2057/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated2057/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης ανέγνωσε την από 1-12-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2057 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2057/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σακκά, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ετερόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Ε.Ε.", που τελεί υπό εκκαθάριση, εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Χ. Θ. Γ. και 3) Θ. Α. Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Γκούβα.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε., που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φωτεινή Χατζηχηδίρογλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-4-2011 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 255/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 392/2015 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
Την αναίρεση της 392/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας και της συναναιρούμενης με αρ. 255/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28-11-2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης ανέγνωσε την από 1-12-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006 και ΟλΑΠ 4/2005).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολομ.
ΑΠ 1/1999). Ωστόσο, δεν έχει εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο της ουσίας προβαίνει ανέλεγκτα, κατ’ άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς και πλήρως και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι έχοντας περιέλθει στην εφεσίβλητη (ήδη αναιρεσίβλητη) πληροφορίες για την αδυναμία της πιστούχου να ανταπεξέλθει στις υποχρεώσεις της από δάνεια, επιταγές κλπ, και ότι είχαν ήδη αρχίσει να επισπεύδουν τρίτοι αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος και των 2ου και 3ου των ανακοπτόντων (ήδη αναιρεσειόντων), προκειμένου να ικανοποιήσουν απαιτήσεις εναντίον τους για χρέη της εταιρείας, κάλεσε εγγράφως αρχικά με την από 22-3-2010 επιστολή την πρώτη εκκαλούσα (ήδη πρώτη αναιρεσείουσα) να προβεί μέχρι τις 31-5-2010 στη σταδιακή κάλυψη του λογαριασμού της με επιταγές πελατείας της και αποδοχής της εφεσίβλητης, γνωρίζοντάς της ταυτόχρονα, ότι στο πλαφόν της πρώτης εκκαλούσας υπήρχε ακάλυπτη επιταγή ποσού 20.000 ευρώ.
Στη συνέχεια, με την από 2-6-2010 επιστολή προς την πρώτη εκκαλούσα, την οποία κοινοποίησε και στους 2ο και 3ο των εκκαλούντων και, επομένως, έλαβαν γνώση αυτής, η εφεσίβλητη κάλεσε τους εκκαλούντες εγγράφως να ρυθμίσουν την οφειλή τους, πλην όμως αυτοί εκώφευσαν. Συνεπεία των ανωτέρω, η εφεσίβλητη αναγκάστηκε να εκδώσει την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής σε βάρος των εκκαλούντων - ανακοπτόντων, κλείνοντας οριστικά τον αλληλόχρεο λογαριασμό, που είχε συνάψει με την πιστούχο, πρώτη εκκαλούσα.
Ενόψει των παραπάνω δεκτών γενομένων, το κλείσιμο της πίστωσης του λογαριασμού και η έκδοση της ένδικης διαταγής πληρωμής, δεν έλαβαν χώρα υπό συνθήκες και κατά τρόπο που προσδίδουν στην άσκηση του δικαιώματος αυτού της καθής, απορρέον από σχετικό όρο της σύμβασης, αλλά και από το νόμο, χαρακτήρα αντίθεσης και μάλιστα προφανούς, στα κριτήρια που υπαγορεύονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος.
Το γεγονός ότι, μετά τα παραπάνω, η καθής αποφάσισε, περιφρουρώντας τα περιουσιακά της στοιχεία, να κλείσει τη σύμβαση και να προχωρήσει στην έκδοση της ένδικης διαταγής πληρωμής, αποτελεί νόμιμο δικαίωμά της, συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας της και δεν αποτελεί κατάχρηση δικαιώματος". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε το σχετικό λόγο εφέσεως των αναιρεσειόντων κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε αποφανθεί ομοίως ως προς το ζήτημα της καταχρηστικής ή μη ασκήσεως του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης να εκδώσει διαταγή πληρωμής σε βάρος τους.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, και ειδικότερα την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, διέλαβε δε στην απόφασή του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή της ως άνω διατάξεως και το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και κατά συνέπεια οι περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αρ. 19 και 1 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, δεύτερος, κατά το δεύτερο μέρος, και τρίτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.
Ειδικότερα, με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η αιτίαση ότι με ανεπαρκή αιτιολογία, και συγκεκριμένα την αναφορά σε μια ακάλυπτη επιταγή πελάτη της πρώτης αναιρεσείουσας, καταλογίζεται σ’ αυτήν οικονομική αδυναμία που δικαιολόγησε το κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού εκ μέρους της αναιρεσίβλητης.
Ωστόσο, η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη, εφόσον, κατά τις παραδοχές που εκτέθηκαν παραπάνω, το Εφετείο δέχθηκε ότι πλην της επιταγής αυτής υπήρχαν και πληροφορίες για την αδυναμία της πιστούχου να ανταπεξέλθει στις υποχρεώσεις της από δάνεια, επιταγές κλπ, καθώς και ότι τρίτοι είχαν αρχίσει να επισπεύδουν αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος των εγγυητών για τα χρέη της εταιρείας.
Εξάλλου, το Εφετείο, κρίνοντας ότι τα περιστατικά αυτά δικαιολογούσαν την εκ μέρους της αναιρεσίβλητης ενέργεια να κλείσει τον μεταξύ αυτής και της πρώτης αναιρεσείουσας αλληλόχρεο λογαριασμό και να επιδιώξει την έκδοση διαταγής πληρωμής σε βάρος όλων των ενεχομένων προσώπων από τη σύμβαση αυτή προς διαφύλαξη των νομίμων δικαιωμάτων της και ότι η άσκηση των ενεργειών αυτών δεν συνιστούσε κατάχρηση δικαιώματος, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε.
Τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, ότι δηλαδή το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού είχε μειωθεί σε διάστημα 18 μηνών από 200.000 ευρώ σε 18.000 ευρώ, ότι η 10ετής συνεργασία τους ήταν υποδειγματική και χωρίς καθυστερήσεις πληρωμών, ότι στο διάστημα αυτό πολύ μικρός αριθμός επιταγών πελατείας επεστράφησαν απλήρωτες, ότι παρά την οικονομική κρίση η εταιρεία κατόρθωνε και μείωνε το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού και ποτέ δεν υπήρξε υπέρβαση του ανώτατου ορίου της πίστωσης, και ότι η αναιρεσίβλητη όχι μόνο δεν την στήριξε στην προσπάθειά της να ανταπεξέλθει στις υποχρεώσεις της, αλλά δεν ανέχθηκε και εύλογη καθυστέρηση στην εκπλήρωση της παροχής της, τα περιστατικά αυτά, χωριστά το καθένα αλλά και στο σύνολό τους, και αληθή υποτιθέμενα, δεν καθιστούν σε κάθε περίπτωση καταχρηστική την επιδίωξη της αναιρεσίβλητης να προασπίσει τα συμφέροντά της, ανεξάρτητα του ότι δεν περιλαμβάνονται αυτά στις παραδοχές της προσβαλλομένης, ώστε να καταστούν αντικείμενο έρευνας του σχετικού λόγου.
Ο από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, ότι το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι αβάσιμος, αν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο την κρίση του σχημάτισε από τα μνημονευόμενα σ’ αυτήν (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1736/2008).
Εξάλλου, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της αρχής της συζητήσεως (άρθρο 106 ΚΠολΔ), διασφαλίζεται η συμμόρφωση προς τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, ώστε να λαμβάνονται υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και μόνον αυτά.
Ο λόγος όμως είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολογήσεως εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο και δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος, λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 10 και 11γ ΚΠολΔ οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο ότι, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του ότι δεν συνιστά καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος η έκδοση της ένδικης διαταγής πληρωμής εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, δέχθηκε ότι στην ενέργειά της αυτή προέβη, γιατί επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος των αναιρεσειόντων, χωρίς όμως να έχουν προσκομισθεί εκ μέρους της αποδείξεις και αντιθέτως δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν αυτοί κατά την ενώπιον του Εφετείου συζήτηση, και συγκεκριμένα:
α) το υπ’ αριθμ. πρωτ. ...-5-2015 πιστοποιητικό του Ειρηνοδικείου Βόλου και β) το υπ’ αριθμ. πρωτ. .../15-5-2015 πιστοποιητικό του Πρωτοδικείου Βόλου, από τα οποία προέκυπτε ότι ουδεμία διαταγή πληρωμής είχε εκδοθεί μέχρι και ολόκληρο το έτος 2010 σε βάρος της πρώτης αναιρεσείουσας, και συνεπώς δεν υπήρχε εκτελεστός τίτλος σε βάρος τους.
Ότι το Εφετείο δέχθηκε περαιτέρω ότι η αναιρεσίβλητη τους απέστειλε και επιστολή, ζητώντας να καλύψουν εγκαίρως το μεταξύ τους λογαριασμό, αν και δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό έγγραφο, από το οποίο να προκύπτει η εκ μέρους τους παραλαβή της επιστολής αυτής. Αμφότεροι οι λόγοι είναι αβάσιμοι στο σύνολό τους.
Ειδικότερα, το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, αφού έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα της υποθέσεως (κατάθεση μάρτυρα και με επίκληση προσκομισθέντα έγγραφα), σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, με το οποίο, μεταξύ άλλων, δέχθηκε όσα εκτέθηκαν παραπάνω κατά την έρευνα των δευτέρου και τρίτου λόγων αναιρέσεως και επομένως δεν δέχθηκε παρά το νόμο πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.
Εξάλλου, από την προσβαλλόμενη απόφαση, και ειδικότερα από την περιεχόμενη σ’ αυτήν βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, σε συνδυασμό με τις σκέψεις και το σύνολο των αποδεικτικών αναλύσεων που περιέχει στο αιτιολογικό της, όπως αυτές εκτέθηκαν παραπάνω, δεν καταλείπεται καμιά απολύτως αμφιβολία ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα πιο πάνω αναφερόμενα έγγραφα, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός.
Κατ’ ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες ως ηττώμενοι διάδικοι στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρο 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του οικείου παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28 Νοεμβρίου 2015 αίτηση των 1) εταιρείας υπό εκκαθάριση με την επωνυμία "... Ε.Ε.", 2) Χ. Θ. Γ. και 3) Θ. Α. Γ. για αναίρεση της 392/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που τα ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο οικείο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Δεκεμβρίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ