Supreme Court dismisses appeal against final judgment due to lack of substantive law violation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant bank's appeal against the final judgment of the Aegean Court of Appeal. The appellant argued that the lower court erred in applying substantive law regarding enforcement costs and auction procedures. The court found no violation of substantive law rules as the lower court correctly interpreted the legal provisions governing enforcement expenses and auction programs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 1 C.P.D.; Art. 173, 200 A.C.: An appeal is admissible only if a substantive law rule is violated, and the court must determine whether the lower court correctly applied the relevant legal provisions to the facts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 2057 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2057/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Δημήτριο Γεώργα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ
EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", πρώην με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Τ. του Λ., κατοίκου ..., 2) Γ. Β., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/3/2008 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Νάξου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 57/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 332/2010 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2/10/2013 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Γεώργας ανέγνωσε την από 26/8/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως κατά της 332/2010 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αιγαίου. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I) Από την με αριθμό ... έκθεση επίδοσης του δικ. επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ιωαννίνων Η. Π. και την με αριθμό ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Σύρου Π. Χ., τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει η επισπεύδουσα τη συζήτηση της υποθέσεως αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση από 2-10-2013 (αριθ. καταθ. 30/2013) αιτήσεως αναιρέσεως της 332/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου με πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου που υπάρχει κάτω από αυτήν και με κλήση για συζήτηση της αναιρέσεως κατά την ως άνω ορισθείσα δικάσιμο, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσιβλήτους. Εξάλλου από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της υπόθεσης με εκφώνηση από τη σειρά του οικείου πινακίου, δεν εμφανίστηκαν οι αναιρεσίβλητοι ούτε κατέθεσαν δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες (άρθρ. 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΙΙ) Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρ. 173 και 200 ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2005). Εξάλλου κατά το άρθρο 932 του ΚΠολΔ, τα έξοδα της αναγκαστικής εκτέλεσης βαρύνουν εκείνον κατά του οποίου αυτή στρέφεται και προκαταβάλλονται από εκείνον που την επισπεύδει, ενώ κατά το άρθρο 975 του ίδιου κώδικα η κατάταξη των δανειστών στον πίνακα γίνεται αφού αφαιρεθούν τα έξοδα της εκτέλεσης που ορίζονται αιτιολογημένα από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού. 'Όπως προκύπτει από τις διατάξεις αυτές, στη δεύτερη των οποίων γίνεται διάκριση μεταξύ αφαίρεσης των εξόδων και κατάταξης των προνομιακών απαιτήσεων, υπέγγυο στους δανειστές είναι το ποσό του πλειστηριάσματος που απομένει μετά την αφαίρεση των εξόδων εκτέλεσης, τα οποία δεν περιλαμβάνονται μεταξύ των προνομίων ούτε κατατάσσονται στον πίνακα αλλά προαφαιρούνται προκειμένου να γίνει κατάταξη των δανειστών, ορίζονται δε με τον πίνακα κατάταξης ή με ιδιαίτερη πράξη, με την οποία ο υπάλληλος του πλειστηριασμού δικαιολογεί τα σχετικά κονδύλια προκειμένου να τα προαφαιρέσει από το πλειστηρίασμα.
Δικαιούχος των εξόδων εκτέλεσης είναι κατ' αρχήν ο δανειστής που επέσπευσε την εκτέλεση, όμως ως δικαιούχοι νοούνται και τα όργανα της εκτέλεσης και ειδικότερα ο δικαστικός επιμελητής και ο υπάλληλος του πλειστηριασμού (συμβολαιογράφος), καίτοι τα πρόσωπα αυτά δεν νομιμοποιούνται να αναζητήσουν τα σχετικά έξοδα από τον καθού η εκτέλεση, αφού μ' αυτόν δεν συνδέονται με κατάλληλη έννομη σχέση (ΑΠ 1774/2007). 'Ετσι τα πρόσωπα αυτά, με βάση τις παραπάνω διατάξεις σε συνδυασμό και με αυτές των άρθρων 971 και 1007 ΚΠολΔ, λαμβάνουν τα έξοδα της εκτέλεσης από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού, ο οποίος αφού αφαιρέσει από το πλειστηρίασμα, ακολούθως διανέμει το υπόλοιπο του πλειστηριάσματος μεταξύ των δανειστών του καθού η εκτέλεση ή προβαίνει με σχετικό πίνακα στην κατάταξη των δανειστών σε περίπτωση ανεπάρκειας του πλειστηριάσματος.
Δηλαδή τα έξοδα της εκτέλεσης δεν κατατάσσονται στο συντασσόμενο από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού πίνακα, ωστόσο η σχετική εκκαθαριστική πράξη του, αποτελεί διανομή του πλειστηριάσματος και προσβάλλεται συνεχώς με την ανακοπή του άρθρου 979 ΚΠολΔ. Ανακόπτων μπορεί να είναι οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον, όπως είναι οι δανειστές που αναγγέλθηκαν ή ο καθού η εκτέλεση οφειλέτης, οπότε αν αυτοί αμφισβητούν τη νομιμότητα της σχετικής εκκαθαριστικής πράξης των εξόδων εκτέλεσης και ειδικότερα αν προσβάλουν αυτή ως αόριστη ή αναιτιολόγητη ή αμφισβητούν ότι τα έξοδα έγιναν προς το συμφέρον όλων των δανειστών, ανακύπτει ιδιωτική διαφορά μεταξύ αυτών και του επισπεύδοντος δανειστή, που είναι ο μόνος νομιμοποιούμενος παθητικά στη σχετική δίκη, αφού αυτός είναι που χορήγησε στα παρακάτω πρόσωπα την εντολή για τη διενέργεια των απαιτούμενων πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης και θα ζημιωθεί αν ανατραπεί η εκκαθάριση των εξόδων, αφού τότε θα υποχρεωθεί να καταβάλει ο ίδιος τη διαφορά στα πρόσωπα αυτά με βάση τη μεταξύ τους σχέση εντολής (ΑΠ 300/2013).
Αντίθετα όταν η αμφισβήτηση αφορά μόνο τη διενέργεια των πράξεων εκτέλεσης που έκανε ο δικαστικός επιμελητής ή το ύψος της σχετικής δαπάνης, δηλαδή όταν προσβάλλεται ότι τα έξοδά του ή αναλόγως του συμβολαιογράφου ως υπαλλήλου του πλειστηριασμού δεν είναι νόμιμα ή υπαρκτά ή υπερβαίνουν τα καθοριζόμενα από τις οικείες υπουργικές αποφάσεις όρια της αμοιβής τους, η ανακοπή κατά της πράξης εκκαθάρισης των εξόδων οφείλει να στραφεί όχι μόνον κατ' αυτού που επέσπευσε την εκτέλεση, αλλά και κατά των προσώπων υπέρ των οποίων έγινε η προαφαίρεση των εξόδων εκτέλεσης (ΑΠ 300/2013, ΑΠ 1722/1998, contra ΑΠ 1774/2007 και 60/2011, που δέχονται ότι στην περίπτωση αυτή νομιμοποιούνται παθητικά μόνον ο δικαστικός επιμελητής.
Εξάλλου ως έξοδα εκτέλεσης κατά τις παραπάνω διατάξεις νοούνται όλες οι δαπάνες που γίνονται από τον επισπεύδοντα την εκτέλεση δανειστή και αποβλέπουν στο γενικό συμφέρον όλων των δανειστών, εφόσον είναι αναγκαίες για τη διαδικασία της εκτέλεσης από την έναρξη της μέχρι και την παράτασή της (ΑΠ 419/1998), δηλαδή ανάγονται στη προδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, στην κατάσχεση, στη συντήρηση του κατασχεθέντος πράγματος, στον πλειστηριασμό και στην κατάταξη των δανειστών.
Αντίθετα δεν περιλαμβάνονται τα έξοδα που έγιναν προς το αποκλειστικό συμφέρον είτε του επισπεύδοντος είτε των αναγγελθέντων δανειστών ούτε επίσης όσα έγιναν από υπαιτιότητα του επισπεύδοντος, όπως είναι τα έξοδα πλειστηριασμού που ματαιώθηκε λόγω παρόδου προθεσμίας ή λόγω ακυρότητας των πράξεων (ΑΠ 1359/1998, ΑΠ 60/2011).
Αποτελούν όμως έξοδα της εκτέλεσης όσα έγιναν για την έκδοση επαναληπτικών περιλήψεων εκθέσεων αναγκαστικής κατάσχεσης μετά από νόμιμη αναβολή ή ματαίωση του πλειστηριασμού ύστερα από συμφωνία του επισπεύδοντος δανειστή και του καθού η εκτέλεση οφειλέτη, αφού η έκδοση των επαναληπτικών αυτών περιλήψεων αποτελεί ουσιώδη δικονομική προϋπόθεση για τη συνέχιση της εκτελεστικής διαδικασίας και οι σχετικές δαπάνες εξυπηρετούν, υπό την έννοια αυτή, το κοινό συμφέρον όλων των δανειστών (ΑΠ 360/2013,ΑΠ 870/2010, ΑΠ 1783/1998).
Δεν υπέρχεται διαφοροποίηση σε περίπτωση υποκαταστάσεως άλλου δανειστή κατά το άρθρο 973 ΚΠολΔ, δηλ. προαφαιρούνται μόνο τα έξοδα των διαδικαστικών πράξεων της προγενέστερης διαδικασίας που στηρίζουν την υποκατάσταση, ήτοι των πράξεων στις οποίες θεμελιώνεται η δήλωση περί συνεχίσεως και η εξακολούθηση της περαιτέρω διαδικασίας μέχρι του πλειστηριασμού (ΑΠ 300/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (αρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) και ιδία της ένδικης ανακοπής, προκύπτει ότι η ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσείουσα ισχυρίσθηκε ότι με επίσπευση της ίδιας, ως υποκαταστάτου, του αρχικώς επισπεύδοντος, εκπλειστηριάστηκαν στις 14-11-2007 τα σ' αυτήν περιγραφόμενα ακίνητα του οφειλέτη της, Α. - Κ.
Φ., αντί συνολικού τιμήματος 200103 Ευρώ. 'Ότι τα ακίνητα είχαν νόμιμα κατασχεθεί από τον αρχικό επισπεύδοντα και συντάχθηκε η υπ' αριθ. ... έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού της συμβολαιογράφου της νήσου 'Ιου Αθηνάς Γυπάρη. 'Ότι πριν επισπευθεί ο παραπάνω πλειστηριασμός από την ανακόπτουσα, αυτός (πλειστηριασμός) είχε προηγουμένως επισπευθεί κατ' επανάληψη από τον αρχικό επισπεύδοντα Γ.
Τ. και συγκεκριμένα επισπεύθηκε απ' αυτόν άλλες δέκα (10) φορές, εκδιδομένου κάθε φορά επαναληπτικού προγράμματος πλειστηριασμού, ο οποίος όμως ματαιωνόταν κάθε φορά με συναίνεση του καθού η εκτέλεση. 'Ότι στη συνέχεια η ανακόπτουσα, μετά την ματαίωση του τελευταίου ορισθέντος πλειστηριασμού και την αδράνεια του αρχικώς επισπεύδοντος, συνέχισε μετά από δήλωση επίσπευσης ως αναγγελθείσα ενυπόθηκος δανείστρια και έχουσα τίτλο εκτελεστό τον πλειστηριασμό των άνω κατασχεμένων ακινήτων που διενεργήθηκε στις 14-11-2007.
Περαιτέρω δε η ανακόπτουσα ισχυρίζεται ότι η υπάλληλος του πλειστηριασμού στον ανακοπτόμενο με αριθμό ... πίνακα κατάταξης δανειστών, που συνέταξε, εσφαλμένα προαφαίρεσε από το εκπλειστηρίασμα υπέρ του δικαστικού επιμελητή, Γ. Β., ως οργάνου της εκτελέσεως το ποσό των 25.572,89 Ευρώ, ως έξοδα εκτελέσεως υπ' αυτού των διαδικαστικών πράξεων της προγενέστερης διαδικασίας και ειδικότερα για τη σύνταξη και κοινοποίηση από τον ως άνω δικαστικό επιμελητή, των δέκα (10) επαναληπτικών προγραμμάτων του πλειστηριασμού των κατασχεθέντων ακινήτων, ενώ δεν έπρεπε να προαφαιρεθεί το παραπάνω ποσό, ως ισχυρίζεται, οι προαναφερθείσες διαδικαστικές πράξεις δεν στηρίζουν την υποκατάσταση και δεν αποβλέπουν στο γενικό συμφέρον όλων των δανειστών.
Το Δικαστήριο δέχθηκε τελικά ότι όλες οι ανωτέρω πράξεις έγιναν πριν από την υποκατάσταση προς το κοινό συμφέρον των δανειστών και νομίμως προαφαιρέθηκαν, δεχθέν ότι ορθώς απερρίφθη η έφεση κατά της 57/2008 απόφασης του Μον. Πρωτοδικείου Νάξου, που είχε κρίνει ως απαράδεκτη την ανακοπή κατά του δευτέρου (δικαστικού επιμελητή) λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης στο πρόσωπό του, αφού ο λόγος ανακοπής αναφορικά με τα έξοδα εκτέλεσης θεμελιώνεται στη μη νομιμότητα αυτών και όχι στη διενέργεια των πράξεων της εκτέλεσης, ενώ αναφορικά με τον πρώτο απέρριψε την ανακοπή ως μη νόμιμη, δεχόμενο ότι τα έξοδα για τη σύνταξη επαναληπτικών περιλήψεων κατασχετήριας έκθεσης συνιστούν έξοδα εκτελέσεως.
Επομένως ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου το δικαστήριο της ουσίας με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του. Συνακόλουθα η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, αφού ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τ'αντίθετα και αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από το άρθρ. 559 αριθ. 1 είναι αβάσιμος.
Τέλος διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν θα περιληφθεί διότι οι αναιρεσίβλητοι δεν παρέστησαν, δεν υποβλήθηκαν σε δικαστική δαπάνη λόγω της ερημοδικίας των και δεν υπέβαλαν σχετικό αίτημα (αρθρ. 191 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-10-2013 αίτηση αναίρεσης κατά της 332/2010 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Νοεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Νοεμβρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ