική απαλλοτρίωση, για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την βελτίωση της οδού "Ηγουμενίτσας - Πρέβεζας" για το τμήμα από τον Ι/Κ Κ. μέχρι τον Ι/Κ Π.ς από Χ.Θ 22 + 500 έως Χ.Θ 37 + 500 στην περιοχή του δήμου Μαργαριτίου νομού Θεσπρωτίας, εκτάσεως συνολικού εμβαδού 474.863,76 τετραγωνικών μέτρων, όπως απεικονίζεται... και εγκρίθηκαν με την Δ12/40837/1-9-2009 απόφασή του ιδίου Υπουργείου (ΥΠΕΧΩΔΕ). Τα απαλλοτριούμενα ακίνητα, ως και η ευρύτερη αυτών περιοχή, είναι αγροί, στην πλειονότητά τους χέρσοι και μερικοί μόνον εξ αυτών καλλιεργούνται με τριφύλλι και βρώμη, που σημαίνει ότι δεν έχουν σημαντική αποδοτικότητα ως αγροί και επομένως δεν αποδίδουν επαρκές εισόδημα στους ιδιοκτήτες τους - αγρότες εκ των εκμεταλλεύσεών τους αυτών και ούτω δεν προσδίδουν στους αγρούς αυτούς ικανοποιητική αξία διαθέσεώς τους. Εκλείπει παντελώς τουριστική κινητικότητα στην περιοχή αυτή, γι' αυτό και δεν υπάρχουν ξενοδοχειακά καταλύματα ή επιχειρήσεις συναφείς με τον τουρισμό. Επίσης δεν είναι αξιοποιήσιμη οικιστικά, καθόσον, και όταν πλείστοι εξ αυτών αγροί γειτόνευαν με την παλαιά οδό Ηγουμενίτσας - Πρέβεζας και ως εκ τούτου ήταν οικοδομήσιμοι, δεν παρατηρήθηκε επί σειρά ετών οικοδομική δραστηριότητα στην περιοχή. Τούτο δε επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι, επί διαδρομής 15 χιλιομέτρων της νέας αλλά και της παλαιάς οδού, υφίστανται διάσπαρτες μόλις επτά (7) περίπου κατοικίες. Επίσης απουσιάζουν παντελώς βιοτεχνίες, εργοστάσια ή αποθηκευτικοί χώροι εμπορευμάτων στην περιοχή. Τα δε λιγοστά καταστήματα παροχής υπηρεσιών (ταβέρνες, καφέ), που υπάρχουν στην περιοχή κατά μήκος της οδού, απευθύνονται μόνον στους κατοίκους της περιοχής και στους διερχόμενους οδηγούς προς τον Λιμένα Ηγουμενίτσας. Γι' αυτό και δεν υπάρχει κινητικότητα μεταβιβάσεων ακινήτων στην περιοχή αυτή, παρά μόνον ελάχιστες και μικρής εμβέλειας, αναντίστοιχες για τόσο μεγάλη περιοχή. Βέβαια υφίστανται υποδομές κοινής ωφέλειας στην περιοχή, όπως νερό, ηλεκτρισμός, τηλέφωνο, αλλά τούτο δεν αποτέλεσε μοχλό αναπτύξεώς της. Η θάλασσα από την περιοχή αυτή, καθώς και σημαντικά τουριστικά κέντρα, όπως τα Σ. και η Π., απέχει περί τα 12 χιλιόμετρα και δεν ασκεί τούτο καμία επιρροή στην μελλοντική τουριστική ανάπτυξη και αυτής της περιοχής. Η παλαιά εθνική οδός Ηγουμενίτσας - Πρέβεζας ήταν μικρού πλάτους και είχε πολλές και επικίνδυνες στροφές, γι' αυτό και αποφασίστηκε η διαπλάτυνσή της και ο εκσυγχρονισμός της σε σύγχρονο αυτοκινητόδρομο, που να καταλήγει στον Λιμένα Ηγουμενίτσας δια μέσου της Εγνατίας Οδού, ο οποίος λιμένας αναβαθμίστηκε τα τελευταία χρόνια και γι' αυτό εγένοντο οι υπό κρίση απαλλοτριώσεις. Με τη βελτίωση και εκσυγχρονισμό της οδού αυτής, η οποία σημειωτέον είναι συγχρόνων προδιαγραφών, που καθιστά ευκολότερη, ασφαλέστερη και ταχύτερη την πρόσβαση στα μέρη από τα οποία διέρχεται, αναβαθμίστηκαν τόσο τα γειτονικά ακίνητα όσο και η ευρύτερη περιοχή. Άλλωστε τούτο επιβεβαιώνεται και από τον μάρτυρα που εξετάστηκε στο ακροατήριο...

Συνεπώς, τα εναπομείναντα των απαλλοτριωθέντων τμημάτων τους ακίνητα, ωφελήθηκαν εκ της διανοίξεως της οδού αυτής. Εξ ετέρου η οδός αυτή είναι επαρκώς προσβάσιμη, έχει παράπλευρους αγροτικούς δρόμους και ευκόλως εισέρχεται κάποιος σ' αυτήν, διότι έχει πλείστες όσες θέσεις εισόδου σε όλο το μήκος της. Με βάση δε την ανωτέρω κρίση, αντικρούεται, ως μη ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα, η κατάθεση του μάρτυρα ότι... Γι' αυτό άλλωστε ευλόγως και δικαίως οι υπηρεσίες του Ελληνικού Δημοσίου, θεώρησαν ως αυτοαποζημιωθέντες τους ιδιοκτήτες αυτούς για τμήματα των ιδιοκτησιών τους που απαλλοτριώθηκαν, ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες της οδού αυτής.

Συνεπώς, το αίτημα - ισχυρισμός των αιτούντων - ανταιτούντων - καθών η αίτηση στην πρώτη ως άνω αίτηση, να αναγνωρισθεί ότι δεν ωφελούνται εκ της απαλλοτριώσεως αυτής και να ανατραπεί το τεκμήριο αυτό προς όφελός τους και να τους καταβληθεί η ανάλογη αποζημίωση, τυγχάνει αβάσιμο και απορριπτέο. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι η πλειονότητα, πλην ελαχίστων, των απαλλοτριουμένων ακινήτων, είναι αγροί, εκτός σχεδίου πόλεων και οικισμών, με σαφή προσανατολισμό την γεωργική τους εκμετάλλευση, ως προεξετέθη.

Συνεπώς, ως τέτοιοι, θα πρέπει να αξιολογηθούν ως προς την αξία τους... Επίσης από τα ίδια πιο πάνω στοιχεία αποδείχθηκε ότι ορισμένα από τα τμήματα των ακινήτων, τα οποία απέμειναν στους ιδιοκτήτες τους μετά την απαλλοτρίωση μέρους αυτών, όπως κατωτέρω παρατίθενται, υπέστησαν σημαντική μείωση της αξίας τους σε σχέση με την κατά προορισμό χρήση τους, είτε γιατί κατέστησαν μη άρτια και μη οικοδομήσιμα, είτε γιατί είναι μεν άρτια, αλλά όχι οικοδομήσιμα λόγω των περιορισμών στις αποστάσεις των κτισμάτων που προβλέπονται από το Π.Δ. 24-5-1985. Η παράμετρος αυτή λαμβάνεται σοβαρά υπόψη από τους μελλοντικούς αγοραστές των ακινήτων αυτών και επιδρά σπουδαίως στην αξία διαθέσεώς τους, γι' αυτό και έλαβε υπόψη η αρμόδια επιτροπή προσδιορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης του άρθρου 15 του Ν. 2882/2001 το γεγονός αυτό και εισηγήθηκε θετικά και με πλήρη αιτιολογία για την αναγνώριση αυτή περί μειώσεως της αξίας των ακινήτων αυτών στις οικείες εκθέσεις της, επί αντιστοίχου αιτήματος των ενδιαφερομένων προς αυτήν. Κατ' ακολουθία πρέπει να προσδιοριστεί με την παρούσα απόφαση ιδιαίτερη αποζημίωση για τα τμήματα που απομένουν στους ιδιοκτήτες, λαμβανομένων δε υπόψη της κατάστασης των ακινήτων πριν την απαλλοτρίωση, τη σημαντική επιδείνωση των γεωμετρικών στοιχείων των κατωτέρω ακινήτων και της οικονομικής τους εκμεταλλεύσεως, κρίνεται ότι η ζημία που θα επέλθει μετά βεβαιότητος μετά την απότμηση του απαλλοτριούμενου τμήματος θα ανέλθει στο κατωτέρω αναφερόμενο για κάθε περίπτωση ποσοστό". Στη συνέχεια, το Εφετείο καθόρισε πρόσθετη αποζημίωση για τα τμήματα αυτά. Κρίνοντας, όμως, έτσι, το Εφετείο, δηλαδή με το να επιδικάσει ιδιαίτερη αποζημίωση για τα τμήματα των ακινήτων των αναιρεσιβλήτων που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, διότι παραβίασε, εκ πλαγίου, με ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, την παραπάνω, ουσιαστικού δικαίου, διάταξη, του άρθρου 13 παρ. 4 ν. 2882/2001 και στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι τα απαλλοτριωμένα ακίνητα είναι, εκτός από ελάχιστα (που δεν προσδιορίζει), αγροί, εκτός σχεδίου πόλεων ή οικισμών, στη συνέχεια, χωρίς να αποσαφηνίζει ότι τα ακίνητα αυτά είχαν, πριν από την απαλλοτρίωση, έστω και δευτερευόντως, ως προορισμό, με βάση τη θέση τους και το εμβαδόν τους, την οικοδόμηση, επιδικάζει ιδιαίτερη αποζημίωση για (σημαντική) μείωση της αξίας των εδαφικών τμημάτων που απομένουν μετά την απαλλοτρίωση, επειδή αυτά είτε έχουν καταστεί μη άρτια και μη οικοδομήσιμα είτε γιατί παραμένουν μεν άρτια αλλά δεν είναι πλέον οικοδομήσιμα. Επιπροσθέτως, το Εφετείο, στην περίπτωση αυτή, παρέλειψε να διευκρινίσει ποίο είναι το εμβαδόν των συγκεκριμένων απαλλοτριωμένων ακινήτων (ΑΠ 1335/2005) και ποία είναι τα λοιπά χαρακτηριστικά τους, προκειμένου να διαπιστωθεί αν τα εν λόγω ακίνητα ήταν, πριν από την απαλλοτρίωση, άρτια και οικοδομήσιμα, κατά τις πολεοδομικές διατάξεις που ισχύουν στην περιοχή, ποία από αυτά, μετά την απαλλοτρίωση, κατέστησαν μη άρτια και μη οικοδομήσιμα και ποία παρέμειναν άρτια αλλά μη οικοδομήσιμα, ώστε να μπορεί, τελικά, να ελεγχθεί αν υπήρχαν ή όχι οι όροι των προαναφερόμενων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν. Επομένως, ο σχετικός τρίτος λόγος της αναίρεσης είναι βάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), η δικαστική δαπάνη, μαζί με τη νόμιμη, κατά την έννοια της παρ. 1 του άρθρου 92 του Κώδικα Δικηγόρων, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 6 του άρθρου 5 του ν. 3919/2011 (Α' 32), αμοιβή των πληρεξούσιων δικηγόρων, βαρύνει τον υπόχρεο προς αποζημίωση, επιδικάζεται από το δικαστήριο με την ίδια απόφαση, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από το νόμο αυτόν και παρακατατίθεται στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (Τ.Π.Δ.) υπέρ του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου. Η εκκαθάριση της δικαστικής δαπάνης γίνεται σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά. Όταν υπόχρεος προς αποζημίωση είναι φορέας που υπάγεται στη Γενική Κυβέρνηση κατά την έννοια του άρθρου 1Β του ν. 2362/1995, η επιδικαζόμενη από τα δικαστήρια αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου των δικαιούχων αποζημίωσης, στις περιπτώσεις που υπολογίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης, καθορίζεται υποχρεωτικά έως το ήμισυ των νόμιμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων, σύμφωνα με το άρθρο 130 παρ. 2 του ν. 4070/2012, που αντικατέστησε τη σχετική διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 (εδάφιο τρίτο) του ν. 2882/2001 και που εφαρμόζεται, σύμφωνα με το άρθρο 146 παρ. 9 περ. δ' των μεταβατικών διατάξεων του νόμου αυτού, και στις εκκρεμείς απαλλοτριώσεις, κατά την έναρξη της ισχύος του, που συμπίπτει με τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, στις 10-4-2012 (ΦΕΚ Α'/ 82/10-4-2012), κατά το άρθρο 188 του ίδιου νόμου. Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες, εναρμονιζόμενες προς τις διατάξεις των παραγράφων 2 και 4 εδάφιο τελευταίο του άρθρου 17 του Συντάγματος, αποσκοπούν στη μη φαλκίδευση της οφειλόμενης στον καθ' ου η απαλλοτρίωση πλήρους αποζημίωσης μέσω επιβαρύνσεων του τελευταίου, έστω και με μέρος των εξόδων της δίκης για τον καθορισμό της, συνάγεται ότι στη δίκη αυτή (καθορισμού αποζημίωσης αναγκαστικά απαλλοτριωμένων ακινήτων), κατά παρέκκλιση από τους γενικούς κανόνες των άρθρων 173 επ. του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, αφενός μεν η δικαστική δαπάνη επιβάλλεται πάντοτε σε βάρος του υπόχρεου σε αποζημίωση και αφετέρου αποκλείεται ο ολικός ή μερικός συμψηφισμός των δικαστικών εξόδων, καθώς και η κατανομή του οικείου ποσού ανάλογα με την έκταση της νίκης ή της ήττας καθενός από τους διαδίκους. Ο προβλεπόμενος από τις εν λόγω διατάξεις υποχρεωτικός καθορισμός της επιδικαζόμενης από το δικαστήριο αμοιβής του πληρεξούσιου δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημίωσης μέχρι το ήμισυ των νόμιμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων, όταν αυτή υπολογίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης και όταν υπόχρεος προς αποζημίωση είναι φορέας που υπάγεται στη Γενική Κυβέρνηση κατά την έννοια του άρθρου 1Β του Ν. 2362/1995, όπως εν προκειμένω είναι το Ελληνικό Δημόσιο, δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 εδάφ. α' του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, διότι, αφενός μεν δεν μειώνεται η αποζημίωση, αφού ο δικαιούχος αυτής υποχρεούται να καταβάλει στο δικηγόρο του μόνο τη μειωμένη αμοιβή που προβλέπεται από το νόμο, η οποία επιδικάζεται σ' αυτόν και την εισπράττει από τον αντίδικό του και υπόχρεο προς αποζημίωση, αφετέρου δε η μείωση της αμοιβής του δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημίωσης δεν παραβιάζει τις αρχές της δίκαιης δίκης, αφού δεν αναιρεί και δεν περιορίζει το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας και δεν αποτελεί ανεπίτρεπτο περιορισμό της επαγγελματικής ελευθερίας των δικηγόρων, αν ληφθεί μάλιστα υπόψη και ο δικαιολογητικός λόγος για τον οποίο υπαγορεύτηκε ο περιορισμός αυτός (απλότητα στη διαχείριση των υποθέσεων) που εξυπηρετεί και το δημόσιο συμφέρον (ΑΠ 1175/2015). Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του ίδιου πιο πάνω άρθρου (εδάφ. δ' και ε'), η απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου (ήδη εφετείου - άρθρ. 76 παρ. 10 του ν. 4146/2013), με την οποία καθορίζεται η προσωρινή τιμή μονάδας, αποτελεί, ως προς τη δικαστική δαπάνη, εκτελεστό τίτλο σε βάρος του υπόχρεου προς αποζημίωση, εάν και οι δύο διάδικοι αποδέχθηκαν την απόφαση αυτή ή πέρασε άπρακτη η προθεσμία της παρ. 2 του άρθρου 20. Σε περίπτωση εμπρόθεσμης αίτησης, το εφετείο αποφαίνεται ενιαίως τόσο για τη δικαστική δαπάνη της ενώπιον αυτού διαδικασίας, όσο και για τη δικαστική δαπάνη του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης. Εξάλλου, σύμφωνα με τα άρθρα 18, 19 και 20 του ίδιου νόμου (ΚΑΑΑ), ένα είναι το αντικείμενο της δίκης, ο προσδιορισμός της αποζημίωσης και, συνεπώς, μία αμοιβή του δικηγόρου σε ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου αυτού της δίκης ορίζεται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 100 παρ. 1, 103, 107, 109, 110, 111 και 114 παρ. 5 του ν.δ. 3026/1954 ("περί του Κώδικος των Δικηγόρων"), που ίσχυε κατά το χρόνο της συζήτησης των ένδικων αιτήσεων ενώπιον του Εφετείου. Έτσι, σε περίπτωση εμπρόθεσμης αίτησης για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης στο Εφετείο, μετά τον προσωρινό προσδιορισμό αυτής, η δικαστική δαπάνη περιλαμβάνει: 1) τα απαραίτητα έξοδα που έγιναν για τη διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης (άρθρ. 189 παρ. 1 ΚΠολΔ), 2) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου για την παράστασή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου και ενώπιον του Εφετείου (άρθρα 109 και 111 του Κώδικα Δικηγόρων) και 3) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημίωσης σε ποσοστό επί της καθοριζόμενης οριστικής αποζημίωσης και συγκεκριμένα α) σε 2% για τη σύνταξη αίτησης ή ανταίτησης με ιδιαίτερο δικόγραφο ή παρέμβασης με ιδιαίτερο δικόγραφο, β) σε 1% για τη σύνταξη προτάσεων επί της αίτησης ή της ανταίτησης και της παρέμβασης που ασκήθηκαν με ιδιαίτερο δικόγραφο και γ) σε 2% για την άσκηση ανταίτησης ή παρέμβασης με τις προτάσεις ή τη σύνταξη απλών προτάσεων του καθ' ου (ΑΠ Ολομ. 14/2011, ΑΠ 844/2015, ΑΠ 1747/2011). Στην εξεταζόμενη περίπτωση, σε σχέση με το κεφάλαιο της πληττόμενης απόφασης που αφορά τη δικαστική δαπάνη που επιδικάστηκε στους αναιρεσιβλήτους και ειδικότερα την αμοιβή των πληρεξούσιων δικηγόρων τους, το αναιρεσείον, με τον πέμπτο (και τελευταίο), κατά σειρά, λόγο της αναίρεσης (από προφανή παραδρομή αναγράφεται στο αναιρετήριο ως τέταρτος), προσάπτει στην απόφαση αυτή την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις προαναφερόμενες, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις, 1) με το να καθορίσει την αμοιβή που επιδικάστηκε στους πληρεξούσιους δικηγόρους των δικαιούχων της αποζημίωσης - αναιρεσιβλήτων, για τη σύνταξη και την κατάθεση των αιτήσεων ή ανταιτήσεών τους ή των απλών προτάσεων σε ποσοστό 3% επί της αποζημίωσης που προσδιορίστηκε οριστικά, χωρίς να κάνει καμία διάκριση, ενώ έπρεπε, λαμβάνοντας υπόψη και την τροποποιημένη διάταξη του τρίτου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 18 ν. 2882/2001, να καθορίσει την αμοιβή των πληρεξούσιων δικηγόρων των αναιρεσιβλήτων επί της παραπάνω αποζημίωσης: α) για όσους άσκησαν αυτοτελείς αιτήσεις, σε ποσοστό 1% για τη σύνταξη των αιτήσεων και σε 0,5% για τη σύνταξη των προτάσεων, δηλαδή συνολικά σε 1,5%, β) για όσους άσκησαν ανταιτήσεις με τις προτάσεις, σε ποσοστό 1% και γ) κατ' εκτίμηση του ερευνώμενου λόγου, για όσους κατέθεσαν απλές προτάσεις, σε ποσοστό 1% και 2) με το να επιβάλει σε βάρος αυτού (αναιρεσείοντος) τα δικαστικά έξοδα όλων των καθ' ων η αίτησή του, ύψους 300 ευρώ για τον καθένα μεμονωμένο δικαιούχο, δηλαδή και για εκείνους που δεν παραστάθηκαν στη δίκη, οι οποίοι, φυσικά, δεν υποβλήθηκαν, λόγω της ερημοδικίας τους, σε δικαστική δαπάνη. Το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, ως προς το ζήτημα αυτό, τα εξής: "Τέλος, όσον αφορά τα δικαστικά έξοδα, ενόψει της εμπρόθεσμης ασκήσεως τη αιτήσεως του Ελληνικού Δημοσίου ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου για τον προσδιορισμό της οριστικής αποζημιώσεως και των συνακολούθων αυτής αιτήσεων και ανταιτήσεων των καθών η κύρια αίτηση - αιτούντων - ανταιτούντων, το παρόν Δικαστήριο αποφαίνεται ενιαίως, τόσο για τη δικαστική δαπάνη της ενώπιον αυτού διαδικασίας, όσο και για τη δικαστική δαπάνη του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης, με εφάπαξ επιδίκαση των δικαστικών εξόδων του δικαιούχου, δεδομένου ότι η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου που καθόρισε την προσωρινή αποζημίωση, καθίσταται, σύμφωνα με τα άρθρα 18 επ. του Ν. 2882/2001, εν όλω ανίσχυρη, θα επιδικασθούν δε μια φορά τόσο για την προσωρινή όσο και για την οριστική αποζημίωση... Επομένως, τα δικαστικά έξοδα των δικαιούχων της αποζημίωσης και συγκεκριμένα κάθε ομάδας διαδίκων ή μεμονωμένου διαδίκου, που παρίστανται με ίδιο δικηγόρο, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του υπέρ του οποίου η απαλλοτρίωση, γιατί επιβάλλεται για χάρη του και να προσδιοριστεί ξεχωριστά η αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων των δικαιούχων της αποζημίωσης, σύμφωνα με τα άρθρα 100 επ. του Κώδικα Δικηγόρων, που ανέρχεται σε 2% για τη σύνταξη της αίτησης ή ανταίτησης επί του ποσού στο οποίο προσδιορίζεται η αποζημίωση και σε 1% για τη σύνταξη των προτάσεων ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, μια φορά για την αίτηση και την συνεκδικαζόμενη ανταίτηση, αφού πρόκειται για την ίδια διαφορά, για την οποία ο δικηγόρος παρέχει την ίδια εργασία που δεν αποτελεί ιδιαίτερη απασχόληση...". Με τις αιτιολογίες αυτές, το Εφετείο 1) επέβαλε "σε βάρος του αιτούντος Ελληνικού Δημοσίου - καθού οι κύριες παρεμβάσεις - ανταιτήσεις και αιτήσεις, υπέρ του οποίου η απαλλοτρίωση, τα δικαστικά έξοδα των καθών η αίτησή του, καθενός μεμονωμένου δικαιούχου ή ομάδας δικαιούχων που παρίστανται με τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο και έχουν καταθέσει κοινό δικόγραφο...", τα οποία όρισε σε τριακόσια (300) ευρώ και 2) και καθόρισε την αμοιβή των πληρεξούσιων δικηγόρων "των φερομένων ως δικαιούχων της αποζημίωσης για την σύνταξη της ανταίτησης ή της αίτησης και προτάσεων, σε ποσοστό 3% επί του ποσού της καθορισθείσας για κάθε ιδιοκτησίας αποζημίωσης". Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, ήτοι με το να υπολογίσει την αμοιβή που επιδικάστηκε στους πληρεξούσιους δικηγόρους των δικαιούχων της αποζημίωσης -αναιρεσιβλήτων σε ποσοστό 3% επί της αποζημίωσης που προσδιορίστηκε οριστικά, αντί α) ποσοστού 1,5%, για όσους άσκησαν αυτοτελείς αιτήσεις (για τη σύνταξη των αιτήσεων και την κατάθεση των προτάσεων) και β) ποσοστού 1%, για όσους άσκησαν ανταιτήσεις ή παρεμβάσεις με τις προτάσεις ή κατέθεσαν απλές προτάσεις, κατά τις σχετικές παραδοχές της προσβαλλομένης, παραβίασε, ευθέως, τις πιο πάνω, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην αρχή της παρούσας σκέψης.

Συνεπώς, ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι βάσιμος, ως προς το πρώτο του σκέλος. Αντίθετα, από τις παραδοχές της ίδιας απόφασης που προπαρατέθηκαν δεν προκύπτει ότι η επιβολή των δικαστικών εξόδων (των 300 ευρώ) σε βάρος του αναιρεσείοντος αφορά και εκείνους από τους αναιρεσιβλήτους που δεν παραστάθηκαν στο Εφετείο και δικάστηκαν ερήμην και, επομένως, ο παρών λόγος της αναίρεσης, ως προς το δεύτερο σκέλος του, ανεξάρτητα από το αν ιδρύεται στην προκείμενη περίπτωση τέτοιος λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι, οπωσδήποτε, αβάσιμος.

Μετά από αυτά, αφού η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης γίνει δεκτή, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τα κεφάλαια που αναφέρονται στο σκεπτικό της παρούσας και ως προς τους διαδίκους της δίκης αυτής και, ακολούθως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά τα αναιρούμενα κεφάλαιά της, στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των παριστάμενων διαδίκων της παρούσας αναιρετικής δίκης πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους λόγω της μερικής νίκης και ήττας καθενός των διαδίκων (άρθρ. 22 παρ. 2 εδάφ. β' ν. 3693/1957).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 132/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κερκύρας, ως προς τα κεφάλαια που αναφέρονται στο σκεπτικό της παρούσας και ως προς τους διαδίκους της προκείμενης δίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Τριμελές Εφετείο Κερκύρας, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την παραπάνω απόφαση. Και

Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των παριστάμενων διαδίκων της παρούσας αναιρετικής δίκης.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Φεβρουαρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ