Legislator Case Law & Legislation
2058/2019 AI generated

Supreme Court allows appeal against environmental crime verdict due to lack of reasoning regarding corporate representation and pollution limits.

Case Number 2058/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed appeals filed by two defendants against a lower court's environmental crime conviction. While the prosecution argued the second defendant's appeal was unsupported, the court found the first defendant's appeal valid due to insufficient reasoning in the original judgment concerning his corporate role and specific pollution limit violations. Consequently, the verdict was annulled for the first defendant and extended to the second, while the second defendant's separate appeal was dismissed, and the case was remitted for a new hearing.

Legislator headnote

AI generated

Articles 510, 511, 469, 519 of the Code of Criminal Procedure; The Supreme Court must annul a criminal judgment if it lacks reasoning regarding the defendant's legal capacity as a corporate representative and the specific facts establishing the violation of pollution limits.

Keywords

AI generated
Code of Criminal Procedure lack of reasoning environmental crime corporate representation pollution limits remittal for new hearing joint defendants

Cited Legislation

AI generated
Article 510 paragraph 1 item 4 of the Code of Criminal Procedure
Article 511 item a of the Code of Criminal Procedure
Article 469 of the Code of Criminal Procedure
Article 519 of the Code of Criminal Procedure
Article 512 paragraph 1 item g of the Code of Criminal Procedure
Article 514 item a of the Code of Criminal Procedure
Article 1 of the Code of Criminal Procedure
Paragraph 3 of Article 512 of the Code of Criminal Procedure
Articles 17 and 18 of Law 3190/1955

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2058 / 2019 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 2058/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Γεώργιο Αναστασάκο - Εισηγητή, Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγέλου και Πηνελόπη Παρτσαλίδου - Κομνηνού, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 3 Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ισίδωρου Ντογιάκου, (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1. Β. Ν. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρυσόστομο Βελάκη, 2. Γ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., που δεν παρέστη, για αναίρεση της υπ' αριθμ.154/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Δυτικής Στερεάς Ελλάδας.

Το Τριμελές Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι, ζητούν την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται α) στην υπ' αριθμ. πρωτ. 7386/1.7.2019 αίτηση του πρώτου αναιρεσείοντος, β) στην υπ' αριθμ. πρωτ. 7387/1.7.2019 αίτηση του δεύτερου αναιρεσείοντος, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1055/2019.

Αφού άκουσε Τον Εισαγγελέα ο οποίος πρότεινε: Α) να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η υπ' αριθμ. πρωτ. 7387/1.7.2019 αίτηση αναίρεσης του δεύτερου αναιρεσείοντος Γ. Κ. του Δ. και Β) να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης του πρώτου αναιρεσείοντος Β. Ν. του Δ. και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του πρώτου αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Οι συνεκδικαζόμενες από 28-6-2019 δύο αιτήσεις αναίρεσης (αρ.πρ. 7386 και 7387/2019 των 1) Β. Ν. του Δ. και 2) Γ. Κ. του Ι. , για αναίρεση της απόφασης 154/2019 του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως, είναι παραδεκτές και πρέπει να εξεταστούν περαιτέρω.

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του όρθρου 512 παρ. 1 εδ. γ' ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 514 εδ. α' ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτηση του απορρίπτεται.

Εξάλλου, από τη διάταξη• του άρθρου παρ. 1 ΚΠοινΔ προκύπτει, ότι σε περίπτωση που αναβληθεί .η συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανισθούν κατ1 αυτήν χωρίς νέα κλήτευση, ακόμα και αν δεν ήταν παρόντες κατά τη δημοσίευση της αναβλητικής αποφάσεως. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και προς εκείνες της παρ. 3 του άνω άρθρου 512, προκύπτει ότι αν, κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, δεν εμφανισθεί στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου ο αιτών την αναίρεση ή δεν εμφανισθεί προσηκόντως με συνήγορο, αν και κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα σύμφωνα με τα άρθρα 156-162 ΚΠΔ και πριν από την προθεσμία που ορίζει το άρθρο 166 του ίδιου Κώδικα, για να παραστεί, η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη και καταδικάζεται ο αναιρεσείων, κατά το άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ, στα δικαστικά έξοδα.

Στην προκείμενη περίπτωση, από το περιεχόμενο του από2 4.10.2019, αποδεικτικού επιδόσεως, που συντάχθηκε από τον επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου Λ. Χ., προκύπτει ότι επιδόθηκε στον δεύτερο αναιρεσείοντα (Γ. Ι. Κ.), νομίμως και εμπροθέσμως, (άρθρα 155 §1 εδ. β' και 166§1 ΚΠοινΔ) η κλήση 1055/2019 του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για να παραστεί με συνήγορο στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας αποφάσεως συνεδρίαση, προκειμένου να υποστηρίξει την κρινόμενη αίτηση, περί αναιρέσεως της 154/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Δυτικής Στερεάς Ελλάδας.

Συνεπώς, εφόσον ο δεύτερος αναιρεσείων δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού, όταν εκφωνήθηκε το ονοματεπώνυμό του κατά την ανωτέρω δικάσιμο, προκειμένου να υποστηρίζει την κρινόμενη αίτηση, πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν σε βάρος του τα δικαστικά έξδοα (ΚΠΔ 578§1).

III. Κατά το άρθρο 28 παρ. 1 εδ. α' και β' του ν. 1650/1986 (όπως ίσχυε πριν τροποποιηθεί με τους ν. 3937/2011 και ν. 4042/2012), με φυλάκιση τριών μηνών έως δύο έτη και χρηματική ποινή τιμωρείται όποιος προκαλεί ρύπανση ή υποβαθμίζει το περιβάλλον με πράξη ή παράλειψη, που αντιβαίνει στις διατάξεις του νόμου αυτού ή των διαταγμάτων και υπουργικών ή νομαρχιακών αποφάσεων που εκδίδονται με εξουσιοδότησή του ή ασκεί δραστηριότητα ή επιχείρηση χωρίς την απαιτούμενη, σύμφωνα με τις διατάξεις του ή τις διατάξεις των διαταγμάτων, υπουργικών ή νομαρχιακών αποφάσεων, άδεια ή έγκριση ή υπερβαίνει τα όρια της άδειας ή έγκρισης που του έχει χορηγηθεί και υποβαθμίζει το περιβάλλον.

Κατά την παρ. 2 του όρθρου 28, όταν τα εγκλήματα της παρ. 1 τελούνται από αμέλεια, επιβάλλεται φυλάκιση μέχρι ένα έτος. Κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, στα εγκλήματα της παρ. 1, αν από το είδος ή την ποσότητα των ρύπων ή από την έκταση και τη σημασία της υποβάθμισης του περιβάλλοντος δημιουργήθηκε κίνδυνος θανάτου ή βαριάς σωματικής βλάβης, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή, ενώ, αν επήλθε σωματική βλάβη ή θάνατος ανθρώπου, επιβάλλεται κάθειρξη έως δέκα έτη.

Επίσης, κατά την παρ. 5 αυτού, οι πρόεδροι των διοικητικών συμβουλίων, οι εντεταλμένοι ή διευθύνοντες σύμβουλοι ανωνύμων εταιριών, οι διαχειριστές εταιριών περιορισμένης ευθύνης, ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου συνεταιρισμών, καθώς και τα πρόσωπα που ασκούν τη διοίκηση ή τη διαχείριση άλλων νομικών προσώπων του δημοσίου ή του ιδιωτικού τομέα, έχουν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να μεριμνούν για την τήρηση των διατάξεων που αφορούν την προστασία του περιβάλλοντος.

Για κάθε πράξη ή παράλειψη του νομικού προσώπου που εμπίπτει στην παρ. 1 του άρθρου αυτού, τα παραπάνω πρόσωπα τιμωρούνται ως αυτουργοί, ανεξάρτητα από την τυχόν ποινική ευθύνη άλλου φυσικού προσώπου, εφόσον από πρόθεση ή από αμέλεια δεν τήρησαν την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση τους να μεριμνούν για την εφαρμογή των διατάξεών του.

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 1650/1986, οι βασικοί στόχοι αυτού είναι, μεταξύ άλλων, και η αποτροπή της ρύπανσης και γενικότερα της υποβάθμισης του περιβάλλοντος, η λήψη όλων των προληπτικών μέτρων, που είναι αναγκαία γι' αυτόν τον σκοπό και η διασφάλιση της ανθρώπινης υγείας από τις διάφορες μορφές υποβάθμισης του περιβάλλοντος, και ειδικότερα από τη ρύπανση και τις οχλήσεις.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 του ν. 1650/1986, ως "περιβάλλον" νοείται το σύνολο των φυσικών και ανθρωπογενών παραγόντων και στοιχείων που βρίσκονται σε αλληλεπίδραση και επηρεάζουν την οικολογική ισορροπία, την ποιότητα της ζωής, την υγεία των κατοίκων, την ιστορική και πολιτιστική παράδοση και τις αισθητικές αξίες.

Ως "ρύπανση" νοείται η παρουσία στο περιβάλλον ρύπων, δηλαδή κάθε είδους ουσιών, θορύβου, ακτινοβολίας ή άλλων μορφών ενέργειας, σε ποσότητα, συγκέντρωση ή διάρκεια που μπορούν να προκαλέσουν αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία, στους ζωντανούς οργανισμούς και στα οικοσυστήματα ή υλικές ζημίες και γενικά να καταστήσουν το περιβάλλον ακατάλληλο για τις επιθυμητές χρήσεις του.

Ως "υποβάθμιση" νοείται η πρόκληση από ανθρώπινες δραστηριότητες ρύπανσης ή οποιασδήποτε άλλης μεταβολής στο περιβάλλον, η οποία είναι πιθανόν να έχει αρνητικές επιπτώσεις στην οικολογική ισορροπία, στην ποιότητα ζωής και στην υγεία των κατοίκων, στην ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά και στις αισθητικές αξίες. "Προστασία του περιβάλλοντος" είναι το σύνολο των ενεργειών, μέτρων και έργων που έχουν στόχο την πρόληψη της υποβάθμισης του περιβάλλοντος ή την αποκατάσταση, τη διατήρηση και τη βελτίωση του. "Φυσικοί πόροι" είναι κάθε στοιχείο του περιβάλλοντος που χρησιμοποιείται ή μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τον άνθρωπο για την ικανοποίηση των αναγκών του και αποτελεί αξία για το κοινωνικό σύνολο. "Απόβλητα" είναι κάθε ποσότητα ρύπων (ουσιών, θορύβου, ακτινοβολίας ή άλλων μορφών ενέργειας) σε οποιαδήποτε φυσική κατάσταση ή αντικειμένων από τα οποία ο κάτοχος τους θέλει ή πρέπει ή υποχρεούται να απαλλαγεί, εφόσον είναι δυνατό να προκαλέσουν ρύπανση. "Ουσίες" είναι χημικά στοιχεία και οι ενώσεις τους, όπως παρουσιάζονται στη φυσική τους κατάσταση ή όπως παράγονται δευτερογενώς.

Και "επικίνδυνες ουσίες ή παρασκευάσματα" είναι οι ουσίες ή τα παρασκευάσματα που είναι τοξικές, διαβρωτικές, ερεθιστικές, εκρηκτικές, εύφλεκτες, καρκινογόνες, μεταλλαξιογόνες, ραδιενεργές ή άλλες ουσίες που έχουν την ιδιότητα να επιταχύνουν την καύση, να αλλοιώνουν την φυσική κατάσταση του νερού, του εδάφους ή του αέρα και να προσβάλλουν δυσμενώς τον άνθρωπο και όλα τα άλλα έμβια όντα καθώς και το φυσικό περιβάλλον.

Από τις παραπάνω διατάξεις των άρθρων 2 και 28 του ν. 1650/1986 προκύπτει ότι, για να στοιχειοθετηθεί το υπαλλακτικώς μικτό έγκλημα της ρύπανσης ή υποβάθμισης του περιβάλλοντος, πρέπει να διαπιστωθεί η ύπαρξη "ρύπανσης" ή "υποβάθμισης" του περιβάλλοντος, με την έννοια που προαναφέρθηκε και δεν αρκεί η μη συμμόρφωση στις μελέτες περιβαλλοντικών επιπτώσεων (ΜΠΕ) ή στους περιβαλλοντικούς όρους (ΕΠΟ), που έχουν εγκριθεί για τη συγκεκριμένη βιομηχανική εγκατάσταση.

Επιπλέον, η διακρίβωση της ρύπανσης ή υποβάθμισης του περιβάλλοντος δεν αφήνεται στην αντίληψη του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αλλά προβλέπεται να γίνεται μόνο από ειδικούς, οι οποίοι ορίζονται, διενεργούν ελέγχους και εργαστηριακές εξετάσεις με προδιαγεγραμμένες μεθόδους και διατυπώνουν το πόρισμά τους με βάση τις κείμενες διατάξεις.

Περαιτέρω, οι διατάξεις των άρθρων 6, 7, 11, 25 και 26 του ν. 1650/1986, καθορίζουν (αλλά και παραπέμπουν για τον καθορισμό σε Κοινές Υπουργικές Αποφάσεις), τις αρμόδιες αρχές για την διεξαγωγή των περιβαλλοντικών επιθεωρήσεων (στις οποίες περιλαμβάνεται και η Ειδική Υπηρεσία Επιθεωρητών Περιβάλλοντος ΕΥΕΠ), για τις οριακές τιμές παραμέτρων ποιότητας της ατμόσφαιρας, για τις μεθόδους δειγματοληψίας και ανάλυσής τους, για την προστασία του εδάφους, ιδίως από επικίνδυνα απόβλητα, και για τον Ενιαίο Φορέα Περιβάλλοντος (Ε.Φ.Ο.Π.), ο οποίος, μεταξύ άλλων, καθορίζει σε εθνικό επίπεδο τις οριακές τιμές παραμέτρων ποιότητας περιβάλλοντος και τις οριακές τιμές αποβλήτων και τα κλιμάκια ποιότητας περιβάλλοντος (Κ.Ε.Π.ΠΕ).

Από όσα προαναφέρθηκαν παρέπεται ότι συνιστούν ρύπανση οι ρύποι εκείνοι, που, κατά το άρθρο 2 του ν. 1608/1986, εξαιτίας της ποσότητας, της συγκέντρωσης και της διάρκειας τους, είναι δυνατό να προκαλέσουν αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία, τη φυσική, διανοητική και κοινωνική ευεξία του ατόμου ή του συνόλου του πληθυσμού ή στους ζωντανούς οργανισμούς και τα οικοσυστήματα ή υλικές ζημιές και γενικά να καταστήσουν το περιβάλλον ακατάλληλο για τις επιθυμητές χρήσεις του.

Ενώ, για την υποβάθμιση του περιβάλλοντος, απαιτείται ρύπανση με την προαναφερόμενη έννοια ή οποιαδήποτε άλλη μεταβολή στο περιβάλλον, η οποία είναι πιθανό να έχει αρνητικές επιπτώσεις στην οικολογική ισορροπία, στην ποιότητα ζωής και στην υγεία των κατοίκων , όπως ειδικότερα ορίζεται στο άρθρο 2 του ν. 1650/1986 (ΑΠ 2206/2018, 515/2015) Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας στοιχειοθετεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες αυτό συνήγαγε τα περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των σχετικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.

Για την ύπαρξη ειδικής αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Δυτικής Στερεάς Ελλάδας με την προσβαλλόμενη 154/2019 απόφαση του, που εκδόθηκε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε τον πρώτο αναιρεσείοντα (Β.

Ν.), καθώς και τον συγκατηγορούμενό του δεύτερο αναιρεσείοντα (Γ. Κ.), ενόχους για την πράξη της ρύπανσης του περιβάλλοντος και τους καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης ενός έτους (με τριετή αναστολή) και χρηματική ποινή 3.000 ευρώ. Στο σκεπτικό της απόφασης αυτής, το δικαστήριο μετά από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, που αναφέρονται κατ' είδος, δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι κατηγορούμενοι διατηρούν βιομηχανική μονάδα επεξεργασίας ελαίων στην περιοχή ...

Δ.Δ ... με ειδικότερο αντικείμενο την αγορά, αποθήκευση, τυποποίηση και εμπορία ελαιολάδου. Η επιχείρηση αυτή λειτουργεί νόμιμα δυνάμει της με αριθμ. ΕΞ 524-1/13.12.2010 άδειας λειτουργίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης ....και της 572/18.5.2009 απόφασης του ΓΓ Περιφέρειας .... Ωστόσο, παρά τη νομιμότητα της λειτουργίας της διαπιστώθηκε αρμοδίως κατά μήνα Αύγουστο του 2012 ότι με πρόθεση άσκησαν βιομηχανική δραστηριότητα με τρόπο που συνιστούσε ρύπανση του τοπικού φυσικού περιβάλλοντος και πιο συγκεκριμένα, ενώ ήταν νόμιμοι εκπρόσωποι και υπεύθυνοι της πιο πάνω επιχείρησης επεξεργασίας παραγώγων ελαιοκάρπου ("πυρηνελαιουργείου") με την επωνυμία "...ΠΕ" και διέθεταν εγκατάσταση βιολογικού καθαρισμού από τον οποίο και στο σημείο γειτνίασής του με αύλακα απορροής υδάτων, παρουσίαζε ρύπανση με έντονη, δυσάρεστη οσμή, σύμφωνα και με την σχετική έκθεση αυτοψίας• που διενήργησε κλιμάκιο του Τμήματος Περιβάλλοντος και Υδροοικονομίας Π.Ε ...

καθώς διοχέτευαν τα επεξεργασμένα λύματα σε στεγανές δεξαμενές μέρος των οποίων διέφευγε σε παρακείμενες σούδες με αποτέλεσμα να υπάρχει έντονη δυσάρεστη οσμή και οσμή λιόσμου, όπως καταθέτει και η μάρτυρας του Δήμου .... ρυπαίνοντας κατά τον τρόπο αυτό το περιβάλλον". Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο, στη συνέχεια κήρυξε ενόχους τον 1ο αναιρεσείοντα Β.

Ν. και τους συγκατηγορούμενους του Γ. Ι. Κ. (2ο αναιρεσείοντα) του ότι "Στη ... Δ.Δ. ... τον Αύγουστο του 2012 με πρόθεση άσκησαν βιομηχανική δραστηριότητα με τρόπο που συνιστούσε ρύπανση του τοπικού φυσικού περιβάλλοντος και πιο συγκεκριμένα, ενώ ήταν νόμιμοι εκπρόσωποι και υπεύθυνοι 7 της επιχείρησης επεξεργασίας παραγώγων ελαιοκάρπου ("πυρηνελαιουργείου") με την επωνυμία "...ΠΕ", διέθεταν εγκατάσταση βιολογικού καθαρισμού από τον οποίο και στο σημείο γειτνίασής του με αύλακα απορροής υδάτων, παρουσίαζε ρύπανση με έντονη, δυσάρεστη οσμή, σύμφωνα και με την σχετική έκθεση αυτοψίας που διενήργησε κλιμάκιο του Τμήματος Περιβάλλοντος και Υδροοικονομίας Π.Ε ....

κατά τον ανωτέρω τόπο και χρόνο στο πυρηνελαιουργείο". Με αυτές τις παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ρύπανσης του περιβάλλοντος, κατά τις προαναφερόμενες νομικές διατάξεις, για το οποίο καταδικάσθηκε ο πρώτος αναιρεσείων (Β.

Ν.). Ειδικότερα, δεν προσδιορίζονται , κατ' αρχήν , στην απόφαση, μολονότι η άνω επιχείρηση φέρεται ως εταιρική και δη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης (ΕΠΕ) και όχι ατομική, τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει η ιδιότητα και η θέση του αναιρεσείοντος στην ως άνω εταιρεία, η οποία κατά νόμον εκπροσωπείται από διαχειριστή (άρθρα 17 και 18 του Ν.3190/1955), αλλά αναφέρεται, μόνο, ότι αυτός και ο συγκατηγορούμενός του είναι νόμιμοι εκπρόσωποι αυτής, χωρίς να διευκρινίζεται πώς προκύπτει η εξουσία εκπροσώπησης της εταιρείας από αυτούς και κατά συνέπεια η ποινική ευθύνη του πρώτου αναιρεσείοντος.

Περαιτέρω , α) τόσο στο αιτιολογικό, όσο και στο διατακτικό δεν αναφέρεται ποια' διάταξη νόμου ή ποιο κατ' εξουσιοδότηση νόμου εκδοθέν διάταγμα ή υπουργική ή νομαρχιακή απόφαση που καθορίζει τα ανώτατα όρια ρύπων υπερέβη ο κατηγορούμενος ως εκπρόσωπος της ως άνω εταιρείας, καθώς και τον τρόπο που αυτοί (ρύποι) καθορίστηκαν, β) εάν στην επίδικη περίπτωση υπήρξε υπέρβαση των ανωτάτων ορίων ρύπων και σε ποιο συγκεκριμένο επίπεδο, καθώς και η διάρκεια τους, και γ) δεν αναφέρεται στην απόφαση ο τρόπος με τον οποίο διαπιστώθηκε η υπέρβαση των ορίων αυτών (ΑΠ 1186/2013 , 911/2013).

Κατά συνέπεια, είναι βάσιμος ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ , μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας , ο οποίος εξετάζεται και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο εφόσον κρίθηκε παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης (άρθρο 511 εδ. α' ΚΠΔ) και επομένως , πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.

Ακολούθως, το προαναφερόμενο επωφελές αποτέλεσμα της αναιρέσεως του Β. Δ. Ν. (1ου αναιρεσείοντος ) πρέπει να επεκταθεί και στον συγκατηγορούμενό του Γ. I. Κ. (2° αναιρεσείοντα) , που καταδικάσθηκε για την ίδια πράξη και του οποίου η αίτηση απορρίφθηκε, κατά τα ανωτέρω, ως ανυποστήρικτη, δεδομένου ότι ο λόγος περί ελλείψεως αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν αρμόζει αποκλειστικά στον πρώτο αναιρεσείοντα και επομένως πρέπει να αναιρεθεί και ως προς αυτόν η προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 469 ΚΠΔ). Κατόπιν αυτών, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που την εξέδωσε, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή (άρθρο 519 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Α)

Απορρίπτει την από 28-6-2019 αίτηση (αρ. πρ. 7387/2019) του Γ. Κ. του Ι. , περί αναιρέσεως της αποφάσεως 154/2019 του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Δυτικής Στερεάς Ελλάδας

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στα διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

Β) Αναιρεί την ίδια πιο πάνω απόφαση ως προς τον αναιρεσείοντα Β. Ν. του Δ. Επεκτείνει το αναιρετικό αποτέλεσμα της απόφασης και στον αναιρεσείοντα Γ. Κ. του Ι. .

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Δεκεμβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Δεκεμβρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ