2055/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/6/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 31/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 125/2012 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29/3/2012 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated2055/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Όμως αυτή δεν παρέστη κατά την εν λόγω δικάσιμο στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, γι' αυτό πρέπει να δικασθεί ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρ. 576§2 ΚΠολΔ).
Full text
Απόφαση 2055 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2055/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αλτάνα Κοκκοβού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. συζύγου Δ. Β., το γένος Ν. Μ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Β. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παπαγιαννάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/6/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 31/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 125/2012 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29/3/2012 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλτάνα Κοκκοβού ανέγνωσε την από 8/10/2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρ. 108, 110§2, 498§1, 568§§1,2&4, 576§§1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή την επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση.
Στην προκειμένη περίπτωση προκύπτει από την προσκομιζόμενη από τον αναιρεσίβλητο υπ' αριθ. 7306ΕΒ/24-7-2014 έκθεση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Βόλου Φ. Κ. ότι η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 125/2012 απόφασης του Εφετείου Λάρισας επισπεύσθηκε με φροντίδα του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος προς το σκοπό αυτό επέδωσε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσείουσα ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης με πράξη κατάθεσής της στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και προσδιορισμένο χρόνο συζήτησής της στο Α1 Τμήμα του Αρείου Πάγου με αριθμό πινακίου 43 την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής δικάσιμο της 20-10-2014, κατά την οποία η αναιρεσείουσα κλήθηκε να παραστεί (άρθρ.122§1, 123, 130§1, 230§2, 498§§1&2, 568 ΚΠολΔ).
Όμως αυτή δεν παρέστη κατά την εν λόγω δικάσιμο στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, γι' αυτό πρέπει να δικασθεί ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρ. 576§2 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρ. 553§1 περ. β' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή, δηλαδή απαιτείται η ύπαρξη τελεσίδικης απόφασης (άρθρ. 321 ΚΠολΔ), κρίσιμος δε χρόνος από τον οποίο κρίνεται ο χαρακτήρας της απόφασης ως τελεσίδικης για την άσκηση κατ' αυτής αίτησης αναίρεσης, είναι ο χρόνος της άσκησης της αίτησης αναίρεσης με την κατάθεση του δικογράφου της στον αρμόδιο γραμματέα, όπως το άρθρ. 495§1 του ίδιου Κώδικα ορίζει (Ολ ΑΠ 18/2001).
Επομένως η ύπαρξη ερήμην απόφασης, δηλαδή απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (Ολ ΑΠ 15/2001), ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα άσκησης απ' αυτόν ανακοπής ερημοδικίας κατά της ερήμην απόφασης (άρθρ. 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην απόφασης αίτησης αναίρεσης, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ), αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρ. 513§1εδ.βπερ.β ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους, Αντίθετα δηλαδή με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (Ολ ΑΠ 11/1998? ΑΠ 662/2006), δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων.
Συνήθως βέβαια η άσκηση απευθείας αναίρεσης, κατά παράλειψη της ανακοπής ερημοδικίας και ενώ διαρκεί η προθεσμία της (άρθρ. 503 ΚΠολΔ), υποδηλώνει σιωπηρή παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας (άρθρ.299 ΚΠολΔ), η οποία είναι επιτρεπτή και έγκυρη, εφόσον όμως ο υπογράφων το δικόγραφο της αναίρεσης έχει την ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα, που απαιτεί το άρθρ. 98περ.β ΚΠολΔ (ΑΠ 1983/2006? 1261/2011).Ειδικά όμως στις γαμικές διαφορές, όπως είναι το διαζύγιο (αρθ. 592 παρ. 1 εδ.α ΚΠολΔ) η παραίτηση του διαδίκου από το δικαίωμα άσκησης ενδίκων μέσων δεν μπορεί να γίνει σιωπηρώς αλλά, σύμφωνα με το άρθρο 606 ΚΠολΔ, μόνο με ρητή δήλωση στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (Α Π 1466/2010).
Ενδέχεται βέβαια να μη συντρέχουν στη συγκεκριμένη περίπτωση οι προϋποθέσεις του άρθρ. 501 ΚΠολΔ για την άσκηση παραδεκτής και βάσιμης ανακοπής ερημοδικίας. Οι προϋποθέσεις όμως αυτές και γενικότερα οι προϋποθέσεις του κύρους της ανακοπής ερημοδικίας κρίνονται κυριαρχικά μόνο από το αρμόδιο γι' αυτή δικαστήριο και δεν ερευνώνται παρεμπιπτόντως από άλλο δικαστήριο, προκειμένου, σε περίπτωση έλλειψής τους, να κριθεί παραδεκτή η αναίρεση κατά της ερήμην οριστικής απόφασης που ασκήθηκε κατά παράβαση της αρχής της διαδοχικής άσκησης των ένδικων μέσων (Ολ ΑΠ 15/2001).
Συνεπώς και στην περίπτωση αυτή αποκλείεται η άσκηση αναίρεσης όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, έστω και αν πιθανολογείται η απόρριψή της. Μάλιστα αν παραλειφθεί η επίδοση της ερήμην απόφασης, δεν αρχίζει καν η προθεσμία άσκησης κατ' αυτής ανακοπής ερημοδικίας, οπότε αντίστοιχα δεν υπάρχει χρονικό όριο για την άσκησή της, αφού σε σχέση μ' αυτή δεν είναι θεσπισμένη - και ούτε θα όφειλε να είναι - καταχρηστική προθεσμία αντίστοιχη με την καταχρηστική προθεσμία των άρθρ. 518§2 και 564§3 ΚΠολΔ, που ισχύει για την έφεση και την αναίρεση.
Έτσι όμως η παράλειψη επίδοσης της ερήμην απόφασης εμποδίζει εξακολουθητικά την άσκηση κατ' αυτής αίτησης αναίρεσης, με απότοκη συνέπεια την αναστολή και της καταχρηστικής προθεσμίας των τριών ετών που ισχύει για την αναίρεση και έχει ως αφετηρία τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού προϋπόθεση αυτονόητη της προθεσμίας αυτής είναι η ύπαρξη απόφασης υποκείμενης οπωσδήποτε σε αναίρεση (ΑΠ 992/1997).
Στην προκειμένη περίπτωση προσβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης η εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των άρθρ. 592 επ. ΚΠολΔ υπ' αριθ. 125/2012 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, η οποία εκδόθηκε επί της από 30-7-2010 έφεσης της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 31/2010 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου, η οποία ερήμην αυτής είχε δεχθεί την εναντίον της από 18-6-2008 αγωγή διαζυγίου του αναιρεσιβλήτου συζύγου της με αίτημα τη λύση του μεταξύ τους υφιστάμενου γάμου και την οποία (έφεση) απέρριψε λόγω της ερημοδικίας της ως ανυποστήρικτη.
Ωστόσο, ούτε η αναιρεσείουσα στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης επικαλείται αλλ' ούτε και προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση επιδόθηκε προς οποιονδήποτε των διαδίκων, ώστε να αρχίσει για την αναιρεσείουσα κατά το άρθρ. 503§1 σε συνδυασμό και με το άρθρ. 144§2 ΚΠολΔ η δεκαπενθήμερη προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας.
Ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι η αναιρεσείουσα παραιτήθηκε σιωπηρά από το δικαίωμά της για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας με την άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, αφού, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί προηγουμένως, επί γαμικών διαφορών, όπως η προκείμενη, δεν είναι επιτρεπτή η σιωπηρή παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης ενδίκων μέσων.
Έτσι όμως η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση υπόκειται εξακολουθητικά σε ανακοπή ερημοδικίας, οπότε, κατά τα προεκτεθέντα, δεν συγχωρείται κατ' αυτής αναίρεση. Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη η κρινόμενη αίτηση. Εξάλλου, η αναιρεσείουσα, που ηττήθηκε, πρέπει, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-3-2012 αίτηση της Α. συζ. Δ. Β. το γένος Ν. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 125/2012 απόφασης του Εφετείου Λάρισας. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Νοεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Νοεμβρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ