Legislator Case Law & Legislation
205/2007 AI generated

205/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 205/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 205 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

205/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 205 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 205 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 205/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο και Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :

Της αναιρεσείουσας : εταιρίας περιορισμένη ευθύνης με την επωνυμία "ΜΕΓΑ ΤΡΑΝΣ Ε.Π.Ε.", που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Θεοδώρου.

Της αναιρεσίβλητης : Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "LEVER HELLAS Ανώνυμος Εμπορική και Βιομηχανική Εταιρία Απορρυπαντικών, Καλλυντικών, Τροφίμων" και ήδη " UNILEVER HELLAS (ΓΙΟΥΝΙ ΛΕΒΕΡ ΕΛΛΑΣ) Ανώνυμος Εμπορική και Βιομηχανική Εταιρία Απορρυπαντικών, Καλλυντικών, Τροφίμων", που εδρεύει στο Νέο Ηράκλειο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-11-1999 αγωγή και την από 19-9-2000 παρεμπίπτουσα μετά προσεπικλήσεως αγωγή αποζημιώσεως, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 9541/2001 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 3359/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27 Οκτωβρίου 2004 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνον η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καλαμίδας ανέγνωσε την από 8 Μαϊου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις προσκομιζόμενες από την αναιρεσείουσα .... και .... εκθέσεις επιδόσεως του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή .... προκύπτει ότι, ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, μετά της κάτωθι αυτής πράξεως ορισμού δικασίμου για την 22-5-2006 και μετά κλήσεως προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, κατά την οποία η συζήτηση της υποθέσεως ματαιώθηκε, ως και ακριβές αντίγραφο της από 23-5-2006 αιτήσεως-κλήσεως της αναιρεσείουσας, μετά της κάτωθι αυτής πράξεως ορισμού δικασίμου για την στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμο της 18-12-2006 και μετά κλήσεως προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, με παραγγελία της επισπεύδουσας τη συζήτηση αναιρεσείουσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη, η οποία δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε, κατ΄άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., δήλωση μη παραστάσεως κατά την εκφώνηση της υποθέσεως την άνω δικάσιμο. Επομένως, κατ΄ άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., πρέπει το δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της αιτήσεως, παρά την απουσία της κατά τα άνω κλητευθείσης αναιρεσιβλήτου.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ.1,17 παρ.1,28 παρ.1 και 29 παρ.1 της Συμβάσεως της Γενεύης για τη διεθνή μεταφορά εμπορευμάτων οδικώς (C.M.R.),που κυρώθηκε με το Ν.559/1977,προκύπτει ότι, επί διεθνούς μεταφοράς εμπορευμάτων οδικώς, εφόσον ανακύψει αξίωση για αποζημίωση από εξωσυμβατική ευθύνη, εξαιτίας βλάβης ή καταστροφής μεταφερόμενου εμπορεύματος, ο μεταφορέας μπορεί να επικαλεσθεί την εφαρμογή των διατάξεων της άνω Συμβάσεως, που αποκλείουν την ευθύνη του ή περιορίζουν την οφειλόμενη αποζημίωση. Κατ΄ εξαίρεση, όμως, ο μεταφορέας ευθύνεται προς αποζημίωση κατά τις διατάξεις του κοινού δικαίου, χωρίς τους ποσοτικούς περιορισμούς της Συμβάσεως, αν ο δικαιούχος της αποζημιώσεως ενάγων ισχυρισθεί και αποδείξει ότι η ζημία επήλθε από ηθελημένη κακή διαχείριση του μεταφορέα ή από πταίσμα που, σύμφωνα με τη νομοθεσία της χώρας, το δικαστήριο της οποίας επιλήφθηκε της υποθέσεως, ισοδυναμεί με ηθελημένη κακή διαχείριση. Ο ανωτέρω όρος της "ηθελημένης κακής διαχείρησης" περιλαμβάνει, εκτός από το δόλο, άμεσο ή ενδεχόμενο, και τη συμπεριφορά εκείνη του μεταφορέα κατά την οποία αυτός ενεργεί εν γνώσει του ότι η πράξη ή η παράλειψή του οδηγεί σε επαύξηση του κινδύνου επέλευσης του ζημιογόνου αποτελέσματος, για το οποίο επιδεικνύει αδιαφορία, χωρίς όμως κατ ανάγκη και να το αποδέχεται (Ολομ. Α.Π. 18/1998).Εξ άλλου, κατ΄ άρθρο 32 παρ.1 της άνω Διεθνούς Συμβάσεως, ο περιοριστικός χρόνος για την έγερση αγωγής συνεπεία μεταφοράς δυνάμει της συμβάσεως αυτής είναι ενός έτους. Σε περίπτωση ηθελημένης κακής διαχείρισης ή τέτοιας αμέλειας, η οποία, σύμφωνα με τη νομοθεσία της χώρας το δικαστήριο της οποίας επιλήφθηκε της υποθέσεως, θεωρείται ότι αντιστοιχεί με ηθελημένη κακή διαχείριση, το άνω περιοριστικό χρονικό διάστημα θα είναι τρία έτη. Από την τελευταία διάταξη του άρθρου 32 παρ.1 της Διεθνούς Συμβάσεως προκύπτει ότι, επί διεθνούς οδικής μεταφοράς εμπορευμάτων, αν ο εναγόμενος επικαλεσθεί την άνω ετήσια παραγραφή των εκ της Συμβάσεως αγωγικών αξιώσεων, ο ενάγων δικαιούται να προβάλλει, κατ΄ αντένσταση, ότι η βλάβη ή η απώλεια του φορτίου οφείλεται σε ηθελημένη κακή διαχείριση και η παραγραφή των άνω αξιώσεων δεν είναι ετήσια αλλά τριετής. Σύμφωνα με όλα τα ανωτέρω εκτεθέντα, ο δικαιούχος της αποζημιώσεως ενάγων μπορεί να επικαλεσθεί την "ηθελημένη κακή διαχείριση" τόσο για να θεμελιώσει, με την αγωγή του, ευθύνη του εναγομένου προς αποζημίωσή του κατά τις διατάξεις του κοινού δικαίου, ήτοι χωρίς τους ποσοτικούς περιορισμούς της Συμβάσεως, όσο και κατ αντένσταση, για να αποκρούσει την ένσταση του εναγομένου για ετήσια παραγραφή της αξιώσεώς του ,κατ άρθρο 32 παρ.1α της Διεθνούς Συμβάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από την προσβαλλομένη προκύπτει, η εναγομένη-εκκαλούσα, ήδη αναιρεσείουσα, πρότεινε στο Εφετείο, με τον τρίτο λόγο της εφέσεως της, ότι οι από την αναφερόμενη σ αυτή (προσβαλλομένη) σύμβαση διεθνούς οδικής μεταφοράς επίδικες αξιώσεις της ενάγουσας-εφεσίβλητης, ήδη αναιρεσίβλητης υπέκυψαν στην ενιαύσια παραγραφή του άρθρου 32 παρ.1α της άνω Διεθνούς Συμβάσεως και γι αυτό εζήτησε την απόρριψη της αγωγής. Κατά της άνω, κριθείσης, κατά το αναφερόμενο στην προσβαλλομένη μέρος, νομίμου ενστάσεως παραγραφής, η ενάγουσα πρότεινε παραδεκτά την αντένσταση ότι η καταστροφή του φορτίου οφείλεται σε ηθελημένη κακή διαχείριση της μεταφορέως και ως εκ τούτου ισχύει η τριετής (και όχι ενιαύσια) παραγραφή των αγωγικών αξιώσεων. Το Εφετείο, όπως από την προσβαλλομένη προκύπτει, δέχθηκε ότι η αντένσταση αυτή αποδεικνύεται και ουσιαστικά βάσιμη, εντεύθεν δε, οφειλομένης της καταστροφής του φορτίου σε ηθελημένη κακή διαχείριση του προστηθέντος στη μεταφορά προσώπου, ισχύει η τριετής παραγραφή για τις αγωγικές αξιώσεις που απορρέουν από τη Διεθνή Σύμβαση, η οποία δεν έχει συμπληρωθεί και γι αυτό απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την προταθείσα από την εναγομένη ως άνω ένσταση ενιαύσιας παραγραφής. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 32 παρ.1 της Διεθνούς Συμβάσεως και ο εκ του άρθρου 559 αριθ.1 του Κ.Πολ.Δ. αντίθετος πρώτος λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Το Εφετείο, όπως από την προσβαλλομένη προκύπτει, δέχθηκε ότι η εναγομένη (αναιρεσείουσα), για να στηρίξει την εκ του άρθρου 17 παρ.2 της άνω Διεθνούς Συμβάσεως ένσταση απαλλαγής της από τη σχετική ευθύνη της, με τις προτάσεις της επικαλέσθηκε τα αναφερόμενα στην προσβαλλομένη περιστατικά-περιστάσεις υπό τις οποίες διαπράχθηκε η διάρρηξη του μεταφορικού μέσου, με την οποία συνδυάζεται η καταστροφή του φορτίου αυτού. Για τα περιστατικά αυτά, εφόσον με αυτά έγινε από την εναγομένη παραδοχή πραγματικών γεγονότων επιβλαβών γι αυτή, ενόψει του ότι, βάσει αυτών, το Εφετείο απέρριψε την εκ του άρθρου 17 παρ.2 της Διεθνούς Συμβάσεως ένστασή της και δέχθηκε ότι η καταστροφή του φορτίου οφείλεται σε ηθελημένη κακή διαχείριση του προστηθέντος στη μεταφορά προσώπου (οδηγού της εναγομένης),με συνέπεια την επιμήκυνση του χρόνου παραγραφής της σχετικής αξιώσεως της ενάγουσας σε τρία έτη, κατά παραδοχή της αντενστάσεώς της, υφίσταται δικαστική ομολογία της εναγομένης (Κ.Πολ.Δ. 352 παρ.1),ότι πράγματι αυτά τα περιστατικά έλαβαν χώρα όπως εκτίθενται στις άνω προτάσεις της εναγομένης, η οποία (δικαστική ομολογία) λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως (Α.Π.356/2004,49/2003). Επομένως, το Εφετείο, πού έλαβε υπόψη αυτεπαγγέλτως την άνω δικαστική ομολογία της εναγομένης για να οδηγηθεί στην κρίση ότι η άνω εκ του άρθρου 32 παρ.1β της Διεθνούς Συμβάσεως αντένσταση της ενάγουσας είναι ουσιαστικά βάσιμη, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.11 του Κ.Πολ.Δ. και ο αντίθετος δεύτερος λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Επειδή, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ.8 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο λάβει υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όπως συμβαίνει όταν το Εφετείο ερευνά αγωγικό κεφάλαιο που δεν προσεβλήθη με έφεση ή αντέφεση και επομένως δεν μεταβιβάσθηκε σ αυτό, κατ΄ άρθρο 522 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 526/1995,1410/1998).

Εν προκειμένω, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όπως από την επισκόπηση της αποφάσεώς του προκύπτει, απέρριψε το αγωγικό κεφάλαιο που αφορούσε στη δαπάνη καταστροφής των αποψυχθέντων και υγροποιηθέντων εμπορευμάτων, αφού δέχθηκε ότι στην αγωγή δεν εκτίθενται περιστατικά που θα μπορούσαν να υπαχθούν στην έννοια της "ηθελημένης κακής διαχείρισης" του μεταφορέα ή των υπαλλήλων του, ικανά να θεμελιώσουν νομικά την παραπάνω αγωγική αξίωση. Όπως εκτέθηκε στην πρώτη σκέψη της παρούσης, το Εφετείο δέχθηκε ότι, κατά της προαναφερθείσης ενστάσεως παραγραφής της εναγομένης, η ενάγουσα πρότεινε παραδεκτά με τις προτάσεις της σ αυτό την αντένσταση ότι η καταστροφή του φορτίου οφείλεται σε ηθελημένη κακή διαχείριση της μεταφορέως και ως εκ τούτου ισχύει η τριετής παραγραφή των αγωγικών αξιώσεων. Επομένως, το Εφετείο, που εξέτασε ορθά την άνω παραδεκτά προταθείσα και στο άρθρο 32 παρ.1β της άνω Διεθνούς Συμβάσεως στηριζόμενη αντένσταση, δεν ερεύνησε το απορριφθέν πρωτοδίκως ως άνω αγωγικό κεφάλαιο, χωρίς να προσβληθεί αυτό με έφεση ή αντέφεση της ενάγουσας ,με συνέπεια τη χειροτέρευση της θέσεως της εναγομένης, όπως υπολαμβάνει αυτή και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.8 του Κ.Πολ.Δ. και ο αντίθετος τρίτος (τελευταίος) λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Κατ ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως. Διάταξη για καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου δεν θα διαληφθεί στο διατακτικό, διότι η τελευταία δεν παρέστη και δεν υποβλήθηκε σε έξοδα. Τέλος, μετά την απόρριψη της αιτήσεως, η με τις προτάσεις υποβαλλόμενη αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση δεν εξετάζεται, αφού η εξέτασή της προϋποθέτει την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η οποία έχει εκτελεσθεί (Α.Π. 1451/1991).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-10-2004 αίτηση της Εταιρίας Περιωρισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "ΜΕΓΑ ΤΡΑΝΣ Ε.Π.Ε." για αναίρεση της 3359/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιανουαρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 5 Φεβρουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ