2059/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated2059/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι το φερόμενο ως παραμορφωθέν ως άνω πρακτικό της διαιτητικής διαδικασίας ενώπιον του Γενικού Γραμματέα του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, ως προς την καταχωρηθείσα σ' αυτό δήλωση του προαναφερομένου δικηγόρου, δεν αποτελεί αποδεικτικό έγγραφο με την έννοια του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ.
Full text
Απόφαση 2059 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2059/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2΄ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) ......, 2) ...... και 3) ......., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημοσθένη Λιόντο. Της αναιρεσίβλητης: Εταιρίας με την επωνυμία "......Ε.Π.Ε.", που εδρεύει στον Χολαργό Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Βαρβαρίγο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-2-1992 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5837/1993 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 6972/1994, 2803/2005 αναβλητικές και 249/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9-3-2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης, διάβασε την από 21-2-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 17 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν η αντίφαση των διατάξεων της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας εντοπίζεται στο διατακτικό αυτής και συνεπεία αυτών δημιουργείται τέτοια αοριστία ώστε να εμποδίζεται η εκτελεστότητα αυτής ή η πρόκληση της σκοπούμενης από αυτή διάπλασης, δεν αρκεί δε αντίφαση στο αιτιολογικό (ΑΠ 1376/00 και 169/01). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 17 ΚΠολΔ αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση του περιέχει αντιφατικές διατάξεις, διότι, μολονότι στο αιτιολογικό της αναφέρει ότι δεν λαμβάνεται υπόψη η από 16.11.2002 υπεύθυνη δήλωση του δικηγόρου Γεωργίου Μαυρόπουλου στη συνέχεια αντιφατικούς λαμβάνει υπόψη το από 26.4.90 πρακτικό διαιτησίας στο οποίο καταγράφεται η δήλωση αυτή. Ο λόγος αυτός, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι φερόμενες ως αντιφατικές ως άνω διατάξεις δεν εντοπίζονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου, αλλά στις αιτιολογίες της.
II. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ, ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, νοούνται τα κατά τις διατάξεις των άρθρων 339 και 432έως 465 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα. Δεν αποτελούν έγγραφα, κατά την έννοια της προαναφερόμενης διάταξης, εκείνα στα οποία αποτυπώνονται άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι οι γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων, οι εισηγητικές εκθέσεις και οι εκθέσεις αυτοψίας ή τα πρακτικά και οι αποφάσεις που περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων (ΑΠ 796/06).
Ο λόγος αναίρεσης από τη διάταξη αυτή ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας στηρίχτηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο για τη διαμόρφωση της κρίσης του, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού στο έγγραφο το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ως παραμορφωθέν και όχι όταν το έγγραφο συνεκτιμήθηκε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα.
Η παραμόρφωση λαμβάνει χώρα είτε θετικώς με τη λανθασμένη ανάγνωση του εγγράφου, είτε αρνητικώς με την παράλειψη ανάγνωσης κρισίμων τμημάτων του κειμένου αυτού και συνεπεία των παραδρομών αυτών προσδίδεται σ΄ αυτό περιεχόμενο τελείως διαφορετικό από εκείνο που πραγματικά έχει (ΑΠ 963/05). Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, α) ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου προσκομίστηκε το φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο, β) να καθορίζεται ο νόμιμος τρόπος προβολής του σχετικού ισχυρισμού στο δικαστήριο της ουσίας γ) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου καθώς και εκείνο που κατά παραμόρφωση του περιεχομένου του δέχτηκε το δικαστήριο.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες, κατ΄ επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, αποδίδουν στο Εφετείο την αιτίαση ότι, με το να δεχθεί την αγωγή της αναιρεσίβλητης, αναγνωρίζοντας ότι το μεταξύ των διαδίκων καταρτισθέν εργολαβικό είναι εικονικό ως προς την αναφερόμενη σ΄ αυτό αμοιβή της ενάγουσας εργολάβου, παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 26.4.1990 πρακτικού διαιτησίας ενώπιον του Γενικού Γραμματέα του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, ως προς την περιεχόμενη σ΄ αυτό δήλωση του δικηγόρου Γεωργίου Μαυρόπουλου, σύμφωνα με την οποία, το από 30.5.1988 ιδιωτικό συμφωνητικό, που υπογράφτηκε από την ενάγουσα εργολάβο και τον πρώτο εναγόμενο ατομικά και για λογαριασμό των λοιπών, καταρτίστηκε όχι σπουδαίως προς απόδειξη της εικονικότητας της εργολαβικής σύμβασης, ως προς το αναφερόμενο σ΄ αυτή ποσοστό της αμοιβής (αντιπαροχής) της εργολάβου, αλλά με σκοπό να πειστεί ο υπεργολάβος Κούστας να αναλάβει την αποπεράτωση της οικοδομής.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι το φερόμενο ως παραμορφωθέν ως άνω πρακτικό της διαιτητικής διαδικασίας ενώπιον του Γενικού Γραμματέα του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, ως προς την καταχωρηθείσα σ' αυτό δήλωση του προαναφερομένου δικηγόρου, δεν αποτελεί αποδεικτικό έγγραφο με την έννοια του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ.
ΙII. Ως "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, η παρά το νόμο λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, νοούνται οι αυτοτελείς, νόμιμοι και παραδεκτώς προταθέντες στο δικαστήριο της ουσίας, θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή παρακωλυτικοί αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης πραγματικοί ισχυρισμοί.
Δεν αποτελούν πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση κάθε μιας εξ αυτών, ούτε τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων και του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός λόγος αναίρεσης για παραβίαση της διάταξης αυτής πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, δηλαδή τα συγκροτούντα αυτόν γεγονότα, και ο τρόπος που προβλήθηκαν ή επαναφέρθηκαν στο εφετείο, ο λόγος για τον οποίο ο ισχυρισμός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου υπό τις οποίες και συντελέστηκε η παραβίαση (ΑΠ 376/04).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον 3ο λόγο αναίρεσης στοιχείο ζ΄, οι αναιρεσείοντες, κατ΄ επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ, αποδίδουν στο εφετείο την αιτίαση, ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη "τον προβληθέντα νομότυπα" ισχυρισμό τους, ότι η εργολαβική αμοιβή της αναιρεσίβλητης καθορίστηκε με τον εργολαβικό συμβόλαιο σε ποσοστό 43,2% διότι, εκτός των άλλων συνυπολογίστηκε και η χρηματοδότηση τους προς την αναιρεσίβλητη.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ο φερόμενος ως άνω παρά το νόμο μη ληφθείς υπόψη ισχυρισμός των αναιρεσειόντων από το Εφετείο δεν είναι αυτοτελής και δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, αλλά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής με την οποία η ενάγουσα εργολάβος ζητεί να αναγνωρισθεί ότι η μεταξύ αυτής και των εναγομένων οικοπεδούχων συμφωνηθείσα εργολαβική αμοιβή της συνίστατο όχι μόνο στο αναφερόμενο στην εργολαβική σύμβαση ποσοστό που αναλογούσε στις οριζόντιες ιδιοκτησίες που θα περιέρχονταν σ΄ αυτή αλλά επί πλέον και σε ποσό 64.250.000 δρχ..
IV. Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 περ. γ΄ ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, όπως είναι και τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν για άμεση ή έμμεση, δια δικαστικών τεκμηρίων, απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 237 παρ.1 στοιχ. β΄, 453 και 524 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα. Και έχει μεν υποχρέωση το δικαστήριο να αιτιολογήσει την απόφαση του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στο σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού, όχι όμως και να κάνει ειδική μνεία καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη.
Αν όμως από το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, τότε ιδρύεται ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αυτός αναίρεσης απαιτείται να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητα του, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό του και ο παραδεκτό της προσαγωγής του, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί.
υπόψη αυτεπαγγέλτως, να καθορίζεται ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου το αποδεικτικό μέσο προσκομίστηκε, καθώς και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Η επίκληση μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδίδεται η προσβαλλόμενη απόφαση, είτε με την αναφορά σ΄ αυτές ορισμένων σημείων των προτάσεων του διαδίκου προγενέστεροι ν συζητήσεων όπου γίνεται σαφής επίκληση του εγγράφου (Ολ.
ΑΠ 14/2005). Δε είναι νόμιμη η επίκληση αποδεικτικών μέσων στο εφετείο που γίνεται με τις προτάσεις ενώπιον αυτού, στις οποίες ενσωματώνονται οι προτάσεις προηγουμένων συζητήσεων (Ολ ΑΠ 9/2000). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στο εφετείο την αιτίαση ότι "ιδίως είναι απολύτως βέβαιο, ότι αυτό με το να απορρίψει την έφεση μας..........
δεν έλαβε υπόψη ή δεν εκτίμησε ορθά" α) το υπ' αριθμ. 13369/1986 εργολαβικό συμβόλαιο ενώπιον της συμβολαιογράφου Ειρήνης Ξηρόκωστα, από το οποίο προκύπτει ότι η οικοπεδούχος άλλου οικοπέδου ...., μειονεκτούντος ως προς τη θέση εκείνου των αναιρεσιβλήτων, συνομολόγησε με το νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας, ως διαχειριστή της εργολήπτριας εταιρίας ".....
ΕΠΕ" εργολαβική αμοιβή για την επ' αυτού ανέγερση οικοδομής με το σύστημα της αντιπαροχής, ποσοστό 50,8% β) τα υπ΄ αριθμ. 6993/89 και 14585/89 συμβόλαια της ιδίας συμβολαιογράφου, από τα οποία προκύπτει ότι ο διαχειριστής της αναιρεσιβλήτου εργολάβου συνέπραξε για την μεταβίβαση από τους αναιρεσείοντες οικοπεδούχους σε τρίτους του Α ορόφου και του με στοιχεία Β1 διαμερίσματος της οικοδομής, γεγονός που πιστοποιεί ότι η ενάγουσα εργολάβος ουδεμία αξίωση είχε εις βάρος των εναγομένων οικοπεδούχων γ) την υπ΄ αριθμ. 4.998/91 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, από την οποία προκύπτει ότι απορρίφθηκε ως αόριστη η από 20.2.1990 πανομοιότυπη αγωγή της αναιρεσίβλητης κατ΄ αυτών 5) την από 18.1 1.91 τεχνική έκθεση της εταιρίας με την επωνυμία " .....
ΟΕ, από την οποία προκύπτει, ότι η ενάγουσα εργολάβος ουδέποτε αποπεράτωσε και παρέδωσε στους οικοπεδούχους έτοιμο το ισόγειο και την υπόλοιπη οικοδομή, τα οποία εγκατέλειψε ημιτελή με αποτέλεσμα να υποστούν οι αναιρεσείοντες οικοπεδούχοι ζημία ανερχόμενη στο ποσό των 25.890.729 δρχ. ε) τις από 14.6.1993 τρεις αγωγές αγοραστών διαμερισμάτων της ανεγερθείσας από την ενάγουσα επί του οικοπέδου των εναγόντων οικοδομής και την υπ΄ αριθμ. 275/2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, από τα οποία έγγραφα προκύπτει πληθώρα ελλείψεων και κακοτεχνιών και παρανομιών απότην αντίδικο αναιρεσίβλητη στ) τις ενώπιον του εισηγητή δικαστή καταθέσεις των μαρτύρων ......
και ...... Ο λόγος αυτός αναίρεσης ως προς τις αιτιάσεις του ότι το εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τα άνω έγγραφα, είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι οι αναιρεσείοντες δεν καθορίζουν στο αναιρετήριο το νόμιμο τρόπο που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν τα έγραφα αυτά στο εφετείο, ούτε επίσης καθορίζουν ποία επίδραση ασκούσαν τα αποδεικνυόμενα από τα έγγραφα αυτά γεγονότα στην έκβαση της δίκης.
Ως προς δε την αιτίαση ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των άνω μαρτύρων ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση αδιστάκτως προκύπτει το εφετείο έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε, όπως σ΄ αυτή βεβαιώνεται, τις καταθέσεις των μαρτύρων που περιέχονται στην υπ΄ αριθμ. 35/957 Δ εισηγητική έκθεση του εισηγητή δικαστή, στην οποία όπως οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται περιέχονται και οι καταθέσεις των μαρτύρων .....
και ....., τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν ενώπιον του και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την προσβαλλόμενη πρακτικά.
V. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την έλλειψη νόμιμης βάσης, συνεπεία της οποίας καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής του.
Ιδρύεται δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για τον αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη διάταξη ουσιαστικού νόμου και όχι όταν υπάρχουν ελλείψεις ή αντιφάσεις αναγόμενες στην ανάλυση και στάθμιση των αποδείξεων, που το πόρισμα της εκτίθεται σαφώς.
Για το ορισμένο και άρα παραδεκτό του λόγου αυτού αναίρεσης απαιτείται να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο αν η προσβαλλόμενη στερείται παντελώς αιτιολογιών ή περιέχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε που με το λόγο αναίρεσης αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας ότι η απόφαση του περιέχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες πρέπει να καθορίζεται ποίες επί πλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει ή που έγκειται η αντίφαση, τον αυτοτελή ισχυρισμό προς αντιμετώπιση του οποίου η απόφαση δεν περιέχει ή περιέχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, τις παραδοχές του δικαστηρίου, ώστε από αυτές ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια και τη διάταξη του ουσιαστικού νόμου που παραβιάστηκε (Ολ.
ΑΠ 20/2005). Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, κατ΄ επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αρ. 19, ζητούν την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης του εφετείου διότι αυτή "δεν έχει αιτιολογίες ή περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες σε σχέση με τα περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση δίκης".
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι αναιρεσείοντες δεν αναφέρουν στο αναιρετήριο επί ποίου ζητήματος, δηλαδή ουσιώδους για την έκβαση της δίκης πραγματικού ισχυρισμού η προσβαλλόμενη δεν περιέχει ή περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, ούτε επίσης αναφέρουν την ουσιαστικού δικαίου διάταξη που φέρεται ότι παραβιάστηκε εκ πλαγίου, ούτε αναφέρουν με πληρότητα τις παραδοχές της προσβαλλόμενης υπό τις οποίες και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση, κατ΄ επίφαση δε παραβίασης από το άρθρο 559 αρ. 19 πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του εφετείου ως προς την εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσον VI.
Από την επισκόπηση της αγωγής της ήδη αναιρεσίβλητης, των με χρονολογία 12.5.1993 προτάσεων της στο πρωτοβάθμιο δικαστήρια κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής και της υπ΄ αριθμ. 69727 1994 απόφασης του εφετείου, προκύπτει ότι με την αγωγή της η ήδη αναιρεσίβλητη ζήτησε να αναγνωρισθεί ως εικονικό το υπ΄ αρθμ. 14.116/1988 εργολαβικό συμβόλαιο ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Ειρήνης Ξηρόκωστα, που καταρτίστηκε μεταξύ αυτής και των εναγομένων, ως προς το αναφερόμενο σ΄ αυτό ποσοστό αντιπαροχής (εργολαβικό αντάλλαγμα) της ενάγουσας και ότι εκτός του αναφερομένου σ΄ αυτό ποσοστού αντιπαροχής είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων ότι οι εναγόμενοι οικοπεδούχοι υποχρεούνται να της καταβάλλουν και ποσό 64.250.000 δρχ.
και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλλουν ποσό 46.550.000 που της οφείλουν ως υπόλοιπο του παραπάνω ποσού των 64.250.000 δρχ. κατά το εξ αδιαιρέτου ποσοστό τους συγκυριότητας επί του οικοπέδου. Με τις προτάσεις της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο η ενάγουσα περιόρισε το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής σε ποσό 28.550.000 δρχ.
Το εφετείο που δίκασε την υπόθεση μετά από άσκηση αντιθέτων εφέσεων το>ν διαδίκων με την υπ΄ αριθμ. 6.972/1994 εν μέρει οριστική απόφαση του, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου κατά παραδοχή της έφεσης των ήδη αναιρεσειόντων και αφού κράτησε και δίκασε την αγωγή της αναιρεσίβλητης απέρριψε αυτή ως αόριστη ως προς το καταψηφιστικό της αίτημα και διέταξε αποδείξεις ως προς το αναγνωριστικό αίτημα, μετά δε τη διεξαγωγή των αποδείξεων, με την προσβαλλόμενη οριστική απόφαση του εφετείου αναγνωρίστηκε ότι το παραπάνω εργολαβικό συμβόλαιο ήταν εικονικό ως προς το αναφερόμενο σ΄ αυτό ποσοστό αντιπαροχής (εργολαβικού ανταλλάγματος) της ενάγουσας δεχόμενο ότι πλέον του ποσοστού αυτού είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων ότι οι εναγόμενοι οικοπεδούχοι όφειλαν να καταβάλλουν στην ενάγουσα εργολάβο και ποσό 64.250.000 δραχμών.
Έτσι που έκρινε το εφετείο δεν επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε από την ενάγουσα και επομένως ο 5ος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. ΠΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 09.03.2006 αίτηση των α) ......, β) .... και γ) ..... για αναίρεση της υπ΄ αριθμ. 249/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης από ευρώ χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Νοεμβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Νοεμβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ