Supreme Court dismisses appeal against conviction for slander, upholding lower court's detailed reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's appeal against a conviction for slander and libel. The appellant argued for a change in charges or procedural errors, but the court found the lower court's reasoning sufficient and free of logical gaps. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the costs of the appeal and the opposing party.
Legislator headnote
AI generatedArticles 362 and 363 of the Penal Code; The court established that a conviction for slander requires proof of a false statement made knowingly before third parties with intent to harm reputation, and that the lower court's detailed reasoning satisfies constitutional and procedural requirements for a valid judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2056 / 2018 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 2056/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Χυτήρογλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Ναυσικά Φράγκου, Βασιλική Ηλιοπούλου - Εισηγήτρια και Βασιλική Μπαζάκη - Δρακούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 27 Απριλίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καραγιάννη, (κωλυομένης της Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Σ. Δ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζήση Κωνσταντίνου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 339/2018 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Α. Τ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του δικηγόρου.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. Πρωτ. 3094/2018 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 423/2018.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος και τον πολιτικό ενάγοντα, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η υπό κρίση, υπ' αρ. πρωτ. 3094/2018, αίτηση-δήλωση προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ' αρ. 339/2018 τελεσίδικης απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης και καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης 3 μηνών, η οποία ανεστάλη επί τριετία, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 473 παρ. 2, 3, 474 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ) . Είναι συνεπώς τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 362 του ΠΚ "όποιος με οποιοδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτων ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή" και κατά το άρθρο 363 του Π.Κ. "αν στην περίπτωση του άρθρου 362 το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι είναι ψευδές τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, β) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του τελευταίου, γ) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και δ) άμεσος δόλος, συνιστάμενος στην ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διάδοσης ενώπιον του τρίτου του ψευδούς γεγονότος εν γνώσει του δράστη, με την έννοια της βεβαιότητας, ότι αυτό είναι ψευδές και δύναται να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου και δεν αρκεί απλός δόλος.
Ως "ισχυρισμός" νοείται η ανακοίνωση που προέρχεται από γνώμη ή πεποίθηση του ίδιου του δράστη ή από μετάδοση άλλου προσώπου, που υιοθέτησε ο δράστης, ενώ ως "διάδοση" νοείται η μετάδοση ανακοίνωσης άλλου προσώπου από τον δράστη, χωρίς αυτός να την υιοθετεί. Ως "γεγονός" νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό απόδειξης, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή στο παρόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια.
Δυσμενείς αξιολογικές κρίσεις ή χαρακτηρισμοί μπορεί να θεωρηθούν ως δυσφημιστικά γεγονότα, μόνο εάν υποκρύπτουν πραγματικά συμβάντα που προσβάλλουν την προσωπικότητα άλλου προσώπου ή συνάπτονται αναπόσπαστα με τέτοια συμβάντα και προσδιορίζουν την ποιοτική και ποσοτική βαρύτητά τους. Ακόμη ως "τιμή" νοείται η ηθική και προσωπική αξία που απολαμβάνει το φυσικό πρόσωπο ως ανθρώπινο όν και ως υποκείμενο της έννομης τάξης, ενώ ως "υπόληψη" νοείται η κοινωνική αξία αυτού, δηλαδή η εκτίμηση που αναγνωρίζεται και αποδίδεται στο φυσικό πρόσωπο ως στοιχείο της προσωπικότητάς του λόγω των ηθικών, πνευματικών, επαγγελματικών και λοιπών ικανοτήτων και δεξιοτήτων αυτού και της γενικότερης θετικής στάσης και δράσης του στο πλαίσιο της έννομης τάξης, της επαγγελματικής ή καλλιτεχνικής ενασχόλησης και της κοινωνικής συμβίωσης και συναναστροφής( ΑΠ 1176/2017, ΑΠ 611/2015, ΑΠ 196/2017)
ΙΙΙ. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ, όταν εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των αποδειχθέντων περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της (ΑΠ 8/2017).
Η ύπαρξη του δόλου, καταρχήν, δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, επειδή ενυπάρχει στη θέληση πραγμάτωσης των στοιχείων της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και εκδηλώνεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση με την πραγμάτωση των σχετικών περιστατικών, εκτός αν ο νόμος αρκείται σε ενδεχόμενο δόλο ή αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο της πράξης, όπως η τέλεση της πράξης με γνώση ορισμένου περιστατικού (άμεσος δόλος) ή ο σκοπός επέλευσης ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος (υπερχειλής δόλος).
Αυτό συμβαίνει και στο έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, που προβλέπεται από τα άρθρα 363 - 362 ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του οποίου απαιτείται άμεσος δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση του δράστη ότι είναι ψευδή όσα αυτός ισχυρίστηκε ή διέδωσε. Η ύπαρξη του άμεσου δόλου και η γνώση του ψευδούς γεγονότος πρέπει είτε να αιτιολογείται ρητά και ειδικά στην καταδικαστική απόφαση, με παράθεση των συγκεκριμένων περιστατικών, που θεμελιώνουν υπαγωγικά και δικαιολογούν τη σχετική κρίση είτε πρέπει (η γνώση του ψευδούς) να συνάγεται σαφώς ως αυτονόητη ή αναγκαία από τα περιστατικά που δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση ότι αποδείχτηκαν.
Διαφορετικά, η απόφαση δεν έχει την απαιτούμενη από τις παραπάνω διατάξεις αιτιολογία. Όμως, όταν υπάρχει στο σκεπτικό της απόφασης ρητή και ευθεία παραδοχή ότι ο υπαίτιος είχε προσωπική γνώση ή αντίληψη των αληθών γεγονότων και, ως εκ τούτου, είχε και γνώση του ψευδούς ισχυρισμού του ως προς αυτά ή το γεγονός που περιέχεται στον ψευδή ισχυρισμό και συνιστά το αντικείμενό του είναι ενέργεια ή παράλειψη του ίδιου του υπαιτίου ή συνδέεται αναπόσπαστα με το πρόσωπό του, ώστε αυτός να έχει, κατά λογική αναγκαιότητα, άμεση αντίληψη της αλήθειας του, οπότε η δικαστική διαπίστωση - παραδοχή, ότι ο σχετικός ισχυρισμός (για το γεγονός αυτό) είναι ψευδής, ενέχει αυτονοήτως και τη διαπίστωση - παραδοχή, ότι ο υπαίτιος είχε και γνώση του ψευδούς ισχυρισμού του, υπάρχει η απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, χωρίς να είναι αναγκαία η παράθεση και άλλων περιστατικών για τη θεμελίωση του άμεσου δόλου.(ΑΠ 1176/2017, ΑΠ 794/2017) Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για τη διαμόρφωση της καταδικαστικής κρίσης του, για την πληρότητα της αιτιολογίας, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά.
Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω και κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου ξεχωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ( ΑΠ 43/2016, 319/2015 ).
IV. Κατά το αρθ. 510 παρ. 1 στοιχ Ε' ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης συνιστά η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ΑΠ 817/2016, ΑΠ 1278/2016).
V. Στην προκείμενη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη υπ' αρ. 339/2018 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του και μνημονεύει κατ' είδος, αποδείχθηκαν τα εξής: << Στις 27-9-2011, κατά τη συζήτηση αιτήματος χορήγησης προσωρινής διαταγής στον εντολέα του πολιτικώς ενάγοντος Χ.
Κ. περί αναστολής εκτελέσεως της επισπευδομένης σε βάρος του αναγκαστικής εκτέλεσης, μέχρις εκδικάσεως της σχετικής αιτήσεως αναστολής, ενώπιον του Προέδρου Υπηρεσίας του Πρωτοδικείου Αθηνών, του Χ. Κ., του Φ. Α., της δικηγόρου Βασιλικής Σταματοπούλου, της δικηγόρου Μαρίας Μπολάνου αλλά και των λοιπών παρισταμένων, ο κατηγορούμενος, ο οποίος επρόκειτο να εκπροσωπήσει τη σύζυγό του Ά.
Θ. (που επέσπευδε την αναγκαστική εκτέλεση ), καθότι και πληρεξούσιος δικηγόρος της, με σκοπό την απόρριψη του αιτήματος του αντιδίκου της, ενώ ο πολιτικώς ενάγων είχε αρχίσει να εκθέτει τα επιχειρήματα του εντολέα του, με πρόθεση ισχυρίσθηκε τα κατωτέρω ψευδή γεγονότα, εν γνώσει της αναληθείας τους για τον πολιτικώς ενάγοντα και συγκεκριμένα ότι είναι είναι απατεώνας, είναι κλέφτης, έφαγε εκατομμύρια στην Εθνική Ασφαλιστική και τον έδιωξαν, ο Κ.
δεν φταίει αλλά ο πολιτικώς ενάγων τον έβαλε για να του φάει λεφτά, και ότι έχει τιμωρηθεί από το Δικηγορικό Σύλλογο, γεγονότα, τα οποία μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του πολιτικώς ενάγοντος . Επίσης, στις 12,17 και 18-10-2011 στο γραφείο του ο κατηγορούμενος, ενώπιον του Χ. Κ. και της συζύγου του, οι οποίοι τον επισκέφθηκαν προκειμένου να κλείσει συμβιβαστικά η υπόθεση τους, απεκάλεσε τον πολιτικώς ενάγοντα κλέφτη, απατεώνα, ανίκανο δικηγόρο που έκλεψε την εθνική ασφαλιστική και γι αυτό τον έδιωξαν και ότι δεν έπρεπε να τον έχει ο Χ.
Κ. δικηγόρο, υποδεικνύοντας στον τελευταίο να αλλάξει δκηγόρο, γεγονότα που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του πολιτικώς ενάγοντος, να τον διασύρουν και να τον απαξιώσουν στα μάτια του εντολέα του ο ως άνθρωπο και ως δικηγόρο. Τα ανωτέρω αποδεικνύονται από τις σαφείς και εξ ιδίας αντιλήψεως καταθέσεις των παρόντων μαρτύρων και εκ του ότι ο πολιτικώς ενάγων ουδέποτε έχει τιμωρηθεί πειθαρχικά από τον Δ.Σ.Α.
Την αναλήθεια των ανωτέρω εγνώριζε ο κατηγορούμενος καθώς κατά το παρελθόν είχαν υπάρξει συνεργάτες με τον πολιτικώς ενάγοντα και συνεργάζονταν στο ιδιο γραφείο, ενώ επί σειρά ετών διατηρούσαν φιλικές σχέσεις . Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι ενήργησε ως πληρεξούσιος δικηγόρος για την προστασία δικαιώματός του και από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, καθότι στην από 12-4-1996 δήλωση του Κ.
Π. αυτός αποδέχεται πλήρως την οφειλή του, όπως περιγράφεται στην 944/94 διαταγή πληρωμής, που ο πολιτικώς ενάγων επικαλέσθηκε ως εξοφλητική απόδειξη αβασίμως, κρίνεται απορριπτέος, διότι οι επίμαχοι ισχυρισμοί του δεν αφορούσαν ζητήματα που ερευνούσε το Δικαστήριο όπου συνεζητείτο η αίτηση προσωρινής διαταγής και, όπως διατυπώθηκαν, αποδείχθηκαν συκοφαντικά,οπότε το άδικο της πράξης του δεν αίρεται, κατ' άρθρο 367 παρ. 2 ΠΚ .
Κατά συνέπεια, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για την πράξη που του αποδίδεται και όχι αυτής της εξύβρισης, όπως αβασίμως αιτείται.>> Στη συνέχεια κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για συκοφαντική δυσφήμηση κατ' εξακολούθηση, διότι με πρόθεση ισχυρίσθηκε και εν γνώσει της αναλήθειάς τους για τον Α.
Τ., τα εξής ψευδή γεγονότα : <<Α) Στις 27-9-2011 περί ώρα 11.00 στον β' όροφο του κτιρίου 4 του Πρωτοδικείου Αθηνών κατά τη συζήτηση αιτήματος χορήγησης προσωρινής διαταγής στον εντολέα του Χ. Κ. περί αναστολής εκτελέσεως της επισπευδομένης σε βάρος του εκτέλεσης, μέχρις εκδικάσεως της σχετικής αιτήσεως αναστολής, ενώπιον της Προέδρου Υπηρεσίας του Πρωτοδικείου Αθηνιόν Αφροδίτης Βελισσαράτου, του Χ.
Κ., του Φ. Α., της δικηγόρου Βασιλικής Σταματοπούλου, της δικηγόρου Μαρίας Μπολάνου αλλά και παντός τρίτου παρισταμένου τα εξής: "Είναι απατεώνας, είναι κλέφτης κ. Πρόεδρε, έφαγε εκατομμύρια στην ….. και τον διώξανε, ο Κ. δεν φταίει τίποτε, αυτός (εννοώντας τον ως άνω παθόντα) τον έβαλε για να του φάει λεφτά, πηγαίνετε στο Δικηγορικό Σύλλογο κ.
Πρόεδρε να δείτε πόσες φορές έχει τιμωρηθεί", πράγμα το οποίο μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του. Β) Στις 12-10-2011, στις 17-10-2011 και στις 18-10-2011 στο γραφείο του επί της οδού ... ενώπιον του Χ. Κ. και της συζύγου του Ε. Κ. στις 12-10-2011 και στις 17-10-2011 και στις 18-10-2011 ενώπιον του Χ. Κ., οι οποίοι τον επισκέφθηκαν στο γραφείο προκειμένου να κλείσει συμβιβαστικά η υπόθεση τους, αντί να συζητούν για την υπόθεση τους, απεκάλεσε τον ως άνω εγκαλούντα "κλέφτη, απατεώνα, ανίκανο δικηγόρο που έκλεψε την εθνική ασφαλιστική και γι αυτό τον έδιωξαν και ότι δεν έπρεπε να τον έχει ο Χ.
Κ. δικηγόρο", υποδεικνύοντας του μάλιστα εμμέσως πλην σαφώς να τον αλλάξει, πράγμα το οποίο μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του, να τον διασύρει, να τον μειώσει και νατον απαξιώσει στα μάτια των εντολέων του και να τον πλήξει σε όλον τον επαγγελματικό του χώρο και κύκλο ως άνθρωπο και ως δικηγόρο>>.
VI. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, η οποία συντίθεται από το σκεπτικό και το διατακτικό της που αλληλοσυμπληρώνονται, την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των στοιχείων που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία καταδίκασε τον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους νομικούς συλλογισμούς υπαγωγής αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ. 2, 98, 362,363 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία και έτσι δεν στέρησε αυτήν νόμιμης βάσης .
Οι μερικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντα είναι αβάσιμες, καθόσον: Α) προσδιορίζονται τα μειωτικά για την τιμή και υπόληψη του πολιτικώς ενάγοντα ψευδή γεγονότα και οι συναπτόμενοι απόλυτα με αυτά εξυβριστικοί χαρακτηρισμοί, που ισχυρίσθηκε ο κατηγορούμενος ενώπιον τρίτων, και αναφέρονται επαρκώς τα έχοντα ως βάση την επαγγελματική συνεργασία και δη στο ίδιο γραφείο αλλά και τις φιλικές σχέσεις των διαδίκων πραγματικά περιστατικά, θεμελιούμενα μάλιστα σε ιδία του κατηγορουμένου αντίληψη, από τα οποία προκύπτει με βεβαιότητα η γνώση αυτού (κατηγορουμένου) για την αναλήθεια των άνω γεγονότων καθώς και η θέλησή του να ισχυρισθεί αυτά .
Β) ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας, περί μεταβολής της κατηγορίας από συκοφαντική δυσφήμηση σε εξύβριση, δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό αλλά είναι αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός και συνεπώς το Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει ειδικώς σε αυτόν και να διαλάβει ειδική αιτιολογία για την απόρριψή του, αφού με την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την ενοχή για τη συκοφαντική δυσφήμηση απάντησε απορριπτικά στον ισχυρισμό αυτό.
Συνεπώς, οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης είναι αβάσιμοι και ως εκ τούτου απορριπτέοι.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ.583 παρ.1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (αρθρ.176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αρ. πρωτ. 3094/2018, αίτηση-δήλωση του Σ. Δ. προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ' αρ. 339/2018 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ καθώς και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος που ανέρχεται σε πεντακόσια (500) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Νοεμβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ