Legislator Case Law & Legislation
2058/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on passive bribery conviction, rejecting agent provocateur and fair trial violations claims.

Case Number 2058/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a conviction for passive bribery, upholding the lower court's decision. The appellant argued that a police officer acted as an agent provocateur, violating Article 6 of the ECHR, and that the evidence was obtained unlawfully. The court rejected these claims, finding the officer's undercover actions were within official duties and that the ECHR violation did not constitute a separate ground for appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 235(1a) Penal Code; Article 6(1) ECHR: A police officer acting as an agent provocateur within the scope of official duties does not render the evidence inadmissible, and a general ECHR violation claim does not constitute a separate ground for appeal if no specific procedural defect exists.

Keywords

AI generated
passive bribery agent provocateur Article 6 ECHR undercover investigation fair trial rights appeal dismissal police undercover operations

Cited Legislation

AI generated
Article 235(1a) of the Penal Code
Article 32(1a)-(b) of Law 4258/2014
Article 84(2a) of the Penal Code
Article 510(1)(a) of the Code of Criminal Procedure
Article 28(1) of the Constitution
Article 6(1) of the ECHR
Law 2713/1999
Article 583(1) of the Code of Criminal Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2058 / 2018 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 2058/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε'ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Χυτήρογλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Ναυσικά Φράγκου, Βασιλική Ηλιοπούλου και Βασιλική Μπαζάκη - Δρακούλη Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαΐου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καραγιάννη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Δ. Ε. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Στρίμπερη, για αναίρεση της υπ'αριθ.4170/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ'αριθ.πρωτ. …51/4-4-2018 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 530/18.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση υπ' αριθμ. πρωτ. …51/4.4.2018 αίτηση - δήλωση προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4170/14.7.2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για την αξιόποινη πράξη της παθητικής δωροδοκίας με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ και καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Είναι επομένως τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί κατ' ουσίαν.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 235 παρ. 1α ΠΚ, όπως ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, τροποποιηθείσα με το άρθρο 32 παρ. 1α' - β' του Ν. 4258/2014 "Υπάλληλος ο οποίος ζητεί ή λαμβάνει άμεσα ή μέσω τρίτου για τον εαυτό του ή για άλλον οποιασδήποτε φύσης αθέμιτο ωφέλημα ή αποδέχεται την υπόσχεση παροχής τέτοιου ωφελήματος για ενέργεια ή παράλειψή του σε σχέση με την άσκηση των καθηκόντων του μελλοντική ή ήδη τελειωμένη τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή 5.000 έως 50.000 ευρώ...".

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της παθητικής δωροδοκίας (δωροληψίας) απαιτείται: α) η ιδιότητα του δράστη ως υπαλλήλου κατά την έννοια που αυθεντικά προσδιορίζεται στο άρθρο 13 περ. α ΠΚ και διευρύνεται με τη διάταξη του άρθρου 263Α του ίδιου Κώδικα, β) απαίτηση ή λήψη από τον δράστη ή αποδοχή υπόσχεσης ωφελημάτων οποιασδήποτε φύσης που δεν δικαιούται, άμεσα ή με τη μεσολάβηση τρίτου για τον εαυτό του ή για άλλον.

Ωφελήματα είναι κάθε χαριστική παροχή υλικής ή μη φύσης προς όφελος του δράστη επί της οποίας αυτός δεν έχει νόμιμη αξίωση. Μπορεί η επίδοση των ωφελημάτων να γίνει στο ίδιο τον υπάλληλο ή τρίτο συνδεόμενο με αυτόν χάριν αυτού ακόμη και εικονικώς φερόμενο ως συμβληθέντα. Προϋπόθεση της έμμεσης δωροδοκίας είναι η συμφωνία του υπαλλήλου ή μετά ταύτα έγκρισή του.

Αποδοχή απόσβεσης ωφελημάτων υπάρχει όταν ο υπάλληλος αποδέχεται υπόσχεση μελλοντικής παροχής γ) τα ως άνω ωφελήματα απαιτεί ή λαμβάνει κλπ ο υπάλληλος κατά παράβαση των καθηκόντων του, προκειμένου να προβεί σε ενέργεια ή παράλειψη μελλοντική που ανάγεται στα καθήκοντά του. Δηλαδή πρέπει να υπάρχει μεταξύ αποδοχής ή απαίτησης δώρων και ενέργειας ή παράλειψης υπαλλήλου συνειδητή εξάρτηση και ως προς τα δύο μέρη (σχέση αντιπαροχής) ανεξαρτήτως αν πραγματοποιήθηκε ή όχι η μέλλουσα ενέργεια ή αν ο δράστης αποσκοπούσε σπουδαίως ή όχι να εκτελέσει την ενέργεια αυτή (ΟΛ ΑΠ 6/1998, ΑΠ 243/2006).

Καταλαμβάνει δε η ανωτέρω διάταξη τη δωροδοκία τόσο για νόμιμες όσο και για παράνομες υπηρεσιακές πράξεις ή παραλείψεις του υπαλλήλου. Η δωροδοκία πρέπει να αφορά πράξη του υπαλλήλου που περιλαμβάνεται στον κύκλο της αρμοδιότητάς τους και να ανάγεται στην υπηρεσία του ή να αντίκειται στα καθήκοντά του.

Τα καθήκοντα νοούνται όπως αυτά διαγράφονται από το νόμο ή τους υπηρεσιακούς κανονισμούς ή διαταγές ή οδηγίες των προϊσταμένων, εξαιτίας της υπηρεσιακής σχέσης ή προκύπτουν από τη φύση της υπηρεσίας του υπαλλήλου (ΑΠ 17/2002). Είναι δε αδιάφορο αν η ενέργεια του υπαλλήλου αποτελεί προπαρασκευαστική ή βοηθητική άλλης πράξης ή απόφασης που θα λάβει άλλος υπάλληλος της υπηρεσίας του.

Δ) δόλος του δράστη ο οποίος συνίσταται στη γνώση των ανωτέρω θεμελιωτικών της αντικειμενικής υπόστασης του πιο πάνω εγκλήματος περιστατικών και τη θέληση να απαιτήσει, λάβει τα οποιασδήποτε φύσης ωφελήματα ή αποδεχθεί υπόσχεση παραδοχής αυτών με περαιτέρω σκοπό (η πραγματοποίηση του οποίου δεν απαιτείται για την τυπική τέλεση του εγκλήματος) να προβεί σε ενέργεια ή παράλειψη που ανήκει στον κύκλο αρμοδιότητάς του και ανάγεται στα υπηρεσιακά του καθήκοντα ή αντίκειται σε αυτά (ΑΠ 1718/2011).

Αρκεί δηλαδή και ενδεχόμενος δόλος, και είναι αδιάφορο αν ο υπάλληλος είχε σοβαρό σκοπό να προβεί στην πράξη ή την παράλειψη για την οποία έλαβε τα δώρα. Το έγκλημα της παθητικής δωροδοκίας (δωροληψίας) είναι υπαλλακτικά μικτό με την έννοια ότι περισσότεροι τρόποι τέλεσής του και ειδικότερα: α) η απαίτηση ωφελήματος β) η αποδοχή ωφελήματος και γ) η αποδοχή υπόσχεσης για την ενέργεια ή την παράλειψη μπορούν να εναλλαχθούν και σε περίπτωση συνδρομής περισσοτέρων τρόπων πραγματώνεται ένα μόνο έγκλημα (ΑΠ 1625/2011).

Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγω αναίρεσης όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε ή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν.

Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο κατ' αρχήν να αιτιολογείται ιδιαιτέρως αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, διαλαμβάνεται δε αιτιολογία περί αυτού (δόλου) στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση)κάτι που δεν συμβαίνει στο εδώ εξεταζόμενο έγκλημα της παθητικής δωροδοκίας (δωροληψίας) για τη στοιχειοθέτηση του οποίου ο νόμος όπως προαναφέρθηκε, αρκείται και σε ενδεχόμενο δόλο.

Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα που ελήφθησαν υπόψη από το Δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 του Κ.Ποιν.Δ. για την πληρότητα της αιτιολογίας απαιτείται ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το Δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή.

Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποία ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.

Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά εντεύθεν και δεν αποτελεί λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολόγησης και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 8/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση το δικάσαν κατ' έφεση Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 4170/14.7.2017 απόφασή του δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του και μνημονεύει κατ' είδος, αποδείχθηκαν τα εξής:

Ο κατηγορούμενος, ο οποίος είναι ιατρός-χειρουργός στο επάγγελμα, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, ήτοι από τις 31-7-2013 έως τις 2-8-2013, υπηρετούσε ως Διευθυντής στον Α' Χειρουργικό Τομέα ('Ακρα Χειρ.-Μικροχειρουργική) του Γ.Ν. ..., αμειβόμενος από το ελληνικό δημόσιο ως υπάλληλος αυτού για τις υπηρεσίες που προσέφερε στους ασθενείς του ως άνω νοσοκομείου.

Ο Ν. Σ., ο οποίος εκείνο το χρονικό διάστημα υπηρετούσε ως καθηγητής Μέσης Εκπαίδευσης και ήταν ασφαλισμένος στο δημόσιο για την ιατροφαρμακευτική του περίθαλψη, έχοντας ανάγκη να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση στο δεξί του χέρι, για σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα, απευθύνθηκε στον κατηγορούμενο προκειμένου ο τελευταίος να πραγματοποιήσει την επέμβαση αυτή.

Ο κατηγορούμενος, τόσο στις 31-7- 2013, κατά την επίσκεψη του ασθενούς Ν. Σ. στο απογευματινό ιατρείο εντός του ανωτέρω νοσοκομείου, όσο και στις 1-8-2013, κατά τη διάρκεια τηλεφωνικής τους συνομιλίας, απαίτησε από τον Ν. Σ. το χρηματικό ποσό των 300 ευρώ, ως προσωπική αμοιβή του, προκειμένου να προβεί στην εκτέλεση της ως άνω χειρουργικής επέμβασης, παρόλο ότι το κόστος της ανωτέρω επέμβασης καλύπτεται εξ ολοκλήρου από τον ασφαλιστικό φορέα του ασθενούς.

Ο Ν. Σ.ς, μη επιθυμώντας να καταβάλει αχρεωστήτως στον κατηγορούμενο το ποσό που ο τελευταίος απαίτησε προκειμένου να προβεί στη χειρουργική επέμβαση που του ζητήθηκε, προσέφυγε στη Διεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων της ΕΛΑΣ. Αφού προσημειώθηκαν χαρτονομίσματα συνολικού ποσού 300 ευρώ, κλήθηκε από την ως άνω υπηρεσία η Μ.

Λ., η οποία εκείνο το χρονικό διάστημα υπηρετούσε στην . ως άνω Διεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων και της ανατέθηκε να παραστήσει την αδελφή του Ν. Σ., τον οποίο θα συνόδευε στο προαναφερόμενο νοσοκομείο. Την 2-8-2013, ο Ν. Σ.ς, εισήλθε στο χειρουργείο του ως άνω νοσοκομείου και υποβλήθηκε στην προγραμματισμένη χειρουργική επέμβαση, την οποία ενήργησε ο κατηγορούμενος και όταν τελείωσε η επέμβαση, ζήτησε τη βοήθεια της Μ.

Λ. προκειμένου να ντυθεί. Αφού ο κατηγορούμενος τελείωσε με τις οδηγίες που έδωσε στον χειρουργηθέντα ασθενή, του έκανε νόημα να πάει στα αποδυτήρια. Εκεί η Μ. Λ., τον βοήθησε να ντυθεί και να ανοίξει ένα τσαντάκι χειρός το οποίο έφερε μαζί του, μέσα από το οποίο ο ασθενής Ν. Σ.ς πήρε τα προσημειωμένα χαρτονομίσματα και τα έδωσε στον κατηγορούμενο.

Τότε, επενέβη η Μ. Λ., η οποία, αφού ενημέρωσε τον κατηγορούμενο ότι η ίδια είναι αστυνομικός, επέδειξε σε συναδέλφους αστυνομικούς, οι οποίοι έλαβαν μέρος στην επιχείρηση, τον κατηγορούμενο, ο οποίος στη συνέχεια προσήχθη στην Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων. Σε διενεργηθέντα σωματικό έλεγχο του κατηγορουμένου, ανευρέθησαν σε τσέπη του παντελονιού του τα προσημειωμένα χαρτονομίσματα.

Συνεπώς, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη για την οποία καταδικάστηκε κατά την αντικειμενική και υποκειμενική του υπόσταση και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για την πράξη του αυτή με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2α ΠΚ το οποίο του αναγνωρίσθηκε με την πρωτόδικη απόφαση".

Ακολούθως το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο (με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2α ΠΚ) του ότι: "Στην ... στις 2.8.2003 όντας υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 13 α του ΠΚ κατά παράβαση των καθηκόντων του ζήτησε και έλαβε άμεσα για τον εαυτό του οποιασδήποτε φύσης ωφελήματα για ενέργειά του ήδη τελειωμένη που ανάγεται στα καθήκοντά του.

Συγκεκριμένα όντας ιατρός - χειρουργός, υπηρετών ως Διευθυντής στον Α' Χειρουργικό Τομέα ('Ακρα Χειρ. Μικροχειρουργική) του Γενικού Νοσοκομείου ... έλαβε στις 2.8.2013 από τον Ν. Σ. το χρηματικό ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ ως προσωπική αμοιβή του, για χειρουργική επέμβαση που πραγματοποίησε στο δεξί χέρι αυτού για σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα, ποσό το οποίο είχε απαιτήσει απ' αυτόν στις 31.7.2013 κατά την επίσκεψή του στο απογευματινό ιατρείο εντός του ανωτέρω Νοσοκομείου, όσο και την 1.8.2013 κατά τη διάρκεια τηλεφωνικής τους συνομιλίας ενώ το κόστος της ανωτέρω επέμβασης καλύπτεται εξ ολοκλήρου από τον ασφαλιστικό φορέα του παθόντος, λαμβάνοντας με τον τρόπο αυτό ωφελήματα, κατά παράβαση των καθηκόντων του για ενέργειά του τελειωμένη που ανάγεται σ' αυτά".Με αυτές τις κατά το συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού παραδοχές, το δικάσαν Δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ.

ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της παθητικής δωροδοκίας (δωροληψίας) για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 13 α και 235 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες.

Ειδικότερα με την επιβαλλόμενη αιτιολογική επάρκεια ως προσβαλλόμενη απόφαση α) προσδιορίζονται ο τόπος, ο χρόνος και οι λοιπές περιστάσεις τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος, β) αναφέρεται η υπαλληλική ιδιότητα του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου στο πρόσωπο του οποίου συνέτρεχε η ιδιότητα του ιατρού - χειρουργού ο οποίος υπηρετούσε κατά τον κρίσιμο χρόνο ως Διευθυντής στον Α' Χειρουργικό Τομέα του ΓΝ..., αμειβόμενος με μισθό από το Ελληνικό Δημόσιο, ως υπάλληλος αυτού για τις υπηρεσίες που προσέφερε στους ασθενείς του ανωτέρω Νοσοκομείου, γ) αναφέρεται η αναγομένη στα καθήκοντά του ενέργεια ήτοι η πραγματοποίηση χειρουργικής επέμβασης στον παθόντα Ν.

Σ. που έπασχε από σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα, για την οποία κατά παράβαση των καθηκόντων του απαίτησε και έλαβε το χρηματικό ποσό των (300) ευρώ ως προσωπική αμοιβή του, καίτοι το κόστος της ανωτέρω επέμβασης καλυπτόταν εξ ολοκλήρου από τον ασφαλιστικό φορέα του παθόντος δ) προσδιορίζεται επαρκώς ο δόλος του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ο οποίος τόσο την 31.7.2013 κατά την επίσκεψη του άνω παθόντος στο απογευματινό ιατρείο εντός του Νοσοκομείου () όσο και την 1.8.2013 κατά τη διάρκεια τηλεφωνικής τους επικοινωνίας απαίτησε το ανωτέρω χρηματικό ποσό και ε) αναφέρονται με επάρκεια τα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου) από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που προεκτέθηκαν και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση χωρίς να παρίσταται αναγκαία η αναφορά του τι προκύπτει από το καθένα ξεχωριστά, όπως και η συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση του περιεχομένου τους και η ανάλογη δικαιοδοτική εκτίμησή τους, αφού εκ τούτου δεν συνάγεται ότι το δικαστήριο για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης περιορίστηκε επιλεκτικά σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα και αγνόησε τα υπόλοιπα.

Η περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου περί ελλιπούς και ασαφούς αιτιολογίας στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης με την επιλεκτική αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων και με την μη λήψη άλλων αποδεικτικών στοιχείων για τον σχηματισμό πλήρους δικανικής πεποίθησης από το δικάσαν Δικαστήριο είναι προεχόντως απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθούν, διότι με την επίκληση κατ' επίφαση της πλημμέλειας της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Συνεπώς ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ. σχετικός λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την κατάφαση της ενοχής του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Από τις διατάξεις των άρθρων 352 και 353 του Κ.Ποιν.Δ. παρέχεται και στον κατηγορούμενο το δικαίωμα να ζητήσει αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, εναπόκειται όμως στη διακριτική κρίση του Δικαστηρίου να διατάξει την εν λόγω αναβολή αν κρίνει ότι οι αποδείξεις αυτές είναι αναγκαίες για να μορφώσει την κατά το άρθρο 177 του Κ.Ποιν.Δ. δικανική του πεποίθηση. Η παραδοχή η μη του σχετικού αιτήματος εναπόκειται στην κυριαρχική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, η κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ. απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή την απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του Δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους εναπόκειται στην διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου που τις εξέδωσε.

Συνεπώς η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει αίτημα του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις πρέπει να είναι ιδιαιτέρως αιτιολογημένη υπό την προϋπόθεση ότι υποβάλλεται παραδεκτώς και είναι ορισμένο ώστε να την κρίνει το Δικαστήριο άλλως δεν υποχρεούται να απαντήσει και μάλιστα αιτιολογημένα για την απορριπτική του κρίση. Αν το Δικαστήριο δεν απαντήσει σε παραδεκτό και ορισμένο αίτημα αναβολής στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του Κ.Ποιν.Δ. για έλλειψη ακρόασης, ενώ αν το Δικαστήριο απορρίψει το αίτημα αναβολής χωρίς την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και προχωρήσει στην έρευνα της υπόθεσης, τότε υποπίπτει στις από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Η' πλημμέλειες της έλλειψης αιτιολογίας και της υπέρβασης εξουσίας (ΑΠ 68/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, οι συνήγοροι υπεράσπισης του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου μετά των οποίων ο τελευταίος παρίστατο, υπέβαλαν αίτημα αναβολής της δίκης κατ' άρθρο 352 του Κ.Ποιν.Δ. προκειμένου να κληθούν και άλλοι μάρτυρες καθώς επίσης να κληθεί και εξετασθεί στο ακροατήριο ο απολειπόμενος μάρτυρας Ν.

Σ. (παθών), διότι μεταξύ της κατάθεσης της αστυνομικού Μ. Λ. και του τελευταίου "υπάρχουν πολλές αντιφάσεις ως προς το εάν βρέθηκε ο φάκελος στα θυλάκιά του". Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) που δίκασε κατ' έφεση, όπως προκύπτει από την παρεμπίπτουσα (ταυτάριθμη) απόφασή του η οποία προηγήθηκε της προσβαλλομένης κύριας απόφασής του περί της ενοχής και θεωρείται ότι συμπροσβάλλεται με την τελευταία (άρθρο 504 παρ.4 του Κ.Ποιν.Δ.), μετά το τέλος της αποδεικτικής διαδικασίας απέρριψε το αίτημα αυτό με την προσήκουσα αιτιολογία, διαλαμβάνοντας στο σκεπτικό της τα εξής: "Από την αποδεικτική διαδικασία που έγινε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και ειδικότερα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και από την απολογία του κατηγορουμένου το Δικαστήριο κρίνει ότι μπορεί να αχθεί σε ασφαλή κρίση περί της ενοχής ή μη του κατηγορουμένου και συνεπώς δεν είναι αναγκαία για την ανακάλυψη της αλήθειας η μαρτυρία του απολειπομένου μάρτυρα κατηγορίας Ν.

Σ., ούτε οποιουδήποτε άλλου μάρτυρα.

Συνεπώς το αίτημα του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης σε μεταγενέστερη δικάσιμο προκειμένου να κλητευθούν και προσέλθουν και άλλοι μάρτυρες καθώς και ο προαναφερθείς μάρτυρας Ν. Σ. πρέπει να απορριφθεί".

Συνεπώς το δικάσαν Δικαστήριο απορρίπτοντας με την προσήκουσα κατά τα άνω αιτιολογία το αίτημα αναβολής και προχωρώντας μετά ταύτα στην εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης και την καταδίκη του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της έλλειψης ακρόασης και της υπέρβασης εξουσίας και οι συναφείς από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β', Δ' και Η' λόγοι αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333, 358, 364 και 369 του Κ.Ποιν.Δ. σε συνδυασμό με εκείνης του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας προς σχηματισμό της κρίσης του για την ενοχή του κατηγορουμένου εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο που θεμελιώνει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.

Α' λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του από το άρθρο 358 του ΚΠοινΔ δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα πρακτικά συνεδρίασης του ποινικού Δικαστηρίου που συντάσσονται δεν είναι απαραίτητο να αναγράφεται σε ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε.

Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του σε τρόπο που να μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενο του και ο κατηγορούμενος γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του, να έχει την ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 Κ.Ποιν.Δ. πιο πάνω δικαιώματά του, δεδομένου μάλιστα, ότι, εφόσον συντελείται η ανάγνωση των εγγράφων αυτών, παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενο τους και η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο με τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα.

Διαφορετικό είναι το ζήτημα εάν από την αόριστη αναφορά της ταυτότητας ενός εγγράφου που αναγνώσθηκε δημιουργείται ασάφεια από το αιτιολογικό της απόφασης ως προς το αν το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη το έγγραφο αυτό που αναγνώσθηκε και αν στήριξε ή όχι σε αυτό την κρίση του, οπότε όμως, δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.

Δ' του Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας. Το περιεχόμενο του εγγράφου δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση, είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία από τα οποία προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για ποιό έγγραφο αναγνώσθηκε.

Τα στοιχεία αυτά δεν συμπίπτουν πάντοτε με τα στοιχεία του πλήρους τίτλου αυτών. Ο προσδιορισμός της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις επί του περιεχομένου του (ΑΠ 498/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά της, μεταξύ των εγγράφων που μνημονεύονται ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο και τα οποία έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του περί ενοχής του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου περιλαμβάνονται και τα εξής:

έκθεση σωματικής έρευνας και κατάσχεσης, έκθεση παράδοσης και κατάσχεσης, έκθεση ένορκης εξέτασης Ι. Κ., έκθεση ένορκης εξέτασης Ε. Β., έκθεση προσημείωσης και παράδοσης χαρτονομισμάτων, φωτοαντίγραφα χαρτονομισμάτων, φωτογραφία χώρου μισθωτήριο, υπεύθυνη δήλωση, κίνηση ιατρών απογευματινών ιατρείων, εκκαθαριστικά σημειώματα, πρακτικά ΕΔΕ, ίδρυση ΚΠΔ της Β' ΜΧΧ, πειθαρχικό, αθώωση, χειρουργεία της 1.8.2013, πρόγραμμα χειρουργείου, δημοσιεύματα και λοιπές επιστολές, απόκομμα από το … περιοδικό, ανοικτή επιστολή προς το Δικαστήριο, πιστοποιητικό 162986, μήνυση, βιογραφικό σημείωμα του κατηγορουμένου, κατάλογος χειρουργικών επεμβάσεων, επιστολή Ρ.

Σ. προς τον κατηγορούμενο, επιστολή Κ. Σ. προς κατηγορούμενο, επιστολή Κ. Χ. προς τον κατηγορούμενο, επιστολή ΠΕ … προς κατηγορούμενο και επιστολή Σωματείου Εργαζομένων …. προς κατηγορούμενο ". Όμως με την αναφορά αυτήν των εν λόγω εγγράφων, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη μνεία πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού τους ως προς το περιεχόμενο, την ημεροχρονολογία έκδοσής τους, τον συντάκτη και το πρόσωπο στο οποίο καθένα αφορούσε, αφού με την ανάγνωσή τους κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο στο Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, κατέστησαν γνωστά όλα αυτά τα έγγραφα κατά περιεχόμενο στον ως άνω αναιρεσείοντα. 'Αλλωστε με την ανάγνωση του κειμένου των ανωτέρω εγγράφων, χωρίς να προκύπτει από τα πρακτικά ότι προβλήθηκε αντίρρηση, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος είτε ο ίδιος είτε διά των συνηγόρων του είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το περιεχόμενο και των εν λόγω εγγράφων, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού των εγγράφων αυτών στα πρακτικά της δίκης.

Επίσης από την επισκόπηση των πρακτικών προκύπτει ότι δεν αναγνώσθηκαν άλλα έγγραφα με τον συγκεκριμένο όμοιο ή παρεμφερή χαρακτήρα, ούτε ότι προβλήθηκε αίτημα προς ανάγνωση κάποιου άλλου εγγράφου που δεν έγινε δεκτό. Ως εκ τούτου επιτρεπτώς έλαβε υπόψη του το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδεικτικών μέσων για τον σχηματισμό της καταδίκης του κρίσης και τα παραπάνω αναγνωσθέντα έγγραφα και οι περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Α' (σε συνδ. με 171 παρ. 1) και Δ' του Κ.Ποιν.Δ. λόγοι αναίρεσης με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα συνισταμένη στο ότι δεν προσδιορίζεται η ταυτότητα των ως άνω εγγράφων και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας συνισταμένης στο ότι από την αόριστη αναφορά των εγγράφων αυτών δημιουργείται ασάφεια για το εάν ελήφθησαν υπόψη από το δικάσαν Δικαστήριο, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Η επιβαλλομένη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναίρεσης πρέπει να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου.

Είναι δε αυτοτελείς εκείνοι οι ισχυρισμοί οι οποίοι προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ.2 και 333 παρ.2 Κ.Ποιν.Δ. από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και κατατείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή αποκλείουν ή μειώνουν την ικανότητα προς καταλογισμό ή οδηγούν στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή σε μείωση της ποινής.

Πρέπει όμως οι ισχυρισμοί αυτοί να προβάλλονται κατά τρόπο ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και σε περίπτωση αποδοχής τους να οδηγούν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο ορισμένο ή ο φερόμενος ισχυρισμός δεν είναι νόμιμος ή δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας ή απλό υπερασπιστικό επιχείρημα το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και πολύ (περισσότερο να διαλάβει στην απόφασή του ιδιαίτερη αιτιολογία αφού δεν υπάρχει υποχρέωση απάντησης σε απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αόριστο αυτοτελή ισχυρισμό, ενώ η αιτιολογία για τους αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς εμπεριέχεται από τα πράγματα στην κύρια αιτιολογία της απόφασης για την ενοχή (ΑΠ 6/2017, ΑΠ 1017/2015).

Περαιτέρω αυτοτελής ισχυρισμός είναι και εκείνος που προβάλλεται από τον κατηγορούμενο για συνδρομής το πρόσωπό του πραγματικής πλάνης σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 30 παρ. 1 εδάφ. α' του ΠΚ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η πραγματική πλάνη που είναι άγνοια (πλάνη σε ευρεία έννοια) με την οποία ταυτίζεται και η εσφαλμένη αντίληψη (πλάνη σε σχετική έννοια) του πράττοντος για κάποιον ουσιαστικό όρο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, αποκλείει τον καταλογισμό.

Επί πραγματικής πλάνης ο δράστης αγνοεί την εσφαλμένα αντιλαμβάνεται τι πράττει, αναφέρεται δε αυτή σε περιστατικά της εγκληματικής πράξης και δη όχι μόνο σε γεγονότα ή πραγματικές καταστάσεις αλλά και σε νομικές ιδιότητες ή σχέσεις ή άλλα αξιολογικά στοιχεία (ΑΠ 509/20150.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα για τις ανάγκες του αναιρετικού λόγου πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος διά των συνηγόρων του μετά των οποίων παρίστατο, υπέβαλε εγγράφως και ανέπτυξε προφορικώς πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας τον αυτοτελή ισχυρισμό περί συνδρομής πραγματικής πλάνης στο πρόσωπό του ισχυριζόμενος κατά λέξη τα εξής; " Ανεξαρτήτως των ανωτέρω συντρέχει εν προκειμένω και περίπτωση πραγματικής πλάνης κατά την έννοια του άρθρου 30 παρ.1 του ΠΚ, αφού παρά το ότι απέκρουσα τον υπούλως και δολίως προτεινόμενο φάκελο, οπωσδήποτε αγνοούσα τί περιείχε ο φάκελος αυτός.

Τέλος και όλως επικουρικώς αναφέρεται ότι ενόψει της επικαλουμένης αθέμιτης παγιδεύσεώς μου θεμελιώνεται η από το άρθρο 84 παρ.2 του ΠΚ ελαφρυντική περίσταση". Όπως όμως διατυπώθηκε ο παραπάνω περί πραγματικής πλάνης του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ισχυρισμός ήταν αόριστος και ως τέτοιος απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρονται πραγματικά περιστατικά για τη θεμελίωσή του, ώστε το Δικαστήριο της ουσίας να μπορεί να σχηματίσει την πεποίθηση, αν ο ισχυρισμός είναι αληθινός ή προσχηματικός.

Σε κάθε περίπτωση ο ισχυρισμός αυτός όπως διατυπώθηκε συνιστά άρνηση της συνδρομής στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου του υποκειμενικού στοιχείου του δόλου, γεγονός που χαρακτηρίζει αυτόν ως αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό και υπερασπιστικό επιχείρημα και όχι ως αυτοτελή, όπως αβάσιμα υπολαμβάνει ο τελευταίος.

Επομένως το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει, πολύ δε περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψή του. Ο ισχυρισμός τέλος του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου "περί προβοκάτορα ηθικού αυτουργού της αστυνομικού Μ. Λ., η οποία υπερβαίνοντας τα όρια της επιτρεπτής συγκεκαλυμμένης δράσης της, τον παγίδευσε αθέμιτα σε προσχεδιασμένη δωροδοκία" δεν είναι αυτοτελής, ούτε συνιστά ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 του ΠΚ (ενδεικτική απαρίθμηση) αλλά αρνητικός της κατηγορίας (ΑΠ 1498/2005) και το δικαστήριο δεν είχε επίσης υποχρέωση να απαντήσει ιδιαίτερα σε αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό.

Επομένως ο αντίθετος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ.1 περ. δ' του Κ.Ποιν.Δ. ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον 'Αρειο Πάγο ακόμη κα ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναίρεσης, προκαλείται και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και πολιτικά Δικαιώματα.

Τέτοια απόλυτη ακυρότητα προκαλείται αν για την κρίση περί ενοχής του κατηγορουμένου ληφθεί υπόψη και συνεκτιμηθεί αποδεικτικό μέσο που έχει ληφθεί παράνομα. Περαιτέρω κατά μεν το άρθρο 1 παρ.1 και 2β' του Ν. 2713/1999 "Συνιστάται στο Υπουργείο Δημόσιας Τάξης αυτοτελής ειδική αστυνομική υπηρεσία υπαγομένη απευθείας στον Αρχηγό της Ελληνικής Αστυνομίας η οποί ονομάζεται "Διεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων" και έχει έδρα τον …. "Η Υπηρεσία εσωτερικών Υποθέσεων" έχει ως αποστολή την διερεύνηση, εξιχνίαση και δίωξη σε όλη την Επικράτεια:

α).. β) των εγκλημάτων των άρθρων 216 έως και 222, 235 έως και 246, 252 έως και 263Α, 323Α, 323 Β, 324, 385 του ΠΚ καθώς και των λοιπών εγκλημάτων που προβλέπονται στο άρθρο δεύτερο, τέταρτο και πέμπτο του Ν.3666/2008 που διαπράττουν ή συμμετέχουν σ' αυτά υπάλληλοι και λειτουργοί του ευρύτερου δημόσιου τομέα...", κατά δε το άρθρο 5 του ως άνω νόμου " Δεν είναι άδικη η πράξη αστυνομικού της υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων που με εντολή του Προϊσταμένου της και με σκοπό την ανακάλυψη ή την σύλληψη προσώπου εμπλεκόμενου σε αξιόποινη πράξη από αυτές που αναφέρονται στο νόμο αυτόν εμφανίζεται ως συμμέτοχος της πράξης.

Το ίδιο ισχύει και για οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που με αυτόν τον τρόπο ενεργεί ύστερα από πρόταση του Προϊσταμένου της υπηρεσίας. Και στις δύο περιπτώσεις απαιτείται η σύμφωνη γνώμη του κατά το άρθρο 3 εισαγγελικού λειτουργού".

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα για τις ανάγκες του αναιρετικού λόγου πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος διά των συνηγόρων του υπέβαλε εγγράφως και ανέπτυξε προφορικώς πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας τον ισχυρισμό ότι η αστυνομικός Μ.

Λ. στην κρινόμενη υπόθεση ενήργησε ως "agent provocateur" και η όλη διαδικασία με την αθέμιτη παγίδευσή του σε προσχεδιασμένη δωροδοκία είναι αντίθετη προς το άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, καθόσον η εν λόγω αστυνομικός υπερέβη τα όρια της επιτρεπομένης κεκαλυμμένης δράσης της και τον παρότρυνε να τελέσει την "υποτιθέμενη" πράξη χωρίς ο ίδιος να ζητήσει, επιδιώξει ή αποδεχθεί την παροχή οποιουδήποτε δώρου προκειμένου να ενεργήσει σύμφωνα με τα καθήκοντά του και ότι συνεπεία τούτων θα πρέπει να αποκλεισθεί η μαρτυρία της ανωτέρω αστυνομικού για τη θεμελίωση της ενοχής του.

Το δικάσαν Δικαστήριο προέβη στην εξέταση της αστυνομικού Μ. Λ. ως μάρτυρα κατηγορίας απορρίπτοντας τον ανωτέρω ισχυρισμό δεχόμενο ότι η μαρτυρία της δεν κωλύεται από το νόμο και δεν υφίσταται λόγο εξαίρεσής της ως μάρτυρα. Με την παραδοχή αυτή ορθά το δικάσαν Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό διότι η αστυνομικός Μ.

Λ. έδρασε στα πλαίσια των καθηκόντων της (ανακριτική διείσδυση) κατ' εντολή του Προϊσταμένου της, για τη σύλληψη του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου εμπλεκομένου σε αξιόποινη πράξη (παθητική δωροδοκία) που προβλέπεται στο Ν. 2713/1999.

Συνεπώς ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναίρεσης με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας συνισταμένης στο ότι το δικάσαν Δικαστήριο συνεκτίμησε για τη θεμελίωση της ενοχής του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου την παρανόμως ληφθείσα κατάθεση της αστυνομικού Μ. Λ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Τέλος η παράβαση των διατάξεων της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) η οποία κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος) δεν δημιουργεί ιδιαίτερο λόγο αναίρεσης της απόφασης πέραν εκείνων που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 510 παρ.1 του Κ.Ποιν.Δ., εκτός αν συνδυάζεται με άλλη πλημμέλεια που υπάγεται στους προβλεπόμενους πιο πάνω λόγους. Στην κρινόμενη περίπτωση με λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η γενική αιτίαση με επίκληση τους προβαλλόμενους κατά τα ανωτέρω λόγους αναίρεσης ότι παραβιάσθηκε το δικαίωμα του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου σε δίκαιη δίκη που θεσπίστηκε με την παραπάνω Σύμβαση και κυρίως με το άρθρο 6 παρ.1 αυτής. Όμως, με βάση το γεγονός ότι οι προβαλλόμενοι με την αίτηση αναίρεσης λόγοι που ήδη αναφέρθηκαν, είναι αβάσιμοι, η επικαλούμενη παραβίαση των διατάξεων δεν στοιχειοθετεί από μόνη της ιδιαίτερο νομικό λόγο (ΑΠ 114/2016) και συνεπώς ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος.

Κατόπιν όλων αυτών η κρινομένη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ.)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθμ.πρωτ. .51/4.4.2018 αίτηση του Δ. Ε. του Γ. και της Α. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4170/14.7.2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων Αθηνών.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα ποσού διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Νοεμβρίου 2018.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Δεκεμβρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ