Supreme Court dismisses appeal against lower court's rejection of adverse possession claim due to lack of evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Thessaloniki Regional Court's decision rejecting an adverse possession claim. The appellant argued that the lower court erred in finding no evidence of possession between 1948 and 1968, despite a 1990 municipal council resolution acknowledging his use of the land. The court held that the resolution was merely a declaration of fact and did not constitute legal proof of possession, while the appellant's own witness testimony regarding cultivation was deemed unpersuasive due to the soil's unsuitability for farming.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(8) and 576(2) of the Code of Civil Procedure; An appeal against a judgment based on the absence of evidence for adverse possession is inadmissible when the lower court correctly found that a municipal council resolution declaring land use does not legally establish possession.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2056 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2056 /2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Παπαστεφανάκη.
Του αναιρεσίβλητου: Δήμου Θάσου, νόμιμα εκπροσωπούμενου, ως καθολικού διαδόχου της (ήδη καταργηθείσας) Κοινότητας Πρίνου Θάσου, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-11-1995 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 54/1998 του ίδιου Δικαστηρίου και 405/1999 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8-8-2002 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 16-2-2005 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη και ήδη Προέδρου Αρείου Πάγου Βασιλείου Νικόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη 2218γ'/31-10-2007 έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Καβάλας ... προκύπτει, ότι, κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του πληρεξούσιου δικηγόρου του αναιρεσείοντα, που επισπεύδει τη συζήτηση, ακριβές αντίγραφο της από 21-9-2007 κλήσης του προς συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, - μετά τη ματαίωση της εν λόγω συζήτησης στις δικασίμους της 25-3-2006 και 19-9-2007, αντίστοιχα, εξαιτίας ακραίων καιρικών φαινομένων, που έπληξαν τη χώρα, σύμφωνα και με τη 2642/24-1-2006 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, με την οποία αποφασίστηκε η μη λειτουργία των δικαστηρίων στις 25-3-2006 λόγω ανώτερης βίας και εξαιτίας, επίσης, των βουλευτικών εκλογών της 16-9-2007, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά τα στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμο (της 5-11-2008), επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο, ο οποίος δεν εμφανίστηκε κατά τη συζήτηση της εν λόγω αίτησης, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε υπέβαλε έγγραφη δήλωση για παράστασή του στο ακροατήριο, κατά τη διάταξη του άρθρου 242 §2 Κ.Πολ.Δ. Πρέπει, επομένως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 §2 Κ.Πολ.Δ., να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του αναιρεσιβλήτου.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. (Ολ.
ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ. ΑΠ 469/1984). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης και κατά το πρώτο μέρος του, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 8 εδάφ.
β' Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια τη μη λήψης υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν από τον ίδιο και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, ειδικότερα: α) τους περιεχόμενους στην ένδικη αγωγή του, περί αναγνώρισης της κυριότητάς του επί του σ' αυτή περιγραφόμενου ακινήτου, ισχυρισμού του σε σχέση με τη κτήση της κυριότητάς του στο επίδικο ακίνητο με έκτακτη χρησικτησία και β) τους απαντητικούς ισχυρισμούς του ίδιου στην ένσταση ίδιας κυριότητας στο ίδιο ακίνητο, στηριζόμενης σε πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή, σε έκτακτη χρησικτησία αλλά και σε παράγωγο τρόπο, δηλαδή σε δωρεά από τρίτο, αληθή κύριο που προβλήθηκε από την αρχική εναγομένη (Κοινότητα ...).
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως προς μεν το πρώτο σκέλος του, ως αβάσιμος, εφόσον οι περιεχόμενοι στην αγωγή πιο πάνω πραγματικοί ισχυρισμοί που στηρίζουν το αίτημα αυτής, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, λήφθηκαν υπόψη και απορρίφθηκαν ως αβάσιμοι, συμπαρασύροντας σε απόρριψη ως και κατ' ουσίαν αβάσιμης της αγωγής, ως προς δε το δεύτερο σκέλος του, ως απαράδεκτος, γιατί οι απαντητικοί ισχυρισμοί του ενάγοντα στην ένσταση της αρχικής εναγομένης, περί ίδιας κυριότητάς της, συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση της βάσης της εν λόγω ένστασης, αφού με αυτή ο ενάγων ισχυρίζεται, ότι δεν απέκτησε η τελευταία και ήδη ο αναιρεσίβλητος Δήμος, καθολικός της διάδοχος, κυριότητα επί του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, αλλά με δωρεά, θεωρώντας μάλιστα τους τρόπους αυτούς κτήσης κυριότητας και ως αντιφατικούς και ως τέτοια (δηλαδή ως άρνηση κατά της ένστασης) δεν συνιστά πράγμα, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.8 Κ.Πολ.Δ.
Ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., γιατί το Εφετείο έλαβε υπόψη του πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη, δηλαδή τους ισχυρισμούς της αρχικής εναγομένης περί ίδιας κυριότητάς της στο επίδικο ακίνητο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δεν αντιμετώπισε την πιο πάνω ένσταση της εναγομένης, αλλά απέρριψε την αγωγή ως και κατ' ουσίαν αβάσιμη, αφού δέχθηκε, ότι δεν αποδείχθηκαν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν την πραγματική της βάση.
Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 11 περίπτ. γ' Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την ουσιαστική απόρριψη της ένδικης αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου αγωγής, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν και, ειδικότερα:
α) την από 5-11-1965 αίτηση προς το Κοινοτικό Συμβούλιο ... του μάρτυρα ανταπόδειξης ..., που προσκόμισε και επικαλέστηκε η αρχική εναγόμενη Κοινότητα ..., β) τις με αριθμούς 11/1989, 5/1990, 7/1991 και 8/1991, αντίστοιχα, αποφάσεις του Κοινοτικού Συμβουλίου της Κοινότητας Πρίνου, που προσκόμισε και επικαλέστηκε, επίσης, η αρχική εναγομένη, προς απόδειξη του ισχυρισμού της περί ίδιας κυριότητάς της στο επίδικο ακίνητο και γ) πέντε, από 15-7-1991, 16-7-1991 και 17-7-1991, αντίστοιχα, υπεύθυνες δηλώσεις, που δόθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 8 του ν.1599/1986, των ..., ..., ..., ...
και ..., που επικαλέστηκε ο αναιρεσείων, με τις προτάσεις του της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών του. Ο εξεταζόμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και "από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που βρίσκονται στη δικογραφία", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω έγγραφα, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα έγγραφα αυτά, από τα οποία μάλιστα τη με αριθμό 5/1990 απόφαση του Κοινοτικού Συμβουλίου της αρχικής εναγομένης, καθώς και την από 5-11-1965 αίτηση του ...
προς την αρχική εναγομένη μνημόνευσε ρητά, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση των λοιπών-εγγράφων-.
Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 Κ.Πολ.Δ., έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.
Εξάλλου, ως έγγραφα, με την έννοια των αναφερομένων στα άρθρα 339 και 432 Κ.Πολ.Δ. ως αποδεικτικών μέσων, δεν θεωρούνται τα διαδικαστικά, όπως είναι λ.χ. τα δικόγραφα της αγωγής, της έφεσης κ.ά., οι προτάσεις των διαδίκων, καθώς και οι αποφάσεις της ίδιας δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο: α) της ένδικης, από 5-11-1995, αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου αγωγής, β) της από 24-6-1998 έφεσης του αναιρεσείοντα κατά της απορριπτικής σε βάρος του πρωτόδικης απόφασης και γ) της από 5-11-1965 αίτησης του ... προς την αρχική εναγομένη καθώς και τις πέντε αποφάσεις του Κοινοτικού Συμβουλίου της τελευταίας, με το να δεχθεί, "πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται σ' αυτά", σε σχέση με τη μη άσκηση νομής του αναιρεσείοντα στο επίδικο ακίνητο κατά τον κρίσιμο χρόνο, δηλαδή τη μη άσκηση από μέρους του διαδοχικών πράξεων με διάνοια κυρίου στο εν λόγω ακίνητο.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος, ως προς μεν τα υπό στοιχεία α' και β' έγγραφα, ως απαράδεκτος, αφού αυτά είναι διαδικαστικά έγγραφα της ίδιας δίκης, ως προς δε τα υπό στοιχείο γ' έγγραφα, ως αβάσιμος, εφόσον το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στη δικανική του κρίση, στηρίχθηκε σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή στις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, στην ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα του αναιρεσείοντα ...
και σε όλα τα λοιπά έγγραφα, που με επίκληση, προσκόμισαν ενώπιόν του οι διάδικοι, χωρίς να στηρίξει το επί της ουσίας πόρισμά του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα προμνημονευόμενα έγγραφα.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση τον πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Εξάλλου, ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικώς από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.
Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει, κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 559 παρ.1 εδάφ. β' Κ.Πολ.Δ., λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένως από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν και όχι προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να εκτίθεται περαιτέρω η έννοια που αποδόθηκε στον κανόνα δικαίου, που χαρακτηρίζεται εσφαλμένη και η κατά τη γνώμη του αναιρεσείοντος ορθή, που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία παρέλειψε να χρησιμοποιήσει και επιπλέον πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια είναι ειδικότερα τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάστηκαν, καθώς και ο κανόνας δικαίου, του οποίου την ερμηνεία και εφαρμογή αφορούν τα εν λόγω διδάγματα, αφού, αλλιώς, καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος του, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από το άρθρο 559 αριθ.1 εδάφ. α' και β' πλημμέλειες της ευθείας παραβίασης κανόνων ουσιαστικού δικαίου και συγκεκριμένα των διατάξεων των άρθρων 974 επ., 1033 επ., 1045, 1046 και 1051 ΑΚ, αντίστοιχα, καθώς και των διδαγμάτων κοινής πείρας, εφόσον, ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε εσφαλμένα, ότι οι διακατοχικές πράξεις που επικαλέστηκε στην αγωγή του ο αναιρεσείων και που αποδείχθηκαν, κατά τις παραδοχές του δικαστηρίου εκείνου, δεν οδήγησαν στην από τους δικαιοπαρόχους του και τον ίδιο κτήση της κυριότητας του επίδικου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, περαιτέρω δε, δέχθηκε, ότι οι από την αρχική εναγομένη και ήδη τον αναιρεσίβλητο προτεινόμενοι τρόποι κτήσης νομής και κυριότητας είναι πράγματι παραγωγικοί των προβαλλόμενων από αυτή δικαιωμάτων και καταλυτικοί ταυτόχρονα των δικαιωμάτων του ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα, μολονότι η επί τέσσερις δεκαετίες άσκηση νομής και κατοχής του επιδίκου από τον ίδιο, χωρίς καμιά αμφισβήτηση από την αρχική εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητο, έχει την έννοια ότι "όλο το χωριό και η Κοινότητα αναγνωρίζουν ως κυρίους τους δικαιοπαρόχους του και τον ίδιο", όπως προκύπτει και από τέσσερις αποφάσεις του Κοινοτικού Συμβουλίου της Κοινότητας ..., γεγονός που δεν αναιρείται από τη μη ολοκλήρωση της κτηματογράφησης και του αναδασμού της περιοχής του επιδίκου, ενώ ο τα αντίθετα καταθέτων μάρτυρας είναι αναξιόπιστος, γεγονός που ενισχύεται και από τον ισχυρισμό της αρχικής εναγομένης, ότι ενώ η τελευταία έχει το επίδικο στην κυριότητά της με χρησικτησία, ταυτοχρόνως το απέκτησε και με δωρεά από τρίτο, ο οποίος εστερείτο τίτλων κυριότητας, χωρίς το αμμώδες του εδάφους του επιδίκου, όπως εσφαλμένα δέχεται το Εφετείο, να αποκλείει την καλλιέργεια αυτού εκ μέρους του αναιρεσείοντος και των δικαιοπαρόχων του.
Με αυτό το περιεχόμενο ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, γιατί υπό την επίκληση του άρθρ. 559 αριθ.1 εδάφ. α' και β' Κ.Πολ.Δ. πλήττεται η περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου, αλλά και ως αόριστος όσον αφορά την παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αφού δεν καθορίζονται επακριβώς σ' αυτόν ποια συγκεκριμένα διδάγματα κοινής πείρας παραβίασε το δικαστήριο της ουσίας, σε τι συνίσταται η παραβίασή τους, σε ποιους κανόνες δικαίου αναφέρονται και σε τι συνίσταται το σφάλμα του Εφετείου, αν, δηλαδή, αφορά, την ερμηνεία αυτών των κανόνων ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων που αποδείχθηκαν σ' αυτούς.
Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, κατά το τρίτο μέρος του, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο χωρίς αιτιολογίες, αλλιώς με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη κτήσης κυριότητας στο επίδικο ακίνητο με έκτακτη χρησικτησία από τον αναιρεσείοντα, απέρριψε την ένδικη αναγνωριστική κυριότητα ακινήτου αγωγή του τελευταίου ως ουσιαστικά αβάσιμη και, έτσι, στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στη θέση "λιβάδι δασάκι" της κοινότητας ... κατά τα έτη 1955-1956 είχε γίνει κτηματογράφηση με σκοπό τη διενέργεια αναδασμού, ο οποίος όμως δεν ολοκληρώθηκε. Τα όρια των ακινήτων που κτηματογραφήθηκαν, τα υπέδειξαν οι ίδιοι οι ιδιοκτήτες οι οποίοι κλήθηκαν για το σκοπό αυτό.
Το επίδικο αυτό ακίνητο δεν υποδείχθηκε από κανένα ως ιδιοκτησία του ενάγοντος ή του δικαιοπαρόχου του, ενώ ιδιοκτήτες ομόρων ακινήτων κατέθεσαν στην επιτροπή κτηματογράφησης ότι το επίδικο ήταν ανέκαθεν χέρσο. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ..., πατέρας του ενάγοντος, τη δεκαετία του 1960 άνοιξε στο επίδικο πηγάδι, το περιέφραξε και κατά το έτος 1963 το καλλιέργησε με κριθάρι, πριν δε το έτος 1960 δεν εκαλλιεργείτο από κανένα.
Ο μάρτυρας (απόδειξης), ενώ καταθέτει συγκεκριμένα για το γεγονός της περιφράξεως του επιδίκου, καταθέτει περαιτέρω αορίστως αναφερόμενος προφανώς στην περιουσία του δικαιοπαρόχου του ενάγοντος και δεν καταθέτει καμιά συγκεκριμένη πράξη νομής για το προγενέστερο του 1960 χρονικό διάστημα. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι και η κατάθεση του μάρτυρα ...
που δόθηκε στο συμβολαιογράφο Θάσου Ρ. Τερζίδη, στην οποία αναφέρεται ότι ο δικαιοπάροχος του ενάγοντος καλλιεργούσε το επίδικο με σιτάρι, κριθάρι και κηπευτικά, δεν κρίνεται πειστική ενόψει του αποδειχθέντος περιστατικού περί ακαταλληλότητας του εδάφους για καλλιέργεια λόγω της αμμώδους υφής του.
Ενόψει των παραπάνω αναφερθέντων δεν αποδείχθηκε ότι το ενάγων ενέμετο το επίδικο κατά το χρονικό διάστημα 1948 έως 1968. Η κρίση αυτή παρά την υπ' αριθμ. 5/1990 απόφαση του Κοινοτικού Συμβουλίου ... στην οποία τούτο βεβαιώνει κατά πλειοψηφία ότι ύστερα από πληροφορίες που συνέλεξε την επίδικη έκταση που κατέχει ο ενάγων από το έτος 1950, ενισχύεται από την με ημερομηνία 5-11-1965 αίτηση προς το ίδιο συμβούλιο του ..., στην οποία αυτός αναφέρει ότι το επίδικο που του το παραχώρησε ο ..., το εδήλωσε ο ίδιος στο συνεργείο του αναδασμού, ως δικό του και τελικά το εδώρησε στην εναγομένη με το υπ' αριθμ. ...
συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θάσου Κ. Καπόλα που έχει μεταγραφεί".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι η ένδικη αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή του αναιρεσείοντα που έχει ως βάση την έκτακτη χρησικτησία, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, επικυρώνοντας, έτσι, την εκκαλούμενη απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση. Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τη μη άσκηση νομής στο επίδικο ακίνητο από μέρους του αναιρεσείοντα κατά το χρονικό διάστημα 1948-1968, και της μη απόκτησης έτσι από αυτόν κυριότητας στο επίδικο με έκτακτη χρησικτησία, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των πιο πάνω διατάξεων που επικαλείται ο αναιρεσείων γι' αυτό και ο ήδη εξεταζόμενος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-9-2002 αίτηση του ... για αναίρεση της 405/1999 απόφασης του Εφετείου Θράκης.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 23 Οκτωβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ