Legislator Case Law & Legislation
2056/2007 AI generated

2056/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2056/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

2056/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκείμενη περίπτωση, για την έβδομη αναιρεσίβλητη παρέστη κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης για αναίρεση η δικηγόρος Σωτηρία Ζωγράφου, στην οποία όμως δεν αποδεικνύεται ότι είχε χορηγηθεί πληρεξουσιότητα για να την εκπροσωπήσει στη δίκη. Όπως όμως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από τους αναιρεσείοντες .....

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2056 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2056/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. ....., και 2. .....,που παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Καπελλάκη.

Των αναιρεσίβλητων: ....(αναφέρονται 7 ονόματα), οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Σωτηρία Ζωγράφου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 23-7-2003 και 29-4-2004 αντίθετες αγωγές των ανωτέρω διαδίκων που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4233/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4947/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6-3-2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 26-9-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά την οποία, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ` αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και αν η κλήση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση, ενώ στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, και το συνδυασμό της με τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ.1 και 104 του ίδιου Κώδικα, με τις οποίες ορίζεται ότι στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με δικηγόρο, ο οποίος έχει ρητή προς τούτο πληρεξουσιότητα, την έλλειψη της οποίας εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, προκύπτει ότι, στην περίπτωση κατά την οποία για τον αντίδικο εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση παρίσταται στον Άρειο Πάγο δικηγόρος χωρίς πληρεξουσιότητα, ο διάδικος αυτός δικάζεται ερήμην, αν έχει κληθεί νομίμως, ενώ αν δεν έχει κληθεί νομίμως, κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση.

Στην προκείμενη περίπτωση, για την έβδομη αναιρεσίβλητη παρέστη κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης για αναίρεση η δικηγόρος Σωτηρία Ζωγράφου, στην οποία όμως δεν αποδεικνύεται ότι είχε χορηγηθεί πληρεξουσιότητα για να την εκπροσωπήσει στη δίκη. Όπως όμως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από τους αναιρεσείοντες .....

έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ....., η εν λόγω διάδικος έχει κληθεί, με επίσπευση των αναιρεσειόντων, να παραστεί κατά την δικάσιμο αυτή , με επίδοσης προς αυτήν ακριβούς αντιγράφου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τις υπάρχουσες σ΄ αυτό πράξεις ορισμού δικασίμου της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας απόφασης (10-10-2007)και εγγραφής της στο οικείο πινάκιο, καθώς και κλήσης προς συζήτηση κατ΄ αυτήν.

Επομένως, η συζήτηση της αίτησης για αναίρεση πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία της.

Επειδή, μεταξύ των περιοριστικώς αναφερόμενων στο άρθρο 559ΚΠολΔ λόγων αναίρεσης δεν περιλαμβάνεται και η από το δικαστήριο εσφαλμένη εκτίμηση διαδικαστικών εγγράφων, ούτε εισάγεται ειδικός λόγος αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.2 του ίδιου Κώδικα, κατά την οποία η εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων της ιδίας ή άλλης δίκης υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Επομένως, ο ακυρωτικός έλεγχος της εκτίμησης από το δικαστήριο της ουσίας των διαδικαστικών εγγράφων ανάγεται στην έρευνα αν η αποδιδόμενη στα έγγραφα αυτά εσφαλμένη εκτίμηση οδηγεί σε πλημμέλεια που ιδρύει λόγο αναίρεσης από τους αναφερόμενους στο άρθρο 559ΚΠολΔ.Εξάλλου,όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4,566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ, για την πληρότητα του λόγου αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου(άρθρο 559 αριθ.1α ΚΠολΔ),πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, κατά τρόπο σαφή, ο κανόνας δικαίου, του οποίου έγινε εσφαλμένη ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή, σε τι συνίσταται η παραβίαση του κανόνα αυτού, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, με τις οποίες φέρεται ότι συντελέσθηκε η παραβίαση του κανόνα, καθώς και η επίδραση που είχε το σφάλμα στο διατακτικό της απόφασης Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.1ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια της παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 1094ΑΚ,4 παρ.1,20 παρ.1 του Συντάγματος και 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, διότι εκτίμησε την από 23-7-2003 ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων ως διεκδικητική ακινήτου και όχι ως αγωγή περί νομής.

Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο, σε τι συνίσταται η παραβίαση των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, οι παραδοχές του Εφετείου με τις οποίες συντελέσθηκε η παραβίαση αυτών, και ποία η επίδραση του σφάλματος του Εφετείου στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 5 ΚΠολΔ, κατά την οποία, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο σε περίπτωση καθ` ύλην αρμοδιότητας εσφαλμένα δέχτηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 47, συνάγεται, ότι ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος δημιουργείται μόνο όταν υπάρχει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας αναφερόμενο σε παραδοχή της καθ` ύλην αρμοδιότητας ή αναρμοδιότητας αυτού του ίδιου. Επομένως, ο λόγος αυτός της αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το Eφετείο, επιλαμβανόμενο έφεσης που υπάγεται, κατά το άρθρο 19 του ΚΠολΔ, στην καθ` ύλην αρμοδιότητά του, κρίνει εσφαλμένα, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση ήταν ή δεν ήταν αρμόδιο καθ` ύλην. Στην υπόθεση που κρίνεται οι αναιρεσείοντες, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, προσάπτουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο εσφαλμένα απέρριψε την ένσταση που πρόβαλαν με λόγο έφεσης για καθ΄ ύλη αναρμοδιότητα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου(Μονομελούς Πρωτοδικείου) και δέχθηκε ότι το τελευταίο ήταν καθ΄ ύλη αρμόδιο να δικάσει την υπόθεση, ενώ έπρεπε να παραπέμψει αυτή προς εκδίκαση στο αρμόδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο. Η προβαλλόμενη αιτίαση δεν αναφέρεται σε σφάλμα του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου αναφορικά με τη δική του αρμοδιότητα και επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Επειδή, για μεν το ορισμένο του από το άρθρο 559 αριθ.11 περ. β ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, ότι το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, και ο ισχυρισμός, για τον οποίο το δικαστήριο έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης, για δε το ορισμένο του από την ίδια διάταξη αριθ.11 γ λόγου αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ,εκτός των άλλων, ο ισχυρισμός για την απόδειξη του οποίου έγινε επίκληση και προσαγωγή των αποδεικτικών μέσων.

Στην κρινόμενη υπόθεση, με τον μεν τέταρτο λόγο της αναίρεσης, πρώτο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ.11 περ. β ΚΠολΔ, αποδίδεται η πλημμέλεια της λήψης υπόψη από το Εφετείο αποδεικτικών μέσων που δεν προσκομίσθηκαν από τα διάδικα μέρη, ήτοι των αναφερόμενων στον λόγο αυτό έξι συμβολαιογραφικών εγγράφων, με τον ίδιο δε λόγο αναίρεσης, δεύτερο μέρος, από τον αριθ.11γ της αυτής ως άνω διάταξης, το σφάλμα της μη λήψης υπόψη, από το ίδιο Δικαστήριο, της με αριθμ. 2451/2003 ένορκης βεβαίωσης μάρτυρα, ενώπιον Ειρηνοδίκη, την οποία οι αναιρεσείοντες μ΄ επίκληση προσκόμισαν στο Εφετείο προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως αόριστοι, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται τα ανωτέρω αναγκαία για το ορισμένο αυτών στοιχείαΕπειδή, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, τρίτο μέρος, προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ.11 γ' ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο, που έκρινε ως ουσιαστικώς βάσιμη την ένδικη διεκδικητική κυριότητας ακινήτου αγωγή των αναιρεσιβλήτων, δεν έλαβε υπόψη του τα αναφερόμενα σ΄ αυτούς λεπτομερώς έγγραφα ,που προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού τους για την έκβαση της δίκης, ότι αυτοί το έτος 1997 διέκοψαν, με την κατασκευή μάνδρας στο επίδικο, την άσκηση διακατοχικών πράξεων από τους αναιρεσιβλήτους, χωρίς οι τελευταίοι να αντιδράσουν.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, ότι προς σχηματισμό της κρίσης του που εκφέρθηκε με αυτήν λήφθηκαν υπόψη, οι καταθέσεις των μαρτύρων... και όλα τα έγγραφα, τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό και προς το όλο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει, κατά τρόπο αδιστάκτως βέβαιο, ότι λήφθηκαν υπόψη και τα έγγραφα που αναφέρονται στον λόγο αυτό.

Επειδή, από τα άρθρα 68 και 556 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για το παραδεκτό λόγου αναίρεσης πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση, ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στο λόγο. `Έτσι αν το διατακτικό της απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς επί δύο επάλληλων αιτιολογιών και μια από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, οι λόγοι αναίρεσης με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς διότι οι προβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης (ΟλΑΠ 25, 26, 27/1994).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με αυτή κρίθηκε ορισμένη και νόμιμη η ένδικη διεκδικητική ακινήτου αγωγή των αναιρεσιβλήτων και ως προς τις δύο βάσεις της, ήτοι τον παράγωγο τρόπο(πώληση) κτήσης της συγκυριότητας του επιδίκου από αυτούς καθώς και τον πρωτότυπο τρόπο κτήσης της συγκυριότητας τούτου από τους ίδιους, με έκτακτη χρησικτησία, διότι νεμήθηκαν το επίδικο από το έτος 1972 μέχρι και το έτος 2002, το δε διατακτικό της εν λόγω απόφασης, με την οποία οι αναιρεσίβλητοι αναγνωρίστηκαν συγκύριοι του ακινήτου, στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο επάλληλες αιτιολογίες, καθόσον το Εφετείο έκρινε ότι τη συγκυριότητά τους οι εν λόγω διάδικοι απέκτησαν το μεν παραγώγως, από πώληση από τους αναιρεσείοντες ,με τα συμβόλαια που αναφέρονται, το δε πρωτοτύπως, με έκτακτη χρησικτησία, αφού νεμήθηκαν οι ίδιοι και οι δικαιοπάροχοί τους το επίδικο ακίνητο κατά το ανωτέρω αναφερόμενο χρονικό διάστημα.

Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.1 και 8ΚΠολΔ αποδίδονται οι πλημμέλειες ότι, ενώ η αγωγή έπασχε από νομική και ποσοτική αοριστία ως προς τη δεύτερη βάση του πρωτότυπου τρόπου κτήσης της κυριότητας του επιδίκου από τους αναιρεσιβλήτους, κρίθηκε από το Εφετείο ορισμένη. Επίσης, με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.8ΚΠολΔ ψέγεται το Εφετείο, διότι προς στήριξη της επάλληλης αιτιολογίας, με την οποία κρίθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, έλαβε υπόψη, προς υπολογισμό του χρόνου νομής αυτών, και τον χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων τους, παρόλο ότι δεν είχε γίνει επίκληση τούτου.

Οι αιτιολογίες όμως, με τις οποίες κρίθηκε το ορισμένο και ουσιαστικώς βάσιμο της πρώτης βάσης της αγωγής, που στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας του επιδίκου από τους αναιρεσείοντες, οι οποίες και στηρίζουν αυτοτελώς το διατακτικό, είτε δεν πλήττονται με λόγους αναίρεσης, καθόσον αφορά το ορισμένη της αγωγικής αυτής βάσης, είτε πλήττονται ανεπιτυχώς, καθόσον αφορά το ουσιαστικώς βάσιμο της βάσης αυτής, με τους ανωτέρω αναφερόμενους, πρώτο, δεύτερο, τέταρτο λόγους της αναίρεσης Επομένως οι λόγοι αυτοί(τρίτος και πέμπτος) της αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως αλυσιτελείς.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6-3-2006 αίτηση για αναίρεση της 4947/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παριστάμενων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Νοεμβρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ