205/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-5-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:2603/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5521/2007 μη οριστική και 7656/2013 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-6-2014 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated205/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): και εντιμότητα που πρέπει να επικρατεί στις συναλλαγές και γι' αυτό, αντί αναστροφής, πρέπει να ορισθεί μείωση του τιμήματος της πώλησης, και ότι το μειωμένο τίμημα, κατά τα εκεί ειδικότερα εκτιθέμενα, ανέρχεται σε 27.260.000 δρχ. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο (α) ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθ.542 ΑΚ και επομένως πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο με στοιχ.
Full text
Απόφαση 205 / 2015 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 205/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Σ. Ρ. του Δ. και 2. Γ. Ρ. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Του αναιρεσίβλητου: Σ. Π. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό-Ανδρόνικο Βλαστό και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-5-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:2603/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5521/2007 μη οριστική και 7656/2013 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-6-2014 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Νικόλαος Πάσσος, ανέγνωσε την από 09-1-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Όπως αποδεικνύεται από τις νόμιμα με επίκληση προσκομιζόμενες με αριθ.... και ... εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Ι. Μ., ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη προσδιορισμού της δικασίμου που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής και κλήση προς παράσταση κατ' αυτήν επιδόθηκε, με επιμέλεια του αναιρεσιβλήτου, νόμιμα και εμπρόθεσμα σε εκάτερο των αναιρεσειόντων, οι οποίοι, όμως, όπως προκύπτει από τα οικεία πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, δεν εμφανίσθηκαν, ούτε έλαβαν μέρος καθοιονδήποτε νόμιμο τρόπο στην συζήτηση αυτή, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά της από το πινάκιο. Επομένως, παρά την απουσία τους το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στην συζήτηση της υπόθεσης (άρθ.576 ΚΠολΔ).
ΙΙ. (Α) Κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις σχετικές παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, όταν δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις παραδοχές αυτές, συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.
με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 31/2009, 7/2006, 4/2005). Σύμφωνα με την ίδια διάταξη στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων θεμελιώνει τον ως άνω λόγο αναίρεσης, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ο αναιρετικός λόγος της παραβίασης των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών που περιέχονται στα άρθ. 173 και 200 ΑΚ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, αν και διαπιστώνει κατά τρόπο ανέλεγκτο, έστω και έμμεσα (όπως, όταν προβαίνει σε ερμηνεία ή συμπλήρωση της σύμβασης και γενικά της δικαιοπραξίας), την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων και συνακόλουθα την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας τους, παραλείπει να προσφύγει στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες με την εφαρμογή των αρχών της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών ή εφαρμόζει εσφαλμένα τις αρχές αυτές ή παραλείπει να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους (ΑΠ 349/2014).
Μόνη, όμως, η παράλειψη της μνείας των διατάξεων των άρθ.173 και 200 ΑΚ δεν συνιστά παράβασή τους, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε τελικά υπόψη κατά την ερμηνεία της δικαιοπραξίας τα κριτήρια που προβλέπονται στις διατάξεις αυτές (ΑΠ 349/2014). Περαιτέρω, κατά την διάταξη του αριθ. 19 του αυτού ως άνω άρθρου αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την ως άνω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93§3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Tο κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες, ενώ ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώθηκε σαφώς, δεν συνιστούν ανεπάρκεια αιτιολογιών.
Δηλ. μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 2102, 137/2014). Εξάλλου : (1) Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθ.534, 535, 540 και 542 ΑΚ, όπως ίσχυαν, ως εκ του εδώ κρισίμου χρόνου της σύναψης της επίμαχης σύμβασης πώλησης, πριν από την τροποποίηση και αντικατάστασή τους με το άρθ.1§1 ν.3043/2002, προκύπτει ότι σε περίπτωση ευθύνης του πωλητή για πραγματικά ελαττώματα ή ελλείψεις συμφωνημένων ιδιοτήτων του πωληθέντος πράγματος, ο αγοραστής έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναστροφή της πώλησης ή την μείωση του τιμήματος, το δικαστήριο, όμως, μπορεί, μολονότι ο αγοραστής άσκησε αγωγή για αναστροφή της καταρτισθείσας πώλησης, να επιδικάσει μόνον μείωση του τιμήματος, εάν κρίνει ότι οι περιστάσεις δεν δικαιολογούν την αναστροφή με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών.
Προς τούτο το δικαστήριο εξετάζει, εάν το πράγμα μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τον αγοραστή για την κατά προορισμό χρήση του και εάν η από την αναστροφή της πώλησης επερχόμενη ζημία στον πωλητή είναι δυσανάλογη προς την ωφέλεια του αγοραστή από την αναστροφή (ΑΠ 1381/2013) (2) Κατά το άρθ.545 ΑΚ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθ.1§1 ν.3043/2002 και πριν την κατάργησή του με το άρθ.16§1 ν3853/2010, αν ο αγοραστής παρέλαβε το πράγμα χωρίς επιφύλαξη, γνωρίζοντας το ελάττωμα ή την έλλειψη της συμφωνημένης ιδιότητας, λογίζεται ότι το αποδέχθηκε.
Ο ισχυρισμός αυτός συνιστά ένσταση του πωλητή και για την πληρότητά του απαιτείται η επίκληση της ανεπιφύλακτης παραλαβής του πωληθέντος πράγματος και επίκληση ότι η παραλαβή έγινε εν γνώσει του ελαττώματος ή της έλλειψης της συνομολογημένης ιδιότητας (ΑΠ 975/2011) (Β) Κατά την διάταξη του άρθ.559 αριθ.20 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου δεχόμενο πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, ο λόγος δε αυτός απορρίπτεται ως αναπόδεικτος (ουσιαστικά αβάσιμος), εάν δεν προσκομισθούν τα φερόμενα ως παραμορφωθέντα αποδεικτικά έγγραφα (ΑΠ 953/2014, 2234/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών, κρίνοντας ύστερ' από έφεση των ήδη αναιρεσειόντων, επί αγωγής αυτών κατά του αναιρεσιβλήτου με αντικείμενο αξιώσεις από πραγματικά ελαττώματα και έλλειψη συμφωνημένων ιδιοτήτων πωληθέντος πράγματος, με την προσβαλλομένη 7656/2013 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι με την από 27-9-2000 έγγραφη σύμβαση (ιδιωτικό συμφωνητικό) πώλησης, που καταρτίσθηκε στα Μέγαρα Αττικής μεταξύ της Ε.
Ρ., μητέρας των εναγόντων αναιρεσειόντων, και του αναιρεσιβλήτου ανέλαβε αυτός, που διατηρεί στην 34η χ/θ της ΝΕΟ Αθηνών-Κορίνθου επιχείρηση κατασκευής και πώλησης προκατασκευασμένων οικιών από μπετόν, να της πωλήσει μία προκατασκευασμένη οικία από μπετόν με ενσωματωμένη μόνωση και τον ανάλογο εξοπλισμό, αποτελουμένη από ισόγειο, πρώτο και δεύτερο όροφο, συνολικού εμβαδού 151,12m2, και να την εγκαταστήσει σε οικόπεδο επιφανείας 262,2m2, συνιδιοκτησίας αυτής κατά 50%, κείμενο στις Αχαρνές Αττικής, έναντι τιμήματος 30.000.000 δρχ., καταβλητέου τμηματικά, ανάλογα με το στάδιο αποπεράτωσης των επιμέρους εργασιών και δη του ποσού των 3.000.000 δρχ.
την 21-9-2000, του ποσού των 7.000.000 δρχ. μέχρι την αποπεράτωση των σοβατισμάτων, του ποσού των 10.000.000 δρχ. μέχρι την αποπεράτωση της κατασκευής και του ποσού των 10.000.000 δρχ. κατά την τοποθέτηση της αποπερατωμένης οικίας στο παραπάνω οικόπεδο, που ορίσθηκε να γίνει μέχρι την 20-3-3001, ότι η προκατασκευασμένη οικία συμφωνήθηκε να έχει (α) 5 υπνοδωμάτια και 1 ντουλάπα σε κάθε υπνοδωμάτιο (β) 3 λουτρά, ένα σε κάθε διαμέρισμα, με όλα τα είδη υγιεινής (γ) 3 κουζίνες με ντουλάπια από MDF αντιγκρέ (δ) ένα καθιστικό χώρο σε κάθε διαμέρισμα και από 1 τζάκι σε κάθε διαμέρισμα, ότι συμφωνήθηκε επίσης (α) όλα τα κουφώματα να κατασκευασθούν από αλουμίνιο με διπλά τζάμια και με σίτες στα παράθυρα (β) όλα τα εξωτερικά κουφώματα να είναι από αλουμίνιο, ανοιγόμενα με ταμπλά δεσποτάκι διπλό (γ) τα ηλεκτρολογικά και τα υδραυλικά μα είναι κομπλέ και δοκιμασμένα με τις παροχές εξωτερικά του κτιρίου (δ) τα δάπεδα, η ποδιά της κουζίνας και τα τοιχία των μπαλκονιών να είναι στρωμένα με πλακάκι από κεραμική πορσελάνη (ε) στις βεράντες να υπάρχει κάγκελο από μασίφ σίδερο 14άρι τετράγωνο (στ) να κατασκευασθεί σκάλα και κλιμακοστάσιο και (ζ) να επιβαρυνθεί η αγοράστρια με τα έξοδα μεταφοράς της προκατασκευασμένης οικίας από την επιχείρηση του εναγομένου στο οικόπεδο της αγοράστριας και με την αμοιβή του γερανού ανύψωσης και τοποθέτησης των επιμέρους τεμαχίων για την συναρμολόγηση της κατοικίας, ότι με το (μεταγραφέν) ...
συμβόλαιο της συμ/φου Αθηνών Ελ. Τζεμπετζή η ως άνω αγοράστρια μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής την προαναφερθείσα ιδιοκτησία της στα τέκνα της ενάγοντες και έτσι αυτοί υπεισήλθαν με την σύμφωνη γνώμη και του εναγομένου στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την σύμβαση πώλησης, ότι για την κατασκευή της ως άνω κατοικίας εκδόθηκε η 51/2001 άδεια της Υπηρεσίας Πολεοδομίας Αττικής, στην οποία αναφέρονται η αρχιτεκτονική μελέτη, η μελέτη του φέροντος οργανισμού, η μελέτη πυρασφάλειας, θερμομόνωσης κλπ.
που συνέταξε ο πολιτικός μηχανικός που προσέλαβαν οι ενάγοντες, στον οποίο ανατέθηκε και η γενική επίβλεψη του έργου, ενώ η συνολική επιφάνεια των ορόφων που προβλέφθηκε απ' αυτήν ανερχόταν σε 190,38m2 και όχι σε 151,12m2 που είχε συμφωνηθεί από τα συμβαλλόμενα μέρη, ότι το έργο, συνολικού εμβαδού 188,25m2, ολοκληρώθηκε και εγκαταστάθηκε στον τόπο προορισμού την 10-8-2001, ενώ ο ως άνω επιβλέπων μηχανικός με την από 12-7-2001 τεχνική του έκθεση βεβαίωσε ότι το περιτύπωμα της οικοδομής στον χώρο και η διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου, καθώς και το ύψος του κτιρίου έγιναν όπως προβλεπόταν από την άδεια, ότι υπογράφηκαν από τους ενάγοντες οι από 15-8-2001 σχετικές δηλώσεις παραλαβής, στις οποίες αναφέρεται ότι το υπόλοιπο οφειλόμενο απ' αυτούς τίμημα, μετά την προκαταβολή των 3.000.000 δρχ., ανέρχεται σε 32.200.000 δρχ., μη υπολογιζομένου του ΦΠΑ (18%), στην εξόφληση του οποίου ανέλαβαν να προβούν εντός 10 ημερών και δήλωσαν ότι για την παραπάνω κατασκευή ουδεμία άλλη απαίτηση έχουν, ότι έναντι του παραπάνω οφειλομένου τιμήματος οι ενάγοντες, πλην της προκαταβολής, κατέβαλαν στον εναγόμενο την 5-10-2001 το ποσό των 4.205.384 δρχ., την 23-10-2001 το ποσό των 6.000.000 δρχ.
και την 20-11-2001 το ποσό 4.300.000 δρχ., συνολικά δηλ. 14.505.384 δρχ., ενώ με το από 1-10-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό που συνυπέγραψαν τα διάδικα μέρη συμφωνήθηκε, χάριν καταβολής του υπολοίπου τιμήματος, επιβαρυνομένου με τραπεζικούς τόκους, να εκδώσει ο εναγόμενος συναλλαγματικές αποδοχής των εναγόντων, ότι τον Δεκέμβριο του 2002 και ενώ στην ως άνω προκατασκευασμένη κατοικία διενεργούνταν υδραυλικές και ηλεκτρολογικές εργασίες, οι ενάγοντες διαπίστωσαν ότι αυτή δεν είναι κατασκευασμένη από οπλισμένο σκυρόδεμα, όπως προέβλεπε η επίμαχη σύμβαση πώλησης, αλλά με πλέγματα σιδήρου σοβαντισμένα κακότεχνα, ότι για τον λόγο αυτόν οι ενάγοντες επέδωσαν στον εναγόμενο την από 24-2-2003 δήλωσή τους περί αναστροφής της επίμαχης σύμβασης πώλησης, καλώντας αυτόν να τους καταβάλει το ισάξιο σε ευρώ των 17.700.000 δρχ., ως επιστρεπτέα μερικώς εκτελεσθείσα εκ μέρους τους παροχή, και το ποσό των 15.000€ που δαπάνησαν για την εκτέλεση των αναγκαίων εργασιών, προκειμένου να καταστεί η κατοικία αυτή κατάλληλη προς χρήση, ενώ με την ένδικη αγωγή τους, στην οποία αναφέρουν και νέα πραγματικά ελαττώματα και ελλείψεις συμφωνηθεισών ιδιοτήτων που διαπίστωσαν, ζήτησαν ν' αναγνωρισθεί η λύση της σύμβασης και να τους επιδικασθεί το συνολικό ποσό των 51.373€, που αφορά το καταβληθέν απ' αυτούς τίμημα πώλησης, και το ποσό των 13.127€, που αφορά διενεργηθείσες δαπάνες προκειμένου να καταστεί η κατοικία βιώσιμη, ότι (Α) σε σχέση με τα προβαλλόμενα από τους ενάγοντες πραγματικά ελαττώματα και ελλείψεις συνομολογηθεισών ιδιοτήτων (α1) της μη κατασκευής υδρορροών για την συλλογή των ομβρίων υδάτων από την σκεπή και τους εξώστες (α2) της κατασκευής των θυρών από νοβοπάν και όχι από ξύλο (α3) της κατασκευής των κασών των πέντε ντουλαπιών από αλουμίνιο και όχι από ξύλο (α4) της μη εγκατάστασης κεντρικής θέρμανσης, δεν προκύπτει ότι ο εναγόμενος ανέλαβε συμβατικά ανάλογη υποχρέωση (Β) αναφορικά με τα προβαλλόμενα από τους ενάγοντες πραγματικά ελαττώματα και ελλείψεις συνομολογηθεισών ιδιοτήτων (β1) της μη κατασκευής τζακιού στον καθιστικό χώρο του ισογείου (β2) της μη κατασκευής καπνοδόχων για τα τζάκια (β3) της τοποθέτησης και κατάληξης των παροχών του ηλεκτρικού ρεύματος και του ύδατος στους εξώστες του κάθε διαμερίσματος, ενώ θα έπρεπε σύμφωνα με τους κανόνες της τέχνης και της επιστήμης να διέρχονται από κοινόχρηστους χώρους, εσωτερικά του κτιρίου, και να καταλήγουν στο σημείο που θα τοποθετούνταν οι μετρητές (β4) της μη επίστρωσης με κεραμικά πλακίδια πορσελάνης του εξώστη του διαμερίσματος του δευτέρου ορόφου, της μισής επιφάνειας του μπαλκονιού του πρώτου ορόφου και των πλατύσκαλων (β5) της μη τοποθέτησης σοβατεπιών στα μπαλκόνια στην επαφή των τοίχων με το δάπεδο του μπαλκονιού με αποτέλεσμα να δημιουργείται πρόβλημα στεγάνωσης του κτιρίου από τα νερά των εξωστών και (β6) της μη τοποθέτησης νιπτήρα σε ένα από τα λουτρά, ο εναγόμενος είχε αντίστοιχη συμβατική υποχρέωση, λαμβανομένου επιπλέον υπόψη αφενός ότι στο επίμαχο ιδιωτικό συμφωνητικό δεν γίνεται διαχωρισμός των δαπέδων εσωτερικού χώρου, εξωστών ή πλατύσκαλων, ώστε να δικαιολογείται πεποίθηση του εναγομένου ότι δεν ήταν υποχρεωμένος να επιστρώσει με πλακίδια κεραμικής πορσελάνης τα δάπεδα των εξωστών και τα πλατύσκαλα, και αφετέρου ότι η τοποθέτηση σοβατεπιών αφορά, πέραν της αισθητικής, και στην ασφαλή εγκατάσταση του κτίσματος, ώστε να μη εκτίθεται αυτό σε εμποτισμό υγρασίας από τα νερά των εξωστών, ότι κατά την παραλαβή της κατοικίας από τους ενάγοντες ήταν ευχερώς διαπιστώσιμες οι ως άνω ελλείψεις και ελαττώματα και αυτοί δεν επιφυλάχθηκαν, ως εκ τούτου δε και σε σχέση με τα ως άνω με στοιχ.Β πραγματικά ελαττώματα και ελλείψεις συμφωνηθεισών ιδιοτήτων η επικουρικά προταθείσα, νόμιμη και ορισμένη, ένσταση από το άρθ.545 ΑΚ πρέπει να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη, ότι αναφορικά με τα προβαλλόμενα πραγματικά ελαττώματα και ελλείψεις συμφωνηθεισών ιδιοτήτων (γ1) της μη επίστρωσης των δαπέδων, πλην των προαναφερομένων με στοιχ.β4 επιφανειών, με πλακάκι από κεραμική πορσελάνη (γ2) της μη τοποθέτησης σιτών στα παράθυρα (γ3) της μη τοποθέτησης διπλών τζαμιών στα πορτοπαράθυρα (γ4) της μη κατασκευής κιγκλιδωμάτων των εξωστών από μασίφ σίδερο διατομής 14?14 και (γ5) της μη κατασκευής των ντουλαπιών των τριών κουζινών από υλικό MDF ανιγκρέ, ο εναγόμενος ανταποκρίθηκε στις συμβατικές υποχρεώσεις του, ότι σε σχέση με τα προβαλλόμενα πραγματικά ελαττώματα και ελλείψεις συμφωνημένων ιδιοτήτων (δ1) της κατασκευής της επίδικης τριόροφης οικοδομής με σιδηροκατασκευή στον φέροντα οργανισμό, με εξαίρεση το δάπεδο που είναι από οπλισμένο σκυρόδεμα, έτσι ώστε να χαρακτηρίζεται αυτή ως μικτή κατασκευή, κατά κύριο λόγο σιδηροκατασκευή, διότι η επικάλυψη της τελευταίας, που χαρακτηρίζεται από τον εναγόμενο ως μπετόν, δεν έχει φέρουσα ικανότητα, αλλά παρέχει μόνο προστασία της σιδηροκατασκευής και αποτελεί ισχυρό υπόστρωμα για το επίχρισμα, και της ένωσης των στοιχείων του μεταλλικού σκελετού με την μέθοδο της οξυγονοκόλλησης (δ2) της ανεπαρκούς θερμομόνωσης, για τον λόγο ότι το υλικό της πολυστερίνης, 8cm, είναι τοποθετημένο στα φατνώματα του σκελετού και δημιουργούνται θερμογέφυρες, που διευκολύνουν την ροή της θερμότητας ή του ψύχους από έξω προς τα μέσα και αντίστροφα, γιατί οι εξωτερικές πλευρές του σιδηροσκελετού δεν είναι μονωμένες (δ3) της ανεπαρκούς ηχομόνωσης, για τον λόγο ότι τα στοιχεία για την δημιουργία των ορόφων εδράζονται το ένα πάνω στο άλλο μέσω των δοκών και της πλάκας του δαπέδου, χωρίς την παρεμβολή ηχομονωτικού υλικού (δ4) της κακής στεγάνωσης στην ένωση των προκατασκευασμένων τεμαχίων-στοιχείων, εξαιτίας της οποίας παρουσιάσθηκε υγρασία στην οικοδομή, και (δ5) της ανεπαρκούς κλίσης των εξωστών, με αποτέλεσμα τα νερά να μην μπορούν να μετακινηθούν προς τις κατακόρυφες στήλες απορροής τους, αλλά να λιμνάζουν, ο εναγόμενος είχε αναλάβει συμβατική υποχρέωση, αντίστοιχα, και τα ελαττώματα και τις ελλείψεις αυτές δεν ήταν δυνατόν να γνωρίζουν οι ενάγοντες, όταν παρέλαβαν το κτίριο ανεπιφύλακτα, ότι η ύπαρξη των ανωτέρω πραγματικών ελαττωμάτων και η ανυπαρξία των συμφωνηθεισών ιδιοτήτων καθιστούν την επίδικη οικοδομή πράγμα μη ανταποκρινόμενο στην σύμβαση πώλησης που συνδέει τα διάδικα μέρη και την εκπλήρωση της παροχής του εναγομένου πλημμελή, συγκεκριμένα δε η ιδιότητα, δηλ.
το χαρακτηριστικό της τριόροφης προκατασκευασμένης οικοδομής που ανάγεται στην φυσική της υπόσταση και κατάσταση, να είναι κατασκευασμένη από οπλισμένο σκυρόδεμα, η οποία ορίζεται στο εμπόριο ως "βαριά κατασκευή", ρητά προβλέφθηκε από τα διάδικα μέρη, στην ύπαρξη μάλιστα αυτής της ιδιότητας αποδόθηκε από τους αγοραστές ιδιαίτερη σημασία, ανεξάρτητα από το ουσιώδες ή μη της επίδρασής της στην αξία ή την χρησιμότητά της και συνεπώς το αν ανταποκρινόταν η συγκεκριμένη κατά κύριο λόγο σιδηροκατασκευή στις προδιαγραφές ενός μόνιμου μη λυόμενου χαρακτήρα κτιρίου και το αν χαρακτηρίσθηκε από το Τμήμα Κτιριολογίας και Προτύπων Κατοικίας του Υ.ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ.
ως προκατασκευασμένου τύπου μόνιμου χαρακτήρα, μη λυομένη, κατοικία, δεν αναιρεί την έλλειψη της ως άνω συμφωνηθείσας ιδιότητας, για την ύπαρξη της οποίας ρητά εκφράσθηκε η βούληση των εναγόντων, ενώ αναφορικά με τα προαναφερόμενα υπό στοιχ.δ2, δ3, δ4 και δ5 πραγματικά ελαττώματα, δηλ. ατέλειες που εύλογα, κατά τις αντιλήψεις των συναλλαγών, προσδοκούσαν οι ενάγοντες να μην υπάρχουν και συνιστούν απόκλιση προς το χειρότερο της οικοδομής από την ομαλή αυτής κατάσταση, και που έχουν ως συνέπεια αρνητική επίπτωση στην αξία ή χρησιμότητα αυτής, ενόψει των συνομολογηθέντων με την επίδικη σύμβαση πώλησης, υπήρχαν, κατά τον κρίσιμο χρόνο μετάβασης του κινδύνου στους ενάγοντες αγοραστές, οι παράγουσες την ελαττωματικότητα αναγκαίες προϋποθέσεις, οι οποίες ακολούθως και σε σύντομο χρονικό διάστημα, κατ' αιτιώδη δυναμικότητα, εξελίχθηκαν και επέφεραν την ολοκλήρωση και ανάδειξη των ελαττωμάτων, γεννάται, συνεπώς, ευθύνη του εναγομένου πωλητή γι' αυτό, ότι νόμιμα οι ενάγοντες με την από 24-2-2003 εξώδικη δήλωσή τους άσκησαν το διαπλαστικό τους δικαίωμα για αναστροφή της πώλησης, έχοντας το προς τούτο δικαίωμα, ότι παρά τα ως άνω, όμως, πραγματικά ελαττώματα και ελλείψεις της οικίας, οι ενάγοντες και η μητέρα τους άρχισαν να την χρησιμοποιούν αμέσως μετά την παραλαβή της και εξακολουθούν να την χρησιμοποιούν ανελλιπώς ως κύρια κατοικία τους, ενώ τμήμα αυτής το εκμεταλλεύονται με την εκμίσθωσή του σε τρίτο, έχοντας επιβαρύνει την οικία και με την χρήση αυτήν, ότι το κτίριο αυτό φέρει μόνιμο χαρακτήρα και δεν αποτελεί λυόμενη κατασκευή, αυτό δε έχει ως αποτέλεσμα να μην μπορεί να αποσυναρμολογηθεί, χωρίς να προξενηθούν σοβαρότατες φθορές στο σύνολό του και πολύ μεγάλη μείωση της αξίας του, η οποία θα είναι ακόμη μεγαλύτερη λόγω των φθορών που έχει υποστεί από την πολύχρονη χρήση του, γεγονότα, τα οποία θα οδηγήσουν σε μηδενισμό σχεδόν της αξίας του και ουσιαστική καταστροφή του, ενώ σε αντάλλαγμα οι ενάγοντες θα είναι υποχρεωμένοι να καταβάλουν στον εναγόμενο το τίμημα της πώλησης αλλά και τα έξοδα που έκαναν για την μεταφορά στον τόπο προορισμού της άνω προκατασκευασμένης οικίας, ότι το αποτέλεσμα αυτό δεν είναι ανεκτό κατά την καλή πίστη, την ευθύτητα δηλ.
και εντιμότητα που πρέπει να επικρατεί στις συναλλαγές και γι' αυτό, αντί αναστροφής, πρέπει να ορισθεί μείωση του τιμήματος της πώλησης, και ότι το μειωμένο τίμημα, κατά τα εκεί ειδικότερα εκτιθέμενα, ανέρχεται σε 27.260.000 δρχ. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο (α) ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθ.542 ΑΚ και επομένως πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο με στοιχ.
α' λόγος αναίρεσης από το άρθ.559 αριθ.1 ΚΠολΔ (β) διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του πλήρεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθ.545 ΑΚ και ως εκ τούτου ο με στοιχ. β' λόγος αναίρεσης από τον αριθ.19 του αυτού ως άνω άρθρου, με τον οποίο αποδίδεται ειδικότερα η αιτίαση ότι δεν αναφέρεται στην αναιρεσιβαλλομένη ο χρόνος παραλαβής από τους αναιρεσείοντες ενάγοντες της ως άνω οικίας, κρίνεται απορριπτέος ως ερειδόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον ρητά αναφέρεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι η παραλαβή αυτή έγινε την 15-8-2001, (γ) όμοια ο με στοιχ. (α) λόγος κατά την κύρια διατύπωσή του με το πρώτο σκέλος του οποίου προβάλλεται η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ.20 του αυτού άρθρου, ότι δηλ.
το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 27-9-2000 ιδιωτικού συμφωνητικού, πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος (αναπόδεικτος), διότι δεν προσκομίζεται το φερόμενο ως παραμορφωθέν ως άνω έγγραφο ως και κατά την επικουρική του διατύπωση, με την επίκληση της αναιρετικής αιτιάσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με την έννοια της παραλείψεως προσφυγής και εφαρμογής των ερμηνευτικών ουσιαστικών κανόνων των άρθρων 173, 200 ΑΚ, ως ερειδόμενος επί αναληθούς από ουσιαστική άποψη προϋποθέσεως δοθέντος ότι η επικαλούμενη παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι δεν προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος ανέλαβε την υποχρέωση εκτελέσεως των χαρακτηριζομένων με στοιχ.
Α εργασιών δεν ενέχει έστω και έμμεση διαπίστωση της υπάρξεως κενού ή αμφιβολίας στις περιεχόμενες στην συνομολογηθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση δηλώσεως βουλήσεως αυτών.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-6-2014 αίτηση των Σ. και Γ. Ρ. για αναίρεση της 7656/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Φεβρουαρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Φεβρουαρίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ