Supreme Court dismisses appeal against appellate court decision on property status due to lack of legal error.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Larissa Court of Appeal's ruling regarding the tax status of a specific property. The appellant argued the appellate court failed to consider an autopsy report and other evidence proving the land was agricultural and private rather than public. The court rejected this claim, finding no legal error because the appellate court had explicitly referenced the autopsy report in its reasoning and properly evaluated the documentary evidence without needing separate mention for each item.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; A cassation appeal based on direct violation of substantive law is inadmissible if the appellate court has considered all relevant evidence and the reasoning in the judgment's motivation section sufficiently addresses the facts without creating doubt about the evaluation of proof.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2058 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2058/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Καλτσογιάννη.
Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κάτοικο Αθηνών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Πολυχρόνη Καραστεργίου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 9-7-1996 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 266/1997, 74/1999 προδικαστικές, 167/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 296/2002 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 16-3-2005 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισσάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 17-11-2006 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος Αρεοπαγίτη Γεωργίου Καπερώνη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση τον πραγματικό κανόνα δίκαιοι/ για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε.
Αντίθετα, η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, όταν οι πιο πάνω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και, ειδικότερα, αναφέρονται στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια (Ολ. ΑΠ 24/1992). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 51 του ΕισΝΑΚ, η απόκτηση κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε όταν έγιναν τα πραγματικά γεγονότα για την απόκτησή τους.
Έτσι, κατά τις διατάξεις των ν. 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1), Κωδ. (7.31), Βασ. 50 (10.4), ν. 12 Πανδ. (2.53) και τις αντίστοιχες με αυτές διατάξεις των άρθρων 1033, 1041 και 1045 ΑΚ, η κυριότητα ακινήτου αποκτάται, κατά παράγωγο μεν τρόπο, με σύμβαση που καταρτίζεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγράφεται νόμιμα, πρωτότυπα δε με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία.
Ειδικότερα, κατά τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1, Κωδ. (7.39) 9 παρ. 1 (Βασ. 50.14), γίνεται κάποιος κύριος ακινήτου πράγματος με έκτακτη χρησικτησία, αν νεμηθεί αυτό συνέχεια επί μία τριακονταετία με καλή πίστη, δηλαδή, με την πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας άλλου (ν. 27, Πανδ. (18.1.), 15 παρ. 3, 48 Πανδ. (41.3) 2 παρ. 4 και 7, 11 Πανδ. (51.4) 5 παρ. 1 Πανδ. (41.10) και 109 Πανδ. (50.16), ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 65 του ΕισΝΑΚ, από την έναρξη της ισχύος του ΑΚ αρκεί η για μια εικοσαετία νομή με διάνοια κυρίου.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του προϊσχΰσαντος βυζαντινορρωμαϊκού Δικαίου, ν. 20, παρ. 2 Πανδ. (41.4), ν.β πρ. Πανδ. (44.3), ν. 76 παρ. 1, Πανδ. (13.1) και ν. 7 παρ. 3, Πανδ. (23.3), για το συνυπολογισμό του χρόνου χρησικτησίας των προκτητόρων εκείνου που χρησιδεσπόζει στον ίδιο αυτού χρόνο, προς συμπλήρωση του πιο πάνω χρόνου που ήταν αναγκαίος για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη και τακτική χρησικτησία, απαιτούνταν νόμιμη αιτία, δηλαδή, ειδική ή καθολική διαδοχή.
Κατά τη διάταξη, επίσης, του άρθρου 1051 του ΑΚ, εκείνος που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή μπορεί να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του. Από την τελευταία αυτή διάταξη, συνδυαζόμενη προς εκείνη του άρθρου 1045, καθώς και προς αυτές των άρθρων 249, 271, 974 και 976 ΑΚ, προκύπτει, ότι, στην έκτακτη χρησικτησία, για το συνυπολογισμό της νομής των προκτητόρων του χρησιδεσπόζοντος πράγμα κινητό ή ακίνητο, στην ίδια αυτού νομή, προς συμπλήρωση του αξιούμενου γι' αυτή από το νόμο χρόνου νομής (εικοσαετίας), δεν απαιτείται ειδική διαδοχή στο επί του πράγματος δικαίωμα κυριότητας, αλλά αρκεί απλώς ειδική διαδοχή στη νομή, η οποία (ειδική διαδοχή επί νομής) αναγνωριζόμενη από τον ΑΚ, χωρεί με παράδοση που γίνεται με τη βούληση του νομέα (976 ΑΚ) και έχει την έννοια ότι στον αποκτώντα μεταβιβάζεται η ίδια νομή, την οποία είχε ο μεταβιβάζων και παραδίδων (Ολ.
ΑΠ 1593/1979). Άσκηση δε φυσικής εξουσίας επί του ακινήτου, η οποία εμπίπτει στην έννοια της νομής κατά το άρθρο 974 ΑΚ και η οποία (φυσική εξουσίαση) επέρχεται όταν υπάρχουν οι πραγματικοί όροι, έτσι ώστε κατά τη συνηθισμένη και ομαλή πορεία των πραγμάτων, σύμφωνα και με τις κρατούσες στις συναλλαγές αντιλήψεις, το πράγμα να θεωρείται ότι τέθηκε στη διάθεση του αποκτώντα και να τελεί υπό την εξουσία του, συνιστούν όλες οι πράξεις οι προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του ακινήτου και είναι δηλωτικές της εξουσίασής του απ' αυτόν.
Από το συνδυασμό, επίσης, των διατάξεων των ν. 8 παρ. 1, Κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1, Πανδ. (50.14), ν. 2 παρ. 20, Πανδ. (41.4), ν. 6 παρ.1, Πανδ. (44-3), ν. 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και ν. 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του Βυζαντινορρωμαϊκού Δικαίου, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα, προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του Νόμου της 21-6/3.7.1837 "περί διακρίσεως κτημάτων", προκύπτει περαιτέρω, ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί, με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν και σε δημόσια κτήματα (όπως είναι και τα δημόσια δάση), εφόσον όμως η τριακονταετής νομή αυτών είχε συμπληρωθεί μέχρι και της 11ης Σεπτεμβρίου 1915.
Και αυτό γιατί μετά την αμέσως πιο πάνω ημερομηνία δεν ήταν επιτρεπτή η χρησικτησία στα δημόσια κτήματα, όπως, ειδικότερα, προκύπτει από τις διατάξεις αφενός του ν. ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του και αφετέρου του άρθρου 21 του Ν.Δ. της 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", που κυρώθηκε με τη με αριθμό 24/1926 Συντακτική Απόφαση, κατά την οποία τα δικαιώματα του Δημοσίου επί των ακίνητων κτημάτων δεν υπόκεινται σε καμιά παραγραφή στο μέλλον, ενώ, εξάλλου, αυτή που άρχισε, δεν έχει καμιά συνέπεια, αν μέχρι τη δημοσίευση του πιο πάνω διατάγματος δεν είχε συμπληρωθεί η παραγραφή των τριάντα ετών, κατά τους νόμους που ίσχυαν.
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 4 του α.ν. 1539/1938, τα δικαιώματα επί ακινήτων του Δημοσίου δεν υπόκεινται σε παραγραφή, κάθε δε παραγραφή, η οποία είχε αρχίσει πριν από την ισχύ του νόμου αυτού δεν έχει έννομη συνέπεια, αν αυτή δεν συμπληρώθηκε μέχρι της ισχύος του, κατά τους προϊσχύοντες νόμους.
Από τις τελευταίες αυτές διατάξεις που διατηρήθηκαν σε ισχύ με εκείνη του άρθρου 53 του ΕισΝΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του Βυζαντινορ-ρωμαϊκού Δικαίου, που προμνημονεύθηκαν, προκύπτει ότι μέχρι το χρόνο ισχύος του πιο πάνω ν. δ. του έτους 1926 τα επί ακινήτων δικαιώματα του Δημοσίου υπάγονται μόνο στην έκτακτη χρησικτησία, έκτοτε δε ούτε στην τακτική ούτε στην έκτακτη, μόνο δε η έκτακτη χρησικτησία που συμπληρώθηκε μέχρι 16.5.1926 έχει έννομες συνέπειες για τα κτήματα του Δημοσίου και μπορεί να οδηγήσει σε κτήση κυριότητας.
Ενόψει, επομένως, του ότι η λήξη της χρησικτησίας είχε ήδη ανασταλεί από τα προγενέστερης ισχύος διατάγματα περί δικαιοστασίου από τις 12.9.1915, ο χρόνος της έκτακτης χρησικτησίας πρέπει να έχει συμπληρωθεί μέχρι τις 11.9.1915, για να μπορεί να καταλυθεί με την έκτακτη χρησικτησία το δικαίωμα κυριότητας του Δημοσίου, ενώ η μετά τη χρονολογία αυτή νομή τρίτου σε ακίνητο του Δημοσίου δεν μπορεί να οδηγήσει σε κτήση κυριότητας σε βάρος του, μέχρι μεν και τις 15.6.1926, λόγω της αναστολής του χρόνου χρησικτησίας, έκτοτε δε, λόγω του ότι τα πράγματα του Δημοσίου εξαιρούνται της χρησικτησίας (Ολ.
ΑΠ 75/1987). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, που δεν ενδιαφέρουν στη συγκεκριμένη περίπτωση, τα ακόλουθα:"Το επίδικο ακίνητο είναι εδαφική έκταση 8.921 τετρ. μέτρων, που βρίσκεται στη παραλιακή θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της κοινότητας ...
και συνορεύει βορείως με διακατεχόμενη δασική έκταση από τον ... και αιγιαλίτιδα ζώνη, ανατολικώς με διακατεχόμενη δασική έκταση από τους ... και ..., νοτίως με δασική έκταση Ιερού Ναού Κοιμήσεως της Θεοτόκου και εν μέρει με αγροτική οδό και πέραν από αυτή με δασική έκταση και δυτικά με αιγιαλό και ρέμα. Τμήμα του επιδίκου ακινήτου, εμβαδού 2.750 Μ2, που βρίσκεται προς το βορειοανατολικό μέρος της επίδικης εκτάσεως ήταν αγρός (ελαιοπερίβολο) και από την απελευθέρωση της Θεσσαλίας δυνάμει της από 20-6/2-7-1881 συμβάσεως της Κων/λεως, που κυρώθηκε με το Ν.
ΠΛΖ/1882 και την προσάρτησή της στην Ελλάδα, κατείχαν και ενέμοντο οι απώτεροι δικαιοπάροχοι του εκκαλούντος με διάνοια κυρίου και καλή πίστη έως τις 23-2-1946 και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα οι εγγύτεροι δικαιοπάροχοι του εκκαλούντος, καθώς και ο τελευταίος μόνο με διάνοια κυρίου συνεχώς και αδιαλείπτως έως την έγερση της υπό δίκην αγωγής (8-7-1996), ενεργώντας επ' αυτού χωρίς καμιά ενόχληση ή οποιαδήποτε διαμαρτυρία από μέρους των οργάνων του Ελληνικού Δημοσίου ή οποιονδήποτε άλλον τρίτον όλες τις προσιδιάζουσες στον κύριο και την φύση του επιδίκου πράγματος διακατοχικές πράξεις.
Ειδικότερα καλλιεργούσαν σ' αυτό κουκιά και ελαιόδενδρα, τα οποία περιποιούνταν, φρόντιζαν και συνέλλεγαν το καρπό, επίσης, είχαν εγκαταστήσει και ανεγείρει εντός του πιο πάνω τμήματος της επίδικης εκτάσεως καλύβα, μέσα στην οποία κατά το χρόνο ενέργειας των παραπάνω πράξεων νομής διέμεναν οι ίδιοι και τοποθετούσαν τα για την καλλιέργεια αυτού αναγκαιούντα αγροτικά εργαλεία.
Πιο συγκεκριμένα άσκησαν τις προαναφερόμενες πράξεις νομής επί του επιδίκου τμήματος από την απελευθέρωση της Θεσσαλίας και εντεύθεν με την εξής σειρά: 1) ο ..., ο οποίος πώλησε αυτό στο γυιό του ... με την υπ' αρ. 251/28-10-1895 έγγραφη δήλωσή του ενώπιον του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκου Κισσού και την υπ' αρ. 168/7-11-1895 έγγραφη δήλωση αποδοχής (του αγοραστή) ενώπιον του Προξένου της Ελλάδος στην Μασσούρα του Νείλου ..., που μεταγράφηκε νόμιμα, 2) ο ...
από το έτος 1895 μέχρι το θάνατό του εν έτει 1918, 3) ο ..., αδελφός του ... και εξ αδιαιρέτου κληρονόμος του, από το έτος 1918 έως του κατά το έτος 1932 επισυμβάντος θανάτου του, 4) οι ..., ... και ... έκτοτε έως το έτος 1968, κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου, 5) ο ... κατά τα 3/4 εξ αδιαιρέτου από το έτος 1940 μέχρι του εν έτει 1975 επελθόντος θανάτου του, 6) Η ...
και ... κατά τα 22,5/48 εξ αδιαιρέτου από το 1975 έως το 1987, ως κληρονόμοι του ..., 7) η ... (μητέρα του εκκαλούντος) κατά τα 13,5/48 εξ αδιαιρέτου ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του πατέρα της ... από το έτος 1975 έως το 1987 και κατά τα 12/48 εξ αδιαιρέτου κατόπιν αγοράς από τους ..., ... και ... με το νομίμως μεταγραφέν υπ' αρ. ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Βόλου Π.
Πολυχρονάκη (που διορθώθηκε δυνάμει της 23662/87 διορθωτικής πράξεως του συμβολαιογράφου Βόλου Ηλ. Φιλιππίδη) και 8) ο εκκαλών Χ από το 1987 μέχρι την έγερση της κρινομένης αγωγής κατόπιν δωρεάς των 22,50/48 εξ αδιαιρέτου από τις ... και ... με το νομίμως μεταγραφέν υπ' αρ. ... συμβόλαιο του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου.
Δια της συνεχούς και αδιάλειπτης υπερτριαντακονταετούς διανοία κυρίου και καλή τη πίστει νομής του εν λόγω τμήματος της επίδικης εκτάσεως από την προσάρτηση της Θεσσαλίας έως τις 11-9-1915 από τον ... και τον γυιό του ..., που διαδεχθείς κατά τον ως άνω νόμιμο τρόπο τον πατέρα του στη νομή, έγινε κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία συμπληρωθείσα, καθώς προειπώθηκε, πριν τις 11-9-1915 επ' αντιστοίχω απωλεία της κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίο.
Έτσι το τμήμα αυτό έκτοτε ήταν επιδεκτικό αυτοτελούς χρησικτησίας και από τους προαναφερόμενους εγγύτερους και άμεσους δικαιοπαρόχους του εκκαλούντος, ο οποίος με την υπερεικοσαετή χρησικτησία διανοία κυρίου από το έτος 1970 έως την κατά τα άνω έγερση της υπό δίκην αγωγής απέκτησε την κυριότητα επ' αυτού, αποβαίνοντος κατ' ακολουθίαν άνευ έννομης επιρροής του γεγονότος ότι για τους προγενέστερους του, πλην των δύο πρώτων, δεν αποδείχθηκε νόμιμη διαδοχή τους στην νομή του επιδίκου τμήματος, ώστε να συνυπολογισθεί στο χρόνο χρησικτησίας τους και ο χρόνος νομής των προηγούμενων νομέων.
Το γεγονός ότι ο εκκαλών τυγχάνει κύριος τμήματος 2.750 Μ2 εκ της επίδικης εκτάσεως ρητώς κατατίθεται και από τον με επιμέλεια του Ελληνικού Δημοσίου ενόρκως εξετασθέντα μάρτυρα ...., δασολόγο ... προκύπτει δε και από το από 24-1-95 έγγραφο αυτού προς το Δασαρχείο Βόλου και πλήρως συνομολογείται από το εφεσίβλητο Δημόσιο δια των πρωτοδίκων από 14-5-97 ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατατεθεισών εγγράφων προτάσεων του στις οποίες χαρακτηριστικά αναγράφεται "Να αναγνωρισθεί ότι μέρος της επίδικης εκτάσεως, ήτοι 2,750 Μ2 αποτελεί αγροτική έκταση και ότι στην έκταση αυτή να αναγνωριστεί κύριος ο αντίδικος (εκκαλών)".
Πρέπει να σημειωθεί ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν έχει ανακαλέσει δια των προτάσεών του, που κατέθεσε στις αμέσως μεταγενέστερες συζητήσεις της ένδικης αγωγής τις 21-5-97, 3-11-98, 19-10-99 και 25-1-2000 ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ούτε δια των προτάσεων της παρούσας κατ' έφεση συζητήσεως (22-2-2002) την ειρημένη δικαστική ομολογία του, διότι προδήλως αυτή ανταποκρίνεται στην αλήθεια (άρθρο 354 Κ.Πολ.Δ.).
Το υπόλοιπο τμήμα από 6.171,75 Μ2 της επίδικης εκτάσεως ανέκαθεν ήταν και εξακολουθεί μέχρι την έγερση της αγωγής να είναι δασική έκταση κατά την προεκτεθείσα έννοια του άρθρου 3 του Ν. 998/79, ως καλυπτόμενη εν όλω από άγρια ξυλώδη αείφυλλα και πλατύφυλλα φυτά λ.χ. βελανιδιές, αριές, επί του οποίου ουδενία διακατοχική πράξη έχει ενεργηθεί πριν από τις 11-9-1915 από μέρους των απωτέρων δικαιοπαρόχων του εκκαλούντος, που το πρώτο μετά το έτος 1987 εκμεταλλευόμενος την πλημμελή από μέρους των δασικών οργάνων επίβλεψη του εκχέρσωσε και φύτευσε σ' αυτό διάφορα ελαιόδενδρα με προφανή σκοπό ενσωματώσεώς του στο προαναφερόμενο τμήμα, επί του οποίου το Ελληνικό Δημόσιο είχε ήδη απωλέσει πριν τις 11-9-1915 την κυριότητά του και την είχε αποκτήσεις κατά τα προεκτεθέντα ο εκκαλών.
Επομένως επί του εν λόγω τμήματος των 6.171,75 Μ2 της επίδικης εκτάσεως ο εκκαλών δεν απέκτησε κυριότητα, όπως αβασίμως διατείνεται...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, κατά τη γνώμη που επικράτησε σ' αυτό, έκρινε, ότι η ένδικη αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγής του ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα έπρεπε να γίνει δεκτή εν μέρει ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, ακολούθως δε, δέχθηκε την έφεση του τελευταίου, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, που είχε εκφέρει αντίθετη κρίση και, κρατώντας και δικάζοντας επί της ουσίας την αγωγή, τη δέχθηκε εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη και αναγνώρισε τον αναιρεσείοντα κύριο αγροτεμαχίου, εμβαδού 2.750 τετρ.
μέτρων, ενώ την έκρινε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν ως προς την υπόλοιπη επίδικη έκταση. Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τη δασική μορφή του υπόλοιπου εδαφικού τμήματος, εμβαδού 6.171,75 τετρ. μέτρων, του όλου επίδικου ακινήτου, κατά την έννοια του άρθρου 3 του ν. 998/1979, καθώς και ως προς τη μη καλλιέργεια του εν λόγω εδαφικού τμήματος μέχρι και τις 11-9-1915 από μέρους των απώτερων δικαιοπαρόχων του αναιρεσείοντα, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, δεν παραβίασε δε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 51 και 55 Εισ.ΝΑΚ, 1κ.ε του ν.π 12 και 11/13.3/1918, του άρθρου 15 του ν.δ.
από 22.4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της "αεροπορικής αμύνης" και περαιτέρω του άρθρου 4 παρ. 1 του α.ν. 1539/1938, των άρθρων 1,3,8-35,36 και 42 του νόμου περί γαιών της 7ης Ραμαζάν 1274, καθώς και του άρθρου 3 ν. 998/1979, αντίστοιχα. Οι συναφείς, επομένως, πρώτος και δεύτερος, αντίστοιχα, λόγοι της αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλονται οι από τους αριθμούς 19 και 1, αντίστοιχα, του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλειες, γιατί το Εφετείο, με ελλιπείς, ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, δέχθηκε, ότι στο υπόλοιπο τμήμα του επίδικου ακινήτου, εμβαδού 6.171,75 τετρ.
μέτρων, δεν ασκήθηκαν μέχρι και τις 11-9-1915 πράξεις νομής με διάνοια κυρίου από μέρους του αναιρεσείοντα και των δικαιοπαρόχων του και, έτσι, στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, περαιτέρω δε, παραβίασε ευθέως τις αμέσως πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση "αναφέρεται στο νομικό καθεστώς των γαιών Θεσσαλίας επί των δασών και των εν γένει δασικών εκτάσεων, χωρίς προηγουμένως να πράξει το αυτονόητο, να ερευνήσει δηλαδή και αξιολογήσει τα αποδεικτικά μέσα, προκειμένου να αχθεί στην ελεγκτέα κρίση της, περί του εάν η επίδικη έκταση συνιστά δασική ή μη", ειδικότερα δε, χωρίς να ερευνήσει ορθά τη με αριθμό 2/1998 έκθεση αυτοψίας του τότε Παρέδρου και ήδη Πρωτοδίκη Παύλου Μαυρομάτη, που πραγματοποιήθηκε σε εκτέλεση της με αριθμό 266/97 μη οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου (Τακτική Διαδικασία), σύμφωνα με την οποία το μέγιστο τμήμα του επιδίκου και συγκεκριμένα έκταση 4,5 στρεμμάτων δεν αποτελεί δασική έκταση, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, ειδικότερα δε, ο δεύτερος απ' αυτούς, ως προς το δεύτερο μέρος του και ως απαράδεκτος, εφόσον πλήττεται με αυτόν η αναιρετικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο561§1 Κ.Πολ.Δ.).
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Εξάλλου οι γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης σε ζητήματα που αφορούν εκκρεμή δίκη, εφόσον συντάχθηκαν κατά τις νόμιμες προϋποθέσεις, αποτελούν έγγραφο που εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο και όχι ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, που να χρήζει ειδικής μνείας (Ολ ΑΠ 8/2005, Ολ ΑΠ 848/1981).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί του δασικού χαρακτήρα του τμήματος του επίδικου ακινήτου, εμβαδού 6.171,75 τετρ.
μέτρων, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις τη με αριθμό 2/1998 έκθεση αυτοψίας, που προμνημονεύθηκε, τη με αριθμό 382/25-6-1996 βεβαίωση του Προέδρου της Κοινότητας..., αεροφωτογραφίες, καθώς και την έκθεση φωτοερμηνείας και εφαρμογής των τίτλων ιδιοκτησίας του αναιρεσείοντα του ..., αγρονόμου τοπογράφου, πρώην Διοικητή της ΓΥΣ, που επικαλέστηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων, με τις προτάσεις τους της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού του, ότι ολόκληρο το επίδικο ακίνητο είχε καλλιεργήσιμο χαρακτήρα και ήταν ιδιωτικό και όχι δημόσιο ακίνητο.
Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και "από τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι είτε για να χρησιμεύσουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336§3 και 395 Κ.Πολ.Δ.) και την υπ' αρ. 2/1998 έκθεση αυτοψίας του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω έγγραφα, καθώς και την έκθεση αυτοψίας, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα έγγραφα αυτά, καθώς και την έκθεση αυτοψίας, την οποία μάλιστα μνημόνευσε ρητά, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα υπόλοιπα έγγραφα.
Η περιλαμβανόμενη στον ίδιο αναιρετικό λόγο αιτίαση, ότι το Εφετείο, με το να μη λάβει υπόψη τα προμνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα (έγγραφα και έκθεση αυτοψίας), υπέπεσε στην από τον αριθμό 8 περίπτ. β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, αφού, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 και 339 Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό τους με εκείνη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει, ότι πράγματα, κατά την έννοια της τελευταίας -διάταξης-, δεν αποτελούν τα αποδεικτικά μέσα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-3-2005 αίτηση του Χ για αναίρεση της 296/2002 απόφασης του Εφετείου Λάρισας. Και,
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 31 Μαρτίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Οκτωβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ