Supreme Court dismisses appeal against civil judgment for damages due to negligence, rejecting procedural and substantive grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a company and an individual against a final judgment awarding damages for negligence. The appellants argued that the lower court erred in applying substantive law and exceeded its discretion in setting the compensation amount. The court found the appeal inadmissible regarding substantive violations because the lower court's reasoning was clear, logical, and based on sufficient evidence, thereby rejecting the appellants' claims.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1), 577(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible only if a substantive law rule was violated, but the Supreme Court will dismiss it if the lower court's reasoning is clear, logical, and based on sufficient evidence without arbitrary interpretation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2058 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2058/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Σ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεμιστοκλή Σοφό και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Σ. Φ. του Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Κρεμμύδα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ... αγωγή προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ... μη οριστική και ... οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η ... του Τριμελούς Εφετείου ….. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από ... αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Υπόκειται προς κρίση η από ... αίτηση για αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. ... τελεσίδικης απόφασης του τριμελούς Εφετείου …... Με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε η από ... έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ. ... οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου …., η οποία είχε δεχθεί εν μέρει κατ' ουσίαν την από 30-9-2016 αγωγή του ενάγοντος ήδη αναιρεσίβλητου και επιδίκασε τα εκεί αναφερόμενα ποσά με βάση τις διατάξεις των άρθρων 931 και 932 ΑΚ λόγω της αδικοπραξίας των εναγομένων. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης (ΟλΑΠ 10/2011, 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 155/2016, ΑΠ 495/2013).
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., "αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνεπείας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 1288/2017).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ.β, 914 και 932 ΑΚ συνάγεται ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση και προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και ηθικής βλάβης αντιστοίχως και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.
Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης.
Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, υπάρχει όταν ο δράστης, εξαιτίας της παράλειψής του να καταβάλει την επιμέλεια που, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητας του, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, είτε δεν προέβλεψε την επέλευση αυτού, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επέλευσής του, ήλπιζε όμως ότι θα το αποφύγει.
Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Eξ άλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 3 και 12 της ΚΥΑ 9104/440/2010 (ΦΕΚ Β 1159/2-8-2010) "προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 2007/23/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, σχετικά με τη διάθεση στην αγορά πυροτεχνίας", μετά του Παραρτήματος αυτής για τις βασικές απαιτήσεις ασφάλειας, των άρθρων 2 και 3επ.
της ΚΥΑ 127200/ΔΤΒΝ 2234/ΤμΔ/Φ.14.3 (ΦΕΚ Β 2659/9-12-2015) "προσαρμογή της ελληνικής στην Οδηγία 2013/29/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12-6-2013 για την εναρμόνιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τη διαθεσιμότητα στην αγορά ειδών πυροτεχνίας", μετά του Παραρτήματος αυτής για τις βασικές απαιτήσεις ασφάλειας, των άρθρων 1 επ.
του π.δ. 293/1-4-1977 (ΦΕΚ Α 95) "περί των περιορισμών κατά τη μεταφοράν φωτοβολίδων, βεγγαλικών και πυροτεχνικών παιδικών αθυρμάτων και λήψεως μέτρων αποτροπής κινδύνων εκ της καύσεως βεγγαλικών και πυροτεχνικών παιδικών αθυρμάτων" και των άρθρων 1επ., της ΚΥΑ 3009/2/23α/1994 περί της εκδόσεως δικαιολογητικών και αδειών που προβλέπονται μεταξύ των άλλων από τον ν. 456/1978 "περί φωτοβολίδων-πυροτεχνημάτων", όπως αυτός συμπληρώθηκε και τροποποιήθηκε με το άρθρο 30 του ν. 2168/1993, προκύπτει ότι ως βεγγαλικά νοούνται "μείγματα ευφλέκτων υλών καιομένων μετά λαμπράς φλογός, η οποία δια προσθήκης καταλλήλων μεταλλικών αλάτων χρωματίζεται ποικιλοτρόπως, χωρίς να δημιουργείται εκ της καύσεως κίνδυνος σωματικών βλαβών ή πυρκαιάς" και ως πυροτεχνικά παιδικά αθύρματα νοούνται "μείγματα ευφλέκτων υλών διαφόρων τύπων τα οποία ή χρησιμοποιούνται προς τέρψιν και καίονται δι' εναύσματος, τριβής, κρούσεως ή με τη βοήθεια ειδικής συσκευής, χωρίς να προκαλείται εκ της καύσεώς των ενοχλητικός θόρυβος ή κίνδυνος σωματικών βλαβών ή πυρκαϊας".
Για την πρόληψη των ανωτέρω κινδύνων κατά την καύση-ρίψη των ανωτέρω ειδών, στην τρίτη παράγραφο (εδ. α-ε) του παραρτήματος Ι του άρθρου 21 της ως άνω ΚΥΑ 9104440/2-8-2010 προβλέπεται ρητά ότι "κάθε είδος πυροτεχνίας πρέπει να λειτουργεί σωστά όταν χρησιμοποιείται για το σκοπό για τον οποίον προορίζεται. Κάθε είδος πυροτεχνίας πρέπει να υποβάλλεται σε δοκιμή σε πραγματικές συνθήκες.
Αν αυτό δεν είναι δυνατό μέσα σε εργαστήριο, οι δοκιμές πρέπει να διενεργούνται σε συνθήκες υπό τις οποίες πρόκειται να χρησιμοποιηθεί το είδος της πυροτεχνίας. Οι ακόλουθες πληροφορίες και ιδιότητες - εφόσον απαιτείται-πρέπει να εξετάζονται ή να υποβάλλονται σε δοκιμή : β) η φυσική και χημική σταθερότητα του είδους πυροτεχνίας σε όλες τις φυσιολογικές, προβλέψιμες περιβαλλοντικές συνθήκες...ε) η αντοχή του είδους πυροτεχνίας στην υγρασία, εάν προορίζεται να χρησιμοποιηθεί σε υγρές ή ξηρές συνθήκες και εάν η ασφάλεια ή η αξιοπιστία του μπορεί να επηρεαστεί αρνητικά στην υγρασία".
Οι ελάχιστες αποστάσεις ασφαλείας που πρέπει να τηρούνται ως προς τη διάμετρο της περιοχής εξωτερικής καύσεως των πυροτεχνημάτων ορίζονται ρητά δια της ρυθμίσεως του άρθρου 12 παρ. 2 της ανωτέρω ΚΥΑ ανάλογα με το μέγεθος του κελύφους των πυροτεχνημάτων. Ειδικότερα εκεί αναφέρεται ότι η επισήμανση των ειδών πυροτεχνίας περιλαμβάνει τουλάχιστον την ονομασία και τη διεύθυνση του κατασκευαστή ή εάν ο κατασκευαστής δεν είναι εγκατεστημένος στην Κοινότητα, την ονομασία του κατασκευαστή και την ονομασία και τη διεύθυνση του εισαγωγές, την ονομασία και τον τύπο του προϊόντος, τα ελάχιστα όρια ηλικίας κατά το άρθρο 7 παρ. 1 και 2, τη σχετική κατηγορία και τις οδηγίες χρήσης, το έτος παραγωγής για τα πυροτεχνήματα των κατηγοριών 3 και 4 και κατά περίπτωση, την ελάχιστη απόσταση ασφαλείας.
Η επισήμανση περιλαμβάνει την καθαρή ισοδύναμη ποσότητα ενεργού εκρηκτικού υλικού. Στη συσκευασία των ειδών πυροτεχνίας θα πρέπει επιπλέον να αναγράφεται η ποσότητα σε τεμάχια, ο ακριβής αριθμός βολών, το μέγιστο ύψος εκτόξευσης, η διάρκεια καύσης, καθώς και οι πληροφορίες ταξινόμησης, η ομάδα επικινδυνότητας και συμβατότητας και επίσης να αναγράφονται οι ακριβείς αποστάσεις ασφαλείας στην καύση πυροτεχνημάτων κατά τον ακόλουθο πίνακα μέγεθος κελύφους 2,5 ίντσες (64 mm), 4 ίντσες (102 mm), 12 ίντσες (305 mm) και περιοχή πτώσης 140 ft (43 μέτρα), 280 ft (85 μέτρα), 840 ft (256 μέτρα) αντίστοιχα.
Οι δε διατάξεις του άρθρου 21 του παραρτήματος της ως άνω ΚΥΑ ως προς την τήρηση απόστασης ασφάλειας κατά την καύση των πυροτεχνημάτων, ανάλογα με την κατηγορία στην οποίαν αυτά ανήκουν, έχουν τεθεί προεχόντως για την προστασία και την ασφάλεια των χρηστών των πυροτεχνημάτων, οι οποίοι πρέπει να απομακρύνονται, όταν πυροδοτούνται τα πυροτεχνήματα, ενώ απαιτείται σε κάθε περίπτωση να συνεκτιμώνται οι εκάστοτε συγκεκριμένες συνθήκες.
Για την διασφάλιση της ασφαλούς ρίψης των πυροτεχνημάτων στην υπ' αριθμ. ... διαταγή του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης (παρ. 3 εδ. ια) ορίζεται ότι πρέπει να λαμβάνονται προληπτικά μέτρα ασφάλειας τουλάχιστον σε απόσταση 100 μέτρων από το σημείο καύσης, ενώ σύμφωνα με το άρθρα 2 και 3 της ως άνω ΚΥΑ για την καύση των πυροτεχνημάτων απαιτείται άτομο με εξειδικευμένες γνώσεις, δηλ.
άτομο που κατέχει άδεια τεχνίτη για την καύση τους, προκειμένου να χειρίζεται ή/και να χρησιμοποιεί πυροτεχνήματα συγκεκριμένων τύπων και κατηγοριών, όπως αυτά προαναφέρθηκαν. Περαιτέρω από την διάταξη του άρθρου 922 του Α.Κ., που ορίζει ότι: "ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μια υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του", συνάγεται ότι η ίδρυση ευθύνης του προστήσαντος από αδικοπραξία του προστηθέντος προϋποθέτει, 1) σχέση προστήσεως, η οποία υπάρχει όταν ο προστήσας διατηρεί το δικαίωμα να δίνει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα, σε σχέση με τον τρόπο εκπληρώσεως της υπηρεσίας του, 2) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια που να καλύπτει τους όρους του άρθρου 914 του Α.Κ.
και 3) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί, ακόμη δε και κατά κατάχρηση αυτής, η οποία υφίσταται όταν η ζημιογόνος πράξη τελέσθηκε μεν εντός των ορίων των καθηκόντων που ανατέθηκαν στον προστηθέντα, η επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας, αλλά κατά παράβαση των εντολών και των οδηγιών, που δόθηκαν σ' αυτόν ή καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του, εφόσον μεταξύ της ζημιογόνου ενεργείας του προστηθέντος και της ανατεθείσης σ' αυτόν υπηρεσίας υπάρχει εσωτερική συνάφεια, υπό την έννοια ότι η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατό να υπάρξει χωρίς την πρόστηση ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας.
Με τις προϋποθέσεις αυτές θεμελιώνεται αντικειμενική ευθύνη του προστήσαντος για τις ζημίες που παρανόμως και υπαιτίως προκάλεσε ο προστηθείς, με τον οποίο ευθύνεται εις ολόκληρο, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 481, 486 και 926 ΑΚ. Ο προστήσας δεν ευθύνεται όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του προστηθέντος οφείλεται σε προσωπικούς του λόγους άσχετους με την υπηρεσία που του ανατέθηκε, αφού η ύπαρξη των λόγων αυτών διακόπτει την αιτιώδη συνάφεια ανάμεσα στη βλαπτική πράξη του προστηθέντος και την άσκηση ή την κατάχρηση της υπηρεσίας του.
Αυτό συμβαίνει και όταν υπάρχει μεν τοπικός ή χρονικός σύνδεσμος της επιβλαβούς συμπεριφοράς του προστηθέντος με την υπηρεσία του, δηλ. η συμπεριφορά του εκδηλώθηκε με την ευκαιρία της υπηρεσίας, οφείλεται όμως σε αίτια ανεξάρτητα απ' αυτή και συγκεκριμένα σε προσωπικό πταίσμα του προστηθέντος, τον κίνδυνο του οποίου δεν μπορεί να φέρει ο προστήσας.
Κατά την έννοια του άρθρου 932 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη ως κριτήρια:
το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.
Συνεπώς, εφόσον ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης επαφίεται στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που σχηματίζεται ύστερα από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, το "εύλογο" του επιδικαζόμενου ποσού, δεν αποτελεί αόριστη νομική έννοια και συνακόλουθα η σχετική κρίση δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, οπότε και δεν μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη, κατά τούτο, εφαρμογή του νόμου (ΑΚ 932).
Εξ άλλου με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρηση του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".
Με την νέα αυτή διάταξη ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο, και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου, αλλά και από την ουσία των ...
ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του ατόμου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων. Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, και πριν από την ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου.
Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος η θεσπιζομένη από αυτήν προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και "στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει", και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των ...
δικαιωμάτων. Συγκεκριμένα πρέπει, τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες, να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον διάδικο σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται, και αναλογικά υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν.
Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ' αυτήν, απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κλπ).
Εξάλλου, η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσης της, με την οποία πάντως αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των ... δικαιωμάτων, οφείλει δε ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, που όπως αναφέρθηκε απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου.
Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλ.
το ασκούμενο δικαίωμα έχει απωλέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκηση του είναι απαγορευμένη. Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα, και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου.
Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλ. να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Περαιτέρω, από το άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.
Με βάση τον σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι, όπως εκτίθεται και ανωτέρω κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στον βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.
Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 Α Κ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.
Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ' αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.
Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος [άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος] με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας τους, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των ...
δικαιωμάτων. Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.
Ενόψει όλων αυτών η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ αναλόγως από τους αρ. 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων ης διακριτικής του ευχέρειας (ΟλΑΠ 9/2015).
Περαιτέρω, με το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με το ν. 53/1974 ορίζεται ότι "1. Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως.. 2.
Παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι, τεκμαίρεται αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του", το οποίο σε ενωσιακό επίπεδο ισχύει βάσει του άρθρου 6 παρ. 2 Σ.Ε.Ε., σύμφωνα με το οποίο "Η Ένωση σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως κατοχυρώνονται με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των ...".
Ταυτόσημη διατύπωση με την παρ. 2 του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α. έχει και η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997, κατά το οποίο "κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο", αλλά και του άρθρου 48 του Χάρτη ...
Δικαιωμάτων της Ε.Ε., που ορίζει ότι "Κάθε κατηγορούμενος τεκμαίρεται ότι είναι αθώος μέχρι αποδείξεως της ενοχής του σύμφωνα με το νόμο". Το τεκμήριο αθωότητας ορίζεται πλέον στο άρθρο 71 Κ.Π.Δ., σύμφωνα με το οποίο "οι ύποπτοι και οι κατηγορούμενοι τεκμαίρονται αθώοι μέχρι να αποδειχθεί η ενοχή τους σύμφωνα με το νόμο" και είναι συνέπεια της ενσωματώσεως της Οδηγίας 2016/343 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 9.3.2016 "για την ενίσχυση ορισμένων πτυχών του τεκμηρίου αθωότητας και του δικαιώματος παραστάσεως του κατηγορουμένου στην δίκη στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας" με το νόμο 4596/2019.
Και τούτο ανεξαρτήτως της πλημμέλειας της εν λόγω ενσωματώσεως, συνισταμένης στο ότι, καίτοι: α) στη σκέψη 16 του Προοιμίου της ως άνω Οδηγίας ορίζεται ότι "Το τεκμήριο αθωότητας παραβιάζεται σε περίπτωση που δημόσιες δηλώσεις δημόσιων αρχών ή δικαστικές αποφάσεις, με εξαίρεση τις αποφάσεις περί ενοχής, αναφέρονται στον κατηγορούμενο ως να είναι ένοχος..." και β) στο άρθρο 4 παρ. 1 της Οδηγίας αυτής προβλέπεται ότι "Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να διασφαλίσουν ότι, όσο δεν έχει αποδειχτεί η ενοχή υπόπτου ή κατηγορουμένου σύμφωνα με το νόμο, στις δημόσιες δηλώσεις δημοσίων αρχών, καθώς και στις δικαστικές αποφάσεις, με εξαίρεση τις αποφάσεις περί ενοχής, το εν λόγω πρόσωπο δεν αναφέρεται ως ένοχο", στη ρύθμιση του άρθρου 7 του ως άνω νόμου [τίτλος άρθρου:
Δημόσιες αναφορές στην ενοχή προσώπου (άρθρα 4 και 10 παρ. 1 της Οδηγίας 2016/343/ΕΕ)] που ορίζει το δικαίωμα του υπόπτου ή του κατηγορουμένου να ασκήσει αγωγή αποζημιώσεως, κατά τις διατάξεις των άρθρων 105 και 106 ΕισΝΑΚ, προς αποκατάσταση της βλάβης, την οποία υπέστη εξ αιτίας της προσβολής του τεκμηρίου αθωότητας από δηλώσεις δημοσίων αρχών που έλαβαν χώρα σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, πριν από την έκδοση της αποφάσεως σε πρώτο ή δεύτερο βαθμό, οι οποίες αναφέρονται κατά τρόπο άμεσο στην εκκρεμή ποινική διαδικασία και είτε παροτρύνουν το κοινό να πιστέψει στην ενοχή του, είτε προβαίνουν σε εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, με την οποία προδικάζουν τη δικαστική κρίση επί της υποθέσεως, περιλαμβάνονται ρυθμίσεις μόνον για την περίπτωση παραβιάσεως του τεκμηρίου αθωότητας από τις δηλώσεις δημόσιων αρχών, ενώ έχει εκλείψει η αναφορά της οδηγίας και στις δικαστικές αποφάσεις.
Έτσι, πριν από το νόμο 4596/2019 η κατοχύρωση του τεκμηρίου αθωότητας στα προαναφερθέντα συμβατικά κείμενα (6 παρ. 2 Ε.Σ.Δ.Α., 14 παρ. 2 Δ.Σ.Α.Π.Δ. και 48 παρ. 1 Χ.Θ.Δ.Ε.Ε.) επέκτεινε τη ρυθμιστική εμβέλεια του τεκμηρίου εντός της ημεδαπής έννομης τάξεως δυνάμει του άρθρου 28 παρ. 1 του Συντάγματος, ενώ πλέον η προστασία αυτού (τεκμηρίου), ως περιεχομένου της ανωτέρω οδηγίας, αποτελεί κανόνα δικαίου της Ενώσεως.
Με τις ως άνω αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις κατοχυρώνεται και προστατεύεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου, το οποίο αποτελεί, κατ' αρχήν, τη δικονομική έκφανση του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, συνδεόμενο άμεσα με την αρχή της ενοχής (άρθρα 7.1 Συντ. και 14 Π.Κ.). Συνιστά ταυτόχρονα έκφραση της συνταγματικής αρχής του κράτους δικαίου, με την έννοια ότι καθιερώνει υποχρέωση της Πολιτείας και αντίστοιχο δικαίωμα του κάθε εμπλεκομένου στην ποινική διαδικασία προσώπου να αξιώνει την ποιότητα της μεταχειρίσεως που θα επιφυλασσόταν σε έναν αθώο, μέχρις ότου να κηρυχθεί η ενοχή του.
Η προαναφερθείσα διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α. προκρίνει την κατοχύρωση της γενικής αρχής της δίκαιης δίκης, η οποία αξιώνει να τύχει εφαρμογής τόσο στην ποινική, όσο και στην αστική δίκη. Η τυποποίηση του τεκμηρίου αθωότητας ακολουθεί αμέσως μετά στην παράγραφο 2 αυτού, ενώ έπονται οι λοιπές διαδικαστικές εγγυήσεις υπέρ του κατηγορουμένου.
Η τοιαύτη νομική θεμελίωση του τεκμηρίου συνεπιφέρει τη δικαιοδοσία του Ε.Δ.Δ.Α. επί της αυθεντικής ερμηνείας του άρθρου 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α. με σειρά δε αποφάσεών του (το Ε.Δ.Δ.Α.) παγιώνει τη νομολογία του προς την κατεύθυνση μιας διασταλτικής ερμηνείας της προαναφερθείσας διατάξεως και, συνεπώς, μιας διευρυμένης λειτουργίας του τεκμηρίου αθωότητας.
Έτσι, το τεκμήριο της αθωότητας, το οποίο δεν αποτελεί μόνον ένα θεμελιώδες δικαίωμα του κατηγορουμένου να τεκμαίρεται αθώος μέχρι τη νόμιμη απόδειξη της ενοχής του, αλλά είναι ταυτόχρονα μία ανεξάρτητη υποχρέωση της πολιτείας, αφού διαθέτει αυτόνομη εγγυητική λειτουργία, με την έννοια ότι, σε περίπτωση προσβολής του, αναιρείται ο δίκαιος χαρακτήρας της δίκης, ακόμη και αν έχουν γίνει σεβαστές όλες οι υπόλοιπες, προβλεπόμενες από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., αρχές και εγγυήσεις, δηλαδή η δημοσιότητα της δίκης, η εκδίκαση της υποθέσεως σε εύλογο χρόνο, η ανεξαρτησία και αμεροληψία του δικαστηρίου, δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που ο διάδικος έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου στα πλαίσια μιας ποινικής δίκης, αλλά έχει εφαρμογή και ενώπιον οποιουδήποτε άλλου δικαστηρίου, που επιλαμβάνεται μεταγενέστερα είτε επί των αστικών αξιώσεων του παθόντος είτε επί θεμάτων διοικητικής ή πειθαρχικής φύσεως, όταν αυτό για τις ανάγκες της δίκης ερμηνεύει την ποινική αθωωτική απόφαση, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα που εισάγονται ενώπιόν του, κατά τρόπο που δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του διαδίκου.
Το τεκμήριο αθωότητας, δηλαδή, πέραν της παραδοσιακής διαδικαστικής - δικονομικής εγγυήσεως που παρέχει, κατοχυρώνει παράλληλα το σεβασμό της τιμής και της αξιοπρέπειας του κατηγορουμένου, επεκτείνοντας το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως και εκτός του στενού πλαισίου της ποινικής δίκης, θεωρώντας ότι η μη διακρίβωση της ποινικής ευθύνης ή πολύ περισσότερο η αθώωση του κατηγορουμένου αποτελεί αυτοτελές στοιχείο της προσωπικότητάς του, που τον συνοδεύει εσαεί και πρέπει να γίνεται σεβαστό από τις κρατικές αρχές πέρα από τα στενά όρια της ποινικής δίκης, δηλαδή και σε κάθε άλλο δικαστήριο, είτε ποινικό, είτε πολιτικό.
Η εφαρμογή, επομένως, του τεκμηρίου αθωότητας συνεχίζεται και μετά το πέρας της ποινικής δίκης και την έκδοση της αθωωτικής ποινικής αποφάσεως, εκτεινόμενη και εκτός των ποινικών διαδικασιών, ώστε να διασφαλιστεί για πάντα στο μέλλον το δικαίωμα του αθωωθέντος να εμφανίζεται στην έννομη τάξη, αλλά και στην κοινωνία ότι δεν είναι ένοχος του συγκεκριμένου αδικήματος που του αποδόθηκε και ότι η αθωότητά του θα είναι σεβαστή.
Τέτοια δε αθωωτική ποινική απόφαση είναι κάθε απόφαση που εκδίδεται επί ποινικής υποθέσεως και δεν επιβάλλει στον κατηγορούμενο ποινή, όπως εκείνη που διαπιστώνει πανηγυρικά τη μη τέλεση του εγκλήματος, π.χ. λόγω ελλείψεως στοιχείων της αντικειμενικής ή υποκειμενικής υποστάσεως ή απόφαση που απαλλάσσει τον κατηγορούμενο "λόγω αμφιβολιών" ή απόφαση που αναστέλλει την ποινική διαδικασία ή που παύει την ποινική δίωξη με οποιοδήποτε τρόπο και εξ αιτίας θανάτου ή ανακαλεί την εις βάρος του έγκληση ή ακόμα και αντίστοιχου περιεχομένου βούλευμα του δικαστικού συμβουλίου, δηλαδή κάθε περίπτωση "μη διαπιστωμένης ενοχής".
Απαραίτητη προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου αθωότητας σε μεταγενέστερες μη ποινικές διαδικασίες αποτελεί η ύπαρξη συνάφειας - ουσιαστικού συνδέσμου μεταξύ της ποινικής δίκης και της μεταγενέστερης μη ποινικής δίκης, όπως τούτο συμβαίνει όταν ασκείται αγωγή αποζημιώσεως, λόγω αδικοπραξίας, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.
του Α.Κ., η άσκηση της οποίας (αποζημιωτικής αγωγής) δεν ισοδυναμεί με τη διατύπωση μιας άλλης επί πλέον "ποινικής κατηγορίας" κατά του κατηγορουμένου μετά την αθώωσή του και, επομένως, δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής της αρχής ne bis in idem, ενόψει και του ότι η, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις (των άρθρων 914 επ.
Α.Κ.), αποζημίωση, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, δεν έχει το χαρακτήρα ποινής, αλλά, σε αντίθεση με την ποινική δίκη, της οποίας σκοπός είναι η διάγνωση της αλήθειας και η τιμωρία του δράστη, ο σκοπός της επιδικάσεως αποζημιώσεως είναι η ικανοποίηση της ζημίας, που ο αδικοπραγήσας προξένησε στον παθόντα - ενάγοντα.
Με τις προαναφερθείσες διατάξεις δεν καθιερώνεται δεδικασμένο στην αστική δίκη από απόφαση ποινικού δικαστηρίου, ενώ, ούτε και το Σύνταγμα προβλέπει σχετικό δεδικασμένο, αντιθέτως, μάλιστα, προβαίνει σε διάκριση των δικαιοδοσιών. Ειδικότερα, οι διατάξεις των άρθρων 93-96 Συντ. αφενός κατοχυρώνουν τη διάκριση των δικαστηρίων και αφετέρου κατανέμουν μεταξύ τους τη δικαιοδοσία σε διοικητική, πολιτική ή αστική και ποινική, κατ' αντιστοιχία των προβλεπομένων δικαστηρίων και των υπαγόμενων σε αυτά διαφορών ή και υποθέσεων.
Η συνταγματική αυτή πρόβλεψη των ως άνω διακριτών δικαιοδοσιών επιτρέπει, εκτός άλλων, και τη δημιουργία αστικών και ποινικών διαφορών από την ίδια συμπεριφορά ή δραστηριότητα, που υπάγονται ακολούθως στις αντίστοιχες δικαιοδοσίες. Βασική συνέπεια, που αναδεικνύει το ουσιαστικό περιεχόμενο της διακρίσεως των τριών διακριτών δικαιοδοσιών, οι οποίες ενδέχεται να διασταυρώνονται, διατηρώντας όμως την ισοτιμία και την ανεξαρτησία τους, είναι το διακριτό δεδικασμένο των αποφάσεων κάθε δικαιοδοτικής λειτουργίας, το οποίο ορίζεται διαφορετικά από τον αντίστοιχο δικονομικό νομοθέτη (άρθρα: 321 επ.
Κ.Πολ.Δικ., 57 Κ.Π.Δ., 197 Κ.Δ.Δ.). Οι ρυθμίσεις αυτές επιβάλλουν το δεδικασμένο να είναι, κατ' αρχήν, δεσμευτικό μόνον εντός της οικείας δικαιοδοσίας, με αποτέλεσμα οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων να μην αποτελούν δεδικασμένο για την πολιτική δίκη. Αποδεικτική δέσμευση από δικαστικές αποφάσεις άλλων δικαιοδοτικών κλάδων μπορεί να γίνει ανεκτή μόνον όταν υπάρχει σχετική νομοθετική πρόβλεψη, είτε σε διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, είτε σε διατάξεις της οικείας δικονομίας (όπως στο άρθρο 5 παρ. 2 Κ.Δ.Δ.).
Η συνταγματική, άλλωστε, πρόβλεψη τριών διακριτών δικαιοδοσιών, αποκλείει την ύπαρξη μιας και ενιαίας έννομης τάξεως, στο πλαίσιο της οποίας η κρίση του ποινικού δικαστηρίου, και συγκεκριμένα η αμετάκλητη αθωωτική απόφαση αυτού, αυτόματα και άνευ άλλου τινός, πρέπει να γίνεται αποδεκτή από το αστικό δικαστήριο, το οποίο πρέπει να καταλήξει σε αποτέλεσμα συμβατό με την αθωωτική ποινική απόφαση, και, κατ' επέκταση, να απορρίψει την αγωγή αποζημιώσεως του παθόντος - ενάγοντος, καθ' όσον διαφορετικά δημιουργείται ρήγμα της ενιαίας αυτής έννομης τάξεως.
Η συνεπής εφαρμογή του ως άνω κριτηρίου (της διαταράξεως της ενιαίας έννομης τάξεως) θα έπρεπε να οδηγεί στο συμπέρασμα της δεσμεύσεως και του ποινικού δικαστηρίου από την αμετάκλητη προγενέστερη απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου, δηλαδή όταν η απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου εκδίδεται σε πρώτο χρόνο και έπεται η απόφαση του ποινικού δικαστηρίου με διαφορετικό περιεχόμενο από την πρώτη, αναγνωρίζεται, δηλαδή, η αδικοπραξία του εναγομένου, όμως αυτός κηρύσσεται αθώος της ίδιας αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως, πράγμα, όμως, που δεν συμβαίνει, καθ' όσον η τοιαύτη απόφαση (του πολιτικού δικαστηρίου) εκτιμάται ελεύθερα, με βάση τον κανόνα της ηθικής αποδείξεως, αλλά και κατά το άρθρο 62 Κ.Π.Δ., λαμβανομένου υπόψη ότι η ενότητα της έννομης τάξεως δεν είναι δυνατό να ισχύει μόνον προς τη μία κατεύθυνση, εξαρτώμενη από το τυχαίο γεγονός ότι έχει εκδοθεί πρώτα η απόφαση του ποινικού δικαστηρίου.
Ούτε είναι δυνατόν να υποστηριχθεί ότι πρέπει να αναστέλλεται η διαδικασία κατά το άρθρο 250 του Κ.Πολ.Δικ. και συνακόλουθα η έκδοση της αποφάσεως του πολιτικού δικαστηρίου, μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, διότι έτσι η αναστολή αυτή θα κατέληγε να είναι υποχρεωτική για το πολιτικό δικαστήριο, ενώ ο δικονομικός νομοθέτης την εντάσσει στη διακριτική του ευχέρεια, και μάλιστα δίχως να δημιουργείται λόγος εφέσεως ή αναιρέσεως επί μη αποδοχής του σχετικού αιτήματος του διαδίκου, ενώ επί πλέον το πολιτικό δικαστήριο οφείλει να συνεκτιμά την παρέλκυση που θα προκαλέσει η αναστολή της δίκης, ώστε να χορηγεί αυτήν με σύνεση.
Τούτο, ανεξάρτητα από το ότι δεν μπορεί να καθίσταται εκ των προτέρων γνωστή η έκβαση της ποινικής δίκης, διότι είναι δυνατόν το ποινικό δικαστήριο να οδηγηθεί σε καταδικαστική απόφαση για τον εναγόμενο, οπότε το τεκμήριο αθωότητας δεν θα ισχύει, και ο διαδραμών χρόνος της αναστολής θα καθίσταται εκ του αποτελέσματος ατελέσφορος, συμβάλλοντας έτσι στην καθυστέρηση απονομής της δικαιοσύνης.
Πρέπει, επίσης, να επισημανθεί ότι το ίδιο θα έπρεπε να αντιμετωπίζονταν και οι καταδικαστικές ποινικές αποφάσεις, πράγμα, όμως, που επίσης δεν συμβαίνει, καθ' όσον αυτές εκτιμώνται ελεύθερα, ως τεκμήρια, με αποτέλεσμα, υπό την εκδοχή αυτή (της διαταράξεως της ενιαίας έννομης τάξεως) θα δημιουργούνταν δύο κατηγορίες διαδίκων, τους οποίους τα πολιτικά δικαστήρια θα αντιμετώπιζαν διαφορετικά.
Στη μία κατηγορία (της αμετάκλητης αθωωτικής ποινικής αποφάσεως) το δικαστήριο θα έπρεπε να συμμορφωθεί με την ποινική απόφαση και στη δεύτερη κατηγορία (της αμετάκλητης καταδικαστικής ποινικής αποφάσεως), τούτο (το δικαστήριο) θα την εκτιμούσε ελεύθερα, αν και πρόκειται για δικαιοδοτική κρίση από όμοιο (ποινικό) δικαστήριο.
Η μη ύπαρξη, άλλωστε, ενιαίας έννομης τάξεως ενισχύεται περαιτέρω και από τα ακόλουθα: α) από τη διαφορετική φύση της διαδικασίας και της ευθύνης. Συγκεκριμένα το μέτρο της επιμέλειας δεν είναι το ίδιο στο αστικό και ποινικό δίκαιο. Σε αντίθεση, δηλαδή, με την ερμηνεία της αμέλειας, στο ποινικό δίκαιο, για την διάγνωση της οποίας λαμβάνεται υπόψη όχι μόνο το στοιχείο του "όφειλε", αλλά και το στοιχείο του "ηδύνατο" (το ατομικό "δύνασθαι" του δράστη), η ερμηνεία της αμέλειας στο αστικό δίκαιο [άρθρο 330 Α.Κ., "(......) η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές] διαφέρει.
Η τοιαύτη αντικειμενικοποίηση της αμέλειας είναι δυνατόν να έχει ως αποτέλεσμα το ίδιο πρόσωπο να απαλλαγεί από την ποινική ευθύνη, επειδή απουσιάζει το στοιχείο του ατομικού "δύνασθαι", και να καταγνωστεί η ευθύνη του από το πολιτικό δικαστήριο, διότι λ.χ. τα μέτρα ασφαλείας που έλαβε ήταν ανύπαρκτα ή ελλιπή, κρινόμενα με βάση την αντικειμενική αμέλεια και β) από τους διαφορετικούς κανόνες κατανομής του βάρους αποδείξεως.
Ειδικότερα, στην ποινική δίκη ισχύει το ανακριτικό σύστημα συλλογής των αποδείξεων, σε αντίθεση με το σύστημα διαθέσεως και συζητήσεως της πολιτικής δίκης και του βάρους επικλήσεως και προσκομίσεως των αποδεικτικών μέσων από τους διαδίκους της πολιτικής δίκης. Η προσκόμιση, αυτή και μόνη, της αθωωτικής αποφάσεως του εναγομένου, ενώπιον του πολιτικού δικαστηρίου, θα αρκούσε για να τεθεί εκποδών το υποβληθέν αποδεικτικό υλικό, η δε νομοθετική ρύθμιση για το βάρος των διαδίκων προσκομίσεως και επικλήσεως των αποδεικτικών μέσων, κατ' άρθρο 237 του Κ.Πολ.Δικ., θα καθίστατο κενό γράμμα.
Είναι, εξ άλλου, χαρακτηριστικό ότι το τεκμήριο αθωότητας ενεργοποιείται, μόνον όταν προσκομιστεί με επίκλησή της η αθωωτική ποινική απόφαση στο πολιτικό δικαστήριο. Ενώ, στην ποινική δίκη το άρθρο 178 παρ. 2 του Κ.Π.Δ. ορίζει ότι οι δικαστές και εισαγγελείς εξετάζουν αυτεπαγγέλτως όλα τα αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν την ενοχή ή κατατείνουν στην αθωότητα του κατηγορουμένου και ότι αυτός δεν είναι υποχρεωμένος να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία για τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται υπέρ αυτού.
Στην ποινική δίκη ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα όχι μόνο να σιωπήσει, αλλά και, μετά την ενσωμάτωση της Οδηγίας 2016/343 με το ν. 4596/2019, δικαίωμα μη αυτοενοχοποιήσεως (άρθρο 104 παρ. 1 Κ.Π.Δ.), τα οποία (δικαιώματα) δεν μπορούν να αξιοποιηθούν σε βάρος των υπόπτων και των κατηγορουμένων (άρθρο 104 παρ. 3 Κ.Π.Δ.), ενώ στα πολιτικά δικαστήρια ο εναγόμενος έχει βάρος να απαντήσει επί της αγωγής, είτε αρνούμενος απλά ή αιτιολογημένα είτε υποβάλλοντας ενστάσεις, εάν δε δεν ανταποκριθεί στο βάρος αυτό, το δικαστήριο μπορεί να θεωρήσει ως ομολογημένη την ιστορική βάση της αγωγής (άρθρο 261 Κ.Πολ.Δικ.).
Εξ άλλου, είναι ενδεχόμενο ακόμη και μετά την αθώωση του κατηγορουμένου στην ποινική δίκη, αυτός, ως εναγόμενος, να ομολογήσει την ιστορική βάση της αγωγής κατά το άρθρο 352 του Κ.Πολ.Δικ., σε αντίθεση με την προαναφερθείσα μη αυτοενοχοποίησή του, οπότε το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να θεωρήσει ως αποδεδειγμένη την ιστορική βάση της αγωγής, επί ποινή μάλιστα αναιρετικού ελέγχου, κατ' άρθρο 559 αριθ. 12 του Κ.Πολ.Δικ., και να την δεχθεί κατ' ουσίαν.
Τότε, μάλιστα, δεν θα μπορεί καν να ισχύει το επικαλούμενο τεκμήριο αθωότητας, αλλά ούτε και το ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη την αθωωτική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου. Ομοίως, όταν ο εναγόμενος ερημοδικεί στην πολιτική δίκη, ενώ έχει αθωωθεί στην ποινική δίκη, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να εφαρμόσει το άρθρο 271 του Κ.Πολ.Δικ.
και να δεχθεί την αγωγή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και δεν μπορεί να ανακύψει ζήτημα παραβιάσεως του τεκμηρίου αθωότητας, εφόσον ο δικονομικός νομοθέτης αναγνωρίζει, ιδιαίτερα με τη δυνατότητα του άρθρου 528 του Κ.Πολ.Δικ., ακόμη δηλ. και δίχως τη συνδρομή λόγων ανακοπής ερημοδικίας, ότι ο εναγόμενος και αθωωθείς έχει δικαίωμα να μην εμφανιστεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά να εισάγει την υπόθεση με την άσκηση εφέσεως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με μόνη συνέπεια την απώλεια ενός δικαιοδοτικού βαθμού.
Υπάρχει, επίσης, διαφορά ως προς τα αποδεικτικά μέσα και τη διαφορετική αποδεικτική τους δύναμη στην πολιτική και ποινική δίκη, με το σύστημα της νόμιμης και της ηθικής αποδείξεως, αντίστοιχα, με τις εντεύθεν απορρέουσες συνέπειες, καθώς και τον απαιτούμενο διαφορετικό βαθμό δικανικής πεποιθήσεως του καθενός δικαστηρίου.
Απαιτείται διαφορετικός βαθμός δικανικής πεποιθήσεως για την κήρυξη ενός κατηγορουμένου ενόχου από το ποινικό δικαστήριο σε σχέση με την παραδοχή πολιτικού δικαστηρίου ότι συντελέστηκε ένα αστικό αδίκημα, που είναι συγχρόνως και έγκλημα. Έτσι στην ποινική δίκη, επί αμφιβολιών ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου, αυτός κηρύσσεται αθώος, κατ' εφαρμογήν της αρχής in dubio pro reo, ενώ στην πολιτική δίκη δεν ισχύει η αρχή αυτή, για την κατάφαση δε αν διαπράχθηκε το ταυτιζόμενο με το ποινικό αστικό αδίκημα ο πολιτικός δικαστής πρέπει να σχηματίσει πλήρη και βεβαία δικανική πεποίθηση.
Πρέπει, επί πλέον, να τονισθεί ότι επί αθωωτικής αποφάσεως δεν είναι υποχρεωμένος ο δικαστής να διακρίνει ρητώς στο κείμενο αυτής μεταξύ αθωώσεως, οφειλομένης σε πλήρη βεβαιότητα και αθωώσεως, οφειλομένης σε αμφιβολίες. Ως εκ τούτου, η αμετάκλητη αθώωση του κατηγορουμένου από τα ποινικά δικαστήρια είναι προϊόν άλλων (λιγότερο αυστηρών) αποδεικτικών προϋποθέσεων, ενώ η αντίστοιχη κρίση του πολιτικού δικαστηρίου είναι προϊόν πλήρους δικανικής πεποιθήσεως.
Επομένως, η αυτοτέλεια των αρμοδιοτήτων των δύο δικαιοδοσιών (ποινικής και πολιτικής) έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέσθηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν δεσμεύεται από την τυχόν προηγηθείσα σχετική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αθωωτική ή καταδικαστική.
Επιβάλλεται όμως να λάβει σοβαρά υπόψη ως ισχυρό τεκμήριο την ποινική κρίση και μπορεί να αφίσταται από αυτήν με απόλυτα αιτιολογημένη απόφαση. Ειδικά επί αθωωτικής αποφάσεως, το τεκμήριο αθωότητας δεν συνεπάγεται αποδεικτική δέσμευση του πολιτικού δικαστηρίου που οδηγεί υποχρεωτικά σε αποδεικτικό πόρισμα σύμφωνο με την αθωωτική ποινική απόφαση και κατ' ανάγκη σε αποκλεισμό της αστικής αδικοπρακτικής ευθύνης του αθωωθέντος και, συνακόλουθα, σε ουσιαστική απόρριψη της αποζημιωτικής αγωγής, με την αιτιολογία ότι διαφορετικά δημιουργούνται αμφιβολίες για την αθώωση και παραβιάζεται η αρχή του άρθρου 6 παρ. 2 ΕΣΔΑ και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα.
Μία τέτοια θεώρηση δεν είναι σύμφωνη με τα δογματικά όρια του τεκμηρίου αθωότητας, όπως αυτά προσδιορίσθηκαν ανωτέρω, αλλά προσκρούει και στο Σύνταγμα, αφού έτσι δημιουργείται ένα είδος "αποδεικτικής δεσμεύσεως", ένα νέο είδος "δεδικασμένου", μη προβλεπόμενο από τον ισχύοντα Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ο οποίος κατήργησε την προϊσχύσασα, αντίθετη ρύθμιση, της ΠολΔ/1834 που στο άρθρο 12 όριζε: "αποφασισθέντος άπαξ του προδικαστικού ζητήματος παρά του αρμοδίου δικαστηρίου, δεν δύναται πλέον το άλλο δικαστήριον, είτε πολιτικόν, είτε ποινικόν, να επιχειρήση την έρευναν του αυτού ζητήματος" ή από άλλη ουσιαστική διάταξη, άρα ασύμβατο με τη συνταγματική διάκριση των δικαστικών δικαιοδοσιών, από τις οποίες πηγάζει η δικονομική αρχή για τη μη δέσμευση των πολιτικών δικαστηρίων από τις αποφάσεις των ποινικών.
Δηλαδή, αν η "δέσμευση" αυτή ήθελε νοηθεί ως ιδιαίτερο είδος δεδικασμένου, ανακύπτει συνταγματικό κώλυμα από τις διατάξεις περί χωριστής δικαιοδοσίας των δικαστηρίων. Αν πάλι το νέο αυτό είδος "δεσμεύσεως" μεταξύ δικαιοδοσιών συνιστά μία έκφραση της βεβαιωτικής ενέργειας ή αλλιώς διαπιστωτικής δυνάμεως των δικαστικών αποφάσεων, έννοια άγνωστη στο αστικό δικονομικό δίκαιο, τότε για τη δημιουργία τέτοιου είδους δεσμεύσεως απαραίτητη είναι η ύπαρξη ρητής νομοθετικής προβλέψεως (όπως στο άρθρο 5 Κ.Δ.Δ.), η οποία, εν προκειμένω, δεν υφίσταται.
Αν, τέλος, με την δέσμευση αυτή νοηθεί ότι καθιερώνεται μία ουσιαστικού δικαίου ένσταση επιγενόμενου αποκλεισμού της αδικοπρακτικής ευθύνης του αμετακλήτως αθωωθέντος, τότε, κατ' ανάγκην, προστίθεται ερμηνευτικά στο πραγματικό του κανόνα δικαίου του άρθρου 914 του Α.Κ. ότι η αξίωση αποζημιώσεως καταλύεται, αν ο ζημιώσας αθωωθεί για την ταυτιζόμενη με το ποινικό αδίκημα αδικοπρακτική συμπεριφορά.
Σε κάθε περίπτωση πάντως εφόσον ήθελε να γίνει δεκτή η "δέσμευση" του πολιτικού δικαστηρίου να οδηγηθεί σε αποδεικτικό πόρισμα "συμβατό με την αθωωτική απόφαση", και, επομένως, "να αποκλείσει την αστική αδικοπρακτική ευθύνη του αμετακλήτως αθωωθέντος κατηγορουμένου", διότι διαφορετικά "η κατάφαση της αστικής αδικοπρακτικής ευθύνης του δημιουργεί αμφιβολίες και υπόνοιες ως προς την αθώωσή του, ως κατηγορουμένου και την αποδυναμώνει, κατά τρόπο αντίθετο προς τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α.
και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα", δεν έχει, κατ' αποτέλεσμα, καμιά διαφοροποίηση από το δεδικασμένο, καθ' όσον, άπαξ και ο κατηγορούμενος αθωωθεί αμετάκλητα στην ποινική δίκη, το πολιτικό δικαστήριο, όταν καλείται να αποφανθεί για το ίδιο ακριβώς βιοτικό συμβάν, δεσμεύεται από την κρίση αυτή και είναι υποχρεωμένο να απορρίψει την εναντίον του αγωγή αποζημιώσεως, χωρίς να έχει την ευχέρεια να επανεξετάσει την υπόθεση, όπως ακριβώς θα έπραττε και υπό προϋποθέσεις δεδικασμένου.
Ωστόσο, ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν αποκλείει τις αστικές διεκδικήσεις. Η απαλλαγή, δηλαδή, από την ποινική ευθύνη δεν συνεπάγεται αυτόματα την απαλλαγή από την αστική ευθύνη, ακόμη και στην περίπτωση της ταυτότητας των πραγματικών περιστατικών, ανεξάρτητα, μάλιστα, από το εάν έληξε ή όχι η ποινική διαδικασία με αθώωση ή παύση της ποινικής διώξεως, δοθέντος ότι μόνο το γεγονός ότι τα αποδεικτικά στοιχεία της ποινικής διαδικασίας θα χρησιμοποιηθούν στην αστική δίκη, καθώς και ότι βάση της αστικής αξιώσεως για αποζημίωση είναι τα συστατικά στοιχεία του ποινικού αδικήματος, δεν είναι αρκετά για να χαρακτηρισθεί η συναφής (πολιτική) δίκη ως (δεύτερη) ποινική διαδικασία, που απαγορεύεται, βάσει της αρχής ne bis in idem [Ε.Δ.Δ.Α. ... (αριθμ.
προσφυγής ...)]. Άλλωστε, όπως δέχεται και το Ε.Δ.Δ.Α., δεν μπορούν να αποκλειστούν οι αξιώσεις αστικής αποζημιώσεως των ζημιωθέντων, που προκύπτουν από τα ίδια πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν το ποινικό αδίκημα, με βάση όμως "ένα λιγότερο αυστηρό βάρος αποδείξεως" (βλ. ιδίως Ε.Δ.Δ.Α. ... κατά Τουρκίας της ... (αριθμ.
προσφυγής ...), Ε.Δ.Δ.Α. ..., Ε.Δ.Δ.Α. Allen κατά ... της ... (αριθμ. προσφυγής ...), Ε.Δ.Δ.Α. ... κατά Τουρκίας της ... (αριθμ. προσφυγής ...), Ε.Δ.Δ.Α. ... κατά Τουρκίας της ... (αριθμ. προσφυγών ... και ...), Ε.Δ.Δ.Α. ... κατά ... της ... (αριθμ. προσφυγής ...), Ε.Δ.Δ.Α. ... κατά Γερμανίας της ... (αριθμ. προσφυγής ...), Ε.Δ.Δ.Α. Υ. κατά ... της ... (αριθμ. προσφυγής ...).
Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή παραβιάζει το κατοχυρωμένο στην Ε.Σ.Δ.Α. (άρθρο 6 παρ. 1 και άρθρο 13), το Χάρτη ... Δικαιωμάτων της Ε.Ε. (άρθρο 47) και το Σύνταγμα (άρθρο 20 παρ. 1) δικαίωμα παροχής αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας και προσβάσεως στο δικαστήριο, συνιστώντας αυθαίρετο και δυσανάλογο περιορισμό του σχετικού δικαιώματος του παθόντος (Ε.Δ.Δ.Α. ..., Ε.Δ.Δ.Α.
Υ. κατά ... της ... (αριθμ. προσφυγής ...) και αποδίδει στο πρόσωπο που τέλεσε την αδικοπραξία ένα αθέμιτο όφελος, καθώς θα απέκλειε κάθε ευθύνη του, παρά το ότι δεν απαιτείται ως προϋπόθεση για την αδικοπραξία, η προηγούμενη ποινική βεβαίωση της ενοχής του κατηγορουμένου. Σε περιπτώσεις, μάλιστα, που ο ζημιωθείς δεν παρέστη στο ποινικό δικαστήριο για λόγους που δεν αφορούν τον ίδιο (π.χ.
επί μη νόμιμης κλητεύσεως), η δικαστική του ακρόαση παραγκωνίζεται, με συνέπεια και στην περίπτωση αυτή να αποδίδεται στο πρόσωπο που τέλεσε την αδικοπραξία ένα αθέμιτο όφελος. Το τεκμήριο αθωότητας, όμως, σημαίνει ότι το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέστηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν μπορεί να αδιαφορήσει για την αθώωση του κατηγορουμένου, ούτε επιτρέπεται να χρησιμοποιήσει την αθωωτική απόφαση για να αντλήσει από αυτήν επιχειρήματα για την ενοχή του (κατηγορουμένου).
Οι παραδοχές και η εν γένει συλλογιστική της πολιτικής αποφάσεως, τόσο στο αιτιολογικό - σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό της, αφού και τα δύο αυτά στοιχεία έχουν το ίδιο δεσμευτικό αποτέλεσμα, δεν πρέπει να θέτουν, άμεσα ή έμμεσα, υπό αμφισβήτηση την ορθότητα της αθωωτικής ποινικής αποφάσεως, ιδίως με την επίκληση ότι:
α) η αθωότητα του κατηγορουμένου είναι προϊόν αμφιβολιών και όχι βεβαιότητας του δικαστηρίου για την αθωότητά του, β) η απόφαση λήφθηκε κατά πλειοψηφία και όχι ομόφωνα, γ) στηρίχθηκε στη μη απόδειξη του υποκειμενικού στοιχείου του αδικήματος (δόλου), δ) διαφώνησε ο εισαγγελέας της έδρας, ε) κατά της αθωωτικής αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση από τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η οποία, όμως, απορρίφθηκε για δικονομικούς - τυπικούς λόγους, κ.ά. (Ε.Δ.Δ.Α. ...
κατά Ελλάδας της ... (αριθμ. προσφυγής ...), Ε.Δ.Δ.Α. ... κατά Ελλάδας της ... (αριθμ. προσφυγής ...), Ε.Δ.Δ.Α. ... κατά Τουρκίας της ... (αριθμ. προσφυγής ...), Ε.Δ.Δ.Α. ... κατά Κροατίας της ...1 (αριθμ. προσφυγής ...), Ε.Δ.Δ.Α. ..., Ε.Δ.Δ.Α. Allen κατά ..., Ε.Δ.Δ.Α. ... κατά Τουρκίας, Ε.Δ.Δ.Α. ... κατά Τουρκίας). Το πολιτικό δικαστήριο, το μεν δεν έχει λόγο να αμφισβητήσει την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, αναγράφοντας στο αιτιολογικό της αποφάσεώς του ότι αυτό έσφαλε ως προς την κρίση του ή ότι δεν εκτιμήθηκαν ορθά τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, το δε δεν εξετάζει την κρίση του ποινικού δικαστηρίου, ούτε τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το ποινικό δικαστήριο για να καταλήξει στην κρίση του, πολύ δε περισσότερο διότι ο εναγόμενος, κατά τα προεκτεθέντα, δεν δικάζεται δις για την ίδια πράξη.
Το πολιτικό, δηλαδή, δικαστήριο πρέπει να παραμείνει εντός των ορίων της πολιτικής δίκης, αποφεύγοντας χαρακτηρισμούς και κρίσεις που σχετίζονται με το ποινικό αδίκημα, εφόσον δεν άπτονται του αντικειμένου της συναφούς πολιτικής δίκης, ώστε να μην δίνεται η εντύπωση ότι ασχολείται όχι μόνο με τις αστικές αξιώσεις, αλλά διερευνά και την τέλεση του ποινικού αδικήματος, διαλαμβάνοντας δηλώσεις καταλογισμού ποινικής ευθύνης στον αμετακλήτως αθωωθέντα, με αναφορά ότι αυτός έχει διαπράξει τα αδικήματα, κατά τον τρόπο που αναφέρονται στο κατηγορητήριο και για τα οποία έχει αθωωθεί ή έχει παύσει γι' αυτόν η ποινική δίωξη, προσέτι δε λέξεις και εκφράσεις, ιδίως σε περιπτώσεις, που ορισμένοι όροι δεν έχουν αποκλειστικά ποινικό χαρακτήρα, πρέπει να χρησιμοποιούνται με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην τίθεται σε αμφισβήτηση η ορθότητα της αθωωτικής ποινικής αποφάσεως, ενώ η τυχόν διενέργεια προσθέτων αποδείξεων, δηλαδή, η εκτίμηση από το πολιτικό δικαστήριο και νέων αποδείξεων, που δεν είχαν τεθεί υπόψη του ποινικού δικαστηρίου, καθιστά το διαφορετικό αποτέλεσμα, στο οποίο αυτό (πολιτικό δικαστήριο) καταλήγει, περισσότερο δικαιολογημένο (ως άνω Ε.Δ.Δ.Α. ...
κατά Γερμανίας). Τελικώς, η παραβίαση του ως άνω τεκμηρίου θα πρέπει να κρίνεται πάντα in concreto, εν όψει των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης υποθέσεως και του τρόπου διατυπώσεως των αιτιολογιών, που θέτουν ενδεχομένως σε αμφιβολία το διατακτικό της αθωωτικής αποφάσεως του ποινικού δικαστηρίου και υφίσταται, εντεύθεν, θέμα παραβιάσεως του τεκμηρίου αθωότητας (ΟλΑΠ 4/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπησή της, δέχθηκε τα εξής : "Με το από 22.4.1986 καταστατικό, νομίμως δημοσιευμένο στα οικεία βιβλία του Πρωτοδικείου ….. (α.α. ...), οι Κ. Γ. και Κ. Α. συνέστησαν την Ομόρρυθμη Εταιρία με την επωνυμία "....", κατέχοντας ο καθένας το 50% του εταιρικού κεφαλαίου, με έδρα το ...
του ..., με σκοπό την εγκατάσταση, λειτουργία και εκμετάλλευση εταιρίας αθυρμάτων και βεγγαλικών. Διαχειριστής της εταιρίας ορίστηκε ο Γ. Κ. και η διάρκειά της ορίστηκε πενταετής. Με το υπ' αριθ. 218/19.4.1991 καταστατικό η διάρκεια της εταιρίας έγινε αόριστη, ενώ με το υπ' αριθ. 69/24.3.2010 καταστατικό οι δύο αρχικοί εταίροι μεταβίβασαν από 12,25% έκαστος στους Ε.
Κ. και Σ. Κ. (δεύτερο εναγόμενο), ήτοι οι Κ. Σ. και η Α. Κ. κατείχαν έκαστος 25,5% του εταιρικού κεφαλαίου και οι Ε. Κ. και Σ. Κ. από 24,5% έκαστος αυτού, ενώ ως διαχειριστής της εταιρίας ορίστηκε ο Ε. Κ.. Με το υπ' αριθ. ... καταστατικό ο δεύτερος εναγόμενος Σ. Κ. αποχώρησε και μεταβίβασε το 12,5% του ποσοστού του επί του εταιρικού κεφαλαίου στον Ε.
Κ., οπότε αυτός κατείχε πλέον το 37% του εταιρικού κεφαλαίου, ενώ παρέμεινε νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της εταιρίας, και το 12% στην Α. Κ., οπότε αυτή κατείχε πλέον το 37,5% αυτού, ενώ ο Γ. Κ. εξακολουθούσε να κατέχει το 25,5% αυτού. Έκτοτε ο δεύτερος εναγόμενος έπαυσε να είναι ομόρρυθμος εταίρος, και συνέχισε να εργάζεται σε αυτήν ως πυροτεχνουργός, γενομένου δεκτού ως ουσιαστικά βάσιμου του ισχυρισμού των εναγομένων (ήδη εκκαλούντων) ότι αυτός δεν ευθύνεται στην παρούσα υπόθεση ως ομόρρυθμος εταίρος, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνει η εκκαλουμένη απόφαση.
Πλην όμως, η ευθύνη του αυτή ως ομόρρυθμου εταίρου δεν ασκεί έννομη επιρροή, όπως θα εκτεθεί αναλυτικώς κατωτέρω, καθώς ο Σ. Κ. ενήργησε αποκλειστικά ως προστηθείς της πρώτης εναγόμενης ομόρρυθμης εταιρίας και όχι ως εκπρόσωπος ομόρρυθμος εταίρος αυτής, γεγονός το οποίο ρητά αναφέρουν και στην κρινόμενη αγωγή τους οι ενάγοντες, και ως εκ τούτου ο σχετικός όγδοος λόγος έφεσης κατά το μέρος που αναφέρεται στην έλλειψη παθητικής νομιμοποιήσεως του δεύτερου εναγομένου λόγω της μη ιδιότητάς του ως ομόρρυθμου εταίρου αλυσιτελώς προβάλλεται.
Στη συνέχεια, η πρώτη εναγόμενη ομόρρυθμη εταιρία (ήδη πρώτη εκκαλούσα) δραστηριοποιήθηκε στο χώρο της εμπορίας αθυρμάτων και βεγγαλικών και έκτοτε, δυνάμει σχετικών συμβάσεων έργων, αναλάμβανε την αγορά, μεταφορά και καύση πυροτεχνημάτων στα πλαίσια διαφόρων εορταστικών εκδηλώσεων στις γύρω περιοχές, ενώ την καύση αναλάμβανε πάντοτε ο πυροτεχνουργός και δεύτερος εναγόμενος (ήδη δεύτερος εκκαλών) Σ.
Κ., ως προστηθείς της ομόρρυθμης εταιρίας... Δυνάμει της από 14.1.2014 έγκυρης σύμβασης έργου, η οποία καταρτίστηκε εγγράφως μεταξύ της Κοινωφελούς Επιχείρησης Δήμου Πατρέων-Καρναβάλι ..., νομίμως εκπροσωπουμένης, και της πρώτης εναγόμενης ομόρρυθμης Εταιρίας, νομίμως εκπροσωπουμένης, η πρώτη επιχείρηση ανέθεσε ως εργοδότρια και αντί αμοιβής δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ, πλέον ΦΠΑ, στην δεύτερη εργολήπτρια ομόρρυθμη εταιρεία την εκτέλεση του έργου της προμήθειας και της ρίψεως πυροτεχνημάτων στο πλαίσιο της τελετής της ενάρξεως του πατρινού καρναβαλιού του έτους 2014.
Η τελετή θα λάμβανε χώρα στην ... Α' της πόλεως των Πατρών στις ..., ημέρα Σάββατο και περί ώρα 20.00'. Με τον υπ' αριθμ. 4 όρο της άνω σύμβασης έργου συνομολογήθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων, ότι η εργολήπτρια ομόρρυθμη εταιρεία αναλάμβανε την εγγυητική ευθύνη για την πλήρη ανταπόκριση των συμβατικών υλικών (πυροτεχνήματα) προς τους όρους των προδιαγραφών τους, των χαρακτηριστικών που αναφέρονταν στην προσφορά που είχε προηγηθεί της υπογραφής της επίδικης σύμβασης, και την κατά προορισμό χρήση και λειτουργία τους.
Η ως άνω σύμβαση φέρει τις υπογραφές των νόμιμων αντιπροσώπων αμφότερων των συμβαλλομένων νομικών προσώπων, όπως αναφέρεται ρητά στη σύμβαση. Συγκεκριμένα νόμιμος εκπρόσωπος και Πρόεδρος της εργολάβου εταιρίας ήταν ο Κ. Τ. και νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της εργολήπτριας ομόρρυθμης εταιρίας, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, ήταν ο Ε.
Κ., γεγονός το οποίο αποδεικνύεται από το προαναφερόμενο υπ' αριθ. ... καταστατικό, νομίμως δημοσιευμένο... Ως εκ τούτων, η ως άνω σύμβαση έχει εγκύρως καταρτιστεί μεταξύ των προαναφερόμενων συμβαλλομένων, καθώς η μη αναφορά του ονόματος του νόμιμου εκπροσώπου της εργολήπτριας ομόρρυθμου εταιρίας δεν ασκεί έννομη επιρροή στην εγκυρότητα της κατάρτισης αυτής, πολλώ δε μάλλον δεν καθιστά πλαστό το συγκεκριμένο έγγραφο, γεγονός το οποίο επικυρώθηκε και με την υπ' αριθ. ...
διάταξη του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Πατρών, η οποία εκδόθηκε κατόπιν της από ...
εγκλήσεως της ως άνω ομορρύθμου εταιρίας κατά παντός υπευθύνου.
Συνεπώς, η επίδικη σύμβαση έργου επιφέρει όλα τα νόμιμα αποτελέσματά της, απορριπτομένου ως ουσιαστικά αβάσιμου του ισχυρισμού περί πλαστότητας του ως άνω εγγράφου (άρθρο 460 επ. ΚΠολΔ)...Περαιτέρω, η πρώτη εκκαλούσα ομόρρυθμη εταιρία ήταν εφοδιασμένη με την υπ' αριθ. ... άδεια κατασκευής και εμπορίας ειδών πυροτεχνίας, η οποία είχε εκδοθεί από την Αστυνομική Διεύθυνση ……, με ισχύ μέχρι την ....
Οι ανωτέρω συμβαλλόμενες εταιρίες συμφώνησαν δια των νομίμων εκπροσώπων τους, επιπροσθέτως, ότι η μεταφορά των πυροτεχνημάτων στην ……και η καύση και η ρίψη αυτών θα γινόταν αποκλειστικά από τον δεύτερο των εναγομένων, προστηθέντα της ομόρρυθμης εταιρίας, Σ. Κ., ο οποίος διαθέτει εξ επαγγέλματος, ως τεχνικός πυροτεχνίας, εξειδικευμένες προς τούτο γνώσεις και ανάλογη πείρα.
Κατόπιν της από 14.1.2014 αιτήσεως του Προέδρου και νομίμου εκπροσώπου της ως άνω Κοινωφελούς Επιχειρήσεως, εκδόθηκε από την Αστυνομική Διεύθυνση …… η υπ' αριθ. πρωτ. 1002/4/39-β/ 16.1.2014 άδεια αγοράς, μεταφοράς και καύσεως των εκεί αναλυτικώς αναφερόμενων πυροτεχνημάτων. Η καύση και η ρίψη των πυροτεχνημάτων, αποκλειστικά από τον δεύτερο εναγόμενο, για λογαριασμό της πρώτης των εναγομένων ομόρρυθμης εταιρείας, θα γινόταν στο Μέγαρο Λόγου και Τέχνης, στις ..., από ώρα 20:00 έως ώρα 22:00.
Τα πυροτεχνήματα που συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών και επιτράπηκε να μεταφερθούν και να γίνει η ρίψη τους στην ως άνω εκδήλωση ήταν αναλυτικά: 1) 12 τεμάχια "ΜΠΑΖΟ" 16 βολών, 2) 12 τεμάχια "ΜΠΑΖΟ" 16 βολών, 3) 10 τεμάχια λευκών "μετεωριτών", 4) ο; 1 τεμάχιο "ΜΠΑΖΟ" 25 βολών, 5) 1 τεμάχιο "ΜΠΑΖΟ" 25 βολών, 6) 1 τεμάχιο "ΠΕΡΛΑ" 96 βολών, 7) 10 τεμάχια "ΜΠΟΜΠΕΤΑ", 8) 1 τεμάχιο "ΜΠΑΖΟ" 36 βολών, 9) 1 τεμάχιο "ΜΠΑΖΟ" 19 βολών, 10) 1 τεμάχιο "ΜΠΑΖΟ" 100 βολών, 11) 4 τεμάχια "ΜΠΑΖΟ" 25 βολών, 12) 1 τεμάχιο "ΜΠΑΖΟ" 100 βολών, 13) 2 τεμάχια "ΜΠΑΖΟ" 150 βολών, 14) 1 τεμάχιο "ΜΠΑΖΟ" 100 βολών, 15) 1 τεμάχιο "ΜΠΑΖΟ" 100 βολών, 16) 11 τεμάχια "ΣΙΝΤΡΙΒΑΝΙ", 17) 1 τεμάχιο "ΜΠΑΖΟ" 100 βολών, 18) 2 τεμάχια "ΜΠΑΖΟ" 49 βολών, 19) 1 τεμάχιο "ΜΠΑΖΟ" 100 βολών και 20) 2 τεμάχια "ΜΠΑΖΟ" 100 βολών, και συνολικά το βάρος της καθαρής εκρηκτικής ύλης αυτών ήταν τριάντα (30) κιλά.
Η πρώτη εναγόμενη ομόρρυθμη εταιρεία είχε προμηθευθεί και εισαγάγει τα παραπάνω πυροτεχνήματα, τον Οκτώβριο και τον Νοέμβριο του έτους 2013, ήτοι τρεις μήνες περίπου πριν την καύση και τη ρίψη τους, από την Κίνα... Τα συγκεκριμένα πυροτεχνήματα, σύμφωνα με τις διακρίσεις που περιλαμβάνονται στο άρθρο 3 της προαναφερόμενης Κ.Υ.Α., ήταν κατηγορίας 2 και 3 και είχαν ελεγχθεί από τον δεύτερο των εναγόμενων κατά την παραλαβή τους από το εργοστάσιο της Κίνας και τότε έλαβε χώρα δοκιμή τους σε ευρισκόμενο στο Νομό …….αγροτεμάχιο, όπου πραγματοποιούνται δοκιμές πυροτεχνημάτων.
Έκτοτε, δεν αποδείχθηκε ότι ελέγχθηκαν εκ νέου, γεγονός το οποίο συνομολογούν οι εκκαλούντες, ούτε πριν από τη μεταφορά και τη ρίψη αυτών στην ... Α' στην ….. κατά την ανωτέρω εκδήλωση. Επιπροσθέτως,... για τον ανωτέρω τύπο πυροτεχνημάτων η ελάχιστη απόσταση ασφαλείας, που πρέπει να τηρείται ως προς τη διάμετρο της περιοχής της εξωτερικής καύσεως αυτών και ορίζεται διά της ρυθμίσεως του άρθρου 12§2 της προειρημένης Κ.Υ.Α., έγκειται σε εκείνη των 43 μέτρων, που αφορά στα πυροτεχνήματα με μέγεθος του κελύφους τους 64 mm ή 2,5 ιντσών, όπως τα συγκεκριμένα, ενώ τα πυροτεχνήματα κατηγορίας 3 που περιλαμβάνονταν στην επίδικη σύμβαση έργου έπρεπε σύμφωνα με το άρθρο 3 της ίδιας Κ.Υ.Α., δεδομένου ότι ενέχουν μέτριο κίνδυνο και προορίζονται μόνο για εξωτερική χρήση να ριφθούν σε ανοικτούς χώρους.
Σημειώνεται ότι ο ίδιος ο δεύτερος εναγόμενος, ο οποίος, ως προστηθείς της πρώτης εναγόμενης ομόρρυθμης εταιρείας ήταν υπεύθυνος για την καύση και τη ρίψη αυτών έπρεπε, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 21 της προμνημονευθείσας ΚΎΑ, να τηρεί απόσταση ασφαλείας τουλάχιστον 8 μέτρων για τα πυροτεχνήματα της κατηγορίας 2 και τουλάχιστον 15 μέτρων ως προς τα πυροτεχνήματα της κατηγορίας 3, προκειμένου ως χρήστης αυτών να είναι και ο ίδιος απολύτως προστατευμένος και ασφαλής μετά την πυροδότησή τους.
Στις ... και περί ώρα 16:00, ο δεύτερος των εναγομένων μετέφερε, με το υπ' αριθ. κυκλοφορίας .... αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της πρώτης εναγόμενης ομόρρυθμης εταιρίας, στην ... Α' στην ….. τα παραπάνω πυροτεχνήματα, συσκευασμένα σε κιβώτια, τα οποία ο ίδιος και δύο συνεργάτες του, ανέβασαν στην ταράτσα του έβδομου ορόφου της πολυκατοικίας, ύψους 30 περίπου μέτρων, στην οποία στεγάζεται το Μέγαρο Λόγου και Τέχνης, προκειμένου να εκτελεστεί το ίδιο βράδυ το συμφωνηθέν έργο, ήτοι καύση και ρίψη των συγκεκριμένων πυροτεχνημάτων στο πλαίσιο της ανωτέρω εκδηλώσεως.
Στο χώρο της Πλατείας είχαν τοποθετηθεί από τη διοργανώτρια Κοινωφελή Επιχείρηση του Δήμου …… δύο βάθρα για τις προγραμματισμένες ομιλίες και συναυλία, και κιγκλιδώματα για την προστασία, των ομιλητών και των μελών του μουσικού συγκροτήματος που θα πραγματοποιούσε τη συναυλία, από το πλήθος, το οποίο θα προσερχόταν να παρακολουθήσει την ως άνω εκδήλωση και το οποίο, όπως κάθε χρόνο, αναμενόταν πολυάριθμο.
Το βράδυ της ..., ο εφεσίβλητος Φ. Σ. (γεν..., ήδη ενήλικος από ...), ο οποίος εκπροσωπήθηκε νομίμως στον πρώτο βαθμό ως ανήλικος από τους συνασκούντες τη γονική του μέριμνα γονείς αυτού, Π. Σ. και Α. Ζ., είχε μεταβεί, μαζί με τη μητέρα του, στην ... Α', προκειμένου να παρακολουθήσουν την ανωτέρω εκδήλωση, και στέκονταν, ανάμεσα σε άλλους θεατές που είχαν προσέλθει για τον ίδιο λόγο, όρθιοι έμπροσθεν του Δημοτικού Θεάτρου "Απόλλων" και σε απόσταση 19,90 μέτρων από το διπλανό κτίριο του Μεγάρου Λόγου και Τέχνης, απ' όπου θα εκτοξεύονταν τα παραπάνω πυροτεχνήματα και όπως όλοι οι εκεί παρευρισκόμενοι θεατές, είχαν στρέψει το κεφάλι τους και κοίταζαν ψηλά προς τον ουρανό, προκειμένου να παρακολουθήσουν το θέαμα από τη ρίψη των πυροτεχνημάτων, τα οποία ο δεύτερος των εκκαλούντων είχε ξεκινήσει, περί ώρα 20:00, να εκτοξεύει από την ταράτσα του Μεγάρου Λόγου και Τέχνης των …...
Κατά το χρόνο εκείνο, όπου εξελισσόταν η ρίψη των πυροτεχνημάτων, ο ανήλικος τότε εφεσίβλητος) αισθάνθηκε στο πρόσωπό του δυνατό κτύπημα από οποίο έμοιαζε με πέτρα, προερχόμενο από ψηλά, με αποτέλεσμα να διακομιστεί άμεσα στο Γενικό Νοσοκομείο ….."…..", όπου διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί σωματικές βλάβες στον αριστερό του οφθαλμό.
Σημειώνεται ότι μαζί με τον ανήλικο είχαν μεταφερθεί και άλλοι Θεατές (μη διάδικοι στην παρούσα δίκη) για την ίδια αιτία. Ειδικότερα, ο ενάγων μεταφέρθηκε, με ασθενοφόρο του Σώματος Εθελοντών Σαμαρειτών του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού, περί ώρα 20:40, στο ως άνω ΓΝΠ, όπου εισήχθη στην οφθαλμολογική κλινική και, σύμφωνα με τον υπ' αριθ. 181/12.3.2014 ιατρικό του φάκελο, διαγνώσθηκε με τραύμα του βολβού του αριστερού οφθαλμού αυτού και πολλαπλές εκδορές του κερατοειδούς με συνοδό αιφνίδια μείωση της οράσεως του αριστερού οφθαλμού του, ενώ η οπτική οξύτητα αυτού στο δεξιό οφθαλμό του ήταν 10/10 και στον αριστερό οφθαλμό αυτού μόνον αντίληψη φωτός.
Επιπλέον, από την οφθαλμολογική εξέταση του ενάγοντος στη σχισμοειδή λυχνία στο παραπάνω Νοσοκομείο διαπιστώθηκε ότι ο αριστερός του οφθαλμός εμφάνιζε μικρές εκδορές του κάτω βλεφάρου, μικρό υπόσφαγμα κάτω ρινικά, μικρά ξένα σώματα άγνωστης συστάσεως στον επιπεφυκότα και στα κολπώματα αυτού, γραμμοειδείς αποπτώσεις επιθηλίου κερατοειδούς με αρκετά ξένα σώματα άγνωστης συστάσεως και συνοδό καθολικό ύφαιμα πρόσθιου θαλάμου, που καθιστούσε αδύνατες τη βιομικροσκόπηση της ίριδας και της κόρης, καθώς και τη βυθοσκόπηση του αριστερού οφθαλμού.
Η αιμορραγία δε, τόσο υπό τον επιπεφυκότα, όσο και στο εσωτερικό του βολβού (αιμόφθαλμος) είχαν ως αποτέλεσμα να αποκρύπτονται η κόρη, η ίριδα, ο φακός, το υαλοειδές και ο βυθός του αριστερού οφθαλμού. Επειδή ο ενάγων παρουσίαζε υπνηλία και τάση για έμετο, κρίθηκε αναγκαία η διακομιδή του, με ασθενοφόρο του Ε.Κ.Α.Β.
και τη συνοδεία ιατρού, στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο ….. "..." προς νευροχειρουργική εκτίμηση, μετά την οποία επέστρεψε για νοσηλεία στο ως άνω ΓΝΠ. Κατά τη δεύτερη ημέρα της νοσηλείας του ενάγοντος στο Γενικό Νοσοκομείο ….. "...", ήτοι την ..., διαπιστώθηκε η πλήρης απορρόφηση του αίματος από τον πρόσθιο θάλαμο αυτού και έγινε βυθοσκόπηση του αριστερού του οφθαλμού με τα ακόλουθα ευρήματα: i) σχεδόν καθολικό οίδημα αμφιβληστροειδούς (Berlin), ii) οπτική θηλή με οιδηματώδη όρια λόγω καθολικού τος, iii) πολλαπλά αιματικά στοιχεία κατά μήκος των μεγάλων αγγείων και /ω από την οπτική θηλή, iv) περιοχή με πολλά αιμορραγικά στοιχεία στις κάτω ώρες του αμφιβληστροειδούς και v) Ro κογχών άνευ ακτινοσκιερού ξένου σώματος.
Το απόγευμα της 20.1.2014, αυτός εμφάνισε εκ νέου αιμορραγικά στοιχεία στον πρόσθιο θάλαμο με μικροΰφαιμα. Την 21.1.2014, ο ενάγων εξήλθε από το Γενικό Νοσοκομείο Πατρών "...", με διάγνωση τραύματος του βολβού και αιμόφθαλμου του αριστερού του οφθαλμού, οπτική οξύτητα του δεξιού οφθαλμού ανερχόμενη στο ποσοστό των 10/10 και του αριστερού οφθαλμού εγκείμενη μόνο στην αντίληψη φωτός, και μετέβη την ίδια ημέρα, στο Γενικό Νοσοκομείο Παίδων ….. "...", όπου εισήχθη για νοσηλεία.
Εκεί διαπιστώθηκε ότι η οπτική οξύτητα του αριστερού οφθαλμού του συνίστατο μόνο στην αντίληψη φωτός με θετικές προβολές φωτός στα 4 τεταρτημόρια και πιο συγκεκριμένα ότι αυτός παρουσίαζε μικρή διαπότιση του κατώτερου 1/3 του κερατοειδούς του αριστερού του οφθαλμού, φυσιολογική ενδαφθάλμια πίεση, ύφαιμα αριστερού οφθαλμού 0,75 MM, αιμορραγικά Tydall (4+) και αδυναμία ελέγχου του βυθού του αριστερού οφθαλμού αυτού ένεκα ενδοϋαλοειδικής αιμορραγίας, ενώ διά του υπερηχογραφικού ελέγχου διαγνώσθηκαν θολερότητες στο κάτω ημιμόριο και στην περιοχή κάτω από την ωχρά κηλίδα και το οπτικό νεύρο, χωρίς να διακρίνεται αποκόλληση του αμφιβληστροειδούς.
Ο ενάγων εξήλθε, από το Γενικό Νοσοκομείο Παίδων ….. "..." την 27.1.2014 και στη συνέχεια υποβλήθηκε σε δύο οφθαλμολογικές χειρουργικές επεμβάσεις στην Αθηναϊκή Κλινική την 1.7.2014 και την 2.9.2014, αντίστοιχα, προκειμένου να λάβει υπό γενική αναισθησία ενδοβολβική έγχυση του φαρμάκου jetrea προς λύση της διαπιστωμένης υαλοειδοωχρικής έλξης και στη συνέχεια να αποκατασταθεί χειρουργικά η έλξη στην ωχρά κηλίδα λόγω αναφερόμενης μη βελτίωσης και να αφαιρεθεί η επιαμφιβλησταειδική μεμβράνη.
Έκτοτε ο ενάγων παρέμεινε υπό μόνιμη ιατρική παρακολούθηση, ενώ εξετάστηκε και από τον εξειδικευμένο σε παρόμοιους τραυματισμούς ιατρό οφθαλμίατρο Κ. Π. στο οφθαλμολογικό κέντρο LACOLLINE στη Γενεύη, ο οποίος δεν διαφοροποιήθηκε από την αρχική διάγνωση. Εξαιτίας του ανωτέρω τραυματισμού του ο ενάγων έχει υποστεί μόνιμη μείωση της οπτικής οξύτητας του αριστερού οφθαλμού του, η οποία οπτική οξύτητα ανέρχεται πλέον στο μόνιμο ποσοστό των 2/60 με διόρθωση, αντιστοιχώντας σε μόνιμη βαριά απώλεια της οράσεως του αριστερού οφθαλμού του ενάγοντος και σε μόνιμη οπτική απώλεια του αριστερού οφθαλμού αυτού, μεγαλύτερη του ποσοστού του 90%, που δεν μπορούν να αποκατασταθούν σύμφωνα με τα δεδομένα της ιατρικής επιστήμης.
Τούτο, διότι, μολονότι έχει υποβληθεί σε κάθε δυνατή φαρμακευτική και χειρουργική θεραπεία, υφίστανται χαρακτηριστική διαταραχή της στιβάδας των φωτοϋποδοχέων, εστίες ατροφίας στην περιοχή της ωχράς κηλίδας και αποχρωματισμός του οπτικού νεύρου του αριστερού οφθαλμού του. Το οίδημα Berlin, το οποίο διαγνώσθηκε, χαρακτηρίζεται από την ωχρότητα του αμφιβληστροειδούς, η οποία είναι ενδεικτική της καταστροφής των κυττάρων, που λαμβάνει χώρα στο μελαχρούν επιθήλιο και στις εξώτερες στιβάδες του αμφιβληστροειδούς, και οδήγησε στο θάνατο των φωτοϋποδοχέων του αριστερού οφθαλμού του ενάγοντος και ως εκ τούτου στη μόνιμη και διαρκή αναπηρία αυτού σε ποσοστό ανώτερο του 35%.
Τα ανωτέρω προκύπτουν με σαφήνεια και αποδεικνύονται πλήρως από α) τη με ημερομηνία ... έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ιατρού χειρουργού οφθαλμίατρου Μ. Γ., ο οποίος διορίστηκε με την υπ'αριθ. ... μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ….., β) τις με ημερομηνία ... εκθέσεις ιατρικής γνωμάτευσης του τεχνικού συμβούλου της εναγομένης Ο.Ε.
Καθηγητή Οφθαλμολογίας Πανεπιστημίου Πατρών, Σ. Γ., γ) το με ημερομηνία ... ιστορικό (αναμνηστικό) της οφθαλμολογικής κλινικής του ΓΝΠ "Ο ...", δ) τη με αριθ.πρωτ. 2254/83/10.3.2014 ιατρική γνωμάτευση του Οφθαλμολογικού Τμήματος του ΓΝΠΑ "...", ε) τις με ημερομηνία 28.1.2014, 21.3.2014, 24.7.2014, 30.9.2016, ιατρικές γνωματεύσεις του ιατρού χειρουργού οφθαλμίατρου Ε.
Γ., στ) τη με ημερομηνία 10.4.2014 ιατρική γνωμάτευση του ειδικού οφθαλμίατρου Κ. Π. ιατρού στο Οφθαλμολογικό Κέντρο της Γενεύης "LACOLLINE CENTRE D'OPHTALMOLOGIE" και ζ) τις με ημερομηνίες ..., ... και ... βεβαιώσεις πιστοποιητικών νοσηλείας του ΓΝΠ "...". Από το σύνολο των ανωτέρω αποδεικτικών ιατρικών εγγράφων, που έχουν συνταχθεί σύμφωνα με τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, και ιδίως τις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης των προαναφερόμενων ιατρών χειρουργών οφθαλμιάτρων, οι οποίες είναι πλήρως εμπεριστατωμένες και περιγράφουν αναλυτικά τις σωματικές βλάβες της ενάγοντος, το ιατρικό της ιστορικό, τη νοσηλεία της, τις χειρουργικές επεμβάσεις στις οποίες υποβλήθηκε και τις θεραπείες που ακολούθησε, τη συνολική εξέλιξη της υγείας της η οποία βεβαιώνεται και από τον τεχνικό σύμβουλο της εναγόμενης Ο.Ε.
Καθηγητή Οφθαλμολογίας Πανεπιστημίου ……, Σ. Γ., με τις πρόσφατες γνωματεύσεις του, αποδεικνύεται ότι πρόκειται για ένα σοβαρό θλαστικό (αμβλύ) τραύμα του αριστερού οφθαλμού, το οποίο προήλθε από τραυματισμό από την έκρηξη βεγγαλικών και την πτώση με δύναμη στον οφθαλμό του πετρώδους αντικειμένου και του προκάλεσε μόνιμη μείωση της οπτικής οξύτητας του ΑΟ με βαριά απώλεια όρασης σε επίπεδα 2/60 και οπτική απώλεια άνω του 90%, χωρίς καμία πιθανότητα μελλοντικής βελτίωσης ή ιατρικής αποκατάστασης, ενώ η μόνιμη αυτή αναπηρία του (άνω του 35%) του έχει προκαλέσει αδυναμία εκτέλεσης ορισμένων εργασιών σε σχέση με έναν υγιή συνομήλικό του.
Ο ισχυρισμός του τεχνικού συμβούλου ότι ο τραυματισμός στον συγκεκριμένο οφθαλμό του ενάγοντος προκλήθηκε από την έκρηξη κροτίδας ή βεγγαλικού σε κοντινή απόσταση και λόγω της θερμότητας που εκλύθηκε δεν επιβεβαιώνεται από κανένα ιατρικό έγγραφο των ιατρών που περιέθαλψαν άμεσα τον τότε ανήλικο. Αντιθέτως, όλες οι ιατρικές γνωματεύσεις, όλων των νοσοκομείων όπου νοσηλεύθηκε ο ενάγων αμέσως μετά τον τραυματισμό της, αναφέρονται σε εκδορές των βλεφάρων, στην ύπαρξη μικρών ξένων σωμάτων αγνώστου συστάσεως στον επιπεφυκότα, σε εμπάρσεις ξένων σωμάτων στον κερατοειδή, ενώ η έκταση της αιμορραγίας συνηγορεί σε δυνατό χτύπημα του οφθαλμού από ξένο αντικείμενο...Μετά τον τραυματισμό του ενάγοντος και στα πλαίσια της προκαταρτικής εξέτασης για την αιτία πρόκλησης του σοβαρού τραυματισμού του, περισυλλέγησαν την επόμενη ημέρα από τη ρίψη των επίμαχων πυροτεχνημάτων (...), κατασχέθηκαν και παραδόθηκαν ως πειστήρια στο Β' Αστυνομικό Τμήμα Πατρών, υπολείμματα πυροτεχνημάτων πετρώδους υφής, κυκλικής μορφής και χρώματος ανοικτού γκρι, τα οποία έμοιαζαν με άμορφες μάζες πετρών.
Τα πειστήρια αυτά εστάλησαν για εργαστηριακή εξέταση στη Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας. Σύμφωνα με την προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως υπ' αριθ. πρωτ.... έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης της άνω Διευθύνσεως της Ελληνικής Αστυνομίας εστάλησαν χάρτινα υπολείμματα κυλινδρικών σωλήνων από πεπιεσμένο μπεζ χαρτί, άνευ ενδείξεων και χωρίς ίχνη καύσης, εκ των οποίων τρεις σωλήνες ήταν διαμέτρου 1,5 εκ.
και πάχους 0,1 εκ. και ένας διαμέτρου 2,8 εκ. και πάχους 0,3 εκ., ενώ στα άκρα τους βρισκόταν προσαρμοσμένη στερεά ουσία χρώματος ανοικτού γκρι, υπό μορφή κυλίνδρων. Τα ανωτέρω συνιστούν εναπομείναντες μετά την έκρηξη πετρώδεις παράκυκλους των ως άνω τυποποιημένων εργοστασιακών πυροτεχνημάτων, συντιθέμενους από κάλιο, χλώριο, σίδηρο, αλουμίνιο, μαγνήσιο, θείο, χαλκό, πυρίτιο, τιτάνιο, βάριο και ασβέστιο, που αποτελούν χημικά στοιχεία τα οποία συναντώνται σε πυροτεχνικές συνθέσεις και σε τυποποιημένα εργοστασιακά πυροτεχνήματα.
Σύμφωνα με την ως άνω εργαστηριακή εξέταση στη Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας τα υπολείμματα που εστάλησαν συνιστούν μέρος της προωθητικής κατασκευής των ανωτέρω πυροτεχνημάτων και μπορεί μεν να μην προέκυψε ένδειξη για το είδος του πυροτεχνήματος και την εταιρία κατασκευής του, πλην όμως η πρώτη εναγόμενη ομόρρυθμη εταιρεία ήταν η μοναδική εταιρία η οποία συμβλήθηκε με την διοργανώτρια Κοινωφελή Επιχείρηση και είχε αναλάβει με την προαναφερόμενη σύμβαση την εκτέλεση του συγκεκριμένου έργου (ρίψη πυροτεχνημάτων κατά τις εκδηλώσεις για την έναρξη του Πατρινού Καρναβαλιού), στον συγκεκριμένο τόπο και χρόνο, ο οποίος συμπίπτει με τον τόπο και χρόνο του τραυματισμού του ενάγοντος.
Άλλωστε, μετά τη ρίψη των ως άνω πυροτεχνημάτων και τη λήξη της προειρημένης τελετής, ανευρέθηκαν διάσπαρτα στο χώρο της πλατείας Γεωργίου Α', στα σιντριβάνια αυτής, στη στέγη του Μεγάρου Λόγου και Τέχνης και σε εκείνη του όμορου αυτού Δημοτικού Θεάτρου "Απόλλων", πολυάριθμα υπολείμματα πυροτεχνημάτων πετρώδους υφής, κυκλικής μορφής και χρώματος ανοικτού γκρι, τα οποία έμοιαζαν με άμορφες μάζες πετρών και συνιστούν εναπομείναντες μετά την έκρηξη πετρώδεις παράκυκλους, πανομοιότυπους με αυτούς που εστάλησαν για εξέταση στα ως άνω Εγκληματολογικά εργαστήρια του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας.
Συνεπώς, από τα ανωτέρω δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι τα υπολείμματα, τα οποία εστάλησαν προς εργαστηριακό έλεγχο στα Εγκληματολογικά Εργαστήρια της ΕΛ.ΑΣ., προέρχονταν από τα πυροτεχνήματα τα οποία μετέφερε η πρώτη εναγόμενη ΟΕ δια του προστηθέντος αυτής δεύτερου εναγόμενου, και των οποίων η έναυση έγινε πλημμελώς για τους λόγους που θα αναφερθούν αναλυτικώς κατωτέρω....
Περαιτέρω, από τις με ημερομηνίες α) 2.5.2014 και 30.1.2017 εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης του τεχνικού συμβούλου του ενάγοντας, ειδικού πυροτεχνουργού Β. Κ., Συνταγματάρχη ε.α., β) την από ...έκθεση του τεχνικού συμβούλου των εναγομένων, Α. Ξ., Πυροτεχνουργού Αστ. Υποδιευθυντή ε.α., και γ) την από 30.7.2019 έκθεση του τεχνικού συμβούλου των εναγομένων Ν.
Ζ., Χημικού Μηχανικού, αποδείχθηκε ότι ο βασικότερος παράγοντας για την κακή λειτουργία των πυροτεχνημάτων είναι η εισροή υγρασίας. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις ανωτέρω τεχνικές εκθέσεις, τα πυροτεχνήματα είναι μικρά είδη πυρομαχικών με εκρηκτικές ύλες χαμηλής εντάσεως, όπως είναι η μελανή πυρίτιδα, τα χλωρικά και νιτρικά άλατα, περιέχοντας εκρηκτικές ουσίες ή εκρηκτικό μείγμα ουσιών, και προορίζονται για ψυχαγωγία, έχοντας σχεδιασθεί, προκειμένου να παράγουν θερμότητα, φως, ήχο, αέριο ή καπνό ή και συνδυασμό αυτών των αποτελεσμάτων μέσω εξώθερμης αυτοσυντηρούμενης χημικής αντιδράσεως, ενώ τα χρώματά τους προκύπτουν από τις διαφορετικές θερμοκρασίες των ζεστών λαμπερών μετάλλων και το εκπεμπόμενο από την καύση των χημικών ενώσεων φως.
Όταν ωστόσο το πυροτέχνημα τυγχάνει ελαττωματικό, τελείται μερική έναυση και παράγονται θραύσματα, ενώ η επιτυχής ρίψη αυτού δεν παράγει θραύσματα. Η εισροή υγρασίας σε ένα πυροτέχνημα διογκώνει το χάρτινο φορέα του, με συνέπεια να αλλοιώνεται η πυροτεχνική αλυσίδα και αυτό να εκρήγνυται πρόωρα.
Συνεπώς, λόγω της κακής πυροτεχνικής συνθέσεως και της εισροής υγρασίας στο πυροτέχνημα εκσφενδονίζονται θραύσματα, όπως είναι οι ως άνω πέτρινοι παράκυκλοι, που εν προκειμένω έπεσαν στους θεατές της εκδήλωσης, προκαλώντας μεταξύ άλλων, τον βαρύ τραυματισμό της ενάγοντος. Σαφείς ως προς τα ανωτέρω είναι και οι ένορκες βεβαιώσεις των Ε.
Κ., Ε. Μ. και Α. Κ., θεατών της ως άνω εκδήλωσης, οι οποίοι βρίσκονταν πλησίον του ενάγοντος, ενώ η ανωτέρω άποψη επιρρωνύεται και από το γεγονός ότι εκτός από τον ενάγοντα παρόμοιο τραυματισμό, αλλά πιο ελαφρύ υπέστη και ο θεατής Γ. Π., ο οποίος επίσης μεταφέρθηκε στο ΓΝΣ 409, με ίδιον μεταφορικό μέσο, για την παροχή ιατρικής βοήθειας.
Για τους ανωτέρω λόγους και δεδομένου ότι από την πλημμελή φύλαξη, και τη μη σωστή καύση και ρίψη των πυροτεχνημάτων μπορεί να προκληθεί σοβαρός κίνδυνος για τη δημόσια υγεία και ασφάλεια προβλέπεται... στην τρίτη παράγραφο (εδ. α, β, γ και δ περ. β, ε) του Παραρτήματος I του άρθρου 21 της ΚΎ.Α. 9104/440/2-8-2010 ότι κάθε είδος πυροτεχνίας πρέπει να υποβάλλεται σε δοκιμή σε πραγματικές συνθήκες και αν αυτό δεν είναι δυνατό μέσα σε εργαστήριο, οι δοκιμές πρέπει να διενεργούνται σε συνθήκες υπό τις οποίες πρόκειται να χρησιμοποιηθεί το είδος πυροτεχνίας.
Έτσι, πρέπει να εξετάζονται ή να υποβάλλονται σε δοκιμή η φυσική και η χημική σταθερότητα του είδους πυροτεχνίας σε όλες τις φυσιολογικές, προβλέψιμες περιβαλλοντικές συνθήκες, καθώς και η αντοχή του είδους πυροτεχνίας στην υγρασία, όπως και εάν η ασφάλεια ή η αξιοπιστία του έχει τυχόν επηρεαστεί αρνητικά από την υγρασία.
Σύμφωνα και με τα αναλυτικώς αναφερόμενα στις παραπάνω τεχνικές εκθέσεις, πρέπει να γίνονται δοκιμές ως προς το εάν έχει εισέλθει υγρασία σε ένα πυροτέχνημα, καθώς τα εκρηκτικά σε σκόνη έχουν την ιδιότητα να προσροφούν υγρασία από τον ατμοσφαιρικό αέρα, γεγονός το οποίο έχει ως αποτελέσματα την ελάττωση των εκρηκτικών χαρακτηριστικών αυτών και την αστοχία τους.
Τα επίπεδα υγρασίας και το είδος του εκρηκτικού υλικού είναι καθοριστικά για τη συσσωμάτωση της εκρηκτικής ύλης από σκόνη σε στέρεη άμορφη μάζα, με συνέπεια στην πυροτεχνική σύνθεση να προστίθενται ειδικές αντισυσσωρευτικές ουσίες, οι οποίες όμως δεν λειτουργούν αν έχει εισχωρήσει στο πυροτέχνημα αρκετή υγρασία.
Όταν μάλιστα στην πυροτεχνική σύνθεση περιέχονται νιτρικά άλατα καλίου ή αμμωνίου, όπως στην προκειμένη περίπτωση, η προσρόφηση υγρασίας και η προπεριγραφείσα συσσωμάτωση είναι βέβαιες. Σύμφωνα με την έκθεση των Εγκληματολογικών Εργαστηρίων της ΕΛ.ΑΣ, το νιτρικό κάλιο, που περιέχονταν στα επίδικα πυροτεχνήματα συνιστά υγροσκοπική χημική ουσία, πρόσφορη για προσρόφηση υγρασίας και συσσωμάτωση, ενώ η πυρίτιδα έχει αφ' εαυτής την τάση να συσσωματώνεται.
Συνεπώς, η μη σωστή αποθήκευση των πυροτεχνημάτων, τα οποία η ομόρρυθμη εταιρεία είχε προμηθευτεί όπως προαναφέρθηκε από την Κίνα τρεις μήνες πριν την εκδήλωση, και η υγρασία που είχε εισχωρήσει σε αυτά, ήταν ικανή να προκαλέσει τη συσσωμάτωση της εκρηκτικής ύλης σε στέρεη άμορφη μάζα, με συνέπεια να δημιουργηθούν από την ατελή καύση του πυροτεχνήματος πετρώματα ίδια με τα ανευρεθέντα και συλλεγέντα στο χώρο της εκδήλωσης, όπου έγινε η ρίψη των επίμαχων πυροτεχνημάτων.
Η μερική έναυση των τελευταίων, εξαιτίας ακριβώς της προπεριγραφείσας ελαττωματικότητάς τους, παρήγαγε τα ανωτέρω θραύσματα πετρώδους μορφής, σύμφωνα και με την τεχνική έκθεση του ειδικού πυροτεχνουργού Β. Κ., γεγονός το οποίο δικαιολογεί τη μη ανεύρεση ιχνών καύσεως στα υπολείμματα που συλλέχθηκαν από τον χώρο της εκδήλωσης και εξετάστηκαν στα ως άνω Εγκληματολογικά Εργαστήρια.
Τα ως άνω προκύπτουν με βεβαιότητα από τις προαναφερόμενες τεχνικές εκθέσεις, οι οποίες είναι πλήρως εμπεριστατωμένες και θεμελιωμένες στους κανόνες της επιστήμης (χημεία και πυροτεχνουργία), εκ των οποίων το Δικαστήριο μπορεί να σχηματίσει πλήρη δικανική άποψη, και ως εκ τούτων δεν συντρέχει νόμιμη αιτία για τη διενέργεια νέας τεχνικής πραγματογνωμοσύνης, η οποία μόνο νέα οικονομική επιβάρυνση θα επιφέρει στους διαδίκους....Περαιτέρω, ο δεύτερος των εναγομένων είχε την υποχρέωση, ως πυροτεχνουργός και προστηθείς της πρώτης εναγόμενης ομορρύθμου εταιρίας, να λάβει όλα τα προβλεπόμενα εκ της ανωτέρω ΚΥΑ απαιτούμενα μέτρα προστασίας και ασφαλείας για την καλή εκτέλεση της προαναφερθείσας συμβάσεως έργου, ούτως ώστε να αποφευχθεί οποιοσδήποτε κίνδυνος για τα έννομα αγαθά των εκεί παρευρισκομένων θεατών και ιδίως ως προς την πρόκληση ατυχήματος σε άνθρωπο κατά τη ρίψη των πυροτεχνημάτων.
Ειδικότερα, όφειλε να έχει ελέγξει πριν από τη μεταφορά και τη ρίψη αυτών στην ….κατά την ανωτέρω εκδήλωση και να διαπιστώσει εγκαίρως τη δυσλειτουργία τους, η οποία αναγόταν στην προσρόφηση υγρασίας από αυτά, προβαίνοντας σε νέα δοκιμή τους και μάλιστα κάτω από τις συνθήκες, υπό τις οποίες επρόκειτο αυτά να ριφθούν, έστω και δειγματοληπτικά, γεγονός το οποίο δεν έπραξε ως όφειλε.
Συνεπώς, ο δεύτερος των εναγομένων δεν τήρησε τις υποχρεώσεις του ως προστηθείς πυροτεχνουργός της ομορρύθμου εταιρίας, όπως αυτές ορίζονται στο άρθρο 21 (Παράρτημα I) της Κ.Υ.Α. ... αφού δεν αποθήκευσε και δεν ήλεγξε τα προαναφερθέντα πυροτεχνήματα κατά τους ενδεδειγμένους κανόνες της πυροτεχνίας, ώστε αφενός να αποτραπεί η προσρόφηση υγρασίας από αυτά, και αφετέρου να δοκιμαστούν εγκαίρως κάτω από συνθήκες ομοιάζουσες με τις πραγματικές.
Ο ισχυρισμός των εκκαλούντων ότι αν εισχωρήσει υγρασία στις συστοιχίες των πυροτεχνημάτων αλλάζει το χρώμα το εξωτερικό τμήμα αυτών και συνεπώς δεν γίνεται έναυση και ρίψη αυτών, ακόμα και αν υποτεθεί αληθινός, δεν πληροί τις προϋποθέσεις του νόμου, ο οποίος είναι σαφής ως προς τον τρόπο ελέγχου των πυροτεχνημάτων, και σε αυτόν δεν περιλαμβάνεται η μακροσκοπική (οπτική) εξέταση αυτών λόγω αλλαγής χρώματος του εξωτερικού τους μέρους.
Αντιθέτως, αν είχαν τηρηθεί οι όροι της ως άνω ΚΥΑ και είχε λάβει χώρα έστω και δειγματοληπτικός έλεγχος αυτών, θα καταδεικνυόταν το ελάττωμά τους και θα είχε αποφευχθεί ο σοβαρός τραυματισμός του τότε ανήλικου ενάγοντος. Όλα τα ανωτέρω προβλέπονται ρητά στις διατάξεις του άρθρου 21 (Παραρτημα I) της ......
Επιπλέον, παρότι ο δεύτερος εναγόμενος γνώριζε μετά βεβαιότητος ως έμπειρος πυροτεχνουργός τις ελάχιστες αποστάσεις ασφαλείας, που πρέπει να τηρούνται ως προς τη διάμετρο της περιοχής της εξωτερικής καύσεως των πυροτεχνημάτων, όπως αυτές ορίζονται στο άρθρο 12§2 της προειρημένης Κ.Υ.Α., η μικρότερη των οποίων έγκειται σε εκείνη των 43 μέτρων για τα πυροτεχνήματα με μέγεθος κελύφους 64 mm (ή 2,5 ιντσών), προέβη στη ρίψη των επίδικων πυροτεχνημάτων, των οποίων το μέγεθος του κελύφους ήταν κατά πολύ μεγαλύτερο (102 mm και 305 mm περίπου) σύμφωνα με την έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών, εντός του αστικού κέντρου των Πατρών.
Προέβη δε στην ανωτέρω ενέργεια, παραβλέποντας ότι κάτω ακριβώς από τον ως άνω ακατάλληλο χώρο της καύσεως αυτών θα παρευρισκόταν πολυάριθμο πλήθος θεατών, που θα παρακολουθούσαν την τελετή ενάρξεως του καρναβαλιού, θέτοντας έτσι σε κίνδυνο τη σωματική ακεραιότητα αυτών. Μάλιστα, κατά παράβαση του άρθρου 3 της ίδιας ΚΎΑ.
ο δεύτερος εναγόμενος χρησιμοποίησε εντός του περιορισμένου χώρου της ταράτσας του Μεγάρου Λόγου και Τέχνης των ….. και πυροτεχνήματα κατηγορίας 3, τα οποία ενέχουν μέτριο κίνδυνο και προορίζονται μόνο για εξωτερική χρήση σε ανοικτούς χώρους. Τα υπολείμματα των πυροτεχνημάτων που κατασχέθηκαν μετά την πρόκληση του επίδικου τραυματισμού του ενάγοντος βρέθηκαν και περισυλλέχθηκαν σε απόσταση 70 μέτρων από το προαναφερόμενο σημείο της ρίψεως αυτών, ήτοι σε απόσταση κατά πολύ μικρότερη από αυτή που ορίζουν για την ασφαλή εκτόξευσή τους το άρθρο 12§2 της ως άνω Κ.Υ.Α., σε συνδυασμό με την υπ' αριθ. 288Φ 508.4/36-α/5-4-77 διαταγή του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως (παρ.3 εδ.ια).
Δεδομένου ότι το κοινό δεν είχε περιοριστεί από την Αστυνομία και την Κοινωφελή διοργανώτρια επιχείρηση του Δήμου όπισθεν των προαναφερθέντων κιγκλιδωμάτων και σε απόσταση 100 τουλάχιστον μέτρων από το σημείο της καύσεως και της ρίψεως των επίμαχων πυροτεχνημάτων, ούτε είχε ληφθεί οποιοδήποτε έτερο μέτρο προστασίας και ασφάλειας της ζωής και της σωματικής ακεραιότητας των θεατών, ο δεύτερος των εναγομένων πυροτεχνουργός έπρεπε να μην προβεί στην εκτόξευσή τους.
Ο ισχυρισμός δε των εναγομένων ότι ο τραυματισμός του ενάγοντος προήλθε από κροτίδες και βεγγαλικά, που εξερράγησαν μέσα στην ... Α' και σε πολύ κοντινή του απόσταση, είναι ουσιαστικά αβάσιμος, καθώς αφενός από κανένα αποδεικτικό στοιχείο της δικογραφίας δεν αποδείχθηκε η ρίψη τέτοιων αντικειμένων κατά την ως άνω εκδήλωση και αφετέρου αν ο τραυματισμός του οφείλονταν σε παρόμοια έκρηξη βεγγαλικών και κροτίδων θα ήταν πολύ πιο σοβαρός, όπως αναλυτικά αναφέρεται στις σχετικές εκθέσεις ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, λόγω του ωστικού κύματος που θα είχε προκαλέσει η έκρηξή τους και θα είχε προκαλέσει τον σοβαρό τραυματισμό και πολλών άλλων θεατών.
Άλλωστε τα θραύσματα των επίδικων πυροτεχνημάτων, που εκτοξεύθηκαν από την ταράτσα του ως άνω Μεγάρου χτύπησαν εκτός από τον ενάγοντα και τους προαναφερόμενους μάρτυρες, οι οποίοι κατέθεσαν ενόρκως τα ανωτέρω και για την αξιοπιστία των οποίων το Δικαστήριο δεν έχει λόγο να αμφιβάλλει. Το ανωτέρω γεγονός δεν θα είχε συμβεί αν είχαν τηρηθεί οι αποστάσεις ασφαλείας που ορίζονται ρητά στις διατάξεις του άρθρου 12 παρ. 2 της ΚΎ.Α. 9104/440/2-8-2010 (σε συνδυασμό με την προαναφερόμενη διαταγή του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως)..
Υπό τις προεκτεθείσες συνθήκες, ο δεύτερος των εναγόμενων τυγχάνει, ως προστηθείς της πρώτης εναγόμενης ομόρρυθμης εταιρείας, υπαίτιος των ως άνω σωματικών βλαβών της τότε ανήλικης ενάγοντος και των συνεπειών αυτών. Ειδικότερα, με βάση τα προεκτειθέμενα αποδεικνύεται ότι ο σοβαρός τραυματισμός της ενάγοντος οφείλεται σε υπαιτιότητα (αμέλεια) του δεύτερου εκκαλούντος, ο οποίος, τόσο κατά την αποθήκευση και μεταφορά των επίμαχων πυροτεχνημάτων όσο και στη συνέχεια κατά την καύση και ρίψη αυτών, δεν κατέβαλε την επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή δεν κατέβαλε την επιμέλεια την οποία - με βάση και την επαγγελματική εμπειρία του (πυροτεχνουργός, με ειδική εκπαίδευση στη ρίψη πυροτεχνημάτων και επαγγελματική εμπειρία πλέον των 25 ετών) - θα κατέβαλε κάθε μέσος, συνετός άνθρωπος του κύκλου του...
Για τη βαριά αμέλεια του δευτέρου των εναγομένων, η οποία ειδικότερα συνίσταται στη σοβαρή έλλειψη της προσοχής, που όφειλε και μπορούσε να επιδείξει ως μέσος συνετός τεχνικός πυροτεχνίας και δεν προέβλεψε από απροσεξία τον ανωτέρω σοβαρό τραυματισμό του ενάγοντος, θεωρώντας εσφαλμένως ότι ήταν σε θέση να πραγματοποιήσει με ασφάλεια την εκτόξευση των άνω πυροτεχνημάτων, χωρίς να προκαλέσει κανέναν κίνδυνο, και η οποία αμελής συμπεριφορά συνδέεται αιτιωδώς με τον τραυματισμό της ενάγοντος, ευθύνεται αντικειμενικά η προστήσασα τον τελευταίο πρώτη εναγομένη ομόρρυθμη εταιρία....
Ο δεύτερος εναγόμενος, ο οποίος είχε μεταβιβάσει τα εταιρικά του μερίδια από το έτος 2012 κατά τα αναλυτικώς προαναφερόμενα και είχε εξέλθει της ομορρύθμου εταιρίας, στην παρούσα υπόθεση ενήργησε ως προστηθείς αυτής (της πρώτης εναγόμενης εταιρίας), γεγονός το οποίο αποδείχθηκε σύμφωνα με τα ανωτέρω και ως εκ τούτου η τελευταία ευθύνεται για την αμελή συμπεριφορά του προστηθέντος της...
Αποτέλεσμα της ως άνω αμελούς συμπεριφοράς του δευτέρου των εναγόμενων ήταν πετρώδεις παράκυκλοι των επίμαχων πυροτεχνημάτων, οι οποίοι περιγράφονται με λεπτομέρεια στις προαναφερόμενες τεχνικές εκθέσεις και στα ευρήματα του πορίσματος του εγκληματολογικού εργαστηρίου της ΕΛΑΣ, να πέσουν με δύναμη στον αριστερό οφθαλμό του ενάγοντος, ηλικίας τότε 11 ετών και να της προκαλέσουν τον αναλυτικώς περιγραφόμενο ανωτέρω σοβαρό τραυματισμό, ο οποίος θα είχε αποφευχθεί, αν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δεύτερου εναγόμενου δεν είχε λάβει χώρα και αυτός δεν προέβαινε στην καύση και τη ρίψη των πυροτεχνημάτων, υπό τις προπαρατεθείσες πραγματικές συνθήκες και δίχως την τήρηση των προαναφερθέντων μέτρων προστασίας και ασφάλειας των πολυάριθμων θεατών της ανωτέρω εκδήλωσης.
Για την εξ αμελείας πρόκληση των σωματικών βλαβών του ενάγοντος, ο δεύτερος εναγόμενος καταδικάστηκε για την αξιόποινη πράξη της σωματικής βλάβης εξ αμελείας παρ' υποχρέου, με την υπ'αριθ. 1115/2018 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου ….. (ήδη αμετάκλητη σύμφωνα με το υπ' αριθ. πρωτ.... πιστοποιητικό της Γραμματείας του Ποινικού Τμήματος του Πρωτοδικείου …..).
Η παραπάνω ποινική καταδικαστική απόφαση δεν αποτελεί δεδικασμένο για την παρούσα δίκη, εκτιμάται όμως ως δικαστικό τεκμήριο. Περαιτέρω, ο τρόπος και το μέσο του τραυματισμού του ενάγοντος περιγράφεται απολύτως εμπεριστατωμένα στην εκκαλουμένη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, καθώς τα ανωτέρω προέκυψαν από την εκτίμηση όλων των αποδείξεων και ιδίως από τις προαναφερόμενες εκθέσεις τεχνικής πραγματογνωμοσύνης και το πόρισμα του εργαστηρίου της ΕΛ.ΑΣ και συνδέονται αιτιωδώς κατά τα προαναφερόμενα με τον τραυματισμό του ενάγοντος....Εξαιτίας του σοβαρού τραυματισμού του ο ενάγων, ηλικίας κατά το χρόνο που έλαβε χώρα η σε βάρος του αδικοπραξία έντεκα (11) ετών, παρουσιάζει την αναλυτικώς προαναφερόμενη μόνιμη και διαρκή αναπηρία, ήτοι τη μόνιμη και διαρκή απώλεια όρασης του αριστερού οφθαλμού του σε ποσοστό μεγαλύτερο του 90%, η οποία έχει δυσμενή επίδραση, μη καλυπτόμενη από τις προβλεπόμενες εκ των άρθρων 929 και 932 ΑΚ παροχές, τόσο στη μελλοντική οικονομική και επαγγελματική κατάστασή του, όσο και στις καθημερινές κοινωνικές και οικογενειακές συναναστροφές του, διότι περιόρισε τις συνήθεις απασχολήσεις των ατόμων της ηλικίας του.
Λαμβανομένων επομένως υπόψη τη νεαρή ηλικία του παθόντος ενάγοντος, του είδους και των συνεπειών της μόνιμης και διαρκούς αναπηρίας αυτού, και εφόσον η δυσμενής αυτή επίδραση του τραυματισμού του στο κοινωνικό και οικονομικό του μέλλον δεν μπορεί να καλυφθεί εντελώς με την αιτούμενη παροχή που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, συντρέχει..
περίπτωση επιδίκασης υπέρ αυτού εύλογης, κατά τους ορισμούς της διατάξεως του άρθρου 931 ΑΚ αποζημίωσης, το ύψος της -οποίας, με βάση το φύλο και την ηλικία του, το είδος και τις συνέπειες της σωματικής της βλάβης, της άρτιας, προ του τραυματισμού της, φυσικής της κατάστασης, κρίνεται ότι πρέπει να ορισθεί στο εύλογο ποσό των 150.000,00 ευρώ.
Τέλος, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων εξαιτίας της ένδικης αδικοπραξίας και του εξ αυτής προκληθέντος τραυματισμού του υπέστη ηθική βλάβη. Η χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της τελευταίας... αφού σταθμιστούν οι συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα ο ένδικος σοβαρός τραυματισμός, καθώς και ο βαθμός πταίσματος του δευτέρου των εναγόμενων, προστηθέντος της πρώτης εναγόμενης ομορρύθμου εταιρίας, στην πρόκληση και στην έκτασή των ως άνω σωματικών βλαβών, το είδος και η φύση αυτών, η ηλικία του, καθώς και οι συνέπειες του τραυματισμού στην καθημερινότητα και στην υγεία του ενάγοντος, ψυχολογική του κατάσταση και η κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων, πρέπει να καθοριστεί στο εύλογο ποσό των 120.000,00 ευρώ".
Στη συνέχεια το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν ως προς τα πιο πάνω ζητήματα την προαναφερθείσα έφεση των εναγομένων-νυν αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ. ... απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ….. που είχε δεχθεί εν μέρει ως κατ' ουσία αβάσιμη την από 30-9-2016 αγωγή του ενάγοντος και νυν αναιρεσίβλητου. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο και ειδικότερα ότι ο δεύτερος εναγόμενος πυροτεχνουργός ως προστηθείς της πρώτης εναγομένης προστήσασας αυτήν ευθύνεται αδικοπρακτικώς ενώ η τελευταία ευθύνεται αντικειμενικώς εκ της σχέσης πρόστησης για τον βαρύ τραυματισμό του αριστερού οφθαλμού του ενάγοντος, καθότι με τις πράξεις και παραλείψεις του ο ως άνω προστηθείς επέδειξε βαρεία αμελή συμπεριφορά κατά τα προεκτιθέμενα (εσφαλμένη διενέργεια καύσης και εκτόξευσης ελαττωματικών πυροτεχνημάτων κατά παράβαση της προαναφερθείσας ΚΥΑ), και τελούσα σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με τον ως άνω σοβαρό τραυματισμό του, τον οποίο δεν πρόβλεψε ενώ είχε τη δυνατότητα και την εμπειρία όχι μόνον να τον προβλέψει αλλά και να τον αποφύγει, και επικυρώνοντας την επιδίκαση από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο τα εκεί αναφερόμενα ποσά ως περιουσιακή ζημία και χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη στην ενάγουσα, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες εφαρμοσθείσες διατάξεις καθόσον τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό τους.
Περαιτέρω, από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκαν, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς ή αντιφατικές ή ενδοιαστικές αιτιολογίες, συνολικά εκτιμώμενες, καθώς το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών.
Εξ άλλου, από το προαναφερθέν περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του ως δικαστικό τεκμήριο, κατά το ενδιαφέρον εδώ αναιρετικό μέρος, την υπ' αριθμ. …… απόφαση του μονομελούς πλημμελειοδικείου Πατρών με την οποία ο δεύτερος εναγόμενος καταδικάστηκε σε φυλάκιση δύο ετών για την πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια, παρά το ότι είχε νομοθετηθεί η υφ' όρον παύση της ποινικής δίωξής του κατά την έκκλητη ποινική δίκη, όπως ρητά αναφέρεται στην αναίρεση (ανεξάρτητα από την αοριστία του σχετικού λόγου, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον γίνεται μια απλή και αόριστη αναφορά στην υφ' όρον παύση της ποινικής δίωξης εκ της επιτρεπτής επισκόπησης των εγγράφων της δικογραφίας), ουδόλως προσβάλλει το τεκμήριο αθωότητας, όπως αυτό οριοθετήθηκε στη μείζονα πρόταση, και η ποινική αυτή ρύθμιση σε κάθε περίπτωση ανάγεται σε θέμα νομοθετικής πολιτικής.
Καθορίζοντας δε το Εφετείο τη χρηματική ικανοποίηση για χρηματική ικανοποίηση για τον αναιρεσίβλητο σε 120.000 ευρώ συνεπεία της προαναφερθείσας αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των εναγομένων δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, αλλά και δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, αφού το εν λόγω ποσό, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν υπολείπονται, (και μάλιστα καταφανώς) του συνήθως επιδικαζομένου σε παρόμοιες περιπτώσεις.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες της ένδικης αναίρεσης με τους λόγους αναίρεσης από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι λόγοι αυτοί αναίρεσης. Επομένως πρέπει να απορριφθεί και η από ... αναίρεση στο σύνολό της. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που καταβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες, στο Δημόσιο Ταμείο.
Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων αντίστοιχα, λόγω της ήττας τους (άρθ. 176, 180, 183, και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από ... αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. ... απόφασης του τριμελούς Εφετείου ….. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450,00) ευρώ στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Νοεμβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2022.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ