Supreme Court annulled lower court decision due to failure to address procedural defects regarding absence justification.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the Second Instance Court's decision of 246/2005 regarding a public servant's absence justification. The lower court accepted the employee's claim without explaining why he failed to formally request leave through the competent administrative directorate as required by law. The Court ruled this omission deprived the judgment of a legal basis and constituted a procedural defect under Article 559 of the Code of Civil and Administrative Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 579, 581, 580 of the Code of Civil and Administrative Procedure: When a lower court decision fails to address mandatory procedural requirements or fails to provide sufficient reasoning for accepting a claim, the Supreme Court must annul the decision and remand the case for retrial by a different panel.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2057 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2057/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2΄ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τους Υπουργούς Οικονομίας και Οικονομικών και Επικρατείας. Εκπροσωπήθηκε από την Βασιλική Πανταζή, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. Του αναιρεσίβλητου: ....., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Σταμούλη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-10-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 155/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 1243/2003 του Εφετείου Αθηνών, η οποία αναιρέθηκε στο σύνολό της με την 1044/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, που παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο.
Εκδόθηκε η 246/2005 απόφαση του ως άνω Εφετείου, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 28-6-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αλέξανδρος Νικάκης, διάβασε την από 17-10-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δευτέρου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη του πρώτου. Η πληρεξούσια δικαστική αντιπρόσωπος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 579 παρ. 1 ΚΠολΔ αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Κάθε απόφαση που στηρίζεται σ΄ αυτήν που αναιρέθηκε αναιρείται, εφόσον οι λόγοι της αναιρέσεως αναφέρονται και σ΄ αυτήν.
Κατά δε το άρθρο 581 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι αν η απόφαση αναιρεθεί στο σύνολό της, αποβάλλει την ισχύ της, οι δε διάδικοι επανέρχονται στην πριν απ΄ αυτήν κατάσταση.
Στο σύνολό της θεωρείται ότι αναιρείται μία απόφαση όταν η αναιρούσα αυτήν απόφαση δεν περιορίζει με σχετική διάταξη την αναίρεση σε ορισμένο ή σε ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης, ή ως προς μερικούς από τους διαδίκους, ή αν η απόφαση περιέχει περισσότερα συναφή κεφάλαια, που συνδέονται με το αναιρούμενο ώστε να μη μπορεί να γίνει αποχωρισμός τους (ΑΠ 43/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτουν τα εξής: Με την 1044/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε στο σύνολό της για τον από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο η 1243/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Με την τελευταία αυτή απόφαση το Εφετείο απέρριψε την έφεση του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου κατά της 155/2001 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την από 11.10.1999 αγωγή του, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί α) ότι η μετά του εναγομένου σύμβαση εργασίας του είναι σε ισχύ και δεν λύθηκε με δική του υπαιτιότητα με σιωπηρά καταγγελία, λόγων αποχής από την εργασία του και β) η υποχρέωση του εναγομένου να ορίσει ως τόπο παροχής των υπηρεσιών του ένα από τα λειτουργούντα στη Γερμανία Γραφεία Τύπου.
Περαιτέρω το δικαστήριο της παραπομπής με την προσβαλλόμενη απόφασή του δίκασε εκ νέου την έφεση του ενάγοντος, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς το πρώτο αίτημά της, αναγνώρισε ότι η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος είναι σε ισχύ και δεν λύθηκε και απέρριψε την αγωγή ως προς το δεύτερο αίτημά της. Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 18 ΚΠολΔ, της μη συμμορφώσεώς του προς την ανωτέρω αναιρετική απόφαση η οποία περιόρισε τον έλεγχο της σιωπηρής καταγγελίας της επίδικης συμβάσεως στην καταχρηστική ή μη άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του Δημοσίου να τοποθετήσει τον αναιρεσίβλητο στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου.
΄Ετσι το Εφετείο έπρεπε να εξετάσει τον πρώτο λόγο της εφέσεως περί καταχρηστικής ασκήσεως του διευθυντικού δικαιώματος του Δημοσίου και η θετική του κρίση ως προς το κεφάλαιο αυτό της αγωγής θα είχε ως επακόλουθο και τη θετική κρίση του συνεχομένου κεφαλαίου της σιωπηρής ή μη καταγγελίας της συμβάσεως εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου.
Εφόσον όμως, η ως άνω 1243/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών αναιρέθηκε στο σύνολό της και οι διάδικοι επανήλθαν στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εν λόγω απόφαση, το δικαστήριο της παραπομπής που δίκασε ως προς όλα τα προσβαλλόμενα κεφάλαια της πρωτόδικης αποφάσεως ήτοι α) να αναγνωρισθεί ότι η σύμβαση εργασίας του αναιρεσιβλήτου δεν λύθηκε με σιωπηρή εκ μέρους του καταγγελία και β) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου να καθορίσει ως τόπο εργασίας του αναιρεσιβλήτου ένα εκ των Γραφείων Τύπου που λειτουργούν στη Γερμανία και έκρινε ως ανωτέρω, δεν υπέπεσε στην ως άνω πλημμέλεια και ο αντίθετος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει ν΄ απορριφθεί ως αβάσιμος.
Από τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 3 του ν. 2112/1920, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 του ν. 4558/1930, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 173, 200 και 288 ΑΚ, συνάγεται ότι σε περίπτωση αποχής του μισθωτού από την εργασία του για λόγο που δεν οφείλεται σε ασθένεια βραχείας διάρκειας ή λοχείας ή στην κατά το ν. 3514/1928 στράτευση αυτού, αλλά σε άλλη αιτία, το δικαστήριο, εκτιμώντας γενικά τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αποχή, την αιτία και τη χρονική διάρκεια αυτής, καθώς και την υπαιτιότητα ή συνυπαιτιότητα του μισθωτού, κρίνει σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη αν η αποχή αυτή κατά κρίση αντικειμενική και ανεξάρτητα από την πρόθεση του μισθωτού να λύσει ή όχι την εργασιακή σύμβαση, πρέπει να θεωρηθεί ως σιωπηρά δήλωση βουλήσεώς του να λύσει τη σύμβαση εργασίας του, δηλαδή ως σιωπηρά εκ μέρους του καταγγελία της εργασιακής συμβάσεως (Ολ.
ΑΠ 32/1988). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 53 του π.δ. 410/1988, που αφορά τους μισθωτούς του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ, που προσλαμβάνονται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, η σύμβαση εργασίας μπορεί να καταγγελθεί από την υπηρεσία οποτεδήποτε για σπουδαίο λόγο. Σπουδαίο λόγο αποτελεί ιδίως α)...... β) ........ γ) Η αδικαιολόγητη αποχή από την εκτέλεση των καθηκόντων για δεκαπέντε (15) τουλάχιστον κατά συνέχεια ημέρες.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής : Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος με την από 14.4.1995 έγγραφη σύμβαση προσλήφθηκε από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 33 παρ. 6 του Ν. 2190/1994, για να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως δημοσιογράφος στο Υπουργείο Τύπου και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης.
Από 20.4.1995 αποσπάστηκε στο Γραφείο Τύπου της ...., στο οποίο υπηρέτησε έως 20.4.1997. Μετά τη λήξη της απόσπασής του αυτής επέστρεψε στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου και ανέλαβε καθήκοντα στη Διεύθυνση Δημοσίων Σχέσεων. Στις 30.6.1997 αποσπάστηκε στο Γραφείο Τύπου του .... για εννέα μήνες, απ΄ αυτούς δε δύο μήνες υπηρέτησε στο Γραφείο Τύπου της .... .
Με την 5940/Ζ/1151 από 17.3.1998 απόφαση του αρμοδίου οργάνου του Υπουργείου Τύπου και ΜΜΕ η σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου και μετά τη λήξη της άνω απόσπασής του τοποθετήθηκε από 14.4.1998 στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου στη Διεύθυνση Πληροφορήσεως στο Τμήμα Επισκοπήσεως Εξωτερικού Τύπου.
Με εντολή της υπηρεσίας μετέβη και παρέμεινε στην .... από 26.8.1998 - 18.9.1998 και από 13.11.1998 - 31.12.1998. Την 1.1.1999 όφειλε να επιστρέψει στην Ελλάδα για να προσφέρει τις υπηρεσίες του εδώ, στο Υπουργείο Τύπου και ΜΜΕ. Αυτός όμως δεν επέστρεψε και ενημέρωσε τηλεφωνικώς τη Διεύθυνση Διοικήσεως του Υπουργείου, ότι η σύζυγός του, που ήταν εγκατεστημένη στη ....
με τα δύο παιδιά τους, ηλικίας τότε 7 και 2 ετών, την 6.1.1999 γέννησε άρρεν τέκνο, το οποίο παρουσίασε σοβαρό καρδιολογικό πρόβλημα που χρειάζονταν εντατική και συνεχή παρακολούθηση και ζήτησε να κάνει χρήση της κανονικής του αδείας. Η Διεύθυνση αυτή του χορήγησε την κανονική του άδεια των ετών 1998 και 1999, δηλαδή 44 ημέρες και θεώρησε δικαιολογημένη την απουσία του από 1.1.1999 - 8.3.1999.
Μετά τη λήξη της άδειας αυτής ο ενάγων εξακολούθησε να παραμένει στη ...., επικαλούμενος δε τους ίδιους λόγους σε τηλεφωνική επικοινωνία με τη Διεύθυνση του Υπουργείου, ζήτησε να του χορηγηθεί άδεια χωρίς αποδοχές έως 31.5.1999, ενώ στις 12.5.1999 η Διεύθυνση Διοικήσεως του Υπουργείου, παρέλαβε την από 6.5.1999 επιστολή του, με αίτημα την έγκριση της χορήγησης σ΄ αυτόν άδειας χωρίς αποδοχές έως 31.5.199, λόγω του ότι η κατάσταση της υγείας του νεογέννητου τέκνου του ήταν ακόμη κρίσιμη και επιβάλλονταν να παραμείνει πλησίον της συζύγου του, που βρίσκονταν λόγω ψυχολογικής επιβαρύνσεως υπό ιατρική παρακολούθηση, καθώς και των δύο ανηλίκων τέκνων του, στην φροντίδα των οποίων δεν μπορούσε να συνεισφέρει η εδώ εγκατεστημένη μητέρα της συζύγου του λόγω της εισαγωγής της τότε σε νοσοκομείο.
Η Διεύθυνση Διοικήσεως του Υπουργείου ικανοποίησε το αίτημα αυτό και του χορήγησε άδεια χωρίς αποδοχές από 9.31999 έως 31.5.1999. Όταν έληξε η άδεια αυτή και πάλι ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε στην Υπηρεσία του γιατί εξακολούθησε η κατάσταση της υγείας του νεογέννητου τέκνου του να είναι ιδιαίτερα κρίσιμη.
Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την από 10.3.1999 ιατρική έκθεση του Ρηνανικού Πανεπιστημίου Friedrich Wilhelm (ιατρικά ιδρύματα - Κέντρο Παιδιατρικής - Τμήμα Παιδοκαρδιολογίας), το παιδί γεννήθηκε με συγγενή διαμαρτία της καρδιάς (έλλειψη του μυϊκού μεσοκοιλιακού διαφράγματος) και καρδιακές αρρυθμίες (κολπικές εκτακτοσυστολές).
Για την ασθένεια αυτή διακομίστηκε μετά τη γέννησή του στη μονάδα εντατικής θεραπείας νεογνών, όπου και παρέμεινε επί εννέα ημέρες. ΄Εκτοτε συνέχισε να βρίσκεται υπό στενή παιδοκαρδιολογική παρακολούθηση μέσω των εξωτερικών ιατρείων της Παιδιατρικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Βόννης, όπου διεξάγονταν τακτικοί έλεγχοι με υπερηχοκαρδιογραφήματα και ηλεκτροκαρδιογραφήματα.
Λόγω της καρδιακής αυτής διαμαρτίας ήταν αναγκαία η υποβολή του και κατά την περαιτέρω εξέλιξή του σε τακτικούς παιδοκαρδιολογικούς ελέγχους από Ιατρικό Κέντρο ή Παιδιοκαρδιολόγο με κατάλληλη εξειδίκευση. Συγχρόνως η σύζυγός του βρίσκονταν τότε υπό φυσική και ψυχολογική επιβάρυνση εξαιτίας του προβλήματος της υγείας του παιδιού τους, αλλά και λόγω της επιπρόσθετης ευθύνης της για την ανατροφή των άλλων δύο ανηλίκων τέκνων τους.
Γι΄ αυτό και οι θεράποντες ιατροί είχαν υποδείξει την παραμονή του πλησίον της οικογένειάς του για χρονικό διάστημα μέχρι και εννέα μήνες από τη γέννηση του τέκνου του. Ο ενάγων για τα οικογενειακά αυτά προβλήματα, που τον ανάγκαζαν να παραμείνει πλησίον της οικογένειάς του στη ...., ενημέρωνε ανελλιπώς τον Προϊστάμενό του από το έτος 1998 ....., όπως και για το ότι δεν ήταν σε θέση να προβλέψει την ακριβή διάρκεια της αναγκαίας απουσίας του.
΄Ετσι ο ενάγων, έχοντας τη διαβεβαίωση του Προϊστάμενου του πως θα δικαιολογούνταν και η μετά την 1.6.1999 απουσία του από την Υπηρεσία, μόλις αποκαταστάθηκε η υγεία της μητέρας της συζύγου του και κατέστη δυνατή η μετάβασή της στη .... και η εγκατάσταση αυτής στην εκεί οικία του προς συμπαράσταση στην οικογένειά του, ζήτησε με την από 8.7.1999 αίτησή του παράταση της προηγουμένης αδείας του άνευ αποδοχών μέχρι και 31.7.1999.
Όμως δύο ημέρες πριν την κατάθεση της αίτησης αυτής η Γενική Διευθύντρια του Υπουργείου Τύπου και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, υπέγραψε την 14306/Ζ/2146/6.7.1999 απόφαση, σύμφωνα με την οποία "διαπιστώνεται ότι λύεται από 1.6.1999 η σχέση εργασίας του ενάγοντος δημοσιογράφου με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του άνω Υπουργείου, από υπαιτιότητα του μισθωτού, δεδομένου ότι από την ημερομηνία αυτή απουσιάζει αδικαιολόγητα από τα υπηρεσιακά του καθήκοντα και η απουσία του αυτή θεωρείται ως σιωπηρά εκ μέρους του καταγγελία της σύμβασης εργασίας του".
Η απόφαση αυτή παραδόθηκε στο Ταχυδρομείο Αθηνών για αποστολή στη .... στις 12.7.1999, ο αναιρεσίβλητος δε αμέσως μετά την παραλαβή της κοινοποίησε στις 21.7.1999 στο εναγόμενο εξώδικη επιστολή του, με την οποία διαμαρτυρήθηκε για την απροσδόκητη αυτή απόφαση μετά τις διαβεβαιώσεις όλων των υπηρεσιακών παραγόντων για πλήρη κατανόηση της επιτακτικής ανάγκης για την παραμονή του πλησίον της οικογένειάς του, και, θεωρώντας ενεργό τη μεταξύ τους σύμβαση, δήλωσε ότι μετά την 31.7.1999 θα προσέλθει στην υπηρεσία του προς ανάληψη των καθηκόντων του.
Πράγματι την επόμενη της 31.7.1999 εργάσιμη ημέρα εμφανίστηκε στο Υπουργείο προς ανάληψη υπηρεσίας, πλην όμως δεν έγιναν αποδεκτές οι υπηρεσίες του. Το Εφετείο έκρινε, ότι υπό τις ανωτέρω συνθήκες και περιστάσεις υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αποχή του ενάγοντος από την εργασία του, της αιτίας αυτής, της επιβεβλημένης από τους ιατρούς χρονικής διάρκειας, καθώς και της ελλείψεως -όπως δέχθηκε- υπαιτιότητας από την πλευρά του ενάγοντος, ο οποίος με το από 26.3.1999 έγγραφό του προς τον Γενικό Γραμματέα Ενημέρωσης του ανωτέρω Υπουργείου, επικαλούμενος όλους τους πιο πάνω οικογενειακούς λόγους και προκειμένου να παράσχει τις υπηρεσίες του σε τόπο πλησίον της οικογένειάς του, ζήτησε να τοποθετηθεί το συντομότερο δυνατόν στο Γενικό Προξενείο της .... (αίτημα που επανέλαβε και με την τελευταία από 8.7.1999 άνω αίτησή του), η απουσία του αυτή είναι δικαιολογημένη.
Και ότι, συνεπώς, δεν πρέπει να θεωρηθεί, κατ΄ αντικειμενική κρίση και σύμφωνα με τις από τα άρθρα 200 και 288 ΑΚ συναγόμενες αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, ότι συνιστά σιωπηρή δήλωση βουλήσεως για λύση της εργασιακής του συμβάσεως, η οποία δεν λύθηκε την 1.6.1999 αλλά είναι σε ισχύ. Αφού δε εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς το πρώτο αίτημά της και αναγνώρισε ότι η σύμβαση εργασίας του είναι σε ισχύ και δεν λύθηκε με σιωπηρή εκ μέρους του καταγγελία.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ζήτημα αν είναι δικαιολογημένη η απουσία του αναιρεσιβλήτου από την Υπηρεσία του και μετά την 1.6.1999. Ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι ενημέρωνε ανελλιπώς για τα οικογενειακά του προβλήματα τον Προϊστάμενο του .....
και ότι αυτός τον διαβεβαίωνε ότι θα δικαιολογούνταν η απουσία από την υπηρεσία του μετά την 1.6.1999, δεν διευκρινίζει γιατί ο αναιρεσίβλητος δεν απευθύνθηκε στην αρμόδια προς τούτο Διεύθυνση Διοίκησης της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Τύπου και ΜΜΕ, ενημερώνοντας αυτή για τα οικογενειακά του προβλήματα, όπως έπραξε με τις δύο προηγούμενες αιτήσεις του περί χορηγήσεως αδείας με αποδοχές και χωρίς αποδοχές, η οποία σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 2 περ.
ββ του ΠΔ 258/30.6.1993 "περί Οργανισμού της Γενικής Γραμματείας Τύπου και Πληροφοριών" και το ΠΔ 181/1994 "περί συγκροτήσεως της Γ.Γ.Τ.Π. σε Υπουργείο Τύπου και Πληροφοριών", ήταν αρμοδία προς χορήγηση αδειών στο προσωπικό του Υπουργείου. Επίσης το Εφετείο δεν διευκρινίζει αν υπήρχε δυνατότητα από το νόμο χορηγήσεως στον αναιρεσίβλητο περαιτέρω άδειας άνευ αποδοχών, ούτε τέλος διευκρινίζει, γιατί αυτός δεν υπέβαλε προς τούτο αίτηση πριν ή αμέσως μετά τη λήξη την 1.6.1999 της προηγούμενης αδείας του στην ως άνω αρμόδια Υπηρεσία του Υπουργείου Τύπου.
΄Ετσι στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση και υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, γι΄ αυτό πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο σχετικός δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως που αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια αυτή. Μετά ταύτα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 246/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων τριάντα (330) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Δεκεμβρίου 2006. Και,
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Δεκεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ