Legislator Case Law & Legislation
2059/2010 AI generated

2059/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2059/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή, σύμφωνα με την 104/21-7-10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

2059/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σ' αυτή την περίπτωση πρέπει στην αιτιολογία της αποφάσεως να αναφέρεται και η συνδρομή αυτής της υποχρεώσεως και, αν πηγάζει από επιτακτικό κανόνα δικαίου, να προσδιορίζεται και ο κανόνας αυτός. Εξ άλλου η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Keywords

AI generated
fitness to drive aggravated drunk driving traffic offence motorcycle road accident offenses against legal certainty motor vehicle expenses
AI generated
777/2018
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
1208/2016
Ανθρωποκτονία από αμέλεια ( τροχαίο ).
1193/2023
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
32/2014
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την υπ'αρ 234472/11518/23-12-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 28-4-2009 παρεμπίπτουσα αγωγή του 5ου ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1248/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5720/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6-12-2011 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γρηγόριος Λαπατάς, ανέγνωσε την από 27-11-2012 έκθεση του κωλυομένου να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Ρουμπή, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της από 6-12-2011 αιτήσεως αναιρέσεως.
1861/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Καπελούζο - Εισηγητή, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα και Γεώργιο Παπαηλιάδη, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2059 / 2010 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 2059/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή, σύμφωνα με την 104/21-7-10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 14η Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Κ. του Λ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κυπριανό Μερεμέτη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1272/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με συγκατηγορούμενους τους 1) Ε. Σ., 2) Λ. Π. και 3) Ν. Ρ., και με πολιτικώς ενάγοντα τον Ι. Β. του Α., κάτοικο …, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Μαύρου-Τσάκου. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορουμένος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Ιουλίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1143/2010.

Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 302 παρ. 1, του άρθρου 314 παρ. 1 εδ. α' του Π.Κ., στην πρώτη από τις οποίες ορίζεται ότι όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και στη δεύτερη ότι, όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών, προς τη διάταξη του άρθρου 28 του ιδίου Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, συνάγεται ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, η αντικειμενική υπόσταση του οποίου συνίσταται στην πρόκληση θανάτου άλλου και τη θεμελίωση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια, στην οποία η αξιόποινη συμπεριφορά συνίσταται στην πρόκληση σωματικής κάκωσης ή βλάβης της υγείας απαιτούνται τα εξής στοιχεία:

α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η απαιτούμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ενσυνείδητος άνθρωπος οφείλει να καταβάλει, κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη των πραγμάτων πορεία, πείρα και λογική, β) να είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη του δράστη.

Όταν το εξ αμελείας έγκλημα είναι απότοκο συνδρομής αμελείας πολλών προσώπων το καθένα από αυτά κρίνεται και ευθύνεται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως των άλλων κατά το λόγο της αμελείας που επιδείχθηκε από αυτό και εφ' όσον το επελθόν αποτέλεσμα τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτήν. Αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξεως ή της παραλείψεως του δράστη προς το αποτέλεσμα που επήλθε όταν κατά την κοινή αντίληψη η συμπεριφορά του δράστη είναι εκείνη που άμεσα προκάλεσε το αποτέλεσμα και βρίσκεται σε άμεση αιτιότητα προς αυτό.

Η ανθρωποκτονία από αμέλεια και η σωματική βλάβη από αμέλεια είναι εγκλήματα ουσιαστικά ή αποτελέσματος που μπορούν να τελεσθούν είτε με πράξη που συνιστά θετική εκδήλωση της ανθρώπινης συμπεριφοράς είτε με παράλειψη η οποία συνιστά την αρνητική τοιαύτη. Σε περίπτωση κατά την οποία η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος απαιτείται να συντρέχουν οι όροι του άρθρου 15 Π.Κ.

δηλαδή ο δράστης να μην προβαίνει σε ενέργεια στην οποία έχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να προέλθει και παράλειψη αυτή να αποτελεί αιτιατή συνθήκη για την παραγωγή του αποτελέσματος. Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση του υπαιτίου προς παρεμπόδιση του εγκληματικού αποτελέσματος μπορεί να πηγάζει κυρίως από ρητή διάταξη νόμου, από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων που συνδέονται με ορισμένη έννομη θέση του υποχρέου, από ειδική σχέση που θεμελιώθηκε είτε συνεπεία συμβάσεως είτε απλώς από προηγούμενη ενέργεια, από την οποία ο υπαίτιος της παραλείψεως αναδέχθηκε την αποτροπή κινδύνων στο μέλλον, είτε από προηγούμενη πράξη του υπαιτίου (ενέργεια ή παράλειψη) συνεπεία της οποίας δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος.

Σ' αυτή την περίπτωση πρέπει στην αιτιολογία της αποφάσεως να αναφέρεται και η συνδρομή αυτής της υποχρεώσεως και, αν πηγάζει από επιτακτικό κανόνα δικαίου, να προσδιορίζεται και ο κανόνας αυτός. Εξ άλλου η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για τον οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά, αρκεί δε να μνημονεύονται όλα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά.

Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Ποιν.Δ., υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στη διάταξη αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει στην πραγματικότητα, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή νόμου, που εμπίπτει στον ίδιο αναιρετικό λόγο υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυ-ασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό έγιναν δεκτά κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του περί τα πράγματα ότι από τα παρακάτω παρατιθέμενα αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα, από την ανώμοτη κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντα, από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, της από 23-2-2003 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του Ν.

Κ. καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής καθώς και την απολογία του κάθε παρόντα κατηγορουμένου στο ακροατήριο, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 23-2-2003 και περί ώρα 17:50', ο Χ. Β. του Ι., οδηγώντας την υπ' αριθμ. κυκλοφ. ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, στην οποία επέβαινε και η Α.

Λ. του Α., εκινείτο στην παλαιά εθνική οδό Θεσσαλονίκης-Αθηνών και συγκεκριμένα στο 10,2 χλμ αυτής με κατεύθυνση προς Θεσσαλονίκη. Στο σημείο εκείνο η οδός ήταν διπλής κατευθύνσεως, με πλωτός οδοστρώματος 7,90μ, στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Θεσσαλονίκη. Υπήρχε ακόμη δεξιά στροφή, ενώ η κυκλοφορία ήταν αρκετή και η ορατότητα δεν περιοριζόταν, οι δε καιρικές συνθήκες ήταν καλές και το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ήταν 60χιλιόμετρα την ώρα.

Στο ως άνω σημείο εκτελείτο το έργο "ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗ ΟΔΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ -Κ1 έως K4", τμήμα της οποίας αποτελεί και ο κόμβος Κ2, στον οποίο ειδικότερα βρισκόταν η μοτοσικλέτα του Χ. Β. κατά τον παραπάνω χρόνο. Το δημόσιο αυτό έργο εκτελούσε ως ανάδοχος η Κοινοπραξία "Κ/Ξ ΠΑΝΤΕΧΝ1ΚΗ ΑΕ - ΑΛΤΕ ΑΤΕ/Γ.Ε.Τ.Ε - Μ.

ΑΕ/ΕΛΤΕΡ ΑΤΕ", δυνάμει εργολαβικής σύμβασης που συνήψε με την κυρία του έργου ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΕΓΝΑΤΙΑ ΟΔΟΣ ΑΕ". Ειδικότερα ο ως άνω κόμβος Κ2 αποτελεί τμήμα του πιο πάνω έργου διότι η παλαιά εθνική οδός (ΠΕΟ) Θεσσαλονίκης - Αθηνών και ειδικά η χιλιομετρική θέση 10,2 δεν εντάσσεται μεν στον οδικό άξονα της Εγνατίας οδού, ούτε σε κάποιον από τους κάθετους άξονες αυτής, αλλά απλώς διασταυρώνεται ανισοπέδως με την Εγνατία οδό, πλην όμως, προκειμένου να κατασκευασθεί για την Εγνατία οδό υπόγεια διάβαση κάτω από την ΠΕΟ Θεσσαλονίκης-Αθηνών, χορηγήθηκε από την Δημόσια Εταιρία Συντήρησης Έργων (ΔΕΣΕ) η απαιτούμενη άδεια, η οποία και θεωρήθηκε από την Τροχαία και στη συνέχεια καταλήφθηκε από την ανάδοχο, δηλαδή την ως άνω Κοινοπραξία, τμήμα του άξονα της ΠΕΟ.

Λόγω της εκτελέσεως του προαναφερομένου έργου υπήρχε μία μόνο λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, καθώς και παράκαμψη και στένωση του οδοστρώματος. Από την ως άνω Κοινοπραξία είχε ορισθεί ως τεχνικός ασφαλείας για το έργο οδοποιίας ο τρίτος κατηγορούμενος, Α. Κ. του Λ. και ως υπεύθυνος επιβλέπων πολιτικός μηχανικός της κατασκευής ο τέταρτος κατηγορούμενος Ν.

Ρ. του Δ.

Εξαιτίας της εκτελέσεως του ως άνω έργου είχαν συσσωρευθεί επί του οδοστρώματος της παλαιάς εθνικής οδού Θεσσαλονίκης-Αθηνών και σε πλάτος ενός περίπου μέτρου και μήκος τριάντα περίπου μέτρων μεγάλες ποσότητες άμμου, χώματος και χαλικιών, οι οποίες καθιστούσαν αυτό ολισθηρό και επικίνδυνο για την κυκλοφορία των οχημάτων και ιδίως των δικύκλων.

Αποτέλεσμα της ολισθηρότητας του οδοστρώματος ήταν να εκτραπεί της πορείας της η δίκυκλη μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο Χ. Β., να συρθεί στο οδόστρωμα προσκρούοντας στα κιγκλιδώματα στην αριστερή πλευρά της οδού και να υποστεί ο οδηγός της βαρεία κρανιοεγκεφαλική κάκωση και ρήξη των πυλών του δεξιού πνεύμονας, συνεπεία των οποίων επήλθε ο θάνατος ταυ, η δε επιβαίνουσα στη μοτοσικλέτα Α.

Λ. να υποστεί κρανιοεγκεφαλική κάκωση, Θλάση αυχένος και περιτραυματική αμνησία. Το γεγονός της ολισθηρότητας του οδοστρώματος εξαιτίας της υπάρξεως επ' αυτού άμμου, χωμάτων και χαλικιών, προκύπτει τόσο από την από 23-2-2003 έκθεση αυτοψίας του Τμήματος Τροχαίας Σίνδου και το πρόχειρο σχεδιάγραμμα που τη συνοδεύει, όσο και από τις αναγνωσθείσες φωτογραφίες.

Η προέλευση της άμμου, των χωμάτων και χαλικιών από την εκτέλεση του ως άνω έργου, προκύπτει τόσο από τις φωτογραφίες που λήφθηκαν αμέσως μετά το ατύχημα και καταδεικνύουν την ύπαρξη μηχανημάτων και σωρών με άμμο και χαλίκι στο αντίθετο βέβαια ρεύμα πορείας, αλλά πολύ κοντά στο σημείο της ανατροπής της μοτοσικλέτας και όχι σε μεγάλη απόσταση, ούτε και σε, χαμηλότερο επίπεδο από αυτό, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι κατηγορούμενοι, αφετέρου δε από τις προσκομισθείσες από τους κατηγορουμένους φωτογραφίες που λήφθηκαν μετά την ολοκλήρωση του έργου και από τις οποίες φαίνεται να μην υπάρχουν στο οδόστρωμα χώματα και χαλίκια, γεγονός που καταδεικνύει ότι η ύπαρξη αυτών κατά το χρόνο του ατυχήματος δεν μπορεί να οφείλεται στη διέλευση φορτηγών από το σημείο ή σε άλλες αιτίες, παρά μόνο στο έργο που εκτελούσε η Κοινοπραξία.

Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται και από την κατάθεση 1) της μάρτυρα Α. Λ., συνεπιβάτιδας της μοτοσικλέτας του θανόντος και παθούσας, η οποία περιγράφει με τον ίδιο παραπάνω αναφερόμενο τρόπο την κατάσταση της οδού, που την αποδίδει στην εκτέλεση των έργων καθώς και τις εν γένει συνθήκες του ατυχήματος, δηλαδή την εκτροπή της μοτοσικλέτας του Χ.

Β. από την παραπάνω αιτία και 2) του Γ. Χ., ανθυπαστυνόμου, ο οποίος επιλήφθηκε του ατυχήματος και ο οποίος αναφέρει ότι υπήρχαν χώματα σε όλο σχεδόν το μήκος της παράκαμψης, ενώ πιο πέρα υπήρχαν μεν χώματα, αλλά όχι σε τέτοιο βαθμό.

Ενόψει των ανωτέρω, το προαναφερόμενο ατύχημα οφειλόταν σε αμέλεια των τρίτου και τετάρτου των κατηγορουμένων, οι οποίοι δεν φρόντιζαν, παρότι είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, λόγω των ως άνω, ιδιοτήτων τους (του τεχνικού ασφαλείας ο τρίτος και του υπευθύνου επιβλέποντος μηχανικού ο τέταρτος) για τη διατήρηση του οδοστρώματος της ως άνω οδού καθ' όλο το μήκος του εκτελούμενου έργου σε καλή.

κατάσταση, ώστε τούτο να είναι ασφαλές για την κυκλοφορία των οχημάτων με τη συνεχή απομάκρυνση της άμμου, των χωμάτων και των χαλικιών που συγκεντρώνονταν σ' αυτό συνεπεία της εκτελέσεως του ως άνω έργου και τα οποία καθιστούσαν το οδόστρωμα ολισθηρό και επικίνδυνο, λόγω και της στενώσεως που παρουσίαζε η οδός στο σημείο εκείνο εξαιτίας της εκτελέσεως του έργου, αλλά και της υπάρξεως διαδοχικών στροφών.

Η υποχρέωση αυτή των ως άνω κατηγορουμένων απέρρεε από τις διατάξεις των άρθρων 34 παρ. 4 του Π.Δ/τος 609/1985, 6 και 7 παρ. 1 του Ν. 1563/1985 και 7 του Ν. 1396/1933, αλλά και από την προηγούμενη συμπεριφορά της αναδόχου Κοινοπραξίας, δηλαδή της δημιουργίας ρύπων (χωμάτων και χαλικιών) στην οδό από την οποία και προκλήθηκε η επικινδυνότητα αυτής.

Κατόπιν αυτών πρέπει οι τρίτος και τέταρτος των κατηγορουμένων (Α. Κ. και Ν. Ρ.) να κηρυχθούν ένοχοι των πράξεων Α) της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και Β) της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ανεξαρτήτως της βαριάς συνυπαιτιότητας του θανόντος για το ατύχημα, η οποία συνίστατο στο ότι αυτός οδηγούσε το όχημα του (μοτοσικλέτα) υπό την επίδραση οινοπνεύματος καθόσον στο αίμα του βρέθηκε ποσοστό αυτού πολύ μεγαλύτερο από το επιτρεπόμενο (0,20%ο) για μοτοσικλετιστή κατ συγκεκριμένα ποσοστό 1,34%ο στην πρώτη και 1,07%ο στη δεύτερη εξέταση.

Όσον αφορά τον πρώτο κατηγορούμενο, Ε. Σ. του Κ., ο οποίος ήταν νόμιμος εκπρόσωπος της αναδόχου του ως άνω έργου Κοινοπραξίας, δεν αποδείχθηκε ότι οι τρίτος και τέταρτος των κατηγορουμένων, οι οποίοι, όπως προαναφέρθηκαν, είχαν ορισθεί από την τελευταία αντίστοιχα ως τεχνικός ασφαλείας και υπεύθυνος επιβλέπων μηχανικός της κατασκευής του έργου, τον ενημέρωσαν για την επικινδυνότητα που παρουσίαζε το οδόστρωμα της ως άνω ο6ού συνεπεία συγκεντρώσεως σ' αυτό υλικών προερχομένων από την εκτέλεση του έργου και του υπέδειξαν τα μέτρα που έπρεπε να ληφθούν για την άρση αυτής (επικινδυνότητας) και αυτός δεν τα εκτέλεσε, ώστε να υφίσταται ευθύνη του για το επισυμβάν ατύχημα.

Τέλος, όσον αφορά τον δεύτερο κατηγορούμενο Λ. Π. του Κ., ο οποίος είχε ορισθεί από την εταιρία "ADOSCET J.V.", η οποία, κατόπιν συμβάσεως με την κυρία του έργου εταιρία "ΕΓΝΑΤΙΑ ΑE", είχε αναλάβει την επίβλεψη του έργου, ως υπεύθυνος σε θέματα υγιεινής και ασφάλειας, αποδείχθηκε ότι αυτός δεν είχε υποχρέωση καθημερινής παρουσίας του στο έργο προς διαπίστωση τηρήσεως των αναγκαίων μέτρων ασφαλείας, αλλά μεταβάσεώς του εκεί αιφνιδιαστικώς ανάλογο με τις ανάγκες του έργου και οπωσδήποτε μία φορά το μήνα (βλ.

το από 27-9-2002 έγγραφο της εταιρίας "ADOSCET J.V." με θέμα "Περιγραφή θέσεως εργασίας") και ως εκ τούτου καταλείπονται αμφιβολίες στο Δικαστήρια περί του εάν αυτός γνώριζε για την επικινδυνότητα της οδού συνεπεία συσσωρεύσεως σ' αυτή άμμου, χωμάτων και χαλικιών, προερχομένων από την εκτέλεση του έργου. Κατόπιν αυτών πρέπει οι πρώτος και δεύτερος των κατηγορουμένων να κηρυχθούν αθώοι των πράξεων Α) της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και β) της σωματικής βλάβης από αμέλεια, που τους αποδίδονται με το κατηγορητήριο.

Στη συνέχεια το Τριμελές Εφετείο με την απόφαση που εξέδωσε, κήρυξε τον ήδη αναιρεσείοντα και τον συγκατηγορούμενό του Ν. Ρ. ενόχους της πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια σε βάρος του Χ. Β. του Α. και της πράξεως της σωματικής βλάβης από αμέλεια σε βάρος της Α. Λ. του Α. δεχόμενο ότι ο μεν αναιρεσείων Α.

Κ. ως τεχνικός ασφαλείας για το έργο της οδοποιίας της κοινοπραξίας "Κ/Ξ ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ Α.Ε. - ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε./Γ.Ε.Τ.Ε.", η οποία, δυνάμει εργολαβικής συμβάσεως που υπεγράφη με την κυρία του έργου εταιρία "ΕΓΝΑΤΙΑ ΟΔΟΣ Α.Ε." είχε αναλάβει ως ανάδοχος την εκτέλεση του έργου "ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗ ΟΔΟΣ ΘΕΣ/ΝΙΚΗΣ -Κ1 έως Κ4" τμήμα της οποίας αποτελεί και ο κόμβος Κ2, στον οποίο συνέβη το ατύχημα, ο δε Ν.

Ρ. ως υπεύθυνος επιβλέπων πολιτικός μηχανικός της κατασκευής, στις 23-2-2003 και περί ώρα 17.50' στο 10,2 χιλιόμετρο της παλαιάς Εθνικής οδού Θεσσαλονίκης - Αθηνών, από αμέλειά τους, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλαν κατά το νόμο και μπορούσαν να καταβάλουν δεν προέβλεψαν το αξιόποινο της πράξεώς τους και επέφεραν, δια παραλείψεώς τους, αφ' ενός το θάνατο του Χ.

Β. και αφ' ετέρου σοβαρές σωματικές βλάβες στην Α. Λ., ενώ είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσουν την επέλευση των αποτελεσμάτων αυτών, εκ των ανωτέρω ιδιοτήτων τους, καθόσον ενώ το έργο ήταν ακόμη υπό κατασκευή δεν φρόντισαν για την καλή κατάσταση του οδοστρώματος, ώστε αυτό να είναι ασφαλές και καθαρό για τα διερχόμενα οχήματα, ούτε έλαβαν τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας για την προστασία των χρηστών της οδού.

Αντίθετα, αν και υπήρχε στένωση της οδού, λόγω της κατασκευής των έργων, και διαδοχικές στροφές, κατά το χρόνο του ατυχήματος, αφενός υπήρχαν μεγάλες ποσότητες χώματος και χαλικιών σε πλάτος ενός μέτρου πάνω στο οδόστρωμα, σε μήκος περίπου τριάντα μέτρων και αφετέρου λακούβες, τρύπες και "σαμαράκια" που το καθιστούσαν επικίνδυνο για τα διερχόμενα οχήματα και ιδιαίτερα τα δίκυκλα.

Αποτέλεσμα της αμέλειας και των παραλείψεων των παραπάνω κατηγορουμένων ήταν να εκτραπεί της πορείας της η υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα που οδηγούσε ο ανωτέρω θανών Χ. Β. από Αθήνα προς Θεσσαλονίκη, να συρθεί στο οδόστρωμα προσκρούοντας στα κιγκλιδώματα στην αριστερή πλευρά της οδού και να υποστεί ο οδηγός της μοτοσυκλέτας βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση και ρήξη των πυλών του δεξιού πνεύμονος, συνεπεία των οποίων επήλθε ο θάνατός του, η δε επιβαίνουσα στο δίκυκλο, Α.

Λ., υπέστη κρανιοεγκεφαλική κάκωση, θλάση αυχένος και περιτραυματική αμνησία, επέβαλε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο και στον μη διάδικο συγκατηγορούμενό του Ν. Ρ. ποινή φυλακίσεως οκτώ μηνών για ανθρωποκτονία από αμέλεια και δύο μηνών για απλή σωματική βλάβη από αμέλεια από υπόχρεο και καθόρισε σε εννέα μήνες τη συνολική ποινή φυλακίσεως σε βάρος καθενός από τους καταδικασθέντες.

Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιοποίνων πράξεων της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και της σωματικής βλάβης από αμέλεια για τις οποίες καταδικάστηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τις σκέψεις και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 28, 302 παρ. 1 και 314 παρ. 1 του Π.Κ., τις οποίες ορθώς εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ασάφειες ή αντιφατικές παραδοχές.

Ειδικότερα αναφέρονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι συνθήκες επελεύσεως του ενδίκου ατυχήματος, το είδος της αμέλειας του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου (άνευ συνειδήσεως αμέλεια) και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του εν λόγω κατηγορουμένου και του επελθόντος αποτελέσματος του θανάτου του οδηγού της δίκυκλης μοτοσυκλέτας Χ.

Β. και του σοβαρού τραυματισμού της συνεπιβαίνουσας στην ίδια μοτοσυκλέτα Α. Λ.. Με τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως θεμελιώνεται η υπό του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, ο οποίος γίνεται δεκτό ότι κατείχε τη θέση του τεχνικού ασφαλείας της αναδόχου του έργου κοινοπραξίας, τέλεση με παράλειψη οφειλομένης από το νόμο ενέργειας των αξιοποίνων πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκε και δεν χρειαζόταν για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεως να γίνει περαιτέρω διευκρίνιση και διάκριση όσον αφορά τα καθήκοντα και τις αρμοδιότητές του.

Δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ των παραδοχών του σκεπτικού με αυτήν του διατακτικού εκ του λόγου ότι στο μεν σκεπτικό αναφέρεται ότι η παράλειψη της οφειλόμενης ενέργειας του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου υπό την ιδιότητά του ως τεχνικού ασφαλείας και του μη αναιρεσείοντος συγκατηγορουμένου του ως υπευθύνου επιβλέποντος μηχανικού δεν φρόντισαν παρότι είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση για τη διατήρηση του οδοστρώματος της ως άνω οδού καθ' όλο το μήκος του εκτελούμενου έργου σε καλή κατάσταση, ώστε τούτο να είναι ασφαλές για την κυκλοφορία των οχημάτων με τη συνεχή απομάκρυνση της άμμου, των χωμάτων και των χαλικιών που συγκεντρώνονταν σ' αυτό συνεπεία της εκτελέσεως του ως άνω έργου, αλλά και της υπάρξεως διαδοχικών στροφών, ενώ στο διατακτικό αναφέρεται ότι οι κατηγορούμενοι δηλαδή οι ως άνω κηρυχθέντες ένοχοι και οι Ε.

Σ. και Λ. Π., ενώ το έργο "ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗ ΟΔΟΣ ΘΕΣ/ΝΙΚΗΣ Κ1-Κ4" ήταν ακόμη υπό κατασκευή δεν φρόντισαν, παρότι είχαν ιδιαίτερη υποχρέωση εν όψει των ιδιοτήτων τους για την καλή κατάσταση του οδοστρώματος, ώστε αυτό να είναι ασφαλές και καθαρό για τα διερχόμενα οχήματα ούτε έλαβαν τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας για την προστασία των χρηστών της οδού.

Από όσα αναφέρονται τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως γίνεται δεκτό ότι η μη φροντίδα για την διατήρηση του οδοστρώματος της οδού καθαρού και σε καλή κατάσταση συνιστούσε την παράλειψη της οφειλομένης ενεργείας για τη θεμελίωση της ενοχής του ήδη αναιρεσείοντος ως τεχνικού ασφαλείας υπό την έννοια υποδείξεως στον νόμιμο εκπρόσωπο της αναδόχου του έργου κοινοπραξίας των μέτρων που έπρεπε να ληφθούν για την άρση της επικινδυνότητας που παρουσίαζε το οδόστρωμα συνεπεία της συγκεντρώσεως σ' αυτό υλικών προερχομένων από την εκτέλεση του έργου.

Όσα περαιτέρω αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως για τη μη λήψη των απαραίτητων μέτρων ασφαλείας για την προστασία των χρηστών της οδού αφορούσαν σε μνεία παραλείψεως οφειλομένης ενέργειας σχετικής με τη θεμελίωση της αντικειμενικής υποστάσεως αυτών των αξιόποινων πράξεων κατά το μέρος που αποδίδονταν σε άλλους πλην του αναιρεσείοντος κατηγορουμένους μεταξύ των οποίων και ο νόμιμος εκπρόσωπος της αναδόχου του άνω έργου κοινοπραξίας που έγινε δεκτό ότι δεν ενημερώθηκε από τους Α.

Κ. και Ν. Ρ. για την επικινδυνότητα που παρουσίαζε το οδόστρωμα της οδού στη χιλιομετρική θέση 10,2 της παλαιάς Εθνικής οδού Θεσσαλονίκης - Αθηνών από υλικά προερχόμενα από το εκτελούμενο έργο και δεν του υπέδειξαν τα μέτρα που έπρεπε να ληφθούν για την άρση αυτής και έτσι αυτός δεν τα εκτέλεσε, ώστε να μην υφίσταται ευθύνη του, Εν όψει της παραδοχής του δικαστηρίου της ουσίας για την ιδιότητα του ήδη αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ως τεχνικού ασφαλείας στην κοινοπραξία που ως ανάδοχος είχε αναλάβει το έργο που εκτελείτο στη θέση που προαναφέρθηκε, οι κανόνες δικαίου από τους οποίους απέρρεε η υποχρέωση να φροντίσει να ληφθούν τα μέτρα ασφαλείας κατά τα αναφερόμενα στην προσβαλλομένη απόφαση που θα απέτρεπαν το αναφερόμενο ότι συνέβη οδικό ατύχημα με το θανατηφόρο αποτέλεσμα για τον οδηγό της δίκυκλης μοτοσυκλέτας και τις σωματικές βλάβες της επιβαίνουσας σ' αυτή, ήταν οι διατάξεις των άρθρων 6 και 7 παρ. 1 του Ν. 1568/1985 "Υγιεινή και ασφάλεια των εργαζομένων" που παρατίθενται στην απόφαση, μεταξύ άλλων παρατιθέμενων διατάξεων που αφορούν στους λοιπούς κατηγορούμενους.

Κατά το άρθρο 1 της Υπουργικής Αποφάσεως 88555/1988 που κυρώθηκε με το άρθρο 39 του ν. 1836/1989 η εφαρμογή του ν. 1568/1985 επεκτάθηκε και στο δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και τους Ο.Τ.Α.. Δεν ήταν απαραίτητο να αναφέρει το δικαστήριο στην προσβαλλόμενη απόφαση τα ειδικότερα καθήκοντα του ήδη αναιρεσείοντος ως τεχνικού ασφαλείας της αναδόχου εταιρείας όπως προβλέπονται από τις ανωτέρω παρατιθέμενες διατάξεις.

Η υποχρέωση του αναιρεσείοντος υπό την ως άνω ιδιότητά του να ενημερώσει για την πρόληψη ατυχημάτων και να υποδείξει τα μέτρα που έπρεπε να ληφθούν στο νόμιμο εκπρόσωπο της αναδόχου του ως άνω έργου κοινοπραξίας για την άρση της επικινδυνότητας του οδοστρώματος από τα συγκεντρωθέντα σ' αυτό υλικά που προέρχονταν από την εκτέλεση του έργου κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως θεμελιώνεται στα πλαίσια των συμβουλευτικών αρμοδιοτήτων του για τα ληπτέα μέτρα και στην αναφερόμενη ότι είχε προηγηθεί συμπεριφορά της αναδόχου κοινοπραξίας δηλαδή της ρυπάνσεως με χώματα και χαλίκια της οδού που είναι αντίθετη σε μη επιτρεπόμενη από το νόμο απόθεση ή εγκατάλειψη ή απόρριψη οποιουδήποτε αντικειμένου ή ύλης στις οδούς εφόσον παρακωλύει έστω και κατ' ελάχιστο την κυκλοφορία των πεζών και των οχημάτων.

Είναι απορριπτέες οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος.

Συνεπώς είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' Κ.Ποιν.Δ. λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που προβλέπουν τις ως άνω αξιόποινες πράξεις για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος και καταδικάσθηκε ο ήδη αναιρεσείων. Κατόπιν αυτών η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος Ι. Β. (άρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12 Ιουλίου 2010 δήλωση-αίτηση του Α. Κ. του Λ. για αναίρεση της 1272/2010 αποφάσεως του τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος Ι. Β., που ανέρχεται σε πεντακόσια (500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Δεκεμβρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Δεκεμβρίου 2010.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ