Legislator Case Law & Legislation
2059/2017 AI generated

2059/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2059/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

2059/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Ντάντου διάβασε την από 24-2-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναίρεσης.

Keywords

AI generated
withdrawal of social benefits expulsion from housing termination of residential lease expired residence permit loss of citizenship landlord right of retention
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2059 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2059/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Ευάγγελο Μαρίνη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ά. χας Α. Φ., 2) Ν. Φ. του Κ., 3) Ζ. συζ. Β. Ζ., κατοίκων ..., 4) α. Α. Κ. του Θ., κατοίκου ..., β. i. Α. Χ. του Ζ., ii. Φ. - Μ. Κ. του Κ. και iii. Α. - Χ. Κ. του Κ., κατοίκων ..., με την ιδιότητά τους, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αρχικού διαδίκου Κ. Κ. του Θ. και 5) α. Β. χας Κ. Φ., β. Δ. Φ. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λεωνίδα Φλωράτο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-7-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και του ήδη αποβιώσαντος Κ. Κ. του Θ., στη θέση του οποίου έχουν υπεισέλθει οι υπό στοιχ. 4β των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 36/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 305/2015 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 22-12-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Ντάντου διάβασε την από 24-2-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 305/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, που δέχθηκε εν μέρει την έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της 36/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας και συγκεκριμένα ως προς την περί επιβολής δικαστικών εξόδων 9.200 ευρώ εις βάρος του Ελληνικού Δημοσίου και την απέρριψε κατ’ ουσία ως προς τις λοιπές διατάξεις της. Με την απόφαση αυτή (36/2012 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας) έγινε δεκτή ως βάσιμη κατ’ ουσία η από 27.7.2009 (και με αριθμό κατάθ. ...2009) αγωγή των αναιρεσιβλήτων και το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο υποχρεώθηκε να καταβάλει νομιμοτόκως σε κάθε ένα από αυτούς την αποζημίωση, που καθορίστηκε για την αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτου τους.

Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση δε που το Δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε ως αποδειχθέντα το Δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 17 παρ. 4 του Συντάγματος, η αποζημίωση που ορίστηκε λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ακινήτου καταβάλλεται υποχρεωτικά το αργότερο μέσα σε ενάμισι έτος από τη δημοσίευση της απόφασης για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης και σε περίπτωση απευθείας αίτησης για οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης από τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης του Δικαστηρίου, διαφορετικά η απαλλοτρίωση αίρεται αυτοδικαίως.

Η διάταξη αυτή, όπως και οι όμοιες διατάξεις των άρθρων 11 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ν.δ. 797/1971 περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων και 11 παρ. 3 του ισχύοντος ήδη Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ν. 2882/2001), τέθηκαν προς εξυπηρέτηση του συμφέροντος του καθού η απαλλοτρίωση, έτσι ώστε αυτή να μη μένει για μεγάλο χρονικό διάστημα εκκρεμής προς βλάβη του, λόγω της δέσμευσης που συνεπάγεται για την ιδιοκτησία του.

Έτσι αποβλέποντας στο συμφέρον του καθού η απαλλοτρίωση, ο οποίος ενδέχεται να επιθυμεί τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης, ο κοινός νομοθέτης θέσπισε διατάξεις που οδηγούν στην αναβίωση της απαλλοτρίωσης που ήρθη αυτοδικαίως. Ειδικότερα, με την παρ. 3 του άρθρου 11 του ν.δ. 797/1971, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 3 του ν. 212/1975, ορίστηκε ότι η αυτοδίκαιη ανάκληση (άρση) της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης θεωρείται ως μη γενόμενη, αν εντός ανατρεπτικής προθεσμίας ενός έτους από την εκπνοή της προθεσμίας του ενάμισι έτους για την καταβολή της προσωρινά ή οριστικά καθορισμένης αποζημίωσης, ο καθού η απαλλοτρίωση υποβάλλει στη Διεύθυνση Απαλλοτριώσεων του Υπουργείου Οικονομικών έγγραφη δήλωση, ότι επιθυμεί την περαιτέρω διατήρηση της απαλλοτρίωσης.

Αντίστοιχη διάταξη δεν διέλαβε αρχικά ο ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.). Με βάση αυτό το νομοθετικό πλαίσιο, διαμορφώθηκε νομολογιακά η θέση, ότι η αυτοδίκαιη ανάκληση της απαλλοτρίωσης δεν λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, αλλά πρέπει να προταθεί και προς τούτο νομιμοποιείται αποκλειστικά ο καθού η απαλλοτρίωση, με το σκεπτικό ότι οι διατάξεις αυτές αποβλέπουν στο δικό του μόνον συμφέρον να μη παραμείνει η εις βάρος του αναγκαστική απαλλοτρίωση επί μακρόν μετέωρη και εκκρεμής (ΑΠ 1132/2003).

Επίσης, με την υπ’ αριθ. 26/2010 απόφαση του ΑΕΔ που επέλυσε τη διαφωνία μεταξύ των Ολομελειών του Αρείου Πάγου (αριθ. 7/2007) και του Συμβουλίου της Επικρατείας (αριθ. 3689/2009), έγινε δεκτό ότι η αυτοδίκαιη ανάκληση θεωρείται ότι δεν έγινε, στην περίπτωση κατά την οποία ο καθού η απαλλοτρίωση υποβάλλει προς το Υπουργείο έγγραφη δήλωση ότι επιθυμεί τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης εντός προθεσμίας ενός έτους από την πάροδο της τασσόμενης για την συντέλεση της απαλλοτριώσεως προθεσμίας του ενάμιση έτους.

Συνεπώς, εάν δεν έχει υποβληθεί η ανωτέρω τυπική έγγραφη δήλωση, δεν ασκούν καμία επιρροή στην ήδη επελθούσα, κατά το άρθρο 17 παρ. 4 του Συντάγματος και την σύμφωνη προς αυτό διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 11 του ν.δ. 797/1971, αυτοδίκαιη άρση της απαλλοτριώσεως ενέργειες όχι μόνον του υπερού η απαλλοτρίωση (λ.χ.

παρακατάθεση αποζημιώσεως), αλλά και ενέργειες δικαστικές ή εξώδικες του καθού η απαλλοτρίωση, οι οποίες λαμβάνουν χώρα μετά την πάροδο της προβλεπομένης για την συντέλεσή της προθεσμίας (λ.χ. έγερση αγωγής προς επιδίκαση της αποζημιώσεως, συνέχιση σχετικής δίκης, που άρχισε πριν από την πάροδο της ανωτέρω προθεσμίας, είσπραξη αποζημιώσεως).

Επισημαίνεται ότι στις ανωτέρω διατάξεις δεν προβλέπεται ευχέρεια της Αρχής (Διεύθυνση Απαλλοτριώσεων του Υπουργείου Οικονομικών) να μη δεχθεί και να απορρίψει την ως άνω δήλωση του καθού. Στη συνέχεια ακολούθησε νομοθετική μεταβολή και με το άρθρο 39 παρ. 3α του ν. 4024/2011 προστέθηκε νέα διάταξη στην παρ. 3 του άρθρου 11 του ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), που ορίζει: "Η αναγκαστική απαλλοτρίωση αίρεται αυτοδικαίως, εάν δεν συντελεστεί μέσα σε ενάμισι έτος από τη δημοσίευση της απόφασης προσωρινού καθορισμού της αποζημίωσης και, σε περίπτωση απευθείας οριστικού καθορισμού αυτής, από τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης.

Η αρμόδια για την κήρυξη της απαλλοτρίωσης αρχή υποχρεούται να εκδώσει μέσα σε τέσσερις μήνες από τη λήξη της προθεσμίας του προηγούμενου εδαφίου βεβαιωτική πράξη για την επελθούσα αυτοδίκαιη άρση. Η πράξη αυτή δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Εφόσον οι θιγόμενοι ιδιοκτήτες επιθυμούν τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης που άρθηκε αυτοδίκαια λόγω παρέλευσης της ως άνω δεκαοκτάμηνης προθεσμίας, μπορούν να υποβάλλουν αίτηση και υπεύθυνη δήλωση προς την αρχή που εξέδωσε την απαλλοτριωτική απόφαση, μέσα σε προθεσμία ενός έτους από την παρέλευση της προθεσμίας, περί διατήρησης της απαλλοτρίωσης και καταβολής της δικαστικά καθορισμένης προσωρινής ή οριστικής αποζημίωσης.

Αν το αίτημα γίνει δεκτό από την αρχή που κήρυξε την απαλλοτρίωση και υποχρεούται στην καταβολή της αποζημίωσης, δεν επιτρέπεται ο ανακαθορισμός της αποζημίωσης ή η αναζήτηση τόκων υπερημερίας". Περαιτέρω, στο άρθρο 39 παρ. 3α εδάφ. στ’ και ζ’ του ν. 4024/2011 ορίστηκε ότι η ρύθμιση αυτή έχει αναδρομική ισχύ εφαρμοζόμενη και επί απαλλοτριώσεων που είχαν αυτοδικαίως αρθεί λόγω παρέλευσης της παραπάνω προθεσμίας του ενάμισι έτους κατά την έναρξη ισχύος του ν. 4024/2011 (27.10.2011), υπό την προϋπόθεση ότι οι ενδιαφερόμενοι θα υπέβαλαν την ανωτέρω αίτηση και υπεύθυνη δήλωση για τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης μέχρι τις 31.12.2012.

Επομένως, υπό την ισχύ της νέας ως άνω ρύθμισης καθίσταται σαφές ότι: α) η αναγκαστική απαλλοτρίωση αίρεται αυτοδικαίως, εάν δεν συντελεστεί μέσα σε ενάμισι έτος από τη δημοσίευση της απόφασης προσωρινού καθορισμού της αποζημίωσης και, σε περίπτωση απευθείας οριστικού καθορισμού αυτής, από τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης, β) η αρμόδια διοικητική αρχή (αν το ζητήσει ο θιγόμενος ιδιοκτήτης), υποχρεούται να εκδώσει μέσα σε τέσσερις μήνες από τη λήξη της προθεσμίας του προηγούμενου εδαφίου πράξη με βεβαιωτικό χαρακτήρα για την επελθούσα αυτοδίκαιη άρση, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, γ) εφόσον οι θιγόμενοι ιδιοκτήτες επιθυμούν τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης (που κατά τα ανωτέρω ήρθη αυτοδικαίως), έχουν το δικαίωμα μέσα σε ένα έτος από την παρέλευση της προθεσμίας αυτής να υποβάλουν (τυπική) αίτηση και υπεύθυνη δήλωση προς την αρμόδια διοικητική αρχή, ζητώντας τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης και την καταβολή της προσδιορισμένης αποζημίωσης, δ) το αίτημά τους δεν γίνεται πλέον άνευ άλλου δεκτό, αλλά υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια της διοικητικής αρχής, η οποία σταθμίζοντας, ως υπόχρεη για την καταβολή της αποζημίωσης, τη σκοπιμότητα του έργου και γενικότερα το δημόσιο συμφέρον για τη διατήρηση της απαλλοτριώσεως, αποφασίζει επ’ αυτού κυριαρχικά.

Τούτο, άλλωστε, συνάγεται και από τη συστηματική κατάταξη της διάταξης αυτής, η οποία αποτελεί μερικότερη ρύθμιση του ν. 4024/2011 "Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο - βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015" και έχει ενταχθεί στις διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015, που ψηφίστηκε με το ν. 3985/2011 και εξειδικεύθηκε με τις διατάξεις των ν. 3986/ 2011 και ν. 4002/2011.

Η ένταξη της νέας ρυθμίσεως στο ανωτέρω θεσμικό πλαίσιο του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής συναρτάται αναγκαίως με τη δημοσιονομική κατάσταση της Χώρας και την προώθηση των στόχων του μεσοπρόθεσμου πλαισίου για ώθηση στην ελληνική οικονομία και πάντως για μη περαιτέρω μεγέθυνση των ελλειμμάτων της.

Γι’ αυτό και η απόφαση της διοίκησης για διατήρηση της απαλλοτρίωσης, κατ’ εφαρμογή της νέας διατάξεως, δεν συνιστά δέσμια αρμοδιότητα αλλά ρητά αφέθηκε στη διακριτική της ευχέρεια με βάση το δημόσιο συμφέρον και τη σκοπιμότητα του έργου στα πλαίσια πάντοτε της επίτευξης των δημοσιονομικών στόχων του μεσοπρόθεσμου πλαισίου.

Επομένως, σε αντίθεση με το προ του άρθρου 39 παρ. 3α ν. 4024/2011 καθεστώς, υπό τις νέες ρυθμίσεις δεν αρκεί μόνη η υποβολή από το θιγόμενο ιδιοκτήτη δήλωσης για τη διατήρηση της αυτοδικαίως αρθείσας απαλλοτρίωσης, αλλά πρέπει επιπροσθέτως το σχετικό αίτημά του να γίνει αποδεκτό από την αρχή που κήρυξε την απαλλοτρίωση, πράγμα που σημαίνει ότι λαμβάνεται πλέον υπόψη και το δικό της συμφέρον, εκτός από αυτό του ιδιοκτήτη του απαλλοτριωθέντος ακινήτου.

Και αν το αίτημα του καθού η απαλλοτρίωση γίνει δεκτό από την αρχή αυτή, δεν επιτρέπεται ο ανακαθορισμός της αποζημίωσης (αφού ισχύει η ήδη καθορισμένη), ούτε η αναζήτηση (από τον δικαιούχο της αποζημίωσης), τόκων υπερημερίας. Καθίσταται εξ αυτών σαφές ότι -μετά την αυτοδίκαιη άρση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης- ο καθού δεν δικαιούται να ζητήσει με αγωγή ή με την έκδοση διαταγής πληρωμής να του καταβληθεί η προσωρινά ή οριστικά καθορισμένη αποζημίωση, αν προηγουμένως:

α) δεν ζητήσει με τυπική και εμπρόθεσμη αίτηση τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης και β) δεν γίνει δεκτή η αίτησή του από την αρχή που κήρυξε την απαλλοτρίωση και είναι η υπόχρεη για την καταβολή της αποζημίωσης. Αν φυσικά παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αυτή του ενός έτους και παρά ταύτα το ακίνητο έχει καταληφθεί και κατέχεται από το φορέα εκτέλεσης του έργου, απομένει στον κύριο αυτού η δυνατότητα να στραφεί κατά του ως άνω φορέα και να ζητήσει αποζημίωση.

Επομένως, υπό την ισχύ της νέας ως άνω διάταξης, στην περίπτωση που δεν υποβληθεί εμπρόθεσμα αίτηση για διατήρηση της απαλλοτρίωσης ή η υποβληθείσα απορριφθεί, δεν μπορεί πλέον να υποστηρίζεται ότι η αυτοδίκαιη άρση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης μόνον από τον καθού η απαλλοτρίωση μπορεί να προταθεί διότι εξυπηρετεί αποκλειστικά το συμφέρον αυτού, όχι δε και από τον υπερού η απαλλοτρίωση ή από τον υπόχρεο προς καταβολή της αποζημίωσης.

Η εν λόγω θέση μπορεί πλέον να θεωρηθεί ορθή μόνο για το χρονικό διάστημα της προθεσμίας του ενός έτους (το οποίο αρχίζει μετά την εκπνοή της προθεσμίας του ενάμιση έτους που προκάλεσε την αυτοδίκαιη άρση της απαλλοτριώσεως), μέσα στο οποίο ο καθού η απαλλοτρίωση εάν το επιθυμεί μπορεί να ζητήσει με τον προβλεπόμενο τυπικό τρόπο τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης και την καταβολή της δικαστικά καθορισμένης αποζημίωσης.

Ενόσω διαρκεί η προθεσμία αυτή και το ζήτημα της άρσεως είναι ακόμα εκκρεμές, ο μόνος που νομιμοποιείται να προτείνει (δικαστικά ή εξώδικα) την άρση της είναι ο καθού η απαλλοτρίωση. Αν όμως υποβάλλει εμπρόθεσμα την τυπική ως άνω δήλωση-αίτηση και το αίτημά του γίνει αποδεκτό από την αρχή, τότε η απαλλοτρίωση διατηρείται και είναι ισχυρή, δικαιούμενος να αξιώσει με αγωγή ή διαταγή πληρωμής την ήδη ορισθείσα αποζημίωση (χωρίς τον ανακαθορισμό της και τόκους υπερημερίας).

Αν αντίθετα απορριφθεί η αίτησή του ή αφήσει και παρέλθει άπρακτη η προθεσμία του ενός έτους, η αυτοδίκαιη άρση της απαλλοτριώσεως οριστικοποιείται και δεν γεννώνται πλέον δικαιώματα και υποχρεώσεις απ’ αυτήν. Ο καθού η απαλλοτρίωση δεν μπορεί να αξιώσει την καταβολή της ορισθείσας αποζημίωσης και, αν τη ζητήσει, αποκρούεται από τον (πρώην) υπόχρεο σε καταβολή της με την προβολή της ενστάσεως ότι η αυτοδίκαιη άρση της απαλλοτριώσεως οριστικοποιήθηκε και (η απαλλοτρίωση) δεν παράγει πλέον έννομες συνέπειες.

Γι’ αυτό στη συνέχεια με το άρθρο 131 παρ. 1 ν. 4070/2012 προστέθηκε παρ. 10 στο άρθρο 20 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) ως εξής: "Εφόσον η απαλλοτρίωση έχει αρθεί αυτοδικαίως κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 3 του άρθρου 11 ή ανακλήθηκε νομίμως, κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 1 του άρθρου 11, δεν υφίσταται δικαίωμα του καθού η απαλλοτρίωση για την έγερση καταψηφιστικής αγωγής με αντικείμενο την καταβολή της οριστικής αποζημίωσης".

Ως προς το αν η τελευταία αυτή διάταξη εφαρμόζεται ή όχι και επί των εκκρεμών (κατά την έναρξη της ισχύος του ν. 4070/2012) απαλλοτριώσεων παρατηρείται ασάφεια διατυπώσεως στη μεταβατική διάταξη του άρθρου 146, στην οποία προσδιορίζεται ποιές από τις νέες διατάξεις εφαρμόζονται αποκλειστικά στις απαλλοτριώσεις που κηρύσσονται από την έναρξη της ισχύος του και εφεξής (παρ. 1) και ποιές εφαρμόζονται και επί των εκκρεμών απαλλοτριώσεων (παρ. 2 έως 10).

Ωστόσο, η ρύθμιση αυτή έχει χαρακτήρα ερμηνευτικού νόμου και επομένως έχει εξ αυτού του λόγου αναδρομική ισχύ, αφού ουσιαστικά δεν εισάγει μία νέα ρύθμιση αλλά καταγράφει τις προπεριγραφείσες έννομες συνέπειες πληρώσεως των προϋποθέσεων του προγενέστερου νόμου. Ειδικότερα, καταγράφει τις συνέπειες που θα είχε (για το δικαίωμα του θιγομένου ιδιοκτήτη να αξιώσει την καταβολή της αποζημίωσης που ορίσθηκε για μία απαλλοτρίωση η οποία έχει αρθεί αυτοδικαίως κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 3 του άρθρου 11 ν. 2882/2011, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 39 παρ. 3α του ν. 4024/2011), το γεγονός ότι ο θιγόμενος ιδιοκτήτης δεν έχει υποβάλλει αίτηση και υπεύθυνη δήλωση προς την αρχή που εξέδωσε την απαλλοτριωτική απόφαση, μέσα σε προθεσμία ενός έτους από την παρέλευση της προθεσμίας περί διατήρησης της απαλλοτρίωσης και καταβολής της δικαστικά καθορισμένης προσωρινής ή οριστικής αποζημίωσης ή έχει υποβάλλει μεν αίτηση η οποία δεν έχει γίνει δεκτή.

Την εκδοχή αυτή ενισχύει και το γεγονός ότι η νέα παράγραφος 10 του άρθρου 20 του ν. 2882/2001 αναφέρεται στην παράγραφο 3 του άρθρου 11 όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 39 παρ. 3α του ν. 4024/2011, η οποία έχει ρητά αναδρομική δύναμη, άρα αναφέρεται σε όλες τις απαλλοτριώσεις που καταλαμβάνει υπό την ισχύ του το νέο άρθρο 11 παρ. 3.

Σε κάθε περίπτωση -και υπό την ισχύ μόνον της ρυθμίσεως του άρθρου 39 παρ. 3α του ν. 4024/2011- πρέπει να γίνει δεκτό ότι, ενόσω διαρκεί η προθεσμία για την υποβολή από τον καθού η απαλλοτρίωση αίτησης για τη διατήρησή της μετά την αυτοδίκαιη άρση της, αυτός αποκλειστικά νομιμοποιείται να προτείνει την άρση της, όμως μετά τη πάροδο άπρακτης της σχετικής προθεσμίας ή την τυχόν απόρριψη της αίτησής του από την αρχή που κήρυξε την απαλλοτρίωση, δικαιούται όχι μόνον αυτός αλλά και η υπόχρεη σε καταβολή της αποζημίωσης αρχή, έχοντας έννομο προς τούτο συμφέρον, να προτείνει και να επικαλεσθεί, δικαστικά και εξώδικα, την άρση της απαλλοτρίωσης, αφού αυτή ως μη υφιστάμενη δεν παράγει έννομες συνέπειες και άρα δεν γεννά υποχρέωση καταβολής της αποζημιώσεως (ΑΠ 293/2017, η οποία παρέπεμψε το θέμα που στη συνέχεια θα αναφερθεί, στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου).

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση αναφορικά με την αυτοδίκαιη ή μη άρση της ένδικης απαλλοτριώσεως και την καταχρηστική ή μη άσκηση του δικαιώματος των εναγόντων να ζητούν με την ένδικη αγωγή την αποζημίωση του απαλλοτριωθέντος ακινήτου τους, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "...Επομένως, οι ενάγοντες δικαιούνται να αξιώσουν από το εναγόμενο τα ακόλουθα χρηματικά ποσά:

α) έκαστος των τριών πρώτων, τα 4/20 της συνολικής αποζημίωσης, ήτοι το ποσό των [4/20 χ (80 ευρώ χ 123.493,92 ευρώ, β) ο τέταρτος και ο πέμπτος των εναγόντων τα 2/20 της συνολικής αποζημίωσης, ήτοι το ποσό των [2/20 χ (80 ευρώ χ 61.746,96 ευρώ, γ) η έκτη ενάγουσα, το 1/20 της συνολικής αποζημίωσης, ήτοι το ποσό των [1/20 χ (80 ευρώ χ 7.718,37) 30.873,48 ευρώ και όχι το ποσό των 41.164,64 ευρώ, που αυτή ζητεί και δ) ο έβδομος ενάγων, τα 3/20 της συνολικής αποζημίωσης, ήτοι το ποσό των [3/20 χ (80 ευρώ χ 7.718,37) 92.620,44 ευρώ, το οποίο είναι υπέρτερο του αιτούμενου από αυτόν ποσού των 82.329,28 ευρώ, τα οποία, ωστόσο, το υπόχρεο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, αρνήθηκε να τους καταβάλει και για τους λόγους αυτούς επιδίωξαν αυτά, με την ένδικη αγωγή τους, που ασκήθηκε στις 27.7.2009, μετά δηλαδή, την πάροδο δεκαοκτώ μηνών από την δημοσίευση της παραπάνω απόφασης, περί προσωρινού καθορισμού της αποζημίωσης και συνεπώς, η απαλλοτρίωση δεν συντελέσθηκε, δεν εκδόθηκε όμως, ούτε σχετική ανακλητική απόφαση της αρχής που κήρυξε την απαλλοτρίωση ούτε βεβαιωτική πράξη αυτής, περί αυτοδίκαιης άρσης της απαλλοτρίωσης ούτε σχετική απόφαση του αρμόδιου Διοικητικού Δικαστηρίου.

Το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ισχυρίσθηκε, ότι δεν έχει υποχρέωση αποζημίωσης των ήδη εφεσίβλητων - εναγόντων, εφόσον, από το χρόνο δημοσίευσης της υπ’ αριθμ. 271/2.6.2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, με την οποία καθορίστηκε προσωρινά η τιμή μονάδος αποζημίωσης, για το απαλλοτριωθέν ακίνητό τους, παρήλθε η προβλεπόμενη από το άρθρο 17 του Συντάγματος, δεκαοκτάμηνη προθεσμία, χωρίς να συντελεσθεί η απαλλοτρίωσή του, με καταβολή της καθορισθείσας αποζημίωσης και συνεπώς, επήλθε αυτοδίκαιη άρση της απαλλοτρίωσης αυτής.

Ο ισχυρισμός αυτός, ήταν αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον, σύμφωνα με όσα εκτίθενται σχετικά, στη νομική σκέψη της παρούσας, κατά τις διατάξεις του άρθρου 11 του ν. 2882/2001, που εφαρμόζονται εν προκειμένω, για την αυτοδίκαιη άρση της ένδικης απαλλοτρίωσης, απαιτείτο η έκδοση, κατά τη διαδικασία που προέβλεπε το εν λόγω άρθρο (11 του ν. 2882/2001), όπως ίσχυε, σχετικής ανακλητικής απόφασης ή βεβαιωτικής πράξης της διοίκησης, περί αυτοδίκαιης άρσης της απαλλοτρίωσης ή σχετικής απόφασης του αρμόδιου Διοικητικού Δικαστηρίου, οπότε μόνο, κατά τα προεκτιθέμενα, δεν θα υφίστατο πλέον απαλλοτρίωση και συνακόλουθα, το υπέρ ου η απαλλοτρίωση Ελληνικό Δημόσιο, δεν θα είχε υποχρέωση καταβολής της καθορισθείσας αποζημίωσης και οι εφεσίβλητοι - ενάγοντες, αντίστοιχη αξίωση.

Εφόσον όμως, κατά τα παραπάνω, δεν εκδόθηκε σχετική ανακλητική απόφαση ούτε βεβαιώθηκε η αυτοδίκαιη άρση της απαλλοτρίωσης, με πράξη της διοίκησης ή σχετική δικαστική απόφαση, η απαλλοτρίωση εξακολουθεί να παράγει τα αποτελέσματά της και συνακόλουθα, σύμφωνα με όσα προεκτίθενται, η πάροδος άπρακτης της παραπάνω δεκαοκτάμηνης προθεσμίας, δεν επέφερε απόσβεση της αξίωσης αποζημίωσης, για τους δικαιούχους εφεσίβλητους - ενάγοντες, οι οποίοι όχι μόνον δεν την επικαλούνται, αλλά, αντίθετα, άσκησαν την ένδικη αγωγή τους, επιδιώκοντας την επιδίκαση της καθορισθείσας αποζημίωσης.

Σημειώνεται ότι μολονότι κατά τη δημοσίευση της εκκαλουμένης απόφασης (24.1.2012), ίσχυε το άρθρο 11 παρ. 3 του ν. 1882/2001, όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 3α του άρθρου 39 του ν. 4024/2011 και εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 533 παρ. 2 ΚΠολΔ, από το παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, για την κρίση του περί της ορθότητας της εκκληθείσας πρωτόδικης απόφασης, το οποίο έδιδε τη δυνατότητα στους ιδιοκτήτες ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2882/2001, να επιδιώξουν τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης, με την υποβολή σχετικής αίτησής τους, εντός έτους, από την παρέλευση της οριζόμενης στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 11 του νόμου αυτού (όπως αντικαταστάθηκε), δεκαοκτάμηνης προθεσμίας και σε κάθε περίπτωση μέχρι τις 31.12.2012, δυνατότητα την οποία δεν είχαν υπό την προϊσχύουσα μορφή του παραπάνω άρθρου, εν τούτοις στη συγκεκριμένη περίπτωση η αίτηση αυτή δεν ήταν αναγκαία, διότι ήδη οι ανωτέρω δικαιούχοι με την έγερση της από 27.7.2009 αγωγής τους για επιδίκαση της αποζημίωσης, δήλωσαν ρητά τη βούλησή τους, να μην ασκήσουν το δικαίωμα που θεσπίσθηκε για το συμφέρον τους, να καταστήσουν δηλαδή ανίσχυρη την απαλλοτρίωση επικαλούμενοι την αυτοδίκαιη ανάκλησή της, αλλά να διατηρηθεί η απαλλοτρίωση, οπότε η άρση της θεωρείται ως μη γενομένη, έστω κι αν αυτοί δεν υπέβαλαν (μεταγενέστερα και μέχρι τις 31.12.2012) τη σχετική αίτηση για διατήρηση της απαλλοτρίωσης (πρβλ.

Ολ.ΑΠ 7/2007, ΑΠ 754/2011, ΑΠ 975/2010, ΑΠ 631/2010, υπό το παλαιό καθεστώς και Μαρία Γεωργιάδη Αναγκ. Απλ/ση έκδ. 2014 παρ. 18 σελ. 362-364, Χορομίδης Αναγκ. Απαλ/ση στο άρθρο 7 του ν. 2882/2001 σελ. 178 αρ. 46, υπό το νέο καθεστώς). Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο απέρριψε τον ισχυρισμό του εκκαλούντος-εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου, περί αυτοδίκαιης άρσης της απαλλοτρίωσης, ορθά το νόμο εφάρμοσε και τα αντίθετα παράπονα του εκκαλούντος που προβάλλονται με τον πρώτο λόγο της εφέσεώς του, με τον οποίο το εκκαλούν παραπονείται, ότι κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, δεν έγινε δεκτός ο παραπάνω ισχυρισμός του, είναι απορριπτέα, ως αβάσιμα.

Στο άρθρο 281 του ΑΚ, ορίζεται ότι η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 17/1995, ΑΠ 1276/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση το εκκαλούν - εναγόμενο με τις προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ισχυρίστηκε ότι η εναντίον του υπό κρίση αγωγή υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος των εναγόντων και πρέπει να απορριφθεί, διότι οι ενάγοντες αφενός μεν πριν την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, με τη λεπτομερώς περιγραφόμενη συμπεριφορά τους, του δημιούργησαν την εύλογη πεποίθηση ότι θα συναινούσαν στην εκ μέρους του απευθείας εξαγορά του επιδίκου οικοπέδου, πλην, όμως, τελικά υπαναχώρησαν, με συνέπεια να αναγκασθεί να προβεί στην αναγκαστική απαλλοτρίωση αυτού, αφετέρου δε μετά την άσκηση της ένδικης αγωγής τους, άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας την από 25.9.2009 και με αριθμό κατ. ...2009 αγωγή τους κατά του ιδίου, με την οποία ζητούν, επικαλούμενοι ότι, λόγω μη εμπρόθεσμης καταβολής της οριστικώς προσδιορισθείσας αποζημίωσης, έχει αυτοδικαίως ανακληθεί η απαλλοτρίωση, να υποχρεωθεί το τελευταίο να τους καταβάλει ως αποζημίωση για την απώλεια των εισοδημάτων τους, λόγω της στέρησης χρήσης του περιουσιακού τους στοιχείου, κατά το χρονικό διάστημα από 24.5.2004 έως 24.7.2009, το συνολικό ποσό των 204.800 ευρώ.

Με το ανωτέρω περιεχόμενο και αίτημα, ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου ήταν απορριπτέος ως νομικά αβάσιμος, αφού εκ των θεμελιωτικών αυτού διαλαμβανόμενων πραγματικών περιστατικών, άλλα μεν ανάγονται σε χρόνο πριν από τη γέννηση του δικαιώματος των εναγόντων και άλλα σε χρόνο μεταγενέστερο της άσκησης της υπό κρίση αγωγής, με συνέπεια και αληθή υποτιθέμενα να μην πληρούν, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα παραπάνω στη μείζονα σκέψη, το πραγματικό του άρθρου 281 ΑΚ.

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο απέρριψε τον ισχυρισμό του εκκαλούντος - εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου, περί καταχρηστικής ασκήσεως της υπό κρίση αγωγής εκ μέρους των εναγόντων, ως νομικά αβάσιμο, ορθά το νόμο εφάρμοσε και τα αντίθετα παράπονα του εκκαλούντος που προβάλλονται με το δεύτερο λόγο της εφέσεώς του, με τον οποίο το εκκαλούν παραπονείται, ότι κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, δεν έγινε δεκτός ο παραπάνω ισχυρισμός του, είναι απορριπτέα, ως αβάσιμα...".

Περαιτέρω, αναφορικά με την αυτοδίκαιη ή μη άρση της ένδικης απαλλοτρίωσης το Εφετείο, παρότι δέχεται ότι οι αναιρεσίβλητοι (καθ’ ων η απαλλοτρίωση) δεν υπέβαλαν εμπρόθεσμα προς την αρμόδια διοικητική αρχή αίτηση και υπεύθυνη δήλωση, εντός δεκαοκτώ μηνών από την δημοσίευση της 276/2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας περί προσωρινής τιμής μονάδος αποζημίωσης του απαλλοτριωθέντος ένδικου ακινήτου στις 2.6.2006 αλλά και εντός της εν συνεχεία αυτής προθεσμίας του ενός έτους και σε κάθε περίπτωση μέχρι τις 31.12.2012, ζητώντας τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης και την καταβολή της προσδιορισμένης αποζημίωσης, έκρινε ότι η αίτηση αυτή δεν ήταν αναγκαία, διότι δεν εκδόθηκε σχετική ανακλητική απόφαση ούτε βεβαιώθηκε η αυτοδίκαιη άρση της απαλλοτρίωσης με πράξη της διοίκησης ή σχετική δικαστική απόφαση από το αρμόδιο Διοικητικό Δικαστήριο και η ένδικη απαλλοτρίωση δεν είχε αρθεί αυτοδικαίως και ως εκ τούτου οι ενάγοντες δικαιούνται της αιτούμενης με την ένδικη αγωγή αποζημίωσης, λόγω απαλλοτρίωσης, όπως αυτή προσδιορίσθηκε, ειδικότερα για κάθε δικαιούχο ενάγοντα με την 36/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας.

Ακολούθως απέρριψε τον πρώτο λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της πρωτόδικης απόφασης, με τον οποίο επανέφερε τον σχετικό ισχυρισμό, που πρότεινε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, περί αυτοδίκαιης άρσης της απαλλοτρίωσης. Το αναιρεσείον με τον πρώτο, κατ’ ορθότερο χαρακτηρισμό οπό τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσής του, αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία παράβαση των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και συγκεκριμένα για εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 25 του Συντάγματος και των άρθρων 7 παρ. 1, 10 και 11 παρ. 3 του ν. 2882/2001, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 39 παρ. 3α’ , ε’ , στ’ του ν. 4024/2011, αφού κατά τις προπαρατιθέμενες νομικές αιτιολογίες η επίδικη απαλλοτρίωση του ακινήτου των αναιρεσιβλήτων έχει αρθεί αυτοδικαίως, δεδομένου ότι όχι μόνον παρήλθε άπρακτη η προβλεπόμενη για τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης προθεσμία του ενάμισι έτους από τη δημοσίευση της απόφασης για τον προσωρινό καθορισμό της αποζημίωσης, αλλά επί πλέον παρήλθε ακολούθως άπρακτη και η εν συνεχεία αυτής προθεσμία του ενός έτους και σε κάθε περίπτωση η 31-12-2012, που ο νόμος προβλέπει για την υποβολή από τους αναιρεσίβλητους αίτησης προς διατήρηση της απαλλοτρίωσης, με αποτέλεσμα οι αναιρεσίβλητοι να μην μπορούν να αξιώσουν την καταβολή της ορισθείσας αποζημίωσης, λόγω απαλλοτρίωσης.

Το ζήτημα, όμως, αυτό, αν δηλαδή το Ελληνικό Δημόσιο μπορεί να προτείνει, ως καταλυτικό λόγο της ένδικης αγωγικής αξίωσης αποζημίωσης, λόγω απαλλοτρίωσης, την αυτοδίκαιη άρση της απαλλοτρίωσης του ακινήτου των αναιρεσιβλήτων, δεδομένου ότι όχι μόνον παρήλθε άπρακτη η προβλεπόμενη για τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης προθεσμία του ενάμισι έτους από τη δημοσίευση της 276/2006 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας στις 2.6.2006 απόφασης για τον προσωρινό καθορισμό της αποζημίωσης, αλλά επιπλέον παρήλθε άπρακτη και η εν συνεχεία αυτής προθεσμία του ενός έτους, και σε κάθε περίπτωση η προθεσμία της 31.12.2012, που ο νόμος προβλέπει για την υποβολή από τους αναιρεσίβλητους αίτησης προς διατήρηση της απαλλοτρίωσης, έχει ήδη παραπεμφθεί στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με την προαναφερθείσα 293/2017 απόφαση του Α’ Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, οι νομικές σκέψεις της οποίας στην αρχή αναφέρθηκα.

Επομένως, για την ενότητα της νομολογίας και προς αποφυγή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, συντρέχει, ευλόγως, περίπτωση εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 249 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα ανωτέρω. Κατόπιν αυτού, πρέπει να αναβληθεί η πρόοδος της παρούσας δίκης, επί του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης, μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης από την Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.

Αντίθετα, το Εφετείο, με το να απορρίψει με τις ανωτέρω σκέψεις τον δεύτερο λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος, με τον οποίο ισχυρίσθηκε, όπως και πρωτοδίκως, ότι η εναντίον του αγωγή υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως την ως άνω ουσιαστική διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, όπως προαναφέρθηκαν, πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της μη καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων και δικαιολογούν την απόρριψη του ισχυρισμού του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου περί καταχρηστικής άσκησης του ασκούμενου με την ένδικη αγωγή δικαιώματος. Κατόπιν αυτών πρέπει ν’ απορριφθεί ο από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τον δεύτερο λόγο της από 22.12.2015 αίτησης για αναίρεση της 305/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.

Και

Αναβάλλει τη συζήτηση κατά τα λοιπά, ως προς τον πρώτο λόγο αναίρεσης, μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης από την Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου επί της υποθέσεως, που έχει παραπεμφθεί σ’ αυτήν με την 293/2017 απόφαση του Α’ Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Νοεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Δεκεμβρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ