Legislator Case Law & Legislation
2059/2006 AI generated

2059/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2059/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

2059/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): 1.- Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, "είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη".

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2059 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2059/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1΄ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καρούζο βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσίβλητου: ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Τιτίκα Νικέα - Μουράτογλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-10-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 560/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 6662/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-4-2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 24-10-2006 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, "είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη".

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους λόγους αναιρέσεως του άρθρου 559 ΚΠολΔ, από δε το συσχετισμό της με τις διατάξεις των άρθρων 566 παρ. 1 και 118 αριθ. 4 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, πρέπει να μνημονεύεται στο αναιρετήριο, αν δεν πρόκειται για τις πιο πάνω εξαιρετικές περιπτώσεις, ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο εκείνος στηρίζεται, έχει νόμιμα προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αν αυτού η απόφαση προσβάλλεται με την αναίρεση, και συγκεκριμένα να έχει προταθεί νόμιμα και δη με λόγο εφέσεως ή με τις προτάσεις, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η με τον τρόπο αυτόν πρόταση επιτρέπεται (βλ.

σχ. Ολ. ΑΠ 43/1990, ΑΠ 619/1994, 990/1983). Στην προκειμένη περίπτωση με το μοναδικό λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο παρά το ότι δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι ο αναιρεσίβλητος εργάστηκε, με βάση την ένδικη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, το μεν ως οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου αρχικά 2,5 τόνων και στη συνέχεια 6 τόνων, το δε ως τεχνίτης - συγκολλητής ιμάντων, ότι ο ίδιος (αναιρεσίβλητος) κατείχε άδεια οδηγήσεως Β΄ κατηγορίας (ενώ για την οδήγηση του φορτηγού αυτοκινήτου των 6 τόνων θα έπρεπε να έχει άδεια οδηγήσεως Γ΄ κατηγορίας), καθώς και ότι ο ίδιος δεν είχε άδεια τεχνίτη συγκολλητή ιμάντων, όπως απαιτούνταν, κατά το λόγο αναιρέσεως, εν τούτοις παρέλειψε να θεωρήσει την προαναφερόμενη σύμβαση εργασίας ως άκυρη λόγω μη συνδρομής στο πρόσωπο αυτού (αναιρεσιβλήτου) των αμέσως πιο πάνω κατά το νόμο, πάντοτε κατά το λόγο αναιρέσεως, απαιτούμενων σχετικών προσόντων.

΄Ετσι δε το Εφετείο με την ως άνω απόφασή του αφενός παραβίασε, με το να μην τις εφαρμόσει, τόσο τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 του Κ.Ο.Κ. 1999, που κυρώθηκε με το ν. 2696/1999, κατά το οποίο ο κάτοχος άδειας οδηγήσεως Γ΄ κατηγορίας δικαιούται να οδηγεί οχήματα των οποίων το μέγιστο επιτρεπόμενο βάρος υπερβαίνει τα 3.500 χιλιόγραμμα, όσο και τις αναλόγως, κατά το λόγο αναιρέσεως, εφαρμοζόμενες διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1 και παρ. 2 στοιχ.

ιβ΄ και του άρθρου 5 παρ. 1 στοιχ. ιβ΄ του νόμου 1575/1985, ο οποίος ορίζει τις προϋποθέσεις ασκήσεως του επαγγέλματος του τεχνίτη αυτοκινήτων, μοτοσυκλετών και μοτοποδηλάτων, καθώς και τους όρους λειτουργίας των συνεργείων των οχημάτων αυτών και αφετέρου δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμό, όπως εκτιμάται, του αναιρεσείοντος, που ήδη είχε υποβληθεί από τον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας για ακυρότητα της ένδικης συμβάσεως εργασίας για τους αμέσως πιο πάνω αναφερόμενους λόγους.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κατά το ένα από τα μέρη του και από τον αριθμό 8 περ. β΄ του ίδιου άρθρου κατά άλλο από τα μέρη του, πρέπει, να απορριφθεί κατ΄ αμφότερα τα μέρη του, προεχόντως, ως αόριστος, γιατί δεν αναφέρεται σ΄ αυτόν ότι ο συνιστών ένσταση ισχυρισμός αυτός του αναιρεσείοντος για ακυρότητα της ένδικης συμβάσεως εργασίας εξαιτίας μη συνδρομής στο πρόσωπο του αναιρεσιβλήτου των ως άνω κατά το λόγο αναιρέσεως απαιτούμενων προσόντων (πρβλ ΑΠ 358/1990)), προτάθηκε νόμιμα στο Εφετείο και δη με τις προτάσεις που ο αναιρεσείων υπέβαλε κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (πρβλ ΑΠ 346/1963).

Σε κάθε περίπτωση ο άνω λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος κατ΄ αμφότερα τα μέρη του, γιατί, όπως προκύπτει από τις προτάσεις που ο αναιρεσείων υπέβαλε στο Εφετείο κατά τη συζήτηση της εφέσεως του αντιδίκου του αναιρεσιβλήτου, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο προαναφερόμενος ισχυρισμός, επί του οποίου στηρίζονται οι αιτιάσεις που αποτελούν το περιεχόμενο του λόγου αναιρέσεως, δεν προτάθηκε σ΄ αυτό (Εφετείο).

Δεν πρόκειται δε για κάποια από τις πιο πάνω εξαιρετικές περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ και δη ούτε, αναφορικά με την προβαλλόμενη παραβίαση των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων, για ισχυρισμό που να αφορά τη δημόσια τάξη κατά την έννοια της τελευταίας διατάξεως, αλλ΄ ούτε και για σφάλμα που να προκύπτει από την ίδια την απόφαση, αφού στην απόφαση αυτήν ούτε υπάρχει παραδοχή αναφορικά με την κατηγορία στην οποία υπαγόταν η άδεια οδηγήσεως που κατείχε ο αναιρεσίβλητος, αλλ΄ ούτε και υπάρχει οποιαδήποτε παραδοχή για την κατοχή ή μη από τον αναιρεσίβλητο άδειας για τη διενέργεια της εργασίας του τεχνίτη συγκολλητή ιμάντων, την οποία εργασία επιπροσθέτως, κατά την παραδοχή του Εφετείου, παρείχε αυτός.

Για την τελευταία, πάντως, εργασία δεν απαιτούνταν η άδεια ασκήσεως επαγγέλματος που προβλεπόταν από τις ως άνω διατάξεις του ν. 1575/1985, οι οποίες δεν είναι εφαρμοστέες αναλόγως, αναφορικά με τη διαφορετική, αμέσως πιο πάνω, επιπρόσθετη εργασία, που παρείχε ο αναιρεσίβλητος. Σημειώνεται, ότι στις προαναφερόμενες προτάσεις του και δη στην 5η σελίδα αυτών ο αναιρεσείων αναφέρει ότι ο αναιρεσίβλητος δεν κατείχε τα απαραίτητα τυπικά προσόντα για την εκτέλεση των ως άνω εργασιών, τις οποίες παρείχε.

Πλην όμως τούτο αναφέρθηκε απλώς και μόνο στο πλαίσιο υποστηριζόμενης ορθής αξιολογήσεως των αποδείξεων εκ μέρους του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (που απέρριψε την ένδικη αγωγή), χωρίς να προβληθεί περαιτέρω με σαφήνεια και πληρότητα ισχυρισμός για ακυρότητα της ένδικης συμβάσεως εργασίας λόγω μη συνδρομής στο πρόσωπο του αναιρεσιβλήτου των κατά το λόγο αναιρέσεως απαιτούμενων πιο πάνω σχετικών προσόντων.

Κατ΄ ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22 Απριλίου 2004 αίτηση του ..... για αναίρεση της υπ΄ αριθ. 6662/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και,

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2006. Και,

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Δεκεμβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ