Legislator Case Law & Legislation
2056/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on labor contract and salary reduction grounds under Greek Civil Procedure Code.

Case Number 2056/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding a labor dispute. The appellant argued that the employer unilaterally reduced his salary and failed to clarify payment terms for specific work periods. The court found the lower court's assessment of evidence regarding turnover figures and the nature of the employment relationship legally sound. Consequently, the appeal was dismissed as baseless, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 1, 2, 5 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal is inadmissible if the lower court properly evaluated evidence, even if it deemed certain documents of zero probative value, and that unilateral salary reductions constitute a detrimental modification requiring specific justification.

Keywords

AI generated
labor contract dispute unilateral salary reduction probative value of evidence appeal admissibility legal costs allocation employment relationship turnover figures

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Articles 1, 2, 5 of the Code of Civil Procedure
Law 539/1945
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2056 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2056/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ....., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωστή Δεμερτζή. Της αναιρεσίβλητης: Εταιρείας με την επωνυμία "ΡΑΔΙΟ ΑΘΗΝΑΙ Α.Ε.Β.Ε.Τ.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα, στο 14ο χιλιόμετρο της Εθνικής οδού Αθηνών - Λαμίας και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Χριστοφιλόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-1-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1597/2000 του ίδιου Δικαστηρίου, 1600/2001 του Εφετείου Αθηνών με την οποία εξαφανίστηκε η 1597/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και αναπέμφθηκε προς εκδίκαση η υπόθεση σ΄ αυτό, 2362/2001 του αυτού Δικαστηρίου και 6414/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29-1-2003 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αλέξανδρος Νικάκης, διάβασε την από 19-2-2004 έκθεση του Αρεοπαγίτη Λέανδρου Ρακιντζή, που έχει ήδη αποχωρήσει από την Υπηρεσία, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, μισθός είναι κάθε παροχή του εργοδότη προς το μισθωτή, την οποία υποχρεούται ο εργοδότης να χορηγήσει στον μισθωτό ως αντάλλαγμα της εργασίας του. Ο μισθός μπορεί να καθορίζεται με κανόνα δικαίου ή με σύμβαση (ρητή ή σιωπηρά), σε χρονικές μονάδες ή σε μονάδες εργασίας ή σε ποσοστά επί των κερδών ή επί των εισπράξεων, σε χρήμα ή σε είδος, σε βασικό μισθό και σε επιδόματα, να αντιστοιχεί σε τακτική ή έκτακτη εργασία και να παρέχεται από τον εργοδότη ή από τρίτους.

Ο μισθός διακρίνεται σε νόμιμο και σε συμβατικό μισθό, που είναι εκείνος που καθορίζεται ως προς το ποσό και τη μορφή του με ατομική συμφωνία του εργοδότη και του μισθωτού. Η συμφωνία αυτή μπορεί να είναι και σιωπηρή, όπως συμβαίνει, όταν ο εργοδότης χορηγεί μία μισθολογική παροχή επί μακρό χρόνο και ο μισθωτός την εισπράττει.

Ο μισθός σε ποσοστό επι των εισπράξεων είναι ο υπολογιζόμενος βάσει των εισπράξεων είτε της επιχειρήσεως γενικά, είτε του συγκεκριμένου ποσοστού προμήθειας. Ο περιορισμός του τύπου και τομέα δράσεως του μισθωτού με αποτέλεσμα την κάθετη πτώση της προμηθειάς του αποτελεί μονομερή βλαπτική μεταβολή, όπως και η μονομερής μείωση των αποδοχών του μισθωτού.

Κατά το άρθρο 7 του ν. 2112/1920 πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως, βλάπτουσα τον υπάλληλο, θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, αντ' αυτών δε ισχύουν οι διατάξεις του παρόντος νόμου. Από τον συνδυασμό των άρθρων 648, 652, παρ. 1, 656, 361, 349, έως 351 ΑΚ., 1,3,7,8, του ν. 2112 /20, όπως τούτο αυθεντικά ερμηνεύθηκε με το άρθρο 11 παρ.1 α.ν. 547/37 και 5 παρ.3 ν. 3198/55 συνάγεται ότι, επί μονομερούς βλαπτικής μεταβολής της συμβάσεως ο μισθωτός δικαιούται, α) να αποδεχθεί τη μεταβολή, οπότε κατά το άρθρο 361 Α.Κ.

δημιουργείται νέα σύμβαση εργασίας, τροποποιητική της αρχικής, η οποία νέα σύμβαση, εφόσον δεν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη νόμου ή τα χρηστά ήθη, κατ' άρθρα 174 και 178 ΑΚ , καταλύει το δικαίωμα του μισθωτού να αποκτήσει την εκπλήρωση της παροχής με τους αρχικούς όρους. Η αποδοχή αυτή μπορεί να γίνει είτε ρητώς είτε σιωπηρώς με πράξεις που συμπερασματικώς υποδηλώνουν την περί αποδοχής βούληση του, όπως η συνέχιση της εργασίας αδιαμαρτυρήτως με τις νέες συνθήκες επί μακρό χρόνο.

Δεν αποτελεί αποδοχή της βλαπτικής μεταβολής η συνέχιση της απασχολήσεως υπό το νέο καθεστώς, εάν ο μισθωτός διεμαρτυρήθη για τη μεταβολή, β) να αποκρούσει την μεταβολή και να απαιτήσει από τον εργοδότη να αποδέχεται την εργασία με τους αρχικούς όρους, γ) να αποκρούσει την μεταβολή, να την θεωρήσει ως άτακτη καταγγελία της συμβάσεως από τον εργοδότη και να απαιτήσει την νόμιμη αποζημιώσεως απολύσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, δέχθηκε τα εξής: Ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου την 7-5-1976 ως εξωτερικός πωλητής και προσέφερε τις υπηρεσίες του μέχρι την 9-12-1981, που η εναγομένη κατήγγειλε την εν λόγω σύμβαση.

Από το έτος 1982 ανέλαβε να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως ελεύθερος επαγγελματίας με σύμβαση έργου, αμειβόμενος με ποσοστά επί των πωλήσεων, που κατά την συμφωνία που κατάρτισε μαζί της ανερχόταν σε 2% για τις πωλήσεις ψυγείων και πλυντηρίων, 1,5% για τις πωλήσεις τηλεοράσεων, 3% για τις πωλήσεις απορροφητήρων και 5% για τις πωλήσεις μικροσυσκευών.

Στις 3-1-1990 προσλήφθηκε εκ νέου με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως εξωτερικός πωλητής χονδρικής πώλησης αντί μηνιαίου μισθού 120.000 δραχμών και με ποσοστό 1% επί της αξίας των παραγγελιών προϊόντων, που εμπορευόταν η εναγομένη. Την 1-7-1996 οι διάδικοι συμφώνησαν να συνεργαστούν. Στα πλαίσια της συνεργασίας αυτής ανέλαβε ο ενάγων την υποχρέωση να διαβιβάζει προς την εναγομένη παραγγελίες πελατών του, που για να εκτελεστούν, έπρεπε προηγουμένως να εγκριθούν από αυτή και επιπλέον δέχθηκε να λαμβάνει, για τις πωλήσεις που θα επιτύγχανε, προμήθεια 1% επί των εισπράξεων του τμήματος που θα πραγματοποιούσε ο ίδιος.

Με αυτούς τους όρους παρέμεινε ο ενάγων στην υπηρεσία της εναγομένης μέχρι την 30-12-1998, οπότε αποχώρησε συνταξιοδοτηθείς λόγω γήρατος, αφού του καταβλήθηκε αποζημίωση ύψους 2.102.292 δραχμών. Από το περιεχόμενο των συμφωνιών που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δεν προκύπτει απαγόρευση παράλληλης εμπορικής δράσης της εναγομένης στον εμπορικό τομέα του πωλητή.

O ενάγων εξέθεσε στην αγωγή του ότι από 1-4-1996 μέχρι 31-12-1998 η εναγομένη δεν του κατέβαλε ολόκληρο το συμφωνηθέν ποσοστό 1% για τις πωλήσεις του προς την εταιρία "Π.Κωτσόβολος Α.Ε.Β.Ε.", αλλά αντισυμβατικά και αυθαίρετα μείωσε αυτό σε 0,75 % για το 1996 και σε 0,50% για το χρονικό διάστημα 1997-1998. Είναι γεγονός ότι το ποσοστό της προμήθειας είχε καθοριστεί, αδιακρίτως της επωνυμίας του πελάτη, σε 1% επί της αξίας της παραγγελίας και όπως συνάγεται από το δεύτερο όρο του ιδιωτικού συμφωνητικού παροχής εργασίας, που είχαν συνάψει οι διάδικοι, για να καταβληθεί η προμήθεια του 1% στον ενάγοντα, θα έπρεπε αυτός να μετάσχει όχι μόνο στη διαπραγματευτική προσπάθεια για την πώληση των ειδών που εμπορευόταν η εναγομένη, αλλά και να εισπράξει ο ίδιος και αποδώσει σ' αυτήν το τίμημα της πώλησης που είχε πραγματοποιήσει.

Η εναγομένη από τα τέλη του 1996, αναγκάστηκε, λόγω της ιδιαίτερης οικονομικής τους σημασίας, να οργανώσει τις προμήθειες με τα μεγάλα εμπορικά συγκροτήματα σε νέα επικερδέστερη γι'αυτήν βάση. Κατόπιν τούτου ανέθεσε στην κεντρική εμπορική της διεύθυνση τις συμβάσεις εμπορικής συνεργασίας και τις παραγγελίες των μεγάλων εμπορικών επιχειρήσεων (αλυσίδων καταστημάτων), που είχαν δίκτυο σε όλη την Ελλάδα.

Οι τελευταίες διαθέτουν κεντρικό διοικητικό επιτελείο στην Αθήνα ή την περιφέρεια και με αυτό οργανώνουν τις προμήθειες και την διανομή των προϊόντων σε όλα τα καταστήματα τους που διατηρούν στην επικράτεια. Έτσι αντικειμενικώς πλέον η ύλη αυτή έπαυσε να ανήκει στον τομέα εμπορικής δράσης των πωλητών, οι οποίοι επικεντρώθηκαν στην διαχείρηση των παραγγελιών των περιφερειακών μέσων και μικρών εμπόρων.

Η εταιρία "Κωτσόβολος Α.Ε.Β.Ε." στις αρχές της δεκαετίας του 90 διέθετε τη μεγαλύτερη αλυσίδα καταστημάτων ηλεκτρικών στην Ελλάδα και αποτελούσε το μεγαλύτερο πελάτη της εναγομένης. Το 1996 για να καταστεί επικερδέστερη η εμπορική συνεργασία της παραπάνω μεγαλοεταιρίας με την εναγομένη, ανέθεσε η τελευταία στην εμπορική της διεύθυνση τη διαχείρηση αιτήσεων προμήθειας της πρώτης με τα είδη που αυτή εμπορευόταν.

Οι προμήθειες προϊόντων, που έκανε η Κωτσόβολος ΑΕΒΕ, αφορούσαν καταστήματα που δεν ήταν μόνο στην περιοχή του πελατολογίου του ενάγοντος, εδαφική περιφέρεια του οποίου ήταν ο Νομός Αττικής, αλλά στους περισσότερους νομούς της Ελλάδας, όπου η έν λόγω εταιρία διατηρεί καταστήματα, τα οποία υπάγονταν σε περιφέρειες για τις οποίες είχε δοθεί δικαίωμα λήψης παραγγελιών σ' άλλους πωλητές της εναγομένης, χωρίς να αποστερείται η τελευταία του δικαιώματος να ενεργεί και μόνη.

Σημειωτέον ότι δεν προέκυπτε νομικώς εμπόδιο στη διαμόρφωση νέων συνεργασιών και στη καθιέρωση διάφορης της μέχρι τότε ισχύσασας συναλλακτικής τακτικής, αφού η εναγομένη δεν είχε απολέσει από καμία συμφωνία με πωλητή της το δικαίωμα να συμβάλλεται στις πωλήσεις απευθείας και η εκτέλεση οποιαδήποτε παραγγελίας που λάμβαναν οι πωλητές της για είδη, που αποτελούσαν αντικείμενο εμπορίας της, προϋπέθετε την έγκρισή της.

Ο ενάγων, λόγω του ότι είχε υπάρξει στέλεχος της εναγομένης επί μακρό χρόνο κατά το παρελθόν, καίτοι η υποβολή των παραγγελιών της Κωτσόβολος ΑΕΒΕ γινόταν δια της εμπορικής διεύθυνσης της εναγομένης, διατήρησε με την ανοχή της τελευταίας το δικαίωμα είσπραξης της χρηματικής αξίας των παραγγελιών. Οι εκτελούμενες εργασίες ήταν διεκπεραιωτικές, όπως παραλαβή και παράδοση αξιογράφων έναντι των παραγγελιών που είχαν δοθεί και ενίοτε διαβίβαση παραγγελιών προς την εμπορική διεύθυνση της εναγομένης, χωρίς όμως διαπραγματευτική συμβολή από πλευράς ενάγοντος για τη χορήγηση της παραγγελίας.

Οι εργασίες αυτές απείχαν εκείνων, που είχαν προβλεφθεί στην καταρτισθείσα από τους διαδίκους γραπτή σύμβαση, αφού εκεί προβλεπόταν κατάρτιση της πώλησης, υποβολή της παραγγελίας και είσπραξη του ποσού της αξίας της, για να λάβει ο ενάγων το καθορισμένο επ' αυτής ποσοστό προμήθειας του 1%, ενώ εδώ η ποσοστιαία πλέον προς τον ενάγοντα αμοιβή προσφερόταν για τη διεκπεραίωση της εργασίας είσπραξης των προς την εναγομένη οφειλομένων, χωρίς την καταβολή προσπάθειας να πεισθεί ο αντισυμβαλλόμενος αγοραστής για το συμφέρον της αγοράς των εμπορευόμενων από την εναγομένη ειδών και χορηγήσει την παραγγελία.

Η δυνατότητα αυτή παρείχετο στον ενάγοντα από την εναγομένη λόγω του προηγηθέντος μακρού χρόνου προσφοράς των υπηρεσιών του σ' αυτή και της αναμενόμενης τότε εξόδου του από την εργασία λόγω συνταξιοδότησης που προκαλούσε η έλευση των γηρατειών. Κατ' εκείνο το χρόνο δεν υπήρξε αντίρρηση από πλευράς ενάγοντος που παρακολουθούσε και συνέπραξε σ' αυτή την τακτική.

Το πρώτον που προβάλλεται εκ μέρους του διαμαρτυρία και μάλιστα γραπτή είναι ένα μήνα πριν την καταγγελία της σύμβασης εργασίας με την εναγομένη και την έξοδο από την υπηρεσία λόγω συνταξιοδότησης. Τη διαμαρτυρία αυτή αντέκρουσε γραπτώς με εξώδικο που απέστειλε στη συνέχεια η εναγομένη. Οποιαδήποτε αντίδραση εκ μέρους του ενάγοντος δεν είχε νομικώς ανατρεπτική επιρροή και δεν θα ωφελούσε άλλωστε τα συμφέροντα του ενάγοντος, που θα έχανε την προσδιορισθείσα για το έτος 1996 σε ποσοστό 0,75% και για τα έτη 1997 και 1998 σε 0,50% αμοιβή στα εισπραττόμενα από παραγγελίες και αποδιδόμενα στην εναγομένη χρηματικά ποσά.

Δεν επρόκειτο, λοιπόν, όσον αφορά την εταιρία Κωτσόβολος ΑΕΒΕ, για ποσοστό προμήθειας για πώληση ειδών που εμπορευόταν η εναγομένη, αφού ο ενάγων δεν μοχθούσε για την κατάρτιση της πώλησης, αλλά για την καταβολή αμοιβής, που διαμορφωνόταν ποσοστιαία επι του ύψους των εισπραττομένων χρημάτων. Στο χρονικό διάστημα από το 1996 και μετά και για όσο χρόνο η εναγομένη διέθετε προϊόντα της χονδρικώς στην αγορά, δεν ανατέθηκε σε πωλητή η διαμόρφωση παραγγελιών που αφορούσαν αλυσίδα καταστημάτων, αλλά πάντοτε οι συναλλαγές γίνονταν απευθείας δια της κεντρικής διεύθυνσης, χωρίς οποιαδήποτε μεσολάβηση.

Πρέπει να σημειωθεί ότι η εταιρία Κωτσόβολος ΑΕΒΕ και η εναγομένη είχαν προσεγγίσει τόσο μεταξύ τους, ώστε τελικά η πρώτη αγόρασε την πλειοψηφία των μετοχών της δεύτερης. Δεν δικαιολογούνταν συνεπώς μεσάζων για τη διαμόρφωση των παραγγελιών μεταξύ των δύο μεγάλων επιχειρήσεων που όπως όλες οι μεγάλες επιχειρήσεις του διαθέτουν αλυσίδα καταστημάτων, πραγματοποιούσαν παραγγελίες σε πανελλήνιο επίπεδο για την κάλυψη των αναγκών ολόκληρης της επικράτειας.

Με τις σκέψεις αυτές το Εφετείο έκρινε, ότι η εναγομένη δεν όφειλε στον ενάγοντα οποιοδήποτε ποσοστό για προμήθεια από την άνω αιτία. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου δι' ανεπαρκειών αιτιολογιών τις προπαρατεθείσες διατάξεις και πρέπει ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ο δεύτερος λόγος από τον αριθμό 19 ιδίου άρθρου να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Οι ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι δεν διευκρινίζεται στην προσβαλλομένη α) ποιο συμβατικό πλαίσιο πληρωνόταν για εργασίες που δεν είχαν προβλεφθεί συμβατικά β) σε ποιο ποσοστό και πως διαβιβάζονταν απ' αυτόν οι παραγγελίες από την εταιρία Κωτσόβολος στην εναγομένη γ) σε τι συνίστατο ο "διαπραγματευτικός μόχθος" της εμπορικής διεύθυνσης της τελευταίας και ο δικός του, ως πωλητή και με βάση ποιο συμβατικό όρο μπορούσε να κρίνει μονομερώς αυτόν η εναγομένη και δ) γιατί χρειαζόταν να γίνει απ' αυτόν η "διαβίβαση των παραγγελιών" και η εναγομένη του επέτρεψε να διατηρήσει το δικαίωμα είσπραξης της πραγματικής αξίας των παραγγελιών, ανάγοντας στη στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχονται αναιρετικώς και γι' αυτό είναι απαράδεκτες.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ.11 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις, που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου από τον αριθμό 11 του άνω άρθρου 559 ΚΠολΔ προβάλλεται αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις καταστάσεις τζίρων του έτους 1998 που ο αναιρεσείων επικαλέστηκε και προσκόμισε.

Όπως προκύπτει όμως από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο έλαβε υπόψη τα έγγραφα αυτά αλλά έκρινε, ότι έχουν μηδενική αποδεικτική αξία. Επομένως, ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε, ότι ο ενάγων καθόλα τα έτη 1995, 1996, 1997 και 1998 έλαβε κανονικά τις άδειες του και έχει υπογράψει γι' αυτό στο περιθώριο των σχετικών καταστάσεων.

Ότι αυτός, προκειμένου να αποκρύψει ότι έλαβε όλες τις άδεις στον επίμαχο χρόνο, προσκόμισε δελτία παραγγελίας σε χρόνο, που κατά την εναγομένη βρισκόταν σε άδεια και αρνήθηκε, ότι θα μπορούσε, ενώ ήταν σε άδεια παραλλήλως και συγχρόνως να εργαζόταν. Ο ενάγων όμως δέχθηκε στη συνέχεια το Εφετείο είχε προσληφθεί ως εξωτερικός πωλητής, η εργασία του ήταν οργανωμένη αυτόνομα, είχε ως κίνητρο την είσπραξη μεγαλύτερης προμήθειας στις πωλήσεις που θα επιτύγχανε και δικαίωμα χωρίς προηγούμενη εντολή της εναγομένης να οργανώσει τις συναντήσεις του με εμπόρους πελάτες της εναγομένης και μετά το ωράριο της εργασίας του, οποιαδήποτε ημέρα της εβδομάδας, ακόμη δε και στο χρόνο της άδειας του.

Με τις σκέψεις αυτές απέρριψε το σχετικό αίτημα του για καταβολή των αποδοχών αδείας. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε εμμέσως δια αντιφατικού αιτιολογικού, ούτε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 1,2, 5 αν 539/1945 και πρέπει ο τέταρτος λόγος από τον αριθμό 19 και ο πέμπτος λόγος του αναιρετηρίου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-1-2003 αίτηση του ..... για αναίρεση της 6414/2002 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2006. Και,

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Δεκεμβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ