Legislator Case Law & Legislation
2058/2007 AI generated

2058/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2058/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

2058/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι αναιρέσεως.

Keywords

AI generated
return of the child expulsion of family members return migration parental responsibility parents' pension deprivation of parental authority
AI generated
1137/2021
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/10/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 303/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 530/2017 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14/3/2018 αίτησή της.
463/2022
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
466/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7 Μαΐου 2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 99/2002 του ιδίου δικαστηρίου και 330/2004 του Εφετείου Αιγαίου (Μεταβατική Εδρα Μυτιλήνης). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2.6.2005 αίτησή του.
427/2020
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/8/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λασιθίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 84/2018 του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.
1108/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2058 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2058/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας-αναιρεσίβλητης: Χ1 η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Γεωργίου. Του αναιρεσιβλήτου-αναιρεσείοντος: Ψ1 ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αχιλλέα Μπανταβάνο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-4-2003 αγωγή (αναγωγή) του ήδη αναιρεσιβλήτου- αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 611/2004, 3246/2005 διορθωτική του ίδιου Δικαστηρίου και 9759/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν η μεν αναιρεσείουσα- αναιρεσίβλητη με την από 17-2-2006 αίτησή της και τους από 14-8-2007 πρόσθετους λόγους ο δε αναιρεσίβλητος-αναιρεσείων με την από 21-2-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης ανέγνωσε την από 6-9-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των κρινομένων αιτήσεων αναίρεσης. Ο πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή των αιτήσεων και των προσθέτων λόγων, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ κατά την παράγραφο 2 εδαφ. α΄ του άρθρου 569 ΚΠολΔ οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλομένης αποφάσεως υπό τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από την συζήτηση της αποφάσεως, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, αντίγραφο του δικογράφου των προσθέτων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους.

Από τον συνδυασμό της διατάξεως αυτής προς τις διατάξεις του άρθρου 577 παρ. 1 και 2 ιδίου Κώδικα που εφαρμόζονται αναλογικά και για τους πρόσθετους λόγους και που ορίζουν ότι το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναιρέσεως και αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο ΄Αρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως, προκύπτει ότι αν δεν τηρηθούν και οι δύο προϋποθέσεις της ασκήσεως των προσθέτων λόγων, δηλαδή η κατάθεση του δικογράφου αυτών τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από την αρχική δικάσιμο της αναιρέσεως και όχι την ορισθείσα μετά από αναβολή ή ματαίωσή της, καθώς και η επίδοση αυτού μέσα στην ίδια προθεσμία ο ΄Αρειος Πάγος απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως τους πρόσθετους λόγους ως απαράδεκτους (Ολ.

ΑΠ 143/84, 266/85). Στην προθεσμία αυτή των τριάντα ημερών δεν υπολογίζονται οι ημέρες καταθέσεως και επιδόσεως καθώς και της συζητήσεως της αναιρέσεως (Ολ. ΑΠ 266/85). Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση του δικογράφου των από 14-8-07 προσθέτων λόγων της αναιρέσεως, της αναιρεσείουσας Χ1 αφού προς τούτο δεν προσκομίζεται αποδεικτικό επιδόσεως αυτών προς τον αναιρεσίβλητο Ψ1.

Επομένως πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι αναιρέσεως.

ΕΠΕΙΔΗ οι από 24-2-06 και 17-3-06 αντίθετες αιτήσεις αναιρέσεως, της υπ΄ αριθ. 9759/05 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω της προδήλου μεταξύ τους συναφείας.

Επί της υπό στοιχείο Α΄ αιτήσεως αναιρέσεως ΕΠΕΙΔΗ κατά το άρθρο 555 αρθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, ο κανόνας δε δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (Ολ ΑΠ 36/1988).

Περαιτέρω κατά την έννοια του άρθρου 559 αρθ. 19 ΚΠολΔ ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσης υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Τέλος στις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. παρ. 1, 2 του Ν. 5368/1932, όπως έχει το άρθρο τούτο αντικατασταθεί με το άρθρο 1 του Ν.Δ. 951/1971 και διατηρηθεί σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ στοιχ. 2 του Ν.Δ. 118/1973, ορίζεται ότι "χρηματική κατάθεσις παρά Τραπέζη εις ανοικτόν λογαριασμόν επ΄ ονόματι δύο ή πλειοτέρων από κοινού είναι εν τη εννοία του παρόντος νόμου η περιέχουσα τον όρον ότι του εκ ταύτης λογαριασμού δύναται να κάμνη χρήσιν, εν όλω ή εν μέρει άνευ συμπράξεως των λοιπών, είτε εις είτε τινές και πάντες κατ΄ ιδίαν οι δικαιούχοι η χρηματική κατάθεσις περί ης η προηγουμένη παράγραφος, επιτρέπεται να ενεργήται και εις κοινόν λογαριασμόν επί προθεσμία ή ταμιευτηρίου υπό προειδοποίησιν".

Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες με τις διατάξεις των άρθρων 2, παρ. 1 του Ν.Δ. της 17-7/13-8/923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" 411, 489, 490 του ΑΚ, προκύπτει ότι σε περίπτωση χρηματικής καταθέσεως, επ΄ ονόματι του ίδιου καταθέτη και τρίτου προσώπου, όπως η οριζόμενη στο παραπάνω άρθρο 1 του Ν. 5638/1932, παράγεται μεταξύ του καταθέτη και του τρίτου, αφ΄ ενός και του δέκτου της καταθέσεως νομικού προσώπου αφετέρου, ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή υπό την έννοια των άρθρων 489 έως 493 του ΑΚ.

Συνάγεται δε σαφώς, από το άρθρο 493 του ΑΚ (κατά το οποίο μεταξύ τους, οι περισσότεροι δανειστές έχουν δικαίωμα σε ίσα μέρη, εκτός αν προκύπτει κάτι άλλο από τη σχέση) συνδυαζόμενο με το άρθρο 491 παρ. 1 εδ. α του ίδιου Κώδικα, ότι στην περίπτωση αναλήψεως ολοκλήρου του ποσού της χρηματικής καταθέσεως από τον ένα μόνο δικαιούχο και αποσβέσεως έτσι, της έναντι του δέκτου της καταθέσεως απαιτήσεως εις ολόκληρον και ως προς τον άλλο, μη αναλαβόντα δανειστή, αποκτά ο δανειστής αυτός απαίτηση εκ του νόμου, έναντι του αναλαβόντος για καταβολή σαυτόν, ποσού ίσου προς το μισό του αναληφθέντος ισοπόσου της καταθέσεως, εκτός αν από την μεταξύ τους εσωτερική σχέση προκύπτει άλλη αναλογία ή δικαίωμα στο σύνολο του ποσού της καταθέσεως ή έλλειψη δικαιώματος αναγωγής του μη αναλαβόντος.

Εξαίρεση της οποίας το βάρος επικλήσεως και αποδείξεως υπέχει ο διάδικος που υποβάλλει αίτημα του οποίου η βασιμότητα την προϋποθέτει (ΑΠ 530/1988, 539/1992). Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο μετά από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε τα ακόλουθα : Ο εφεσίβλητος από τον Ιανουάριο του έτους 1985 διατηρεί υπό ατομική επωνυμία βιοτεχνία παραγωγής πλαστικών ειδών και ειδών συσκευασίας στην ......

Η επιχείρηση αυτή προέρχεται από όμοιες προηγούμενες υπό εταιρική μορφή που είχε συστήσει την 7-9-1977 με τη σύζυγο του Ψ2 μετά το γάμο τους, στην οποία συμμετείχε αρχικά και η αδελφή της συζύγου του Φ1, υπό την επωνυμία "..... ΕΠΕ", η οποία όμως (γυναικαδέλφη του εφεσίβλητου) στη συνέχεια αποχώρησε πωλώντας το μερίδιο της στο ζεύγος Ψ1 και Ψ2.

Η προαναφερόμενη εταιρία μετά την αποχώρηση της Φ1 λειτούργησε με την επωνυμία "..... ΕΠΕ" και εταίρους τον εφεσίβλητο και τη σύζυγο του Ψ2 η οποία λύθηκε την 29-1-1985. Στη συνέχεια η εταιρία μετατράπηκε σε ατομική επιχείρηση του εφεσίβλητου για φορολογικούς κυρίως λόγους. Η επιχείρηση αυτή υπό την αρχική της εταιρική μορφή (της ΕΠΕ) συστήθηκε αποκλειστικά από χρήματα των γονέων της Ψ2 οι οποίοι εκποίησαν ακίνητη περιουσία της προκειμένου να βοηθήσουν κυρίως επαγγελματικά το ζεύγος Ψ1 και Ψ2 στη νέα ζωή του.

Στην εν λόγω ατομική επιχείρηση του εφεσίβλητου συμμετείχε άτυπα και η σύζυγος του Ψ2 και εργάζονταν σ' αυτήν ως υπάλληλοι, εκτός των άλλων, και αμφότερες οι θυγατέρες του ζεύγους τούτου, δηλονότι η εκκαλούσα (Χ1) και η Ζ1 μάλιστα ακόμη και όταν ήταν ανήλικες, προκειμένου να συνδράμουν στην οικογενειακή επιχείρηση κατά τις περιόδους αιχμής και κατά την περίοδο των διακοπών τους από το σχολείο τους.

Η προσφορά ιδιαίτερα της εκκαλούσας στην ατομική επιχείρηση του αντιδίκου πατέρα της ήταν ουσιαστική και διήρκεσε για επτά συνεχή χρόνια έως ότου επέλθει η διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης του ζεύγους του Ψ1 και της Ψ2. Για την εξυπηρέτηση των αναγκών της ανωτέρω επιχειρήσεως ο εφεσίβλητος διατηρούσε στην Τράπεζα ΑSPIS BANK, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του ν. 5638/1932, την 22-11-2001 τους επίδικους λογαριασμούς:

α) στην ως άνω Τράπεζα (υποκατάστημα .....) τον υπ' αριθμ. ...... στο όνομα το δικό του και της εκκαλούσας θυγατέρας του και β) στην Τράπεζα Εργασίας (υπ/μα ....) τον υπ' αριθμ. .... κοινό λογαριασμό στο όνομα του δικό του και των δύο θυγατέρων του (εκκαλούσας και Ζ1) με αντίστοιχα κατατεθειμένα ποσά στο μεν πρώτο λογαριασμό 44156 ευρώ και στο δε δεύτερο 97997,61 ευρώ, ήτοι συνολικά στους δύο προαναφερόμενους δύο κοινούς λογαριασμούς στους οποίους συνδικαιούχος ήταν και η εκκαλούσα (στον πρώτον απ' αυτούς μόνο η εκκαλούσα) υπήρχαν καταθέσεις ύψους 142.153,61 ευρώ (44.156 + 97997,61 ευρώ).

Στον πρώτο των λογαριασμών αυτών κατατίθενταν και τα χρήματα που δικαιούταν η εκκαλούσα από την εργασία της, ενώ για το δεύτερο λογαριασμό (της Τράπεζας Εργασίας) είχε συμφωνηθεί μεταξύ των μελών της οικογένειας του εφεσίβλητου και ειδικότερα μεταξύ των συνδικαιούχων του λογαριασμού αυτού ότι μέρος από τα χρήματα αυτά (χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό του) κάλυπταν την αποζημίωση που δικαιούταν η εκκαλούσα λόγω του εργατικού ατυχήματος της στην επιχείρηση του πατέρα της (κοπής του μικρού δάκτυλου του χεριού της), για να αντιμετωπισθεί η αποκατάσταση της υγείας της και κατά ένα μέρος ως πρόσθετη παροχή υπέρ αυτής για τη με γάμο αποκατάσταση της.

Στο κοινό λογαριασμό της Τράπεζας ΑSΡΙS ΒΑΝΚ ως πρώτο όνομα κατόχου του σχετικού βιβλιαρίου και συνδικαιούχου του λογαριασμού αυτού αναφέρεται αυτό της εκκαλούσας και ως δεύτερο αυτό του εφεσίβλητου και αναφέρονταν μεταβολές του σ' αυτόν και πριν τον Αύγουστο του 2002 με εντολή της εκκαλούσας, που είχε ευχέρεια ως πρώτη συνδικαιούχος πρόσβασης σ΄ αυτόν.

Ακολούθως δέχθηκε το Εφετείο ότι δεν αποδείχθηκε ότι στους ανωτέρω δύο κοινούς λογαριασμούς ο εφεσίβλητος είχε θέσει και το όνομα της εκκαλούσας θυγατέρας του ως συνδικαιούχου των δύο κοινών αυτών λογαριασμών αποκλειστικά και μόνον με την εντολή η τελευταία να αναλάβει το ποσό των κατατεθειμένων χρημάτων σε περίπτωση ατυχήματός του ή οποιουδήποτε λόγου που θα απέκλειε τη δική του ευχέρεια ανάληψης χρημάτων.

΄Αλλωστε αυτό ειδικότερα αποκλειόταν για τον πρώτο λογαριασμό που είχε ανοίξει στο όνομά της η ίδια η εκκαλούσα ως πρώτη συνδικαιούχος και παράλληλα είχε οριστεί ο εφεσίβλητος ως δεύτερος συνδικαιούχος. Ούτε αποδείχθηκε ότι οι ανωτέρω δύο κοινοί λογαριασμοί των διαδίκων τροφοδοτούνταν αποκλειστικά και μόνον από καταθέσεις του εφεσιβλήτου ούτε ότι η εκκαλούσα όλα τα χρήματα από το μισθό της τα διέθετε για προσωπικά της έξοδα.

Δέχθηκε τέλος το Εφετείο ότι αφού από τα προαναφερθέντα δεν αποδείχθηκε κάτι άλλο από τη σχέση των συνδικαιούχων διαδίκων των δύο παραπάνω κοινών λογαριασμών τους στις τράπεζες ASPIS BANK και ΕΡΓΑΣΙΑΣ αντίστοιχα ως προς το ποσοστό συμμετοχής καθενός αυτών στους λογαριασμούς αυτούς, εκτός του ότι η ετέρα συνδικαιούχος, πλην των διαδίκων στο λογαριασμό της τράπεζας ΕΡΓΑΣΙΑΣ Ζ1 (αδελφή της εκκαλούσας και κόρη του εφεσίβλητου) δεν προβάλλει ίδια δικαιώματα στο λογαριασμό αυτών παραιτηθείσα της λήψεως του ποσού που αντιστοιχεί στο 1/3 του ποσοστού της, αμφότεροι οι διάδικοι είχαν δικαίωμα στις προαναφερθείσες καταθέσεις των δύο ως άνω κοινών λογαριασμών τους κατ΄ ίσα μέρη κατά τα άρθρα 489 και 493 ΑΚ, και ενόψει του ότι η εκκαλούσα το Σεπτέμβριο του 2003 με αφορμή περιστατικό εξωσυζυγικής συμπεριφοράς του εφεσιβλήτου πατέρα της, έσπευσε και ανέλαβε όλα τα χρήματα των δύο ως άνω λογαριασμών, χωρίς να προηγηθεί κάποια συνεννόηση με τον εφεσίβλητο πατέρα της, ενεργήσασα με υπαιτιότητά της αντισυμβατικά κατά την ανάληψη όλου του ποσού των ανωτέρω κοινών λογαριασμών, υποχρεούται στην απόδοση του μισού ποσού αυτών στον συνδικαιούχο πατέρα της ενάγοντα το οποίο ανέρχεται σε 71.076,80 ευρώ έναντι του συνολικού ποσού των 142.153,61 ευρώ.

Με αυτές τις παραδοχές το Εφετείο κάνοντας δεκτή ως κατ΄ ουσία βάσιμη εν μέρει την αγωγή δεν παραβίασε τις προμνησθείσας ουσιαστικές διατάξεις και διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες οι δε 1ος και 2ος λόγοι αναιρέσεως από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, και ειδικότερα ότι παραβίασε την διάταξη του άρθρου 493 ΑΚ, με το να μη δεχθεί ως συνδικαιούχο του άνω λογαριασμού της τράπεζας ΕΡΓΑΣΙΑΣ και την μη διάδικο αδελφή της εκκαλούσης και κόρη του εφεσιβλήτου και να μη μειώσει το ποσοστό συμμετοχής του ενάγοντος εφεσίβλητου στο 1/3 και περαιτέρω ότι με ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχθηκε την ανυπαρξία εσωτερικής σχέσης μεταξύ των συνδικαιούχων διαδίκων στους άνω δύο (2) κοινούς λογαριασμούς, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

ΕΠΕΙΔΗ στο δικόγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρονται με σαφήνεια και κατά τρόπο ορισμένο οι λόγοι αναιρέσεως κατά το άρθρο 559 ΚΠολΔ κατά της προσβαλλόμενης απόφασης και να καθορίζονται σ΄ αυτούς τα πραγματικά περιστατικά τα οποία κατά τον αναιρεσείοντα στοιχειοθετούν το σφάλμα που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση.

Εν προκειμένω η αναιρεσείουσα με το 3ο λόγο αναιρέσεως προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 8 πλημμέλεια, χωρίς όμως να καθορίζονται στο αναιρετήριο για την πλημμέλεια αυτή, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία κατά την αναιρεσείουσα στοιχειοθετούν το σφάλμα που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, στοιχείο απαραίτητο για το ορισμένο του λόγου αυτού κατά τα άρθρα 118 αριθ. 4, 559 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ και ως εκ τούτου ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αόριστος.

Επί της υπό στοιχείο Β΄ αιτήσεως αναιρέσεως ΕΠΕΙΔΗ κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ ως έγγραφα η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει λόγο αναιρέσεως νοούνται τα προβλεπόμενα ως αποδεικτικά μέσα κατά το άρθρο 339 και άρθρ. 432 επομ. του ιδίου Κώδικα στα οποία δεν συμπεριλαμβάνονται οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη ή Συμβολαιογράφου οι οποίες ελήφθησαν εκτός δίκης (ΑΠ 701/91). Επομένως ο 1ος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται η εκ του άρθρου 559 αριθ. 20 αιτίαση της παραμορφώσεως του περιεχομένου της υπ΄ αριθ. 1032/03 ενόρκου βεβαιώσεως, η οποία δεν συνιστά αποδεικτικό έγγραφο υπό την έννοια των άρθρων 339, 432 επομ. ΚΠολΔ το οποίο και μόνο είναι δεκτικό παραμορφώσεως κατά την ανωτέρω διάταξη είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

ΕΠΕΙΔΗ για να ιδρυθεί ο από το άρθρο 559 αριθ. 11 λόγος αναιρέσεως για μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ενόρκου βεβαιώσεως ενώπιον συμβολαιογράφου ή ειρηνοδίκου, ως ιδιαιτέρου κατά το άρθρο 270 ΚΠολΔ αποδεικτικού μέσου, απαιτείται νόμιμη επίκληση αυτού με τις προτάσεις κατά την συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Για να είναι δε νόμιμη η επίκληση αυτή πρέπει να γίνεται στις προτάσεις αυτές και επίκληση των αναγκαίων για το νόμιμο αυτής ως ιδιαιτέρου αποδεικτικού μέσου κατά το άρθρο 270 ΚΠολΔ στοιχείων και δη υπό τα στο τελευταίο οριζόμενα ότι αυτή έγινε ύστερα από νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου ή ότι ο τελευταίος παραστάθηκε με τρόπο ώστε η από την έλλειψη της νομίμου κλητεύσεως ακυρότητα να θεραπεύεται και να εκτίθεται για ποιον ισχυρισμόν την απόδειξη ή ανταπόδειξη έγινε η επίκληση και προσκομιδή (ΑΠ 851/07, 567/1996).

Συνεπώς ο 2ος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 11γ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις υπ΄ αριθ. 1039/03 και 214/03 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον των Ειρηνοδικών Κρωπίας και Μαραθώνα αντίστοιχα, τις οποίες προσήγαγε και επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο κατ΄ άρθρο 270 ΚΠολΔ με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις, είναι απορριπτέος ως αόριστος διότι ο αναιρεσείων στις ενώπιον εκείνου (Εφετείου) προτάσεις του δεν επικαλείται ότι οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις έγιναν μετά νόμιμη κατά το άρθρο 270 ΚΠολΔ κλήτευση του αντιδίκου του ή ότι αυτός παραστάθηκε κατά τη λήψη αυτής, ούτε εκτίθεται για ποίου ισχυρισμού την απόδειξη ή ανταπόδειξη έγινε η επίκληση και προσκομιδή τους.

ΕΠΕΙΔΗ κατά το άρθρο 559 αριθ. 11β ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Δεν χωρεί αναίρεση στην εν λόγω περίπτωση αν η προσβαλλομένη απόφαση στηρίχθηκε κυρίως σε άλλα νόμιμα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνον σε κάποιο αποδεικτικό μέσο που δεν είχε προσκομισθεί (ΑΠ 1595/07, ΑΠ 968/07, 853/07).

Εν προκειμένω όσον αφορά την υπ΄ αριθ. 2927/2005 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αμαρουσίου, αυτή ναι μεν ελήφθηκε υπόψη από το Εφετείο όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει παραδεκτώς επισκοπουμένη κατ΄ άρθρο 561 παρ. 2, από τον ΄Αρειο Πάγο, παρά το ότι δεν την επικαλέσθηκε, ο αναιρεσείων - ενάγων, πλην το Εφετείο στηρίχθηκε για την παραδοχή της αγωγής, όπως από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει, κυρίως στα άλλα νόμιμα και επαρκή αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν και όχι μόνο στο ανωτέρω. Επομένως με το να λάβει υπόψη το Εφετείο το ως άνω αποδεικτικό μέσο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια την προβλεπομένη από το άρθρο 559 αριθ. 11β ΚΠολΔ και ο περί του αντιθέτου 3ος λόγος αναιρέσεως, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τη διάταξη αυτή είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΕΠΕΙΔΗ απορριπτομένων των αιτήσεων αναιρέσεως πρέπει να συμψηφιστούν τα εκατέρωθεν δικαστικά έξοδα λόγω συνδρομής νομίμου περιπτώσεως προς τούτο (άρθρο 176, 183 και 179 περίπτωση δεύτερη ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζοντας τις από 20-2-2006 και 17-3-2006 αιτήσεως των Χ1 και Ψ1 περί αναιρέσεως της 9759/05 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τις αιτήσεις. Και

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα μεταξύ των διαδίκων δικαστικά έξοδα.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Οκτωβρίου. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Νοεμβρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ