Legislator Case Law & Legislation
2058/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on labor dispute facts, ruling trial court's evidence evaluation is unreviewable.

Case Number 2058/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appeal filed by a partnership against a labor court judgment. The appellant argued the lower court erred in finding the defendant employed them and in applying specific labor laws regarding business succession. The court held that these arguments concerned the trial court's discretionary assessment of evidence and factual findings, which are legally unreviewable on appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 670(1) and 671(1) para 1 of the Code of Civil Procedure; Article 559(12) and 561(1) of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the trial court's free evaluation of evidence or its factual findings regarding employment relationships is inadmissible as it pertains to matters of unreviewable discretion.

Keywords

AI generated
labor dispute appeal free evaluation of evidence factual findings review business succession transfer unreviewable discretion Code of Civil Procedure employment contract validity

Cited Legislation

AI generated
Article 670(1) of the Code of Civil Procedure
Article 671(1) paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 674(2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(12) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 340 of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 6 of Law 2112/1920
Article 9 of the Decree of 16/18-7-1920
Article 6 of Law 3239/1955

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2058 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2058/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...... Ο.Ε.", που εδρεύει στα .... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Παπαδημητρόπουλο. Του αναιρεσίβλητου: ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Τιτίκα Νικέα - Μουράτογλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-10-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 560/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 6662/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-4-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 24-10-2006 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Επειδή, κατά τις διατάξεις του α' εδαφίου του άρθρου 670 και του α' εδαφίου της παρ.1 του άρθρου 671 του περί εργατικών διαφορών κεφαλαίου του ΚΠολΔ, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 674 παρ.2 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζονται και στην κατ' έφεση δίκη, αφενός "οι διάδικοι έως το τέλος της συζήτησης στο ακροατήριο προσάγουν όλα τα αποδεικτικά τους μέσα" (εδ.α΄άρθρου 670) και αφετέρου "το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου" (εδ.α΄της παρ.1 άρθρου 671).

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, δικάζοντας κατά την παραπάνω ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρ. 663 επ. ΚΠολΔ), μπορεί να λάβει υπόψη του οποιαδήποτε αποδεικτικά μέσα και όταν ακόμη αυτά δεν πληρούν τους όρους του νόμου, τα οποία εκτιμά ελευθέρως, γιατί δεν υποχρεωμένο να ακολουθήσει ορισμένους κανόνες ως προς την αποδεικτική ισχύ αυτών.

Από αυτά συνάγεται ότι η διάταξη του άρθρου 559 αριθ.12 ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων" και εξαιτίας της παραβιάσεως αυτής προσέδωσε σε ένα από αυτά μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που ορίζει ο νόμος και όχι όταν αυτό εκτιμά ελεύθερα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, και του αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα από εκείνη που του αποδίδει ο αναιρεσείων, δεν συμβιβάζεται προς το πνεύμα και την οικονομία της διαγραφόμενης από τις πιο πάνω διατάξεις ειδικής διαδικασίας, με αποτέλεσμα να μην ιδρύεται ο από την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 559 αριθ.12 του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενος αναιρετικός λόγος (ΑΠ 432/1993).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο κατά το ένα μέρος του λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, γιατί αξιολογώντας τις υπ' αριθ. 15640/16-10-2002 και 15641/16-10-2002 πράξεις επιβολής εισφορών του ΙΚΑ ..., καθώς και την υπ' αριθ. 2937/16-10-2002 πράξη επιβολής πρόσθετης επιβάρυνσης εισφορών επίσης του ΙΚΑ ..., τις οποίες είχε επικαλεστεί και προσκομίσει η αναιρεσείουσα και οι οποίες συντάχθηκαν με βάση την ενδελεχή και εμπεριστατωμένη κατά το λόγο αναιρέσεως, έκθεση των αρμόδιων υπαλλήλων, προσέδωσε στα έγγραφα αυτά, όπως δεν θα έπρεπε, μικρότερη βαρύτητα από εκείνη που πράγματι τα εν λόγω έγγραφα είχαν.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ.12 ΚΠολΔ, πρέπει, σύμφωνα με τα παραπάνω, να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι κατά την εκδίκαση της υποθέσεως τηρήθηκε η ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρ. 663 επ. ΚΠολΔ), με αποτέλεσμα να μην ιδρύεται, ο προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως. Εξάλλου, το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, στην επί της ουσίας της υποθέσεως κρίση του κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, εκτός των λοιπών μνημονευόμενων αποδεικτικών μέσων, και των εγγράφων, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση από τους διαδίκους.

Από τη βεβαίωση αυτήν και την όλη περαιτέρω σχετική αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε και όλα τα πιο πάνω αναφερόμενα έγγραφα, τα οποία είχε επικαλεστεί και προσκομίσει η αναιρεσείουσα, μολονότι τα εν λόγω έγγραφα δεν τα μνημονεύει στην απόφασή του ειδικώς και δεν τα αξιολογεί χωριστά και παρά το ότι, αντιθέτως, στην απόφασή του αυτήν κάνει ειδική μνεία και αξιολόγηση άλλων αποδεικτικών στοιχείων, επειδή τους αποδίδει ιδιαίτερη αποδεικτική βαρύτητα αναφορικά με ορισμένα από τα αποδεικτέα πραγματικά περιστατικά.

Επομένως, ο ίδιος (πρώτος) λόγος αναιρέσεως κατά το υπόλοιπο μέρος του, με τον οποίο, όπως εκτιμάται, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η περαιτέρω αιτίαση της μη λήψεως υπόψη των πιο πάνω μόνο εγγράφων, δηλαδή λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.11 περ.γ' ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

2.- Επειδή, κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως υφίσταται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται στην απόφασης σαφώς. Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπως εκτιμάται, η από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια της ελλείψεως νόμιμης βάσεως "δεν έχει πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, παρουσιάζει λογικά κενά, ασάφειες και αντιφάσεις, έτσι ώστε τα πραγματικά γεγονότα που δέχτηκε, οι αποδείξεις που χρησιμοποίησε για την διαπίστωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων και το συμπέρασμα που συνήγαγε, παρουσιάζουν ασυνέπεια, λογικό σφάλμα και κατ' ακολουθίαν εσφαλμένη τελική κρίση.

Επιπλέον, διότι δέχτηκε α) ότι ο αναιρεσίβλητος απασχολήθηκε ως οδηγός, τεχνίτης συγκολλητής ιμάντων, μεταφορέας και εκφορτωτής ιμάντων, παρά το ότι αυτή (αναιρεσείουσα) δεν είχε ποτέ τέτοιο αντικείμενο, ούτε αυτός ασχολήθηκε με τις αναφερόμενες εργασίες όπως προκύπτει από το εταιρικό της και από τις καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ότι υπήρξε εργοδότης του αναιρεσιβλήτου, παρά το ότι από τα αναφερόμενα έγγραφα σαφώς προέκυπτε ότι εργοδότης του υπήρξε μόνο ο X, έτσι ώστε η αιτιολογία αυτής (προσβαλλόμενης αποφάσεως) να παρουσιάζει λογικό κενό.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει, σύμφωνα με τα παραπάνω, να απορριφθεί ως απαράδεκτος, προεχόντως γιατί οι με αυτόν προβαλλόμενες ως πλημμέλειες της αποφάσεως αναφέρονται αποκλειστικά στην εκτίμηση της ουσίας πραγματικών γεγονότων, καθώς και στην αιτιολόγηση της εκτιμήσεως των αποδείξεων και στη δικαιολόγηση του σαφούς πορίσματος που από αυτές εξήγαγε το Εφετείο.

Ως εκ τούτου ανάγονται στην ανέλεγκτη αναιρετικώς, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, περί πραγμάτων σχετική κρίση του Εφετείου και έτσι δεν θεμελιώνουν τον από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως.

3.- Επειδή, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του εσφαλμένως εφάρμοσε το άρθρο 6 του ν.2112/1920, το άρθρο 9 του β.δ. της 16/18-7-1920 και το άρθρο 6 του ν.3239/1955. Και τούτο διότι δέχτηκε ότι η αναιρεσείουσα διαδέχθηκε αυτοδικαίως το X στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις από την ένδικη σύμβαση εργασίας μεταξύ του τελευταίου και του αναιρεσιβλήτου "με βάση το αναληθές γεγονός, που δέχτηκε ως αληθές..., ότι δήθεν έγινε μεταβίβαση της επιχείρησης και των εγκαταστάσεων από το X στην εταιρεία...(αναιρεσείουσα) και ότι δήθεν διατηρήθηκε η ταυτότητα της επιχείρησης του X ως οικονομικής μονάδας με διάφορο τίτλο ή μορφή εντός της εταιρείας..., πράγμα το οποίο είναι αναληθές και αναπόδεικτο, δοθέντος ότι ουδεμία μεταβίβαση ή διατήρηση της επιχείρησης του X έγινε η συνάπτεται με την εταιρεία...(αναιρεσείουσα), η οποία άλλωστε εξακολουθεί να υφίσταται, πράγμα το οποίο παρείδε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, όπως εκτιμάται, πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως ως απαράδεκτος, γιατί με αυτόν και υπό την επίκληση της παραβιάσεως, με εσφαλμένη εφαρμογή τους, των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων, στην πραγματικότητα πλήττεται η κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ίδιου Κώδικα ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Εφετείου αναφορικά με το σχετικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο αυτό κατέληξε.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22 Απριλίου 2005 αίτηση της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...... ΟΕ" για αναίρεση της υπ' αριθ.6662/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και,

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2006. Και,

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Δεκεμβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ