Supreme Court dismisses appeal on contract interpretation, upholding good faith and statutory exclusion rules.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the lower court's decision regarding a property sale contract. The court found that the lower court correctly applied the principles of good faith and statutory rules on exclusion clauses to protect the buyer from future expropriation risks. Consequently, the appeal was dismissed, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 173 and 200 of the Civil Code; The court must interpret declarations of will to ascertain the true intent without attachment to words, and contracts must be interpreted according to good faith, considering trade usages, to ensure the subject matter is free from burdens that would invalidate the buyer's rights.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2059 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2059/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε, δημόσια στο ακροατήριό του στις 21 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Π. Μ. του Φ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Τσαντίνη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "CROSS CONSULTING ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ, ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ, ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "CROSS CONSULTING S.A,", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Λεωνίδα Κοτσαλή και Μιχαήλ Κοσμά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Ιουνίου 2008 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2574/2010 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 2386/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12 Δεκεμβρίου 2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Αθανάσιος Καγκάνης, ανέγνωσε την από 10 Οκτωβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αρ.1 του ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται κAι οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. O κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.
με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006, και Ολ.ΑΠ 4/2005). Στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο περιλαμβάνονται όπως προεκτέθηκε, και oι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με τους οποίους ορίζεται ότι κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, καθώς επίσης ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση κατά την οποία υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για τη δήλωση βουλήσεως.
Μέσα από την εφαρμογή των διατάξεων αυτών θα ανευρεθεί και θα κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο μιας δικαιοπραξίας, κατά τρόπο ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων. Η προσφυγή στις διατάξεις αυτές προϋποθέτει την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία, που διαπιστώνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο, έστω και έμμεσα, οπότε, σε περίπτωση μη αναζήτησης του αληθινού περιεχομένου της δικαιοπραξίας βάσει των διατάξεων αυτών, ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης.
Ο ίδιος λόγος επίσης ιδρύεται και όταν με τη δοθείσα ερμηνεία παραβιάζονται οι αρχές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών (ΑΠ 355/2011, ΑΠ 604/2011) ως κριτήρια συμπεριφοράς επιβαλλόμενης στις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου, όταν, δηλαδή, το ερμηνευτικό πόρισμα δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 495/13).
Για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσης, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα συμφέροντα των μερών και ιδίως εκείνου την ιδιαίτερη προστασία του οποίου επιδιώκει ο ερμηνευόμενος όρος (ΑΠ 737/2000, ΑΠ 337/2000), το δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις άλλες συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βούλησης, τη φύση της σύμβασης, τις διαπραγματεύσεις και την προηγούμενη συμπεριφορά των μερών.
Το δικαστήριο, όταν ερμηνεύει, κατά τα άνω, τη δήλωση βουλήσεως α) δεν είναι ανάγκη να αναλύσει και να εξειδικεύσει τις αρχές αυτές β) δεν δεσμεύεται από τους ισχυρισμούς των διαδίκων (ΑΠ 211/11) και γ) δεν είναι υποχρεωμένο να αρκεστεί μόνο στο περιεχόμενο της σύμβασης. Περαιτέρω, από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην, έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης, ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 179/2013, ΑΠ 495/2013, ΑΠ 467/2013, ΑΠ 568/2013 1258/13).
Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αναίρεσης προβάλλονται από τον αναιρεσείοντα "από το άρθρο 559 αρ 1 και 19 ΚΠολΔ αιτιάσεις με την επίκληση ότι, η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την ερμηνεία του αναφερόμενου σ' αυτούς (λόγους) όρου της μεταξύ αυτού, ως πωλητή, και της αναιρεσίβλητης, ως αγοράστριας, καταρτισθείσας, με το .../25-2-08 συμβολαιογραφικό προσύμφωνο, δικαιοπραξίας, παραβίασε τους ουσιαστικού δικαίου, ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, καθόσον η, ερμηνευτικώς εξενεχθείσα κρίση αυτής περί της αληθούς δικαιοπρακτικής βουλήσεως των συμβληθέντων διαδίκων αντικρούεται από τα χρησιμοποιηθέντα προς ανεύρεσή της κριτήρια της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, λόγω των ανεπαρκών αιτιολογιών που διαλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού της συλλογισμού.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή (αρθ. 561 παρ 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι, αυτή, μετ' εκτίμηση του συνόλου των, από τους διαδίκους νομίμως προσκομισθέντων, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ως προς την ουσία του κρισίμου ως άνω ζητήματος τα ακόλουθα: "Με το υπ' αριθμ. .../25-2-2008 προσύμφωνο πωλήσεως που καταρτίσθηκε μεταξύ της ενάγουσας (αναιρεσίβλητης) και του εναγομένου (αναιρεσείοντος) ενώπιον της Συμβολαιογράφου Πειραιά Ειρήνης Μαρή, ο τελευταίος ανέλαβε την υποχρέωση να πωλήσει και μεταβιβάσει στην πρώτη κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή ένα ισόγειο κτίσμα με οικόπεδο επιφανείας 303,85 τ.μ., που βρίσκεται εντός του εγκεκριμένου σχεδίου της πόλεως Αθηνών, της περιφέρειας του Δήμου Αθηναίων, επί της οδού ...
αριθμός 3 (πρώην 1), όπως αυτό εμφαίνεται στο από Ιανουαρίου 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Α. Μ., που προσαρτάται στο ως άνω προσύμφωνο. Το συνολικό τίμημα συμφωνήθηκε στο ποσό των (2.380.000) Ευρώ, από το οποίο η ενάγουσα κατέβαλε, κατά την ως άνω ημερομηνία καταρτίσεως του προσυμφώνου, στον εναγόμενο πωλητή ως αρραβώνα το ποσό των 70.000 ευρώ.
Το οριστικό πωλητήριο συμβόλαιο συμφωνήθηκε να υπογραφεί ενώπιον της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, στις 17-3-2007 και ώρα 16,00 ενώ μεταξύ άλλων με τον όρο 4 συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση μεταμέλειας της αγοράστριας αυτή χάνει τον αρραβώνα που κατέβαλε σε όφελος του πωλητή. Με τον ίδιο όρο εξάλλου ορίστηκε ότι "Δεν θεωρείται ότι υπάρχει μεταμέλεια της αγοράστριας στις ακόλουθες περιπτώσεις α) ...
β) ... γ) αν το πωλούμενο ακίνητο έχει κηρυχθεί απολλοτριώμενο ή έχει ήδη επιβληθεί οποιαδήποτε δέσμευση σ' αυτό, πέραν της πραγματοποιημένης το έτος 1973 (ΦΕΚ 40/13-2-1973 Τεύχος 4ο) δ) αν δεν είναι δυνατή η χρήση του για οποιαδήποτε χρήση από αυτές οι οποίες επιτρέπονται στην περιοχή στην οποία κείται (Γενική κατοικία), Στις περιπτώσεις αυτές η αγοράστρια δικαιούται να υπαναχωρήσει αζημίως της παρούσας σύμβασης με απλή δήλωση της κοινοποιούμενη στον πωλητή ...
αυτός δε (ο πωλητής) υποχρεούται να επιστρέψει εντός τριών (3) ημερών στην αγοράστρια τον ληφθέντα αρραβώνα". ... Από το κείμενο του προαναφερθέντος όρου 4γ του προσυμφώνου και ειδικότερα από τη φράση "... ή έχει ήδη επιβληθεί οποιαδήποτε δέσμευση σ' αυτό πέραν της πραγματοποιημένης το έτος 1973" διαπιστώνεται ότι, υπάρχει κενό ως προς τον προσδιορισμό, εκ μέρους των συμβαλλομένων της έννοιας της δεσμεύσεως, η οποία δεν εξειδικεύεται.
Συντρέχει, επομένως, περίπτωση εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. σύμφωνα με τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη. Ενόψει των ανωτέρω το Δικαστήριο τούτο, λαμβάνοντας υπόψη τους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες, την κατάθεση της μάρτυρος αποδείξεως, εκτιμώμενης σε συνδυασμό με το όλο αποδεικτικό υλικό, κρίνει ότι δέσμευση του πωλούμενου ακινήτου -που θα έδινε στην αγοράστρια το δικαίωμα της υπαναχώρησης από τη σύμβαση του προσυμφώνου της πωλήσεως συνιστούσε, κατά την ηθελημένη από τους διαδίκους έννοια, οποιαδήποτε δέσμευση, ακόμη και η πρόταση προς απαλλοτρίωση εκ μέρους κάποιας δημόσιας υπηρεσίας και όχι μόνο η κήρυξη της απαλλοτρίωσης.
Στην κρίση αυτή το Δικαστήριο οδηγείται και από το όλο περιεχόμενο της συμβάσεως ήτοι και από την ανάγνωση του όλου κειμένου του ως άνω προσυμφώνου με το οποίο ο εναγόμενος υποσχόταν ότι το εν λόγω ακίνητο ήταν τόσο κατά την κατάρτιση του προσυμφώνου, όσο και κατά την κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου ελεύθερο και απαλλαγμένο από κάθε βάρος, χρέος, υποθήκη και γενικά ελεύθερο από κάθε νομικό ελάττωμα. - Το Δικαστήριο, ερμηνεύοντας τον ως άνω όρο, κατά τα προαναφερθέντα, κρίνει ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την κατάρτιση της συμβάσεως της πωλήσεως δεν ήταν η έλλειψη κάποιας συγκεκριμένης δέσμευσης ή η δέσμευση κάποιας βαρύτητας αλλά η έλλειψη οποιασδήποτε δέσμευσης του πωλουμένου ακινήτου, όπως βάσιμα και η εκκαλούσα υποστηρίζει ... .
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, μετά από έρευνα που διενήργησε η ενάγουσα(αγοράστρια), αμέσως μετά την κατάρτιση του ως άνω πορσυμφώνου, διαπίστωσε ότι, εκτός από την προαναφερθείσα απαλλοτρίωση του έτους 1973, που είχε ανακληθεί, το εν λόγω ακίνητο είχε τις ακόλουθες δεσμεύσεις α) Είχε προταθεί για απαλλοτρίωση με γνωμάτευση του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου (Κ.Α.Σ).
το έτος 1995 κατά την υπ' αριθμόν 22/13-6-1995 συνεδρία του. Υπήρχε δε, νέα Εισήγηση από την Γ' Εφορία Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων για απαλλοτρίωση του, η οποία με το με αριθμό πρωτοκ. 10430/ 5-2-2007 έγγραφο με τον τίτλο "Επικαιροποίηση καταλόγου ακίνητων προς απαλλοτρίωση στην περιοχή του Θησείου" κοινοποιήθηκε στο Υπουργείο Πολιτισμού και β)Με την με αριθμό ΥΠΠO/Γ ΔΑΠΚ/ΑΡΧ/ΑΙ/Φ43/702/425/ 29-1-2004 απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού (ΦΕΚ 96/Δ/10-2-2004) η περιοχή στην οποία βρίσκεται το ακίνητο τέθηκε εντός των ορίων του αρχαιολογικού χώρου της πόλεως των Αθηνών, σύμφωνα με το Ν. 3028/ 2002, με αποτέλεσμα να ισχύουν για το ακίνητο αυτό δεσμεύσεις ως προς την χρήση και την ανοικοδόμησή του, σύμφωνα και με τις διατάξεις των άρθρων 19 και 14 του εν λόγω νόμου αντίστοιχα.
Με την διαπίστωση των παραπάνω δεσμεύσεων του ακινήτου, που υπήρχαν κατά τον κρίσιμο χρόνο καταρτίσεως του επιδίκου προσυμφώνου (25-2-2008), η ενάγουσα κοινοποίησε στις 14-3-2008 στον εναγόμενο (βλ. 8168 Δ/2008 έκθεση επιδόσεως) την από 12-3-2008 εξώδικη πρόσκληση με την οποία επικαλούμενη ότι υπήρχαν στο πωλούμενο ακίνητο οι εν λόγω δεσμεύσεις δήλωνε προς αυτόν ότι ασκούσε το προβλεπόμενο από το ως άνω προσύμφωνο δικαίωμα υπαναχωρήσεως από την προσυμφωνηθείσα με αυτό πώληση του ακινήτου και τον καλούσε να της επιστρέψει τον ληφθέντα αρραβώνα των 70.000 Ευρώ, εντός της οριζόμενης στο προσύμφωνο συμβόλαιο τριήμερης προθεσμίας. ...
Ενόψει των παραπάνω αποδειχθέντων, ασκηθείσα από την ενάγουσα υπαναχώρηση (συμβατική) επέφερε τα συμφωνηθέντα από τους διαδίκους έννομα αποτελέσματα και ο εναγόμενος οφείλει να επιστρέψει στην ενάγουσα το δοθέν ως αρραβώνα ποσό των 70.000 ευρώ νομιμοτόκως ...". Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αποδιδομένη με τους επικαλούμενους λόγους πλημμέλεια αφού, μετά τη διαπίστωση της υπάρξεως κενού στη διατύπωση μιας εκ των διαλαμβανομένων στον υπ' αριθμ. 4 όρο της ένδικης σύμβασης προϋποθέσεων- υπό τη συνδρομή της οποίας η αγοράστρια αναιρεσίβλητη θα μπορούσε να υπαναχωρήσει απ' αυτήν αζημίως, χωρίς δηλαδή, να απωλέσει το ως αρραβώνα δοθέν από την ίδια ποσό των 70.000ευρώ- και ειδικότερα αυτής που αναφέρεται, υπό στοιχ.
γ, στον παραπάνω όρο, κατά την οποία ο δοθείς αρραβώνας διασώζεται για την αναιρεσίβλητη-αγοράστρια, πλην άλλων, και στην περίπτωση που το υποσχόμενο προς πώληση ακίνητο "έχει κηρυχθεί απαλλοτριωτέο ή έχει ήδη επιβληθεί οποιαδήποτε δέσμευση σ' αυτό, πέραν της πραγματοποιημένης το έτος 1973 (ΦΕΚ 40/13-2-73 τεύχος), προσέφυγε, ορθώς, στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200ΑΚ προκειμένου να αναζητήσει δι' αυτών την αληθινή δικαιοπρακτική βούληση των συμβληθέντων μερών και, χρησιμοποιώντας ως κριτήρια την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, κατά την εκτεθείσα στη σχετική μείζονα σκέψη έννοια, η ανάλυση των οποίων δεν είναι απαραίτητο να διαλαμβάνεται στην απόφαση, όπως αβασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, τη φύση και το χαρακτήρα της σύμβασης, την προκύπτουσα από το όλο περιεχόμενο αυτής (ένδικης σύμβασης) βούληση των διαδίκων καθώς και τα προσκομισθέντα προς απόδειξη αυτής αποδεικτικά μέσα, δέχθηκε, με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ότι "δέσμευση συνιστούσε κατά την ηθελημένη από τους διαδίκους έννοια, οποιαδήποτε δέσμευση, ακόμη και η πρόταση προς απαλλοτρίωση εκ μέρους κάποιας δημόσιας υπηρεσίας και όχι μόνο η κήρυξη της απαλλοτρίωσης".
Η, με βάση τα παραπάνω κριτήρια εξενεχθείσα, κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης εναρμονίζεται με την έννοια της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, αφού, με τη δοθείσα ερμηνεία εξασφαλίζεται η επιδοκιμαζόμενη από τα εν λόγω κριτήρια προστασία των συμφερόντων της αγοράστριας -αναιρεσίβλητης, για την προάσπιση των οποίων είχε προβλεφθεί ο σχετικός όρος, ενόψει του ότι και η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη επιβάλλουν το αντικείμενο της οποιαδήποτε σύμβασης πωλήσεως να μεταβιβάζεται στον αγοραστή, ο οποίος καταβάλλει το συμφωνημένο και ανάλογο προς την αξία του τίμημα, ελεύθερο όχι μόνο από κάθε βάρος, νομικό ή πραγματικό, αλλά και από οποιαδήποτε άλλη δέσμευση, η οποία συνεπάγεται την αναίρεση της κατά προορισμό χρήσης και εκμετάλλευσης αυτού, τέτοια δε, αναμφισβήτητα, συνιστά τόσο το γεγονός ότι το εν λόγω, υπό πώληση, ακίνητο είχε, ήδη από το 1995, προταθεί αρμοδίως, με την 22/13-6-95 απόφαση του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου προς απαλλοτρίωση, περιλαμβανόμενο στον αρχικό αλλά και στον επικαιροποιημένο κατάλογο ακινήτων προς απαλλοτρίωση της Γ' Εφορείας προϊστορικών και κλασσικών αρχαιοτήτων Αθηνών του Υπουργείο Πολιτισμού (βλ.
Φ3/7039/31-1-2007 έγγραφο αυτής) όσο και το ότι η περιοχή στην οποία ευρίσκεται το επίδικο ακίνητο είχε ήδη χωροθετηθεί εντός του αρχαιολογικού χώρου της πόλεως των Αθηνών με την υπ' αριθμ ΥΠΠΟ/Γ ΔΑΠ/ΑΡΧ/Α1/Φ43/702/425/29-1-2004 απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού με αποτέλεσμα την ύπαρξη περιορισμού ως προς τη χρήση και την ανοικοδόμησή του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 14 και 19 ν. 3082/02.
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, το γεγονός ότι τελικώς το επίδικο ακίνητο εξαιρέθηκε με την 24/6-3-2009 απόφαση της αρμοδίας επιτροπής του Υπουργείου Πολιτισμού από την απαλλοτρίωση, δεν αναιρεί το δικαίωμα του αναιρεσείοντος να υπαναχωρήσει και να ζητήσει την επιστροφή του αρραβώνα καθόσον, η ενεργοποίηση του εν λόγω δικαιώματος προϋπέθετε δέσμευση προϋπάρχουσα της κατάρτισης του προσυμφώνου (25-2-2008), η οποία και συνέτρεχε εν προκειμένω, αφού η πρόταση για απαλλοτρίωση είχε ήδη ληφθεί από το 1995 και επαναλήφθηκε το 2007.
Υπό τις παραδοχές αυτές της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού της προσβαλλόμενης απόφασης, οι οποίες καλύπτουν πλήρως το πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων των αρθρ. 173 και 200 ΑΚ και δικαιολογούν απολύτως το αποδεικτικό πόρισμα, δεν ευρίσκουν έρεισμα εφαρμογής οι από το αρθ. 559 αρ 1 και 19 ΚΠολΔ προβαλλόμενες αιτιάσεις, οι οποίες καθώς και η αναίρεση στο σύνολό της, πρέπει, για το λόγο αυτό, να απορριφθούν, διατασσόμενης της εισαγωγής του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 12 παρ 2 ν. 4055/12).
Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, που ηττήθηκε (αρθ. 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 12-12-12 αίτηση του Κ. Π.-Μ. του Φ. για αναίρεση της 2386/2012 απόφασης Του Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης από δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Νοεμβρίου 2013
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 18 Νοεμβρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ