Legislator Case Law & Legislation
205/2006 AI generated

205/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 205/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Δεκεμβρίου 2005, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2 Δεκεμβρίου 2002 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 30.055/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1329/2004 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2 Ιουλίου 2004 αίτησή τους.

Legislator headnote

AI generated

205/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 81 παρ. 3 του ν. 2238/1994 κύρωση του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, τα δικαστήρια απέχουν να δικάσουν αγωγή για έξωση μισθωτή ακινήτου αν δεν προσκομισθεί το κατά των παρ. 1 πιστοποιητικό του προϊσταμένου της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας από το οποίο να προκύπτει ότι τα μισθώματα του ακινήτου δηλώθηκαν στη φορολογία εισοδήματος κατά την τελευταία διετία κ.λ.π.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 205 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 205/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Ανδρέα Μαρκάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Δεκεμβρίου 2005, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Μ. συζ. Μ. Α., και 2. Θ. Α. του Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευθύμιο Αναγνώστου.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Μ. Ε. του Γ., 2. Ν. Ε. του Γ., κατοίκων ..., 3. Π. - Θ. Ε. του Κ., κατοίκου ..., 4. Μ. Ε. του Κ., κατοίκου ..., 5. Κ. Σ. του Σ., κατοίκου ..., 6. Α. χήρας Σ. Σ., το γένος Κ. Μ., κατοίκου ..., 7. Δ. Σ. του Κ., κατοίκου ... και 8. Δ. Σ. του Θ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Σιάμκουρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2 Δεκεμβρίου 2002 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 30.055/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1329/2004 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2 Ιουλίου 2004 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Μαρκάκης, ανάγνωσε την από 18 Νοεμβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 81 παρ. 3 του ν. 2238/1994 κύρωση του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, τα δικαστήρια απέχουν να δικάσουν αγωγή για έξωση μισθωτή ακινήτου αν δεν προσκομισθεί το κατά των παρ. 1 πιστοποιητικό του προϊσταμένου της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας από το οποίο να προκύπτει ότι τα μισθώματα του ακινήτου δηλώθηκαν στη φορολογία εισοδήματος κατά την τελευταία διετία κ.λ.π.

Η διάταξη αυτή είναι φορολογικής φύσης και θεσπίσθηκε για να διασφαλιστεί το φορολογικό δικαίωμα του Δημοσίου, η δε παράβαση της δεν δημιουργεί διαδικαστικό απαράδεκτο, ένεκα του οποίου να θεμελιώνεται ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, που αναφέρεται σε απαράδεκτα που οδηγούν στην απόρριψη του ενδίκου βοηθήματος (Ολ.

ΑΠ 1331/85). Ούτε εξάλλου η παράβαση της εν λόγω διάταξης ιδρύει λόγο αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ που προϋποθέτει παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικής φύσης διατάξεων φορολογικών νόμων. Ενόψει αυτών ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση με το να απορρίψει τον πρώτο λόγο έφεσης των αναιρεσειόντων ότι η συζήτηση της ένδικης αγωγής των αναιρεσιβλήτων, περί απόδοσης του αναφερομένου μισθίου ακινήτου ήταν απαράδεκτη, λόγω μη προσκομιδής από τους αναιρεσιβλήτους βεβαίωσης του άρθρου 81 παρ. 1, 3 του ν. 2238/1994 από τον αρμόδιο οικονομικό έφορο και για την μη διάδικο Ε.

Δ., η οποία κατά παράβαση του νόμου θεωρήθηκε συνεκμισθώτρια του ακινήτου ενώ αυτή έχει αποβιώσει από την 9-6-1996, ούτε οι προσκομισθείσες από τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους βεβαιώσεις καλύπτουν όλα τα μισθώματα του μισθίου για την τελευταία διετία, παραβίασε την άνω διάταξη και υπέπεσε στη πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, όπως αναγράφεται στο αναιρετήριο, η, κατ' εκτίμηση, στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος.

ΙΙ. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 παρ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για τα είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η πλημμέλεια ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών (άρθρ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ) δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υπόθεσης, αλλά πρέπει εκτός άλλων να καθορίζεται η ουσιαστικού δικαίου διάταξη που παραβιάσθηκε εκ πλαγίου και το νομικό σφάλμα του δικαστηρίου και να εκτίθενται οι παραδοχές αυτού, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε και ενόψει των οποίων εξέφερε την κρίση του για τη βασιμότητα ή μη της αγωγής και να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια αυτών, δηλαδή ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση.

Η έκθεση στο αναιρετήριο των παραδοχών του δικαστηρίου είναι αναγκαία προκειμένου να ελεγχθεί αν τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού εκτίθενται επαρκώς ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα δε και ο έλεγχος της ορθότητας του διατακτικού της απόφασης από την οποία τελικά εξαρτάται και η ευδοκίμηση της αναίρεσης (Ολ.

ΑΠ. 27/1998). Στη προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου κατά το πρώτο μέρος του, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια της έλλειψης επαρκών αιτιολογιών όσον αφορά την απόρριψη των ισχυρισμών των αναιρεσειόντων, που αποτέλεσαν και λόγους της έφεσης αυτών κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που δέχθηκε τηνένδικη, περί αποδόσεως του αναφερομένου μισθίου ακινήτου, αγωγή των αναιρεσιβλήτων, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες αμφισβήτησαν ότι εκμισθωτές του επίδικου μισθίου ήσαν και έτεροι εκτός των τρίτης και τέταρτης των αναιρεσιβλήτων.

Όμως, εκτός από τους εν λόγω αρνητικούς της ένδικης αγωγής, ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων και πως αυτοί αποδεικνύονται βάσιμοι, στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται η διάταξη που φέρεται ότι παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, ούτε εκτίθεται με πληρότητα, αλλά εντελώς αποσπασματικά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο προκειμένου να στηρίξει την επί των άνω ισχυρισμών (και λόγων έφεσης) απορριπτική κρίση του.

Ενόψει των ελλείψεων αυτών του αναιρετηρίου, ένεκα των οποίων δεν καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης από την άποψη της εκ πλαγίου παραβιάσεως συγκεκριμένης διάταξης του ουσιαστικού δικαίου, ο άνω λόγος αναίρεσης πρέπει, λόγω της αοριστίας του, ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος.

ΙΙΙ. Ο από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε σφάλμα ανάγνωσης και αποδίδει σε αποδεικτικό κατά τα άρθρα 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, διαφορετικό περιεχόμενο από εκείνο που πραγματικά έχει και ακολούθως καταλήγει, στηριζόμενο στο έγγραφο αυτό ή κυρίως σε αυτό σε επιζήμιο αποδεικτικό πόρισμα για πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στη δίκη.

Αντίθετα ο άνω λόγος δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο αξιολογώντας το περιεχόμενο του εγγράφου όπως είναι πραγματικά, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου κατά το δεύτερο μέρος του αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ της άνω διάταξης πλημμέλεια, της παραμορφώσεως δηλαδή του περιεχομένου του από 1.12.1994 μισθωτηρίου στο οποίο κατά τους αναιρεσείοντες, ρητά αναφέρεται ότι η τρίτη και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων συμβλήθηκαν ατομικά ως μοναδικές συνεκμισθώτριες χωρίς να εκπροσωπούν κανένα άλλο και ότι ο Κ.

Ε. (πατέρας τους) ήταν ο αρχικός εκμισθωτής και ότι αυτές μετά τον θάνατό του (26.2.1983) υπεισήλθαν και αποδέχθηκαν την αρχική μισθωτική σχέση του εκμισθωτή, με το να δεχθεί ότι το από 1.12.1994 ιδιωτικό συμφωνητικό είχε απολύτως ταυτόσημο περιεχόμενο με το αρχικό, από 21.3.1981 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως και "συνεπώς δεν πρόκειται περί καταρτίσεως νέας συμβάσεως μισθώσεως, αφού αυτή ούτε μεταξύ διαφορετικών συμβαλλομένων καταρτίσθηκε, αλλά αντίθετα ρητά προβλέφθηκε ότι αποτελεί συνέχεια της αρχικής".

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και τούτο γιατί από το ίδιο το περιεχόμενό του, αλλά και από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε στο παραπάνω συμπέρασμά του, όχι από λάθος ανάγνωση του σχετικού μισθωτηρίου, αλλά από εκτίμηση μαζί με άλλες αποδείξεις του περιεχομένου αυτού.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί. Περαιτέρω οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά το σχετικό αίτημα αυτών (176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2.7.2004 αίτηση των Μ. συζ. Μ. Α. και Θ. Α. για αναίρεση της 1329/2004 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Δεκεμβρίου 2005. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 3 Φεβρουαρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ