Legislator Case Law & Legislation
2055/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to failure to raise specific procedural objection at second instance.

Case Number 2055/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of First Instance's decision, ruling the appeal inadmissible. The appellant argued the lower court erred by failing to declare the respondent's appeal inadmissible, claiming a necessary connection between the parties. The court rejected this, noting the appellant never raised this specific objection before the second instance and that the bank involved was not legally connected to the respondent via mandatory joint litigation.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 562, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the grounds were not properly raised before the second instance court, as vague or unproven claims do not affect the case outcome.

Keywords

AI generated
inadmissibility of appeal failure to raise objection mandatory joint litigation procedural default Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 559, paragraph 14 of the Code of Civil Procedure
Article 562, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 577, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 979 of the Code of Civil Procedure
Article 972, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 974 of the Code of Civil Procedure
Article 73 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2055 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2055/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κορνηλία Πανούτσου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..., που εκπροσωπείται νόμιμα από την ..., που εδρεύει στην ….. και εκπροσωπείται νόμιμα και στην προκειμένη περίπτωση και από τον Προϊστάμενο της ..., το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ό. Π., Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Α. του Ε., κατοίκου ….., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Δρίτσουλα και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/9/20108 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο …... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3593/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 114/2021 του Μονομελούς Εφετείου …... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 5/5/2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 5.5.2021 (αρ. εκθ. κατ. 317/258/7.9.2020) αίτηση του αναιρεσείοντος ..., προσβάλλεται η με αριθμό 114/2021 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου ….., που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, η οποία έκανε δεκτή την έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου Σ. Α., δικαστικού επιμελητή, κατά της με αριθμό 3593/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ……, εξαφάνισε την τελευταία, λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος στη πρωτοβάθμια δίκη, και εν συνεχεία απέρριψε την από 28.9.2018 (...) ανακοπή (979 παρ. 2 ΚΠολΔ, 73 ...) του ..., κατά του με αριθμό 69973/2018 πίνακα κατατάξεως της συμβολαιογράφου Αθηνών Β. Σ., ως επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου, την στρεφομένη κατά της επισπεύδουσας την αναγκαστική εκτέλεση τραπεζικής εταιρείας "..." και του Σ. Α., δικαστικού επιμελητή ως απαράδεκτη, ως προς τον τελευταίο. Η αίτηση αναιρέσεως, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

1. Σφάλματα του συμβολαιογράφου ως υπαλλήλου του πλειστηριασμού κατά τη σύνταξη του πίνακα κατάταξης προσβάλλονται με ανακοπή, οπότε εφαρμόζεται αναλογικά η διάταξη του άρθρου 979 ΚΠολΔ. Από αυτή καθώς και από εκείνες των άρθρων 972 παρ. 1 και 974 έως 979 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και στη διοικητική εκτέλεση χωρίς αναγωγή στην διάταξη του άρθρου 73 ..., οσάκις πρόκειται περί ανακοπής κατά πίνακα κατάταξης από το Ελληνικό Δημόσιο ή εναντίον του, η οποία υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, εφόσον η εκτέλεση επισπεύδεται με βάση ιδιωτικού δικαίου εκτελεστό τίτλο, όταν το πλειστηρίασμα δεν αρκεί για να ικανοποιηθεί εκείνος, υπέρ του οποίου έγινε η εκτέλεση και οι δανειστές, που αναγγέλθηκαν, λαμβάνει χώρα κατάταξη των δανειστών για τη διανομή του.

Με την ανακοπή που ασκείται κατά του πίνακα κατάταξης προβάλλονται αιτιάσεις που αφορούν στην ορθότητά του, που μπορούν να στηρίζονται είτε στο ουσιαστικό δίκαιο, αναγόμενες στη γένεση ή την ύπαρξη της απαίτησης του καθού η ανακοπή, η οποία έχει αναγγελθεί, είτε στο δικονομικό δίκαιο και αναφέρονται στον προνομιούχο χαρακτήρα και την τάξη της κατάταξης.

Έννομο συμφέρον, για άσκηση ανακοπής κατά πίνακα κατάταξης, έχει όποιος αμφισβητεί την ύπαρξη της απαίτησης εκείνου, κατά του οποίου στρέφει την ανακοπή του, ή προβάλλει, ότι προηγείται του τελευταίου, που κατατάχθηκε στον πίνακα, και επιδιώκει την αποβολή του και την κατάταξη στην θέση του, στρέφεται δε κατά των δανειστών των οποίων προσβάλλεται η κατάταξη (άρθρ. 972 παρ. 2 εδ.

β' ΚΠολΔ). Η κατάταξη των δανειστών, για τη διανομή του πλειστηριάσματος, γίνεται μεν με ενιαία πράξη, ως προς όλους, πλην όμως η διαδικασία της κατάταξης δεν είναι αδιαίρετη. Γι` αυτό κάθε δανειστής ασκεί δική του αυτοτελή ανακοπή κατά του πίνακα κατάταξης, που συντάχθηκε και τη στρέφει εναντίον εκείνων μόνο, από τους δανειστές, κατά των οποίων επιδιώκει να εξέλθει νικητής και όχι εναντίον όλων των δανειστών, που αναγγέλθηκαν.

Έτσι, μεταξύ των δανειστών, δεν υφίσταται αναγκαστική ομοδικία, κατά την έννοια του άρθρου 76 του ΚΠολΔ και δεν ωφελείται ο ένας δανειστής από την ανακοπή, που άσκησε άλλος δανειστής, ούτε βλάπτεται από την ανακοπή, που απευθύνθηκε κατ` άλλου δανειστή.

Συνεπώς, δεν είναι αναγκαίο η ανακοπή, κατά του πίνακα κατάταξης, να ασκείται από όλους τους δανειστές, ούτε να στρέφεται εναντίον όλων των δανειστών (ΑΠ 1455/98, ΑΠ 4/1995, ΑΠ 643/1993). Για τον ίδιο λόγο και όσα ορίζονται από τις διατάξεις των άρθρων 68, 74, 76, και 516 του ΚΠολΔ, το ένδικο μέσο της έφεσης που ασκείται κατά της απόφασης, που εκδόθηκε για την ανακοπή, δεν απευθύνεται, κατ` αρχήν, εναντίον όλων των δανειστών, που μετείχαν στη δίκη ως ομόδικοι, ούτε το ένδικο μέσο, που ασκεί ο ένας από τους ομόδικους δανειστές, μπορεί να το απευθύνει κατά των άλλων ομόδικων του δανειστών. Όταν, όμως, ασκείται κοινή ανακοπή από ή κατά περισσότερων δανειστών ή συνεκδικάζονται ξεχωριστές ανακοπές, με τις οποίες προσβάλλεται η κατάταξη της ίδιας απαίτησης, (οπότε, για την ύπαρξη ή την ανυπαρξία της απαίτησης, η κατάταξη της οποίας προσβάλλεται, δεν είναι λογικό να εκδοθούν αντίθετες αποφάσεις, υπάρχει δε και ανάγκη αντιπαραβολής και σύγκρισης των απαιτήσεων των περισσότερων ανακοπτόντων μεταξύ τους και με τις απαιτήσεις των περισσότερων, από τους καθ` ων οι ανακοπές), υφίσταται μεταξύ των περισσότερων ανακοπτόντων και των περισσότερων καθ` ων οι ανακοπές αναγκαστική ομοδικία (ΑΠ 21/2020, ΑΠ 189/2016, ΑΠ175/2011, AΠ 1026/2010, ΑΠ 1229/2008, ΑΠ 1226/2006).

2. Κατά το άρθρ. 932 του ΚΠολΔ, τα έξοδα της αναγκαστικής εκτέλεσης βαρύνουν εκείνον κατά του οποίου αυτή στρέφεται και προκαταβάλλονται από εκείνον που την επισπεύδει, ενώ κατά το άρθρ. 975 του ίδιου κώδικα η κατάταξη των δανειστών στον πίνακα γίνεται αφού αφαιρεθούν τα έξοδα της εκτέλεσης που ορίζονται αιτιολογημένα από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού.

Όπως προκύπτει από τις διατάξεις αυτές, στη δεύτερη των οποίων γίνεται διάκριση μεταξύ αφαίρεσης των εξόδων και κατάταξης των προνομιακών απαιτήσεων, υπέγγυο στους δανειστές είναι το ποσό του πλειστηριάσματος που απομένει μετά την αφαίρεση των εξόδων εκτέλεσης, τα οποία δεν περιλαμβάνονται μεταξύ των προνομίων, ούτε κατατάσσονται στον πίνακα, αλλά προαφαιρούνται προκειμένου να γίνει η κατάταξη των δανειστών, ορίζονται δε με τον πίνακα κατάταξης ή με ιδιαίτερη πράξη, με την οποία ο υπάλληλος του πλειστηριασμού δικαιολογεί τα σχετικά κονδύλια προκειμένου να τα προαφαιρέσει από το πλειστηρίασμα.

Δικαιούχος των εξόδων εκτέλεσης είναι κατ` αρχήν ο δανειστής που επέσπευσε την εκτέλεση, όμως ως δικαιούχοι νοούνται και τα όργανα της εκτέλεσης και ειδικότερα ο δικαστικός επιμελητής και ο υπάλληλος του πλειστηριασμού (συμβολαιογράφος), αλλά και ο πληρεξούσιος δικηγόρος του επισπεύδοντος δανειστή, καίτοι τα πρόσωπα αυτά δεν νομιμοποιούνται να αναζητήσουν τα σχετικά έξοδα από τον καθ` ου η εκτέλεση, αφού μ` αυτόν δεν συνδέονται με κατάλληλη έννομη σχέση. (ΑΠ 1860/2013, ΑΠ 300/2013, ΑΠ 280/2004).

Έτσι τα πρόσωπα αυτά, με βάση τις παραπάνω διατάξεις σε συνδυασμό και με αυτές των άρθρ. 971 και 1007 του ΚΠολΔ, λαμβάνουν τα έξοδα της εκτέλεσης από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού, ο οποίος, αφού τα αφαιρέσει από το πλειστηρίασμα, ακολούθως διανέμει το υπόλοιπο του πλειστηριάσματος μεταξύ των δανειστών του καθ` ου η εκτέλεση ή προβαίνει με σχετικό πίνακα στην κατάταξη των δανειστών σε περίπτωση ανεπάρκειας του πλειστηριάσματος.

Δηλαδή τα έξοδα της εκτέλεσης δεν κατατάσσονται στο συντασσόμενο από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού πίνακα, ωστόσο η σχετική εκκαθαριστική πράξη του αποτελεί διανομή του πλειστηριάσματος και προσβάλλεται συνεπώς με την ανακοπή του άρθρ. 979 του ΚΠολΔ. Ανακόπτων μπορεί να είναι οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον, όπως είναι οι δανειστές που αναγγέλθηκαν ή ο καθ` ου η εκτέλεση οφειλέτης, οπότε αν αυτοί αμφισβητούν τη νομιμότητα της σχετικής εκκαθαριστικής πράξης των εξόδων εκτέλεσης και ειδικότερα αν προσβάλουν αυτή ως αόριστη ή αναιτιολόγητη ή αμφισβητούν ότι τα έξοδα έγιναν προς το συμφέρον όλων των δανειστών, ανακύπτει ιδιωτική διαφορά μεταξύ αυτών και του επισπεύδοντος δανειστή, που είναι ο μόνος νομιμοποιούμενος παθητικά στη σχετική δίκη, αφού αυτός είναι που χορήγησε στα παραπάνω πρόσωπα την εντολή για τη διενέργεια των απαιτούμενων πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης και θα ζημιωθεί αν ανατραπεί η εκκαθάριση των εξόδων, αφού τότε θα υποχρεωθεί να καταβάλει ο ίδιος τη διαφορά στα πρόσωπα αυτά με βάση τη μεταξύ τους σχέση εντολής.

Αντίθετα όταν η αμφισβήτηση αφορά μόνο τη διενέργεια των πράξεων εκτέλεσης που φέρονται ότι έγιναν από τα ίδια πρόσωπα ή το ύψος της σχετικής δαπάνης, δηλαδή όταν προβάλλεται ότι τα αντίστοιχα έξοδα εκτέλεσης δεν είναι νόμιμα ή υπαρκτά ή υπερβαίνουν τα καθοριζόμενα από το νόμο ή τις οικείες υπουργικές αποφάσεις όρια της αμοιβής τους, η ανακοπή κατά της πράξης εκκαθάρισης των εξόδων η ανακοπή πρέπει να στρέφεται αποκλειστικά κατά του οργάνου της εκτέλεσης, τα προαφαιρεθέντα έξοδα υπέρ του οποίου αμφισβητούνται (ΑΠ 1415/2019, ΑΠ 1644/2018, ΑΠ 626/2018, ΑΠ 2255/2014, ΑΠ 658/2014, ΑΠ 60/2011, ΑΠ 142/2004, ΑΠ 280/2004, ΑΠ 1783/1998).

Εξ άλλου, ως έξοδα εκτέλεσης, κατά τις παραπάνω διατάξεις, νοούνται όλες οι δαπάνες που γίνονται από τον επισπεύδοντα την εκτέλεση δανειστή και αποβλέπουν στο γενικό συμφέρον όλων των δανειστών, εφόσον είναι αναγκαίες για τη διαδικασία της εκτέλεσης από την έναρξή της μέχρι και την περάτωσή της (ΑΠ 14/2015, ΑΠ 1074/2015, ΑΠ 658/2014, ΑΠ 2057/2014, ΑΠ 60/2011, ΑΠ 840/2008, ΑΠ 419/1998), δηλαδή, ανάγονται στην προδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, στην κατάσχεση, στη συντήρηση του κατασχεθέντος πράγματος, στον πλειστηριασμό και στην κατάταξη των δανειστών.

Αντίθετα, δεν περιλαμβάνονται τα έξοδα που έγιναν προς το αποκλειστικό συμφέρον είτε του επισπεύδοντος είτε των αναγγελθέντων δανειστών ούτε επίσης όσα έγιναν από υπαιτιότητα του επισπεύδοντος, όπως είναι τα έξοδα πλειστηριασμού που ματαιώθηκε λόγω παρόδου προθεσμίας ή λόγω ακυρότητας των πράξεων (ΑΠ 60/2001, ΑΠ 1359/1998). 3.

Όπως προκύπτει από τις συνδυαζόμενες διατάξεις των άρθρων 76 παρ. 1, 3 και 4 και 517 ΚΠολΔ, η έφεση ναι μεν πρέπει σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας να απευθύνεται εναντίον όλων των ομοδίκων που υπήρξαν διάδικοι στον πρώτο βαθμό ή των κληρονόμων τους, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη, ωστόσο, ως ομόδικοι, που νομιμοποιούνται παθητικώς στην κατ' έφεση δίκη, νοούνται μόνον οι αντίδικοι του εκκαλούντος στον πρώτο βαθμό και όχι και οι δικοί του ομόδικοι, αφού με διαφορετική εκδοχή ο αναγκαίος στον πρώτο βαθμό ομόδικος του εκκαλούντος θα είναι στον δεύτερο βαθμό εφεσίβλητος και συγχρόνως, κατά τρόπο λογικώς και νομικώς ανακόλουθο, συνεκκαλών, δεδομένου ότι η άσκηση ενδίκων μέσων από οποιονδήποτε των ομοδίκων έχει αποτελέσματα και για τους λοιπούς (ΟλΑΠ 63/1981, ΑΠ 1602/2000).

Στην περίπτωση αυτή (της πλασματικής άσκησης ενδίκου μέσου), πρέπει οι μη ασκήσαντες αυτό ομόδικοι να καλούνται σε όλες τις συζητήσεις του ενδίκου μέσου (άρθρα 76 παρ. 3 και 110 παρ. 2 ΚΠολΔ) αλλιώς η συζήτηση αυτού κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους (ΑΠ 1681/2013, ΑΠ 1433/2012). Εξαίρεση γίνεται δεκτή και η έφεση παραδεκτώς απευθύνεται και κατά των αναγκαίων ομοδίκων του εκκαλούντος, όταν συντρέχουν ειδικές περιπτώσεις, όπως στη δίκη διανομής (ΟλΑΠ 321/1983, ΑΠ 885/2001).

4. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 κατά την οποία επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος σε αυτή αναιρετικός λόγος αναφέρεται μόνον στις δικονομικές ακυρότητες, εκείνες δηλαδή, που ανάγονται στη διαδικασία και είναι συνέπειες εφαρμογής δικονομικών διατάξεων, στοιχειοθετείτε δηλαδή ο ανωτέρω λόγος, μόνον όταν πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (ΟλΑΠ 1/2019, ΟλΑΠ 12/2000, ΑΠ 1185/2021, ΑΠ 933/2019, ΑΠ 623/2015, ΑΠ 558/2008, ΑΠ 1331/1985 ).

5. Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ. είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί και μάλιστα, νομίμως, στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (ΟλΑΠ 15/2011, ΑΠ 68/2022, ΑΠ 115/2022, ΑΠ 10/2022, ΑΠ 114/2009).

Εξάλλου, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος προτάσεως ή επαναφοράς του στο εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο, αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, αφού μη νόμιμοι, αόριστοι και απαράδεκτοι ισχυρισμοί δεν είναι για τους λόγους αυτούς ουσιώδεις και δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 26/2022, ΑΠ 1531/2018, ΑΠ 1399/2017, ΑΠ168/2015, ΑΠ 1401/2008).

Το απαράδεκτο εκ της άνω διατάξεως αναφέρεται σε όλους τους λόγους αναιρέσεως (ΑΠ 26/2022, ΑΠ 30/2006). Με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο με τη προσβαλλομένη απόφασή του, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ, διότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο και συγκεκριμένα διότι έπρεπε να απορρίψει την έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου δικαστικού επιμελητή ως απαράδεκτη, για το λόγο ότι αυτή απευθύνθηκε μόνον κατά του ιδίου (...) ως εφεσιβλήτου, ενώ για το παραδεκτό της θα έπρεπε να είχε στραφεί και κατά της επισπεύδουσας την αναγκαστική εκτέλεση τραπεζικής εταιρείας "...", λαμβανομένου υπόψη του ότι μεταξύ της τελευταίας και του παραπάνω δικαστικού επιμελητή, υπό την ιδιότητα των καθών η ανακοπή που άσκησε το αναιρεσείον κατά του με αριθμό ...

πίνακα κατατάξεως της συμβολαιογράφου ….. Β. Σ., υφίσταται αναγκαστική ομοδικία, το δε κεφάλαιο της εκκαλουμένης αποφάσεως (3593/2019 Μονομελούς Πρωτοδικείου …..) περιείχε βλαπτική διάταξη για τον εκκαλούντα δικαστικό επιμελητή προς όφελος της ομοδίκου του τραπεζικής εταιρείας. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, ότι o σχετικός ισχυρισμός περί απαραδέκτου της εφέσεως προβλήθηκε νομότυπα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, από το αναιρεσείον - εφεσίβλητο, ούτε, σε κάθε περίπτωση, προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων ότι το αναιρεσείον προέβαλε τέτοιο ισχυρισμό ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, ενώ δεν συντρέχει κάποια από τις παραπάνω εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Σε κάθε δε περίπτωση, ο λόγος αυτός στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση καθόσον, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η επισπεύδουσα την αναγκαστική εκτέλεση τράπεζα δεν συνδέεται με τον εκκαλούντα (ήδη αναιρεσίβλητο) δικαστικό επιμελητή, με τον δεσμό της αναγκαστικής ομοδικίας και δεν πρόκειται περί υποθέσεως με αντικείμενο την διανομή.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αναίρεση και να καταδικασθεί το αναιρεσείον λόγω της ήττας του στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσιβλήτου (άρθ. 176, 183 ΚΠολΔ). Η δικαστική δαπάνη ορίζεται μειωμένη διότι στην υπόθεση αυτή το αναιρεσείον εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία του ...

Ό. Π., μέλος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους [άρθρα 30 παράγραφοι 1 και 2 ν. 4038/2012 (ΦΕΚ Α' 14/2.2.2012), 19 παρ. 1 περ. (β) ν. 2556/1997 (ΦΕΚ Α'. 270/24.12.1997), σε συνδυασμό προς το άρθρο 61 παρ. 3 ν. 4194/2013 (ΦΕΚ Α'. 208/27.9.2013)].

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αναίρεση κατά της με αριθμό 114/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ....

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Νοεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2022.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ