Legislator Case Law & Legislation
2059/2008 AI generated

2059/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2059/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Ιωάννη Σιδέρη, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Λεοντή και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

2059/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ειδικά όμως για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, απαιτείται, για την ύπαρξη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αναφορικώς με το δόλο, να εκτίθεται στην καταδικαστική απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε το ψευδές του γεγονότος που ισχυρίστηκε ή διέδωσε.

Keywords

AI generated
false medical certificate contrary to medical advice fraudulent insurance claim misleading advice offences against public health fraudulent concealment of defects
AI generated
1563/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1715/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-6-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4863/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 6724/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 3-5-2006 αίτησή του.
981/2006
Supreme Court dismisses appeal against will provisions establishing servitude for a lover, ruling they violate public morals.
1082/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ι.
311/2013
Λόγοι αναίρεσης εκ του άρθρου από το άρθρο 559 αριθ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2059 / 2008 (Β Ποιν. Διακ., ΠΟΙΝΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 2059/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Ιωάννη Σιδέρη, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Λεοντή και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντώνιου Μύτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1, 2. Χ2 και 3. Χ3, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λεωνίδα Πεγιάδη, περί αναιρέσεως της 7110/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. Ψ1 και 2. Ψ2, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.

Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Απριλίου 2008 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 669/2008.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως προς την πρώτη αναιρεσείουσα η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, και να γίνει εν μέρει δεκτή ως προς τους δεύτερη και τρίτο.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 362 του Π.Κ. "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή. Κατά δε το άρθρο 363 ΠΚ, "Αν στην περίπτωση του άρθρου 362 το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών".

Και κατά το άρθρο 361 ίδιου Κώδικα (εξύβριση) "όποιος προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή έργο, ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο, ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλον γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, β) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και ο δράστης να τελεί εν γνώσει της αναλήθειάς του και γ) δόλια προαίρεση, η οποία περιλαμβάνει τη γνώση του δράστη ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο γεγονός είναι πρόσφορο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και τη θέληση να ισχυρισθεί ή διαδώσει αυτό το βλαπτικό γεγονός.

Εξ' άλλου, ως γεγονός, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή στο παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό απόδειξης, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή στο παρόν που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια.

Εξ' άλλου, η, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των δεκτών γενόμενων πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Ειδικά όμως για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, απαιτείται, για την ύπαρξη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αναφορικώς με το δόλο, να εκτίθεται στην καταδικαστική απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε το ψευδές του γεγονότος που ισχυρίστηκε ή διέδωσε.

Ως προς τις αποδείξεις δε, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο.

Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας, αποδίδει σε τέτοια διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη, που έχει πράγματι αυτή ή δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε καθώς και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης (αναγόμενο στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος), που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο, για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχθηκε, ότι από τα αποδεικτικά μέσα, που γενικώς κατ' είδος αναφέρει και συγκεκριμένα από τις ανώμοτες καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάσθηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, και αναφέρονται στα πρακτικά, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, από τις απολογίες των κατηγορουμένων, καθώς και από την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Η πρώτη κατηγορουμένη Χ1, η οποία δεν διατηρεί καλές σχέσεις με τις αδελφές της, υπαγόρευσε στην δεύτερη κατηγορούμενη και θυγατέρα της Χ2 και η τελευταία έγραψε ιδιοχείρως μία επιστολή, στην οποία η πρώτη κατηγορουμένη ισχυριζόταν εν γνώσει της ψευδώς για μεν την εγκαλούσα μηνύτρια και αδελφή της Ψ2, το γένος Α, μεταξύ άλλων, ότι "από τη συμπεριφορά της έχει φρίξει ο καθένας από όσους είχε κάποιες σχέσεις και ότι δεν αφήνει άνθρωπο που να μην βρίσει και να μην συκοφαντήσει", "έχει πάρει παραδιά τον κόσμο και κατασυκοφάντησε κατά διαστήματα όλα της τα αδέλφια ακόμα και τους γονείς της", "συνέβαλε με το σύζυγο της στη διάλυση της οικογένειας", "βρίζει χυδαία τον αδελφό της και τη γυναίκα του με λέξεις όπως τουρκάλα, γύφτισσα και άλλες ακατονόμαστες φράσεις", "με τα καμώματα της είχε πεθάνει τον πατέρα της πριν επέλθει ο βιολογικός του θάνατος", "όλοι στο χωριό είχαν φρίξει από τη συμπεριφορά της και μιλούσαν γΓ αυτή και τη γλώσσα της με τα χειρότερα λόγια", "έβριζε τον πατέρα της", "διάρρηξε τα κλειδωμένα συρτάρια του πατέρα της από κοινού με το σύζυγο της και εξαφάνισε με το σύζυγο της τη διαθήκη που υπήρχε γιατί το περιεχόμενο της δεν τους συνέφερε", "κανένας άνθρωπος στο χωριό δεν την υπολογίζει" και "χρησιμοποιεί λεξιλόγιο γυναικών πεζοδρομίου της οδού Αθηνάς", για δε τον εγκαλούντα μηνυτή και γαμβρό της Ψ1, μεταξύ άλλων, ότι "συνέβαλε με τη σύζυγο του στη διάλυση της οικογένειας", "με τα καμώματα του είχε πεθάνει τον πατέρα της συζύγου του πριν επέλθει ο βιολογικός του θάνατος", "κατακρατούσε το διαβατήριο και την αντζέντα με τα τηλέφωνα της Βουλγάρας με την οποία έκανε διάφορες δουλειές και για να της τα δώσει χρειάστηκε να τον απειλήσει κάποιος Βούλγαρος", "διάρρηξε τα κλειδωμένα συρτάρια του πατέρα της συζύγου του από κοινού με αυτή και εξαφάνισε με τη σύζυγό του τη διαθήκη που υπήρχε γιατί το περιεχόμενό της δεν τους συνέφερε", "κανένας άνθρωπος στο χωριό δεν τον υπολογίζει", "εμφανίστηκε στην ΑΤΕ και ζήτησε στοιχεία για τους κατηγορουμένους εν αγνοία τους" και "είπε ότι η σύζυγος του χρησιμοποιεί λεξιλόγιο γυναικών πεζοδρομίου της οδού Αθηνάς".

Την επιστολή αυτή, η πρώτη κατηγορουμένη την φωτοτύπησε, την τοποθέτησε σε μεγάλο κίτρινο φάκελλο, τον οποίο άφησε ανοικτό και έσχισε λίγο στη γωνία του για να φαίνεται παραβιασμένος και στις 14 Δεκεμβρίου του έτους 2000 έστειλε τον τρίτο κατηγορούμενο και σύζυγο της Χ3 και άφησε τον φάκελλο με την επιστολή στην είσοδο της πολυκατοικίας που στεγάζεται το οδοντιατρείο της εγκαλούσας μηνύτριας αδελφής της, η οποία πολυκατοικία βρίσκεται στην οδό .....

και στον αριθμό ... στην ....., αφού προηγουμένως ο τελευταίος ανέγραψε πάνω στο φάκελλο με κεφαλαία γράμματα το όνομα της εγκαλούσας μηνύτριας, δηλαδή ".....". Την επιστολή αυτή βρήκε στην είσοδο της πολυκατοικίας κατά τις μεσημβρινές ώρες η εγκαλούσα μηνύτρια και αδελφή της πρώτης κατηγορουμένης, όταν πήγαινε στο οδοντιατρείο της μαζύ με την πελάτισσα της Γ.

Η επιστολή πρέπει να τοποθετήθηκε στην είσοδο της πολυκατοικίας λίγη ώρα πριν την βρεί η εγκαλούσα μηνύτρια, διότι όπως κατέθεσε ο μάρτυρας θυρωρός της πολυκατοικίας Δ από τις 07:30 η ώρα το πρωϊ μέχρι τις 13:00 η ώρα το μεσημέρι ήταν στην είσοδο της πολυκατοικίας και δεν είχε έρθει τέτοιος φάκελλος. Η επιστολή, όπως προαναφέρθηκε, αφέθηκε στην είσοδο της πολυκατοικίας του οδοντιατρείου της εγκαλούσας μηνύτριας μέσα σε ανοικτό μεγάλο κίτρινο φάκελλο που έγραφε με μεγάλα κεφαλαία γράμματα το ονοματεπώνυμο της εγκαλούσας και είχε σχισθεί στη γωνία του για να φαίνεται παραβιασμένος και θα μπορούσε να λάβει γνώση της ο κάθε περίεργος ένοικος της πολυκατοικίας, πλην όμως δεν αποδείχθηκε ότι έλαβε γνώση του περιεχομένου της συγκεκριμένης επιστολής πλην της εγκαλούσας και κάποιος άλλος, ένοικος της πολυκατοικίας ή έστω η πελάτισσα της εγκαλούσας Γ που ήταν μαζί της όταν την βρήκε.

Τα ως άνω αναφερόμενα στην επιστολή αποτελούσαν γεγονότα που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη των εγκαλούντων μηνυτών, τα οποία μάλιστα ήταν ψευδή και η πρώτη κατηγορούμενη γνώριζε ότι ήταν ψευδή και επιχείρησε να τα διαδώσει ενώπιον τρίτων και συγκεκριμένα στους ενοίκους της πολυκατοικίας που ήταν το οδοντιατρείο της εγκαλούσας αδελφής της με την τοποθέτηση της επιστολής σε ανοικτό φάκελλο που έγραφε το όνομα της και φαινόταν σχισμένος και παραβιασμένος, πλην όμως επειδή βρήκε το φάκελλο η εγκαλούσα αδελφή της πριν προλάβουν να τον βρουν άλλοι ένοικοι της πολυκατοικίας, ο σκοπός της να διαδώσει τα ως άνω ψευδή περιστατικά σε τρίτους δεν επιτεύχθηκε όσον αφορούσε την εγκαλούσα αδελφή της, ενώ επιτεύχθηκε όσον αφορούσε το γαμβρό της, για τον οποίο διέδωσε τα αναφερόμενα γι' αυτόν στην ως άνω επιστολή της ψευδή γεγονότα που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του στην αδελφή της και σύζυγο του, η οποία είναι τρίτη ως προς αυτόν.

Ότι πρόθεση της πρώτης κατηγορουμένης ήταν να διαδόσει σε τρίτους τα ως άνω ψευδή δυσφημηστικά γεγονότα προκύπτει και αποδεικνύεται από το ότι δεν έστειλε την ως άνω επιστολή σε κλειστό φάκελλο με το ταχυδρομείο, ούτε την άφησε κάτω από την πόρτα του οδοντιατρείου της εγκαλούσας αδελφής της και ούτε την άφησε στην είσοδο της πολυκατοικίας σε κλειστό φάκελλο, ώστε να μην μπορούν να λάβουν γνώση του περιεχομένου της τρίτοι, πλην της αδελφής της.

Η πρόθεση της να λάβουν γνώση και τρίτοι της ως άνω επιστολής, τεκμαίρεται και από το γεγονός ότι φωτοτυπία της ως άνω επιστολής άφησε μέσα σε ανοικτούς φακέλλους και στις εισόδους των πολυκατοικιών που διέμεναν οι άλλες δύο αδελφές της (βλ. τις καταθέσεις των μαρτύρων Β και Ε). Κατά συνέπεια ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων ότι δεν υπήρχε πρόθεση της πρώτης κατηγορουμένης να ισχυρισθεί και διαδόσει ενώπιον τρίτων τα περιεχόμενα στην ως άνω επιστολή γεγονότα, αλλά να λάβει γνώση αυτών μόνον η εγκαλούσα αδελφή της και ότι η πράξη που διέπραξε είναι η της εξυβρίσεως και όχι της συκοφαντικής δυσφημήσεως κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος.

Ακόμη, ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων ότι η επιστολή στάλθηκε στην εγκαλούσα μηνύτρια με το ταχυδρομείο στις 20-7-2000 και ότι οι εγκαλούντες έλαβαν γνώση αυτής από τον μήνα Ιούλιο και υπέβαλαν μετά την παρέλευση της τρίμηνης προθεσμίας και εκπρόθεσμα την έγκληση τους με συνέπεια να εξαλειφθεί το αξιόποινο αποτέλεσμα της πράξης τους λόγω παρόδου της τρίμηνης προθεσμίας υποβολής της εγκλήσεως, ενόψει του ότι όπως αποδείχθηκε η επιστολή τοποθετήθηκε από τον τρίτο κατηγορούμενο στην είσοδο της πολυκατοικίας που βρισκόταν το οδοντιατρείο της εγκαλούσας στις 14-12-2000 και οι εγκαλούντες έλαβαν γνώση αυτής για πρώτη φορά τότε και υπέβαλαν την έγκληση τους εντός της τρίμηνης προθεσμίας και εμπρόθεσμα και συγκεκριμένα στις 13-3-2001, κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος.

Περαιτέρω, ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων ότι τα όσα ισχυρίστηκε η πρώτη κατηγορουμένη στην επιστολή τα ισχυρίστηκε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον και δεν αποτελούν άδικη πράξη, ενόψει του ότι όπως προαναφέρθηκε αποδείχθηκε ότι τα ως άνω αναφερόμενα στην επιστολή δυσφημιστικά γεγονότα ήταν και ψευδή και η· κατηγορουμένη γνώριζε την αναλήθειά τους, κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος (βλ.

άρθρ 367 παρ. 2 περ. α Π.Κ.). Ενόψει όλων των ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι η πρώτη κατηγορουμένη Χ1, στην ..... και στις 14 Δεκεμβρίου του έτους 2000, ενεργώντας με πρόθεση, ισχυρίστηκε ενώπιον τρίτου γραπτώς για άλλον ψευδή γεγονότα που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του ενώ γνώριζε ότι αυτά είναι ψευδή και συγκεκριμένα ότι με επιστολή που έστειλε ισχυρίστηκε ενώπιον της αδελφής της Ψ2, το γένος Α, για τον σύζυγο της Ψ1, ότι "συνέβαλε με τη σύζυγο του στη διάλυση της οικογένειας", "με τα καμώματα του είχε πεθάνει τον πατέρα της συζύγου του πριν επέλθει ο βιολογικός του θάνατος", "κατακρατούσε το διαβατήριο και την αντζέντα με τα τηλέφωνα της Βουλγάρας με την οποία έκανε διάφορες δουλειές και για να της τα δώσει χρειάστηκε να τον απειλήσει κάποιος Βούλγαρος", "διάρρηξε τα κλειδωμένα συρτάρια του πατέρα της συζύγου του από κοινού με αυτή και εξαφάνισε με τη σύζυγο του τη διαθήκη που υπήρχε γιατί το περιεχόμενο της δεν τους συνέφερε", "κανένας άνθρωπος στο χωριό δεν τον υπολογίζει", "εμφανίστηκε στην ΑΤΕ και ζήτησε στοιχεία για τους κατηγορουμένους εν αγνοία τους" και "είπε ότι η σύζυγος του χρησιμοποιεί λεξιλόγιο γυναικών πεζοδρομίου της οδού Αθηνάς", δηλαδή γεγονότα που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του και που ήταν ψευδή, ενώ γνώριζε ότι αυτά ήταν ψευδή και ότι η ίδια κατηγορουμένη, έχοντας αποφασίσει να τελέσει το πλημμέλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως και να συκοφαντήσει την αδελφή της Ψ2, το γένος Α, ενώπιον των ενοίκων της πολυκατοικίας που είχε το οδοντιατρείο της, επιχείρησε πράξη που περιείχε αρχή εκτελέσεως του ως άνω πλημμελήματος, πλην όμως δεν το ολοκλήρωσε από λόγους ανεξάρτητους της θελήσεως της και συγκεκριμένα, ενεργώντας με πρόθεση και έχοντας αποφασίσει να τελέσει το πλημμέλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως σε βάρος της ως άνω αδελφής της, με επιστολή που φωτοτύπησε, τοποθέτησε σε μεγάλο κίτρινο φάκελλο που ανέγραφε το ονοματεπώνυμο της αδελφής της με κεφαλαία γράμματα, τον οποίο άφησε ανοικτό και έσχισε λίγο στη γωνία του για να φαίνεται παραβιασμένος και έστειλε τον τρίτο κατηγορούμενο και σύζυγο της Χ3 και άφησε τον φάκελλο με την επιστολή στην είσοδο της πολυκατοικίας που στεγάζεται το οδοντιατρείο της ως άνω αδελφής της, η οποία πολυκατοικία βρίσκεται στην οδό .....

και στον αριθμό ... στην ....., επιχείρησε να ισχυριστεί γραπτώς και να διαδόσει ενώπιον τρίτων και ειδικότερα ενώπιον των ενοίκων της ως άνω πολυκατοικίας για την ως άνω αδελφή της ότι "από τη συμπεριφορά της έχει φρίξει ο καθένας από όσους είχε κάποιες σχέσεις και ότι δεν αφήνει άνθρωπο που να μην βρίσει και να μην συκοφαντήσει", "έχει πάρει παραδιά τον κόσμο και κατασυκοφάντησε κατά διαστήματα όλα της τα αδέλφια ακόμα και τους γονείς της", "συνέβαλε με το σύζυγο της στη διάλυση της οικογένειας", "βρίζει χυδαία τον αδελφό της και τη γυναίκα του με λέξεις όπως τουρκάλα, γύφτισσα και άλλες ακατανόμαστες φράσεις", "με τα καμώματα της είχε πεθάνει τον πατέρα της πριν επέλθει ο βιολογικός του θάνατος", "όλοι στο χωριό είχαν φρίξει από τη συμπεριφορά της και μιλούσαν γι' αυτή και τη γλώσσα της με τα χειρότερα λόγια", "έβριζε τον πατέρα της", "διάρρηξε τα κλειδωμένα συρτάρια του πατέρα της από κοινού με το σύζυγο της και εξαφάνισε με το σύζυγο της τη διαθήκη που υπήρχε γιατί το περιεχόμενο της δεν τους συνέφερε", "κανένας άνθρωπος στο χωριό δεν την υπολογίζει" και "χρησιμοποιεί λεξιλόγιο γυναικών πεζοδρομίου της οδού Αθηνάς", δηλαδή γεγονότα που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της και που ήταν ψευδή, ενώ γνώριζε ότι αυτά ήταν ψευδή, πλην όμως η πράξη της αυτή δεν ολοκληρώθηκε από λόγους ανεξάρτητους της θελήσεως της και ειδικότερα επειδή η αδελφή της βρήκε αμέσως μετά την τοποθέτηση του στην είσοδο της πολυκατοικίας τον ανοικτό και σχισμένο φάκελλο με την επιστολή και δεν πρόλαβαν να λάβουν γνώση του περιεχομένου του οι ένοικοι της πολυκατοικίας.

Επίσης αποδείχθηκε ότι η δεύτερη κατηγορούμενη και ο τρίτος κατηγορούμενος, ενεργώντας με πρόθεση, παρέσχον σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε και ειδικότερα ότι η δεύτερη κατηγορουμένη Χ2, ενεργώντας με πρόθεση παρέσχε στην πρώτη κατηγορουμένη και μητέρα της συνδρομή πριν από την τέλεση των ως άνω άδικων πράξεων της συκοφαντικής δυσφημήσεως σε βάρος του συζύγου της αδελφής της Ψ1 και της απόπειρας συκοφαντικής δυσφημήσεως σε βάρος της αδελφής της Ψ2 που διέπραξε και συγκεκριμένα έγραψε ιδιοχείρως καθ' υπαγόρευση της πρώτης κατηγορουμένης και μητέρας της την ως άνω επιστολή, ενώ γνώριζε ότι τα ως άνω δυσφημιστικά γεγονότα που περιέχονταν σ' αυτήν για τον Ψ1 και την Ψ2 ήταν ψευδή και ότι μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη των τελευταίων και κατηγορούμενος Χ3, ενεργώντας με πρόθεση πρώτη κατηγορουμένη και σύζυγο του συνδρομή πριν από την τέλεση άδικων πράξεων της συκοφαντικής δυσφημήσεως σε βάρος του αδελφής της Ψ1 και της απόπειρας συκοφαντικής δυσφημήσεως σε βάρος της αδελφής της Ψ2 που διέπραξε και συγκεκριμένα μετέφερε τον φάκελλο που περιείχε την ως άνω επιστολή, αφού πρώτα έγραψε ιδιοχείρως σ' αυτόν με κεφαλαία γράμματα το ονοματεπώνυμο της αδελφής της συζύγου του και τον τοποθέτησε στην είσοδο της πολυκατοικίας που βρίσκεται το οδοντιατρείο της αδελφής της συζύγου του, δηλαδή στην είσοδο της πολυκατοικίας που βρίσκεται στην οδό .....

και στον αριθμό ... στην ....., ενώ γνώριζε ότι τα ως άνω δυσφημιστικά γεγονότα που περιέχονταν στην επιστολή για τον Ψ1 και την Ψ2 ήταν ψευδή και ότι μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη των τελευταίων. Ο ισχυρισμός της δεύτερης κατηγορούμενης περί συγγνωστής νομικής πλάνης και συγκεκριμένα ο ισχυρισμός της ότι δεν γνώριζε ότι ήταν άδικη πράξη και απαγορευόταν να βοηθήσει την πρώτη κατηγορούμενη και μητέρα της να γράψει την ως άνω δυσφημηστική επιστολή δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο.

Αντίθετα, από τα αποδεικτικά στοιχεία που προαναφέρθηκαν, αποδείχθηκε ότι η δεύτερη κατηγορουμένη γνώριζε ότι η μητέρα της είχε πρόθεση να συκοφαντήσει με την επιστολή που της υπαγόρευσε και έγραψε την ως άνω αδελφή της και τον ως άνω σύζυγο της με τους οποίους ήταν τσακωμένοι λόγω κληρονομικών διαφορών και γνώριζε ότι της παρείχε συνδρομή με το γράψιμο της επιστολής στο να τελέσει άδικη πράξη και ότι η πράξη της αυτή της συνδρομής ήταν παράνομη και άδικη και παραταύτα, επειδή ήθελε να παράσχει τη συνδρομή της στη μητέρα της, τέλεσε την ως άνω άδικη πράξη της απλής συνέργειας σε συκοφαντική δυσφήμηση και σε απόπειρα συκοφαντικής δυσφήμησης που τέλεσε η μητέρα της.

Άλλωστε, όταν έγραφε την ως άνω επιστολή μπορούσε να διαγνώσει τον άδικο χαρακτήρα της πράξεως της από το περιεχόμενο της, επιστολής που γνώριζε ότι ήταν ψευδές και συκοφαντικό για το θείο και τη θεία της. Κατά συνέπεια η δεύτερη κατηγορουμένη δεν πίστευε πεπλανημένα και συγγνωστά ότι μπορούσε να προβεί στην πράξη της απλής συνδρομής σε συκοφαντική δυσφήμηση του θείου της και σε απόπειρα συκοφαντικής δυσφήμησης της θείας της από μέρους της μητέρας της και ο περί συγγνωστής νομικής πλάνης ισχυρισμός της πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Επομένως, η πρώτη κατηγορουμένη πρέπει να κηρυχθεί ένοχη συκοφαντικής δυσφημήσεως του εγκαλούντος μηνυτή Ψ1 και ένοχος απόπειρας συκοφαντικής δυσφημήσεως της εγκαλούσας μηνύτριας Ψ2, το γένος Α, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας και η δεύτερη και ο τρίτος των κατηγορουμένων πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι απλής συνέργειας στη συκοφαντική δυσφήμηση που τέλεσε η πρώτη κατηγορουμένη σε βάρος του εγκαλούντος μηνυτή Ψ1 και απλής συνέργειας στην απόπειρα συκοφαντικής δυσφημήσεως που τέλεσε η πρώτη κατηγορούμενη σε βάρος της εγκαλούσας μηνύτριας Ψ2, το γένος Α, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, σύμφωνα με το διατακτικό.

Στη συνέχεια, το Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κήρυξε τους κατηγορούμενους-αναιρεσείοντες, ενόχους και ειδικότερα την Χ1 της πράξεως της συκοφαντικής δυσφήμησης τελεσμένης σε βάρος του εγκαλούντος-γαμβρού της Ψ1 και απόπειρας σε βάρος της εγκαλούσας αδελφής της Ψ2, και τους λοιπούς κατηγορούμενους, για την πράξη της απλής συνέργειας στην πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης τελεσμένης και σε απόπειρα, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας και καταδίκασε την μεν πρώτη σε συνολική ποινή φυλάκισης (7) μηνών, και τον καθένα από τους λοιπούς αναιρεσείοντες, σε συνολική ποινή φυλάκισης 5 μηνών, την εκτέλεση των οποίων ανέστειλε, για όλους τους αναιρεσείοντες, για διάστημα τριών ετών.

Με αυτά που δέχθηκε, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην απόφασή του, την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα αποδειχθέντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκαν ένοχοι οι κατηγορούμενοι, οι αποδείξεις από τις οποίες αυτά προέκυψαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 14, 26 παρ.1, 27 παρ.1 εδ.

α και 2, 363-362 του ΠΚ. Ειδικότερα, αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν την κρίση του δικαστηρίου, ότι τα προαναφερθέντα δυσφημιστικά γεγονότα είναι ψευδή και ότι η πρώτη των αναιρεσειόντων τελούσε σε γνώση της αναληθείας αυτών. Συγκεκριμένα, αιτιολογούνται οι παραδοχές εκείνες, σύμφωνα με τις οποίες η πρώτη των κατηγορουμένων Χ1, υπαγόρευσε στη συγκατηγορούμενη και θυγατέρα της Χ2, η οποία στη συνέχεια ιδιοχείρως συνέταξε την επίμαχη επιστολή, σε βάρος της εγκαλούσας και αδελφής της πρώτης, Ψ2, για την οποία απέδιδε σειρά ψευδών γεγονότων, όπως ότι " από τη συμπεριφορά της έχει φρίξει ο καθένας, ή ότι δεν έχει αφήσει άνθρωπο, που να μην τον έχει συκοφαντήσει, προς δε ότι κατασυκοφαντεί τους γονείς και τα αδέλφια της.

Ότι η εγκαλούσα συνέβαλε με το σύζυγό της στη διάλυση της οικογένειάς της και ότι εξυβρίζει τον αδελφό της και τη γυναίκα του, προσέτι δε ότι με τα καμώματά της έχει πεθάνει τον πατέρα της και ότι συνεχώς τον εξύβριζε, ενώ η ίδια διέρρηξε τα σφραγισμένα συρτάρια του πατέρα τη, από κοινού με το σύζυγό της, με τον οποίο από κοινού εξαφάνισαν τη διαθήκη του, γιατί προφανώς το περιεχόμενό της, δεν την ευνοούσε.

Προσέτι, αιτιολογούνται οι παραδοχές, σύμφωνα με τις οποίες η ως άνω κατηγορούμενη ισχυρίστηκε, ότι η εγκαλούσα χρησιμοποιεί λεξιλόγιο των γυναικών του πεζοδρομίου της οδού Αθηνάς, καθώς επίσης διέδιδε για τον εγκαλούντα και γαμβρό της Ψ1, ότι με την εγκαλούσα- σύζυγό του διέλυσαν την οικογένειά τους και ότι με τα καμώματά του, επέφεραν το θάνατο του πατέρα τους, προτού επέλθει ο βιολογικός του θάνατος.

Επιπρόσθετα, ότι από κοινού με τη σύζυγό του και πρώτη εγκαλούσα, διέρρηξαν τα κλειδωμένα συρτάρια του γραφείου, προκειμένου να πάρουν και στη συνέχεια εξαφάνισαν τη διαθήκη του". Την επιστολή αυτή με τα ως άνω ψευδή γεγονότα και των οποίων άμεση γνώση, για την αναλήθεια αυτών, είχε όχι μόνο η πρώτη, αλλά και η θυγατέρα της, τοποθέτησε η πρώτη κατηγορούμενη μέσα σε ένα ανοικτό κίτρινο φάκελο, αφού προηγουμένως την φωτοτύπησε προφανώς για να δυσχερανθεί η εξακρίβωση του συντάκτη της.

Το φάκελο αυτό με το περιεχόμενο που προαναφέρθηκε, η πρώτη των κατηγορουμένων, τον παρέδωσε στο σύζυγό της και συγκατηγορούμενό της, Χ3, ο οποίος προφανώς καθ' υπόδειξη της συζύγου του, την άφησε στην εξωτερική πόρτα του ιατρείου της εγκαλούσας, τις μεσημβρινές ώρες της 14 Δεκεμβρίου του 2000, κατά την απουσία του θυρωρού της πολυκατοικίας, επί της οδού .....

και αφού ιδιοχείρως ανέγραψε, επί του εξωτερικού του φακέλου το ονοματεπώνυμο της εγκαλούσας ".....". Αιτιολογείται, επίσης η παραδοχή, ότι του περιεχομένου της επιστολής, εκτός της πρώτης κατηγορούμενης, έλαβε γνώση, όχι μόνο και η συγκατηγορούμενη και θυγατέρα της, που ας σημειωθεί, ήταν εκείνη που καθ' υπαγόρευση της συνέγραψε την επίμαχη επιστολή, αλλά και ο σύζυγός της, τρίτος των αναιρεσειόντων.

Τούτο γιατί, λόγω του υφιστάμενου μεταξύ τους οικογενειακού δεσμού και της υφιστάμενης αντιδικίας τους, λόγω των μεταξύ τους κληρονομικών διαφορών, πλέον ή βέβαιο είναι ότι ήταν σε γνώση των ενεργειών της συζύγου του. Άλλωστε, δικαιολογείται η παραδοχή, που συνέχεται με την άμεση γνώση των κατηγορουμένων, για όσα πραγματικά περιστατικά αναφέρονται για το πρόσωπο των εγκαλούντων, από το γεγονός, ότι ταυτόσημου περιεχομένου με την επίμαχη επιστολή, τοποθετήθηκε από την πρώτη των αναιρεσειόντων, σε ανοικτούς φακέλους στις εισόδους των πολυκατοικιών, όπου διέμεναν οι άλλες δυο αδελφές τους.

Αιτιολογείται, επίσης, η πρόθεση της πρώτης τούτων, να ισχυρισθεί και να διαδόσει ενώπιον τρίτων ψευδή γεγονότα για τους εγκαλούντες, γιατί σε διαφορετική περίπτωση, που δεν είχε ανάλογο σκοπό, θα είχε φροντίσει η αποστολή της επίμαχης επιστολής, να φθάσει με ασφαλή τρόπο στα χέρια της αδελφής της και όχι να αφήνεται αδέσποτη στην είσοδο του ιατρείου της ή στην είσοδο των πολυκατοικιών, με τον ανάλογο κίνδυνο διαρροής του περιεχομένου της, αν μάλιστα ληφθεί υπόψη και το γεγονός, ότι ο φάκελος με παραλήπτρια την εγκαλούσα, τεχνηέντως είχε μερικώς καταστραφεί, ώστε να υπάρχει το ενδεχόμενο της γνώσεως του περιεχομένου της, από οποιονδήποτε τρίτο, ενώ θα μπορούσε κάλλιστα να τοποθετηθεί κάτω από την είσοδο του διαμερίσματός της.

Περαιτέρω, αιτιολογείται η παραδοχή σύμφωνα με την οποία οι λοιποί, πλην της πρώτης, κατηγορούμενοι, ενήργησαν με πρόθεση και με σκοπό να παράσχουν συνδρομή στην επιχειρούμενη από την πρώτη πράξη, το μεν με την από μέρους της θυγατέρας της, συγγραφή της επίμαχης επιστολής και της τοποθέτησής της, από μέρους του τρίτου, και οι οποίοι αποσκοπούσαν στην περαιτέρω διάδοση του ψευδούς περιεχομένου της επιστολής, χωρίς όμως να ολοκληρωθεί η πράξη τους, για λόγους ανεξάρτητους από τη θέλησή τους, αφού μετά από ελάχιστο χρόνο παραλήφθηκε από την εγκαλούσα ο σχετικός φάκελος, κατά τη στιγμή της μετάβασής της στο ιατρείο της.

Τα γεγονότα αυτά, τα οποία αποτέλεσαν και το περιεχόμενο της επιστολής, που υπαγόρευσε η πρώτη και με τα δικά της χέρια έγραψε η δεύτερη κατηγορούμενη και τοποθέτησε ο τρίτος στην είσοδο του διαμερίσματος-ιατρείου της εγκαλούσας, οπωσδήποτε ήσαν ικανά να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη των εγκαλούντων.

Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ, πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, κατά το μέρος δε που με το σχετικό λόγο, πλήττεται, με την επίκληση, κατ' επίφαση, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η περί τα πράγματα, αναιρετικά ανέλεγκτη, κρίση του Δικαστηρίου, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί.

Περαιτέρω, η επιβαλλόμενη κατά τα παραπάνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας, ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 παρ.1στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης, πρέπει, επί καταδικαστικών αποφάσεων, να υπάρχει, όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, τους οποίους προτείνει ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του, στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ.2 και 333 αρ.2 του Κ.Π.Δ, δηλαδή εκείνους που τείνουν στην άρση του άδικου του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή στην άρση ή μείωση της ικανότητας για καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής.

Χαρακτήρα αυτοτελούς ισχυρισμού, έχει και το αίτημα του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του, για εξάλειψη του αξιοποίνου, λόγω της εκπρόθεσμης υποβολής της εγκλήσεως, η λόγω νομικής πλάνης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, σε σχέση με την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού τους και ειδικότερα ότι η σχετική έγκληση, υποβλήθηκε μετά την εκπνοή της τρίμηνης προθεσμίας, αφότου έλαβαν γνώση οι εγκαλούντες του υπαιτίου και της πράξεως, δέχθηκε κατά την αναιρετική ανέλεγκτη περί τα πράγματα, κρίση του τα ακόλουθα:

Ότι η επίμαχη επιστολή τοποθετήθηκε στην είσοδο του διαμερίσματος της εγκαλούσας την 14 Δεκεμβρίου 2000, την ίδια δε ημέρα για πρώτη φορά έλαβαν γνώση του περιεχομένου της και ότι τη σχετική έγκληση υπέβαλαν την 13-3-2001.

Συνεπώς η έγκληση υποβλήθηκε εμπρόθεσμα και όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζονται, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα κατ' ουσία. Απορριπτέος, επίσης, ως αβάσιμος είναι και ο αυτοτελής ισχυρισμός που προβάλει η δεύτερη των αναιρεσειόντων, περί νομικής πλάνης, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν, πολύ περισσότερο που όχι μόνο η συγγενική της σχέση τόσο με τους λοιπούς αναιρεσείοντες, αφού τυγχάνει θυγατέρα τους, όσο και με αυτή με την εγκαλούσα, αλλά και η επαγγελματική της ιδιότητα, αυτή της ιατρού-ψυχιάτρου, προεχόντως επέβαλε σ' αυτήν ιδιαιτέρα επιμέλεια και σύνεση στο γεγονός να δεχθεί να συγγράψει καθ' υπαγόρευση της μητέρας της, την επίμαχη επιστολή. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει, να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ), ενιαία για όλους.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την με αριθμό πρωτ. 2941 από 2-4-2008 αίτηση των Χ1, Χ2 και Χ3, για αναίρεση της υπ' αριθμό 7110/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, ενιαία για όλους.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Σεπτεμβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ