Supreme Court allows appeal against defamation judgment due to failure to prove falsity of alleged defamatory facts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against a lower court's judgment on defamation charges. The appellants argued that the lower court erred by failing to require proof of the falsity of the alleged defamatory facts, which is a mandatory element under Article 363 of the Criminal Code. The court agreed, noting that the lower court incorrectly applied the principle that truth is not a defense in defamation cases, thereby violating substantive law. Consequently, the appeal was granted, the case was remitted for retrial, and the respondent was ordered to pay the appellants' legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 362 and 363 of the Criminal Code; The court must verify the falsity of alleged defamatory facts as a constitutive element of the crime, and a lower court's failure to do so constitutes a ground for cassation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2056 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2056/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σακκά, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα - Εισηγήτρια, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Μ. του Δ., ως κληρονόμου της αρχικής διαδίκου Κ. και 2) Δ. Μ., κατοίκων .... Ο 1ος αναιρεσείων εκπροσωπήθηκε από τον Δ. Μ., ήδη 2ο αναιρεσείοντα, ο οποίος ανακάλεσε την από 10-9-2017 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο για τον 1ο αναιρεσείοντα και για τον εαυτό του αυτοπροσώπως, λόγω της ιδιότητάς του ως δικηγόρος.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Γ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-3-2003 αγωγή της αρχικής διαδίκου Κ. Μ. και του ήδη 2ου αναιρεσείοντος και την από 4-4-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2060/2006 (επί της πρώτης αγωγής) και 2061/2006 (επί της δεύτερης αγωγής) μη οριστικές του ίδιου Δικαστηρίου, 4999/2003 του ίδιου Δικαστηρίου, που συνεκδίκασε τις ως άνω αγωγές και 338/2016 του Εφετείου Πειραιώς.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-9-2016 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο αυτοπροσώπως παραστάς δεύτερος αναιρεσείων και ταυτόχρονα πληρεξούσιος του πρώτου αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 του Π Κ, όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης, και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης.
Έτσι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης αμφοτέρων των ως άνω εγκλημάτων απαιτείται ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο, ενώπιον τρίτου, για κάποιον άλλο, γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του. Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου, αναγόμενο στο παρόν ή παρελθόν, υποπίπτον στις αισθήσεις και δυνάμενο να αποδειχθεί το οποίο αντίκειται προς την ηθική και ευπρέπεια.
Όμως, δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσης, ακόμη δε και χαρακτηρισμός, οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται, συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία, στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας, δηλαδή μόνον όταν συνδέονται και σχετίζονται με το γεγονός κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικώς να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική του βαρύτητα, άλλως μπορεί να αποτελούν εξύβριση κατά το άρθρο 361 του Π.Κ. (ΑΠ1455/2014).
Εξάλλου, από τις ίδιες προαναφερόμενες διατάξεις, σαφώς προκύπτει ότι, η συκοφαντική δυσφήμηση προϋποθέτει, σε κάθε περίπτωση, την αναλήθεια του δυσφημιστικού γεγονότος, την οποία το δικαστήριο οφείλει να ερευνήσει, αφού αποτελεί στοιχείο του αδικήματος, ακόμη δηλαδή και όταν αφορά στον οικογενειακό ή ιδιωτικό βίο του δυσφημιζόμενου.
Επομένως, η διάταξη του άρθρου 366παρ.1ΠΚ που αναφέρει ότι,: "....Η απόδειξη όμως της αλήθειας του γεγονότος απαγορεύεται όταν αυτό αφορά αποκλειστικά σχέσεις του οικογενειακού ή ιδιωτικού βίου που δεν θίγουν το δημόσιο συμφέρον και ο ισχυρισμός ή η διάδοση έγινε κακόβουλα", δεν έχει έδαφος εφαρμογής στη συκοφαντική δυσφήμηση, παρά μόνο στην απλή δυσφήμηση (ΑΠ395/2013,971/1990).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559αριθμ.1ΚΠολΔ,αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ10/2011,7/2006).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ24/2015).
Κατά την έννοια, εξάλλου, του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559ΚΠολΔ,η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.
ΑΠ1/1999). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της (ΟλΑΠ15/2006). Αντίφαση δε στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχτηκε αυτή, ώστε σε συνδυασμό με το διατακτικό να κριθεί περαιτέρω, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε(ΑΠ 1131/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, συνεκδικάζοντας εφέσεις των διαδίκων κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχαν απορριφθεί αντίθετες αγωγές τους, για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα:"Η αρχική ενάγουσα στην πρώτη αγωγή Κ.
Μ. υπήρξε αδελφή της αποβιώσασας στις 27-2-2005 Α. Λ.. Όμως μεγάλης εκτάσεως δικαστική διένεξη είχε δημιουργηθεί μεταξύ των αδελφών, ήτοι μεταξύ της αρχικής ενάγουσας και της Α. Λ., αφενός με αφορμή την από 5-6-2002 αίτηση που υπέβαλε η τελευταία για να τεθεί υπό δικαστική συμπαράσταση η αδελφή τους Μ. Β., η οποία όσο ζούσε διέμενε μαζί με την Α.
Λ., και αφετέρου μετά το θάνατο της Μ. Β., στις 30.8.2003, σε σχέση με κάποιες αμοιβαίες κληρονομικές αμφισβητήσεις επί της κληρονομιαίας περιουσίας επί της οποίας αποκλειστική κληρονόμο ;σε σχέση με όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία είχε εγκαταστήσει δυνάμει της από 10.3.2002 ιδιόγραφης διαθήκης της την Α. Λ.
και είχε συστήσει καταπίστευμα σε βάρος της κληρονομιαίας περιουσίας και υπέρ του ειδικά αναγνωρισμένου σωματείου με την επωνυμία "ΠΑΙΔΙΚΑ ΧΩΡΙΑ SOS ΕΛΛΑΔΟΣ" και στη συνέχεια με την από 18-5-2004 αγωγή της Κ. Μ., έχουσας ως αντικείμενο τη δικαστική αμφισβήτηση της γνησιότητας της από 10-3-2002 ιδιόγραφης διαθήκης της κληρονομουμένης Μ.
Β.. Αναφέρεται ότι η Κ. Μ. μετά τον, κατά τις 4.4.2012 θάνατο της, κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τους μοναδικούς εγγύτερους συγγενείς της, τον υιό της Ι. Μ. και το σύζυγο της και πληρεξούσιο δικηγόρο της Δ. Μ. (ήδη αναιρεσείοντες). Μετά δε την κατά τις 25.5.2012 αποποίηση από τον τελευταίο της επαχθείσας σ’ αυτόν κληρονομιάς, μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος της αρχικής ενάγουσας και νόμιμος συνεχιστής της ανοιγείσας ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου δίκης είναι ο υιός της και ήδη εκκαλών, Ι.
Μ., ο οποίος έχει πλέον καταλάβει τη δικονομική θέση της αρχικής ως άνω διαδίκου. Στο πλαίσιο της μεταξύ της Α. και Κ. Λ. αντιδικίας η πρώτη απέστειλε στις 4.2.2003 στους ενάγοντες (ήτοι στην Κ. Λ. και το σύζυγο της Δ. Μ. με την ιδιότητα του δικηγόρου) της πρώτης αγωγής την από 3-2-2003 εξώδικη δήλωση - πρόσκληση, απευθυνόμενη ενώπιον παντός αρμοδίου δικαστηρίου στην οποία ανέφερε αυτολεξεί: "Σας γνωρίζω ότι το θέμα μου με την θυρίδα της Εμπορικής Τραπέζης Πειραιώς, απολύτου ιδιοκτησίας μου δεν έκλεισε εισέτι και πρέπει ως συγγενείς άνθρωποι πού είμεθα να λυθεί και να μου επιστραφούν όλα τα αντικείμενα μου τα οποία έχετε αφαιρέσει. 2.
Από την ασθενή αδελφή μας Μ. Β. όταν εκείνη ήταν στην κλινική ... υπό νοσηλεία και μάλιστα την περίοδο εκείνη ΒΑΡΕΙΑ ΑΡΡΩΣΤΗ, αποσπάσατε κάποιο Πληρεξούσιο, του οποίου αντίγραφον έλαβα με Εισαγγελική παραγγελία από την Συμβολαιογράφο, τα στοιχεία του οποίου πληροφορήθηκα σε δικαστική μας διένεξη και χωρίς να αναφερθώ σε περισσότερα, επί του παρόντος θα ήθελα να παράσχετε εξηγήσεις.
Εξηγήσεις, ΔΙΟΤΙ κατά το διάστημα πού εγώ και η αδελφή μας είμαστε εις την κλινική ... του Πειραιά, είχατε επισκεφθεί την κατοικία της αδελφής μας Μ. Β. ήτοι το διαμέρισμα, εις την ... και επίσης είχατε επισκεφτεί και την Τράπεζα ..., όπου εκεί διατηρούσε Θυρίδα η αδελφή μας, Μ. Β. και πού είχατε και έχετε το ένα κλειδί αυτής της Θυρίδας.
ΑΚΟΜΗ ΚΑΤΑ ΤΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ ΤΗΣ ΕΙΣ ΤΗΝ Κλινική ... και της εις το Τζάνειο Νοσοκομείον ολιγοήμερης εισαγωγής εμού ως ασθενούς είχατε και τά κλειδιά του διαμερίσματος μου και την ταυτότητά μου. Από την μέχρι σήμερα έρευνα μου, χωρίς να έχει ολοκληρωθεί αυτή διαπιστώνω ότι σημαντικής αξίας περιουσιακά στοιχεία της αδελφής μου έχουν εξαφανισθεί, η θυρίδα της εις το κατάστημα Πεύκης έχει ανοιχθεί στις 26.11.2001 με απομίμηση της υπογραφής μου, καθότι εγώ ήμουν η πληρεξούσια και αντιπρόσωπος της, και ούτε εγώ, ούτε η αδελφή μου ανοίξαμε την θυρίδα, ούτε καν μπορεί να γίνει υπαινιγμός εις βάρος της Τραπέζης, όταν μάλιστα κλειδί έχω εγώ και εσείς.
Από την αδελφήν μας, έχουν εξαφανιστεί σημαντικής αξίας έγγραφα, της τάξεως των 162.000.000 εκατομμυρίων δραχμών, πού η αδελφή μου μας είχε δηλώσει ότι είχε εις την κατοχή της και πού εκείνη συνήθιζε να διατηρεί ως οιονεί ομόλογα, δεσμευμένες καταθέσεις συνήθως ετήσιας χρονικής περιόδου και κάθε φορά επιστώνετο ο λογαριασμός της με την ένδειξη πίστωση τίτλων..
Ο Λογαριασμός της αδελφής μας ... στο Κατάστημα Πεύκης ... στις 24.12.2001 έχει ανάληψη ποσού 40.205,43 ΕΥΡΩ, δηλαδή περίπου δέκα τρία εκατομμύρια πρώην δραχμές ενώ η αδελφή μας Μ. Β. ήταν εις την κλινική και εσείς είχατε πληρεξούσιο και ΔΕΝ έχετε, δι αυτήν πληρώσει ποσόν τι. Ακόμη η αδελφή μας είχε, τίτλους πού είχαν εκδοθεί το 2001 και δη έναν ποσού α) 100.135.000 β) ποσού 36.699.330 και γ) 20.001.957 και καταθέσεις και δεν ανευρίσκονται.
Αυτοί οι τίτλοι ΔΕΝ έχουν βρεθεί. ΣΑΣ ΚΑΛΩ ΛΟΙΠΟΝ, εν όψει των όσων σας εξέθεσα και εν όψει του γεγονότος ότι έχω διοριστεί έστω με προσωρινή απόφαση του Δικαστηρίου προσωρινώς συμπαραστάτης της αδελφής μου και δικαιούμαι να επιμελούμαι αυτής και να ενεργώ προς διατήρηση της περιουσίας της. Να μας δηλώσετε εγγράφως σε προθεσμία πέντε ημερών από επιδόσεως παρούσης μου 1) Ποία η τύχη των αναληφθέντων στις 24-12-2001, 40.205,43 ΕΥΡΩ. 2) Ποία η τύχη των άνω τίτλων. 3) Να μου επιστρέψετε το κλειδί της Θυρίδας που διατηρεί η αδελφή μας εις το κατάστημα ΠΕΥΚΗΣ της ...
και το οποίον έχετε εις χείρας σας, ως επίσης και το κλειδί της δικής μου θυρίδος … ..., 4) Να μου γνωρίσετε αν υπάρχουν, επονόματί σας κοινοί μετά της Μ. Β. Λογαριασμοί και σε ποία Τράπεζα και Υποκαταστήματα αυτής ή ατομικός Λογαριασμός της αδελφής μας, πού να ανοίξατε εσείς ως πληρεξούσιοι της και σε ποία Τράπεζα. 5) Εάν κατέχετε εις χείρας σας κινητές αξίες, χρήματα, χρυσές λίρες, η άλλα παραστατικά χρηματιστηριακής αξίας για λογαριασμό η επονόματί της αδελφής μας Μ.
Β.. 6) Σας καλώ εν όψει της νομικής και πραγματικής θέσεως της αδελφής μας Μ. Β. νά απέχετε κάθε αναμείξεως εις τα τής περιουσίας της. 7) Σας καλώ επίσης νά ΠΑΥΣΕΤΕ ΚΑΘΕ εναντίον μου απειλή, προσβολή και συκοφαντία, διότι σε περίπτωση πού συμβεί κάτι εις εμέ θα φέρετε και την ευθύνη, των πράξεων σας. Αρμόδιος δικαστικός καθ1 ων αύτη απευθύνεται για να λάβουν γνώση και δια να επέλθουν και οι νόμιμες συνέπειες.
Αθήνα 3 Φεβρουάριου 2003.- Η εξωδίκως δηλούσα.- ...". Στη συνέχεια, μεταξύ άλλων, η Α. Λ. υπέβαλε την από 14-4-2003 (ABM -...) μήνυσή της ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιώς επ’ αφορμή της οποίας ασκήθηκε με την ...12.5.2003 παραγγελία του τελευταίου, ποινική δίωξη κατά της συμβολαιογράφου Π. Κ. για το κακούργημα της ψευδούς βεβαίωσης με σκοπό πορισμού σε άλλον αθέμιτου οφέλους υπερβαίνοντος το ποσό των 73.365,57 ευρώ και κατά των εναγόντων (της αρχικής ενάγουσας Κ.
Μ. και του ενάγοντος Δ. Μ.) για τα κακουργήματα: α) της από κοινού τελεσθείσας ηθικής αυτουργίας στην άνω αξιόποινη πράξη της ψευδούς βεβαίωσης με σκοπό αθέμιτου οφέλους υπερβαίνοντος το ποσό των 73.365,57 ευρώ, β) της απάτης τελεσθείσας κατά συναυτουργία με προξενηθείσα ζημία και προπορισθέν αντιστοίχως περιουσιακό όφελος υπέρ τα 73.365,57 ευρώ, γ) επιπλέον σε βάρος της Κ.
Μ. της εξακολουθητικής πλαστογραφίας μετά χρήσεως με σκοπό προσπορισμού στον εαυτό της περιουσιακού οφέλους βλάπτοντας τρίτον, συνολικά άνω των 73.000 ευρώ, οι οποίες φέρονται ότι τελέστηκαν στον Πειραιά και την Πεύκη κατά το χρονικό διάστημα από 26-11-2001 έως 19-12-201 σε βάρος των εγκαλουσών Α. Λ. και Μ. Β. και δ) της χρήσης ψευδούς βεβαίωσης εκδοθείσας με σκοπό προσπορισμού σε άλλον αθέμιτου οφέλους υπερβαίνοντας τα 73.365,57 ευρώ, η οποία φέρεται ότι τελέστηκε στην Πεύκη την 24.12.2001 σε βάρος των ως άνω εγκαλουσών.
Επί της εγκλήσεως αυτής εκδόθηκε το υπ’ αριθμ. 226/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιά, το οποίο αφενός μεν έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά του Δ. Μ. και της Κ. Μ. για την αξιόποινη πράξη της χρήσης ψευδούς βεβαίωσης εκδοθείσας με σκοπό προσπορισμού σε άλλον αθέμιτου οφέλους υπερβαίνοντος τα 73.365,57 ευρώ, αφετέρου δε, αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά όλων των ανωτέρω κατηγορουμένων για τις προαναφερομένες αξιόποινες πράξεις.
Το εν λόγω Βούλευμα έχει καταστεί ήδη αμετάκλητο, όπως αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο μετ’ επικλήσεως υπ’ αριθμ. ...27.5.2009 πιστοποιητικό του γραμματέα του Αρείου Πάγου. Διατείνονται, λοιπόν, οι ενάγοντες στην πρώτη αγωγή ότι ο εφεσίβλητος-εκκαλών Α. Γ. (ήδη αναιρεσίβλητος) με την ιδιότητα του πληρεξουσίου δικηγόρου της Α.
Λ., η οποία υπέγραφε το επίμαχο εξώδικο, τέλεσε σε βάρος τους τις αξιόποινες πράξεις της συκοφαντικής δυσφήμησης, της παράβασης καθήκοντος και της απόπειρας εκβίασης, καθόσον επιδιώκοντας να δημιουργήσει έντονη και ατέρμονη δικαστική διαμάχη μεταξύ αυτών και της ως άνω εντολέως του Α. Λ., για δικό του όφελος, συνέταξε το παραπάνω εξώδικο εμφανίζοντάς τους ως υπόπτους τέλεσης παράνομων πράξεων όσον αφορά στο άνοιγμα των τραπεζικών θυρίδων και την παράνομη παρακράτηση του περιεχομένου τους και του περιεχομένου τραπεζικών λογαριασμών.
Ωστόσο, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο ουδόλως αποδείχτηκε ότι ο εναγόμενος ενήργησε αυτόβουλα κατά τη σύνταξη της επίμαχης εξώδικης δήλωσης- πρόσκλησης, υπογεγραμμένης από την εντολέα του Α. Λ., απευθυνομένης προς τους ενάγοντες της πρώτης αγωγής. Ούτε και αποδείχτηκε ότι ενήργησε πέραν των ορίων της δοθείσας σε αυτόν εντολής και ανεξάρτητα από την αλήθεια ή μη των περιστατικών που αναφέρονται στο επίμαχο εξώδικο ότι ο εναγόμενος στην πρώτη αγωγή συμβούλευσε ο ίδιος την εντολέα του ως προς το περιεχόμενο του εν λόγω εξωδίκου, το οποίο συνέταξε και κατόπιν παρότρυνε την εντολέα του να θέσει μόνο αυτή την υπογραφή της.
Σε κάθε περίπτωση ως πληρεξούσιος δικηγόρος της Α. Λ. δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει αν τα όσα ισχυρίστηκε η εντολέας του στο επίμαχο εξώδικο έγγραφο ήταν ψευδή και ενόψει της έντονης κατά τα προαναφερθέντα σφοδρής δικαστικής διαμάχης δεν είχε απολύτως κανένα λόγο να μην πιστέψει τα όσα διέλαβε η εντολέας του σε αυτό και έτσι να αρνηθεί τη σύνταξή του.
Ωστόσο, το γεγονός ότι με το ανωτέρω Βούλευμα απηλλάγη η αρχική ενάγουσα μεταξύ των άλλων από τις κατηγορίες που διατύπωσε σε βάρος της η Α. Λ. (ότι δηλαδή η εν λόγω ενάγουσα παρουσιάστηκε στο Υποκατάστημα ... στις 26.11.2001 παραλαμβάνοντας το περιεχόμενο τής υπ’ ... θυρίδας της αδελφής της Μ. Β.) δεν καθιστά αδικαιολόγητη τη συμπεριφορά της Α.
Λ. να συντάξει και να αποστείλει στους ενάγοντες το επίμαχο εξώδικο, διότι διατηρούσε αυτή στερρά την πεποίθηση ότι όσα καταμαρτύρησε σε βάρος της αδελφής της Κ. Μ. ήταν αληθή, χωρίς εκ των πραγμάτων να δύναται ο δεύτερος εναγόμενος, πληρεξούσιος δικηγόρος της, ούτε εξάλλου επιβαλλόταν αυτό από την επαγγελματική δεοντολογία ούτε από τον ΚωδΔ, να μεταπείσει αυτή και να την αποτρέψει από τη σύνταξη και αποστολή αυτού (εξωδίκου).
Ως εκ τούτου, δεν προέκυψαν στοιχεία ικανά που να στοιχειοθετούν το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης εκ μέρους του εναγομένου με την εν γνώσει της αναλήθειας του ισχυρισμού ενώπιον τρίτου (εν προκειμένου ενώπιον του δικαστικού επιμελητή, ο οποίος επέδωσε στους ενάγοντες της πρώτης αγωγής το επίμαχο εξώδικο) που να μπορούσε να βλάψει κατ’ αυτόν τον τρόπο και με αυτό το περιεχόμενο την τιμή ή την υπόληψη των εναγόντων στην πρώτη αγωγή.
Αξίζει να αναφερθεί, ότι με τα δεδομένα αυτά και εφόσον δεν εξετάζεται η αλήθεια των επίμαχων ισχυρισμών η ανωτέρω συμπεριφορά του εναγομένου με την ιδιότητα του πληρεξουσίου δικηγόρου της Α. Λ. δε δύναται να εξεταστεί αν στοιχειοθετεί το έγκλημα της δυσφήμησης (άρθρο 362 ΠΚ) ή το έγκλημα της "εξύβρισης με τη μορφή" (άρθρο 361 παρ. 2 περίπτωση β’ της παρ. 2 ΠΚ), δεδομένου ότι η εξέταση από το Δικαστήριο της πλήρωσης ή μη των ειδικών υποστάσεων των εν λόγω εγκλημάτων συνδέεται με την απόδειξη της αλήθειας των γεγονότων που ισχυρίστηκε ή διέδωσε ο δράστης εντός των ορίων που προβλέπει η παρ. 3 του άρθρου 366 ΠΚ.
Αλλά ούτε και αποδείχτηκε ότι ο εναγόμενος στην πρώτη αγωγή τέλεσε τα εγκλήματα της παράβασης καθήκοντος και της απόπειρας εκβίασης που του αποδίδουν οι ενάγοντες στην πρώτη αγωγή, διότι α) για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της παράβασης καθήκοντος (άρθρο 259 Π Κ) απαιτείται ο υπαίτιος να έχει την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου κατά άρθρα 13 περ.
α’ και 263α Π Κ, την οποία ο εναγόμενος ως δικηγόρος δεν έχει και β) για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της εκβίασης (άρθρο 385 Π Κ) απαιτείται από το δράστη σκοπός αποκόμισης από τον ίδιο ή άλλον παράνομου περιουσιακού οφέλους, στοιχείο που δε συντρέχει επ’ αφορμή και μόνο της σύνταξης και επίδοσης του επίμαχου εξωδίκου.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχτηκε ότι ο εναγόμενος στην πρώτη αγωγή ενήργησε εντός του πλαισίου της εντολής που του δόθηκε από την εντολέα του Α. Λ., χωρίς να παρεκκλίνει από τους δικονομικούς κανόνες και σύμφωνα με τη δικηγορική δεοντολογία και στη συνέχεια απέρριψε την πρώτη αγωγή ως ουσία αβάσιμη, διαλαμβάνοντας ότι ο εναγόμενος δεν τέλεσε οποιαδήποτε αξιόποινη ούτε άλλης μορφής προσβολή της τιμής και της υπόληψης των εναγόντων στην πρώτη αγωγή ώστε να βαρύνεται με υποχρέωση αποζημίωσης κατά τις διατάξεις των άρθρων 57,59,914 και 932 του ΑΚ προς αποκατάσταση οποιασδήποτε μορφής ζημίας ή χρηματική ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και καλώς εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτόμενων όλων των περί του αντιθέτου με την έφεση ισχυρισμών των εκκαλούντων ως αβάσιμων.
Περαιτέρω, από το ίδιο ως άνω αποδεικτικό υλικό αποδείχτηκε ότι οι ενάγοντες στην πρώτη αγωγή και εναγόμενοι, ήδη εφεσίβλητοι (ήδη αναιρεσείοντες), στη δεύτερη από 4.4.2003 αγωγή του Α. Γ., ήδη εκκαλούντος(ήδη αναιρεσίβλητου), ισχυρίστηκαν σ’ αυτή (πρώτη αγωγή) σε απάντηση του επίμαχου εξωδίκου μεταξύ άλλων ως προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο της εντολέως Α.
Λ., Α. Γ., ότι: "Δυστυχώς, εκμεταλλεύθηκε "επαγγελματικά", σκληρά και ανάλγητα, μια πολύ σοβαρή άρρωστή κατάσταση, και με την τακτική του ΜΑΣ ΔΙΕΛΥΣΕ! Είναι ηθικός αυτουργός σε όλη αυτή την σκευωρία σε βάρος μας και συνένοχος με την μηνυομένη.". Αναμφισβήτητα, η φράση αυτή συνιστά μικτή αξιολογική κρίση, η οποία περιλαμβάνει ταυτόχρονα κρίση και γεγονός που συνδέεται με όσα οι εναγόμενοι ισχυρίζονται στο κείμενο της αγωγής τους και που μπορούν να βλάψουν την τιμή ή την υπόληψή του.
Συγκεκριμένα, με τη φράση "εκμεταλλεύτηκε "επαγγελματικά" σκληρά και ανάλγητα..."-αποδίδονται αρνητικοί χαρακτηρισμοί σε βάρος του προσώπου του ενάγοντος, ήτοι του αποδίδονται οι ιδιότητες του "εκμεταλλευτή" των εντολέων των, και μάλιστα σοβαρών άρρωστων καταστάσεων, όπως επίσης οι χαρακτηρισμοί του "σκληρού" και "ανάλγητου", ενώ τον εμφανίζουν συμμέτοχο σε σκευωρίες, ήτοι συμμέτοχο σε δολοπλοκίες, ιδιότητες που ουδόλως προσιδιάζουν στο επάγγελμα του δικηγόρου και που προσβάλουν αναμφισβήτητα την επαγγελματική του υπόληψη.
Όλα τα ανωτέρω οι ενάγοντες ισχυρίστηκαν την ως άνω πρώτη αγωγή τους (ο ενάγων Δ. Μ. και ατομικά) ενώπιον τρίτων (δικαστικού επιμελητή, γραμματέα του δικαστηρίου, δικαστών) αν και γνώριζαν ότι είναι ψευδή όπως γνώριζαν επίσης, -ούτε εξάλλου αποδείχτηκε ότι διατηρούσαν οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς τα γεγονότα αυτά- ότι οι ισχυρισμοί αυτοί μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και κυρίως την επαγγελματική υπόληψη του εναγομένου.
Με τα δεδομένα αυτά και εφόσον κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη στο έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, όπως εν προκειμένω, δε χωρεί απόδειξη της αλήθειας των γεγονότων στα οποία στηρίζονται οι επίμαχες αξιολογικές κρίσεις (επιχείρημα εξ αντιδιαστολής από το άρθρο 366 παρ. 1 εδ. α’ ΠΚ) πρέπει να θεωρηθεί από τούδε ότι στοιχειοθετείται το έγκλημα του άρθρου 363 Π Κ.
Αναμφισβήτητα, οι περιλαμβανόμενες στην ως άνω αγωγή φράσεις που προαναφέρθηκαν, είναι ιδιαίτερα δυσμενείς για τον Α. Γ. και εκδηλώνουν περιφρόνηση για το πρόσωπο του, ώστε να συνιστούν προσβολή της προσωπικότητάς του. Σημειωτέον και προς επίρρωση του δικανικού αυτού πορίσματος κρίνεται ότι η χρήση των προαναφερθεισών περιφρονητικών και συκοφαντικών φράσεων δεν ήταν αναγκαία για να καταστεί εφικτή από το Δικαστήριο η εκτίμηση των αγωγικών ισχυρισμών, αφού τα σχετικά περιστατικά, τα οποία αφορούν στην ως άνω επικαλούμενη συμπεριφορά του εκ των εναγομένων, Α.
Γ., μπορούσαν να εκτεθούν με πληρότητα, χωρίς να περιληφθούν οι φράσεις αυτές, που όμως χρησιμοποιήθηκαν για να προσβάλουν την τιμή και την επαγγελματική του υπόληψη. Επίσης, τα προεκτεθέντα δεν αφορούν μόνο στην αρχική ενάγουσα (Κ. Μ.) της υπό στοιχείο Α αγωγής και στον ενάγοντα στην ίδια αγωγή (Δ. Μ.), ατομικά ενεργούντα, αλλά και στον τελευταίο με την ιδιότητα του πληρεξουσίου δικηγόρου τής συζύγου του Κ.
Μ. και συντάκτη της αγωγής, ο οποίος ανεξαρτήτως του ότι ενήργησε στο πλαίσιο της σχετικής δικηγορικής εντολής, όφειλε κατά την εκτέλεση των σχετικών καθηκόντων του να τηρήσει το προσήκον μέτρο στην υπεράσπιση της εντολέως του, σύμφωνα με όσα επιτάσσει η επαγγελματική ευπρέπεια και δεοντολογία καθώς και ο Κώδικας Περί Δικηγόρων, αποφεύγοντας τη χρήση δυσμενών για το πρόσωπο του ενάγοντος στη δεύτερη αγωγή ισχυρισμών που δεν ήταν αναγκαίοι στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Περαιτέρω, από την ως άνω παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος Α. Γ., αυτός υπέστη ηθική βλάβη, λαμβανομένων δε υπόψη των εν γένει συνθηκών τέλεσης της προσβολής, του είδους αυτής, του βαθμού του πταίσματος των όπως τα στοιχεία αυτά προαναφέρθηκαν και εκτιμώνται βάσει των κανόνων της κοινής πείρας και λογικής, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο ως άνω ενάγων δικαιούται ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης αυτού, το ποσό των 3.000 ευρώ, ποσό που κρίνεται εύλογο μετά τη στάθμιση των κατά νόμων στοιχείων (άρθρο 932 ΑΚ)....".Με βάση τις άνω παραδοχές, το Εφετείο, αφού απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων και επεκύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε απορρίψει την από 2-3-2003 αγωγή του, δέχθηκε την έφεση του αναιρεσίβλητου και εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε κρίνει αντιθέτως και είχε απορρίψει και την από 4-4-2003 αγωγή του τελευταίου, κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 367παρ.1γΚΠολΔ,την οποία έκανε εν μέρει δεκτή και υποχρέωσε τους αναιρεσείοντες, καθένα εις ολόκληρον, να του καταβάλουν το άνω ποσό των 3.000ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο και με αυτά που δέχθηκε, στο αποδεικτικό του πόρισμα σε σχέση με την αποδοχή της αγωγής του αναιρεσιβλήτου, ως προς το οποίο και μόνο προσβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου της, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας, η οποία καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 Π.Κ.
Ειδικότερα, δεχόμενο το Εφετείο, ότι η περιεχόμενη στην από 2-3-2003 αγωγή των αναιρεσειόντων φράση "δυστυχώς εκμεταλλεύθηκε επαγγελματικά, σκληρά και ανάλγητα, μια πολύ σοβαρή άρρωστη κατάσταση, και με την τακτική του μας διέλυσε. Είναι ηθικός αυτουργός σε όλη αυτή τη σκευωρία σε βάρος μας και συνένοχος με την μηνυομένη", (την οποία απομονώνει από το όλο περιεχόμενο της εν λόγω αγωγής και στην οποία και μόνο στηρίζει το αποδεικτικό του πόρισμα για πρόκληση ηθικής βλάβης στον αναιρεσίβλητο), "συνιστά μικτή αξιολογική κρίση, η οποία περιλαμβάνει ταυτόχρονα κρίση και γεγονός που συνδέεται με όσα οι εναγόμενοι(ήδη αναιρεσείοντες) ισχυρίζονται στο κείμενο της αγωγής τους...", για να καταλήξει ότι με αυτή οι αναιρεσείοντες τέλεσαν το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμισης του αναιρεσίβλητου, δεν περιέχει παραδοχή για το ποιό είναι αυτό το δυσφημιστικό για τον αναιρεσίβλητο γεγονός, η ύπαρξη του οποίου όμως είναι απαραίτητη για τη στοιχειοθέτηση της συκοφαντικής δυσφήμησης, η οποία, τελικώς κατέληξε η προσβαλλόμενη απόφαση, ότι διεπράχθη, καθ’ ήν στιγμή μάλιστα, κρίνοντας επί της συνεκδικαζόμενης έφεσης των αναιρεσειόντων, την οποία απέρριψε (και ως προς την οποία δεν υφίσταται αναιρετικός λόγος), είχε δεχθεί ότι οι αναιρεσείοντες είχαν αμετάκλητα απαλλαγεί από τις κατηγορίες που τους αποδίδονταν με το υπογεγραμμένο από την πελάτισσα του αναιρεσίβλητου από 3-2-2003 εξώδικο.
Περαιτέρω, με την παραδοχή ότι, "στο έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης δεν χωρεί απόδειξη της αλήθειας των γεγονότων στα οποία στηρίζονται οι επίμαχες αξιολογικές κρίσεις (επιχείρημα εξ αντιδιαστολής από το άρθρο 366παρ.1εδ.αΠΚ)....και πρέπει να θεωρηθεί από τούδε ότι στοιχειοθετείται το έγκλημα του άρθρου 363ΠΚ" εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφενός μεν του άρθρου 363ΠΚ, που προϋποθέτει σε κάθε περίπτωση την απόδειξη της αναλήθειας του δυσφημιστικού γεγονότος, αφετέρου δε, του άρθρου 366παρ.1ΠΚ,η οποία όμως δεν ήταν, εν προκειμένω, εφαρμοστέα.
Επομένως, είναι βάσιμοι οι λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 559αριθμ.19 και Ι ΚΠολΔ, αντίστοιχα, όπως συμπληρώθηκαν με την παρούσα (αρθρ.562παρ.4ΚΠολΔ), ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών, λόγω της πλήρους αναιρετικής εμβέλειας αυτών που έγιναν δεκτοί. Πρέπει, συνεπώς, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το κεφάλαιο της που πλήττεται με την ένδικη αναίρεση, της αποδοχής δηλαδή της από 14-4-2014 έφεσης του αναιρεσίβλητου και κατ’ επέκταση της εν μέρει αποδοχής της από 4-4-2003 αγωγής του κατά των αναιρεσειόντων και να παραπεμφθεί, κατά το κεφάλαιο αυτό, η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που την εξέδωσαν (αρθρ.580παρ.3ΚΠολΔ).Πρέπει επίσης να διαταχθεί η απόδοση του καταβληθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου σ’ αυτούς (αρθρ.495παρ.4ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (αρθρ.176,183ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο, την 338/2016 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ίδιο κεφάλαιο, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στους αναιρεσείοντες.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Νοεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 14 Δεκεμβρίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ