Legislator Case Law & Legislation
2056/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for failure to consider non-autonomous arguments and insufficient reasoning.

Case Number 2056/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final labor court judgment regarding a contract termination dispute. The appellant argued the lower court ignored specific defense arguments and failed to adequately explain its reasoning on the employer's claim of legitimate interest in filing a criminal complaint. The court ruled that the appeal was inadmissible because the cited errors concern the evaluation of evidence rather than the consideration of autonomous legal claims.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 para. 8 lit. b; Art. 559 para. 19 lit. g of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the failure to consider non-autonomous arguments or insufficient reasoning regarding evidence evaluation is inadmissible.

Keywords

AI generated
appeal admissibility non-autonomous arguments insufficient reasoning evidence evaluation labor contract dispute criminal complaint filing costs of appeal

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 para. 8 lit. b of the Code of Civil Procedure
Art. 559 para. 19 lit. g of the Code of Civil Procedure
Art. 178 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2056 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2056/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε, δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Μ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Ιωάννη Νικολάου και Μάρκο Καραγιάννη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.

Της αναιρεσιβλήτου: της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΚΑΠΝΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΕΛΛΑΔΟΣ - ΣΕΚΑΠ ΑΕ", που εδρεύει στη .., έχει γραφεία στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Τσουμάνη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9 Δεκεμβρίου 1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1159/2001 προδικαστική, 4108/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 417/2011 οριστική του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22 Μαΐου 2012 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Καγκάνης, ανέγνωσε την από 5 Σεπτεμβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 559 αρ.8 περ.β' του ΚΠολΔικ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το' δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι ασκούντες ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, δηλαδή κάθε περιστατικό, το οποίο, αφηρημένο λαμβανόμενο, οδηγεί, κατά νόμο, στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση ή την αντένσταση δικαιώματος, ανεξάρτητα από τη βασιμότητα του, η οποία αποτελεί ζητούμενο της αποδεικτικής διαδικασίας και όχι προϋπόθεση αυτοτέλειας του ισχυρισμού (ΑΠ 87/2013, ΑΠ 609/2013).

Συνεπώς, δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο η παράλειψη του δικαστηρίου να απαντήσει στην προβαλλόμενη από τους διαδίκους άρνηση, αιτιολογημένη ή όχι, των θεμελιωτικών της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης κλπ, πραγματικών περιστατικών είτε στα επιχειρήματα ή στα συμπεράσματα των διαδίκων που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.

ΑΠ 469/84, ΑΠ 87/13). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται επίσης όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό, τον οποίο απέρριψε για οποιοδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (ΑΠ 179/13, ΑΠ 1126/13). Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η από το άρθρο 559 αρ 8 περ β' ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλόμενη απόφαση, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη τους παραδεκτώς ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου υποβληθέντες και λεπτομερώς στο αναιρετήριο δικόγραφο αναφερομένους ισχυρισμούς αυτού, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα αφενός την, προς απόκρουση της εκ του άρθρου 367 παρ.1 ΠΚ ένστασης της αναιρεσίβλητης, προταθείσα από τον ίδιο (αναιρεσείοντα) αντένσταση της υπάρξεως σκοπού εξυβρίσεως (αρθρ. 367 παρ 2 ΠΚ) και αφετέρου την, εκ της διαταχθείσας απόδειξης, αντληθείσα επιχειρηματολογία αυτού (αναιρεσείοντος) αναφορικά με τη συνδρομή των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν το αγωγικό δικαίωμα για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης για την προσγενόμενη σ' αυτόν ηθική βλάβη από την σε βάρος του διαπραχθείσα αδικοπραξία (συκοφαντική δυσφήμηση) της αναιρεσίβλητης, Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος κατά μεν το πρώτο σκέλος του ως αβάσιμος αφού, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (561 παρ.2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης η τελευταία έλαβε υπόψη την ως άνω αντένσταση, του αναιρεσείοντος, την οποία απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη με την αιτιολογία ότι "....δεν προκύπτει πρόθεση αυτής (αναιρεσίβλητης) κατευθυνόμενη ειδικώς στην προσβολή της τιμής και της υπολήψεως του ενάγοντος (αναιρεσείοντος) όπως αβάσιμα αυτός υποστηρίζει ..." κατά δε το δεύτερο σκέλος του ως απαράδεκτος αφού η φερόμενη ως μη ληφθείσα υπόψη επιχειρηματολογία δεν αποτελεί, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, πράγμα και επομένως δεν μπορεί να ελεγχθεί με τον από το αρθρ. 559 αρ 8 περ.

β' ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο. Κατά το άρθρο 559 αρ.11 περ.γ' του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζομένη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη, τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο.

Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση του αποδεικτικού μέσου, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του, αν δε πρόκειται για αποδεικτικό μέσο, που το πρώτον προσάγεται στην κατ' έφεση δίκη (άρθρο 527 Κ.Πολ.Δικ.), η επίκληση γίνεται με τις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης (Ολ. Α.Π. 23/2008, Α.Π. 197/2013, Α.Π. 481/2013).

Καμμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη-χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (μάρτυρες, έγγραφα, πραγ/νη, ένορκες βεβαιώσεις κ.λ.π.). Μόνο αν, από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει, κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.

Α.Π. 2/2008), ή κατ' άλλη έκφραση, αδιστάκτως βέβαιο (Ολ. Α.Π. 13-14-15/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 87, 483, 495, 1461/2013). Κατ' ακολουθίαν αυτών ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η από το αρθρ. 559 αρ 11γ' ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη τα νομίμως επικληθέντα και προσκομισθέντα από τον ίδιο έγγραφα και ειδικότερα την 9201/07 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε (τελεσίδικα) σχετική αγωγή αυτού (αναιρεσείοντος) κατά της αναιρεσίβλητης για αναγνώριση της ακυρότητας της γενομένης από την τελευταία καταγγελίας της μεταξύ τους σύμβασης εργασίας και επιδίκασης αποδοχών υπερημερίας καθώς και τις από 29-9-97 προτάσεις που κατέθεσε αυτή (αναιρεσίβλητη) ενώπιον του παραπάνω δικαστηρίου κατά τη σχετική συζήτηση της ασκηθείσας από τον αναιρεσείοντα έφεσης κατά της 3533/96 απόφασης του Μ.

Πρ. Αθηνών, το οποίο είχε απορρίψει την παραπάνω αγωγή του, από τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, προέκυπτε το βάσιμο των αγωγικών ισχυρισμών του, κρίνεται απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος αφού, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, η τελευταία έλαβε υπόψη τα παραπάνω αναφερόμενα έγγραφα με ρητή μεν αναφορά της 9201/07 απόφασης (σελ. 16 της απόφασης), με τη γενική δε μνεία της λήψης υπόψη "όλων ανεξαιρέτως των προσκομισθέντων μετ' επικλήσεως από τους διαδίκους εγγράφων" των από 29-9-97 προτάσεων, από τις οποίες (αναφορά και γενική μνεία), σε συνδυασμό και με το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν καταλείπεται καμμία αμφιβολία περί του ότι τα εν λόγω έγγραφα έχουν ληφθεί υπόψη για την διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, η αιτίαση του ερευνωμένου λόγου, κατά το δεύτερο σκέλος του, ότι από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο, αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της βασιμότητας της αγωγής του αναιρεσείοντος, πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση κρίνεται απαράδεκτη καθόσον, με την επίκλησή της πλήττεται η ανέλεγκτη , κατά το αρθρ. 561 παρ 1 ΚΠολΔ αναιρετικά αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 609/13, ΑΠ 1127/13).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι, ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος αν αυτό διατυπώνεται σαφώς δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 15/2006, ΑΠ 1022/13). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 193/13).

Τα επιχειρήματα δε του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η από το αρθρ. 559 αρ 19γ ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση της ανεπαρκούς αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης αναφορικά αφενός με την αποδοχή ως και ουσιαστικά βάσιμης της προβληθείσας από την αναιρεσίβλητη, προς απόκρουση της αγωγής του αναιρεσείοντος, ένστασης από το άρθρο 367 παρ.1γ' ΠΚ και αφετέρου την απόρριψη ως ουσιαστικά αβάσιμης της προβληθείσας από τον τελευταίο αντένστασης από το αρθρ. 367 παρ.1 ΠΚ αφού, για τη θεμελίωση της κατά τα άνω κρίσης της δέχθηκε ότι: "Όπως, όμως, αποδεικνύεται από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, η εναγόμενη υπέβαλε την επίμαχη μήνυσή της από δικαιολογημένο ενδιαφέρον για την διαφύλαξη και προστασία νομίμου δικαιώματός, της και συγκεκριμένα προς υπεράσπιση των συμφερόντων της έναντι της ασκηθείσας αγωγής του ενάγοντος περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του και περί καταβολής μισθών υπερημερίας και προκείμενου να ερευνηθούν και αξιολογηθούν οι πράξεις του από τα ποινικά δικαστήρια.

Εξάλλου, το περιεχόμενο της μηνύσεώς της δεν υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο για την διαφύλαξη των δικαιωμάτων της, ούτε προκύπτει πρόθεση αυτής κατευθυνόμενη ειδικώς στην προσβολή της τιμής και υπολήψεως τον ενάγοντος, όπως αβάσιμα αυτός υποστηρίζει, αν ληφθεί υπόψη και το γεγονός ότι η εν λόγω μήνυση υπεβλήθη μετά την ολοκλήρωση του ελέγχου και παράδοση της σχετικής εκθέσεως από τον ορκωτό ελεγκτή Δ. Γ., όταν πλέον η εναγόμενη είχε πλήρη εικόνα της όλης καταστάσεως" χωρίς όμως "να αναφέρει με σαφήνεια και πληρότητα από ποία συγκεκριμένα πραγματικά γεγονότα και από ποία συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι η αντίδικος (αναιρεσίβλητη) υπέβαλλε τη μήνυσή της από δικαιολογημένο ενδιαφέρον για τη διασφάλιση και προστασία νομίμων δικαιωμάτων της και συγκεκριμένα για την υπεράσπιση των συμφερόντων της έναντι της αγωγής μου που άσκηση για ακυρότητα της καταγγελίας και επιδίκασης μισθών υπερημερίας...".

Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος αφού οι επικαλούμενες ελλείψεις, αναγόμενες αποκλειστικά στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος δεν ελέγχονται, κατά τα αναφερθέντα στη μείζονα ως άνω σκέψη, με τον από το αρθρ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο. Κατ' ακολουθίαν αυτών, και ενόψει της μη υπάρξεως άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (αρθρ. 178, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-5-12 αίτηση αναίρεσης της 417/2011 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Πειραιά.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης ποσού δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Οκτωβρίου 2013

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 18 Νοεμβρίου 2013

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ