Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds where plaintiff withdrew specific appeal arguments before oral hearing.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by 'Aris Basketball' against the Thessaloniki Court of Appeal's decision. The appellant withdrew two specific appeal arguments orally before the hearing began, rendering those grounds legally ineffective. Consequently, the court rejected the appeal as baseless and ordered the appellant to bear the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 294, 296, 297, 495 § 1 of the Code of Civil Procedure; Withdrawal of appeal grounds before oral hearing constitutes valid termination of that specific request, preventing further judicial review of withdrawn issues.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 2055 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2055/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας:Καλαθοσφαιρικής ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΡΗΣ ΚΑΛΑΘΟΣΦΑΙΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και διακριτικό τίτλο "ΑΡΗΣ ΚΑΕ-2003" που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Αρχανιωτάκη.
Της αναιρεσιβλήτου:Καλαθοσφαιρικής ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΗΡΑΚΛΗΣ 1908 ΚΑΕ" που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηρακλή Σπανό με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15 Μαρτίου 2005 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 29702/2005 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 1988/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23 Οκτωβρίου 2006 αίτησή της ως και τους από 11 Σεπτεμβρίου 2007 προσθέτους επ' αυτής λόγους αναιρέσεως. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης - Σπυρίδων Τέντες, ανέγνωσε την από 25 Ιουλίου 2007 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Βασιλείου Ρήγα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως ως και την από 23 Οκτωβρίου 2008 έκθεσή του επί των προσθέτων λόγων αναιρέσεως με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψή των. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας δήλωσε ότι παραιτείται από τον έκτο λόγο επί της αιτήσεως αναιρέσεως ως και τον δεύτερο των προσθέτων λόγων και ζήτησε την παραδοχή των λοιπών ως και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 296 και 297 ΚΠολΔ, εφαρμοζόμενες, σύμφωνα με το άρθρο 573 § 1 του ίδιου Κώδικα, και στη διαδικασία της δίκης για αναίρεση, προκύπτει ότι παραίτηση, ολική ή μερική, από το δικόγραφο του ένδικου μέσου που έχει ασκηθεί, όπως είναι και η αναίρεση (άρθρο 495§1 ΚΠολΔ), μπορεί να γίνει και με προφορική δήλωση, προτού αρχίσει η προφορική συζήτηση. Η δήλωση αυτή, καταχωριζόμενη στα πρακτικά, επιφέρει αντίστοιχη (αναλόγως με το περιεχόμενο και την έκτασή της) κατάργηση της δίκης. Συνακολούθως η παραίτηση της αναιρεσείουσας από το δικόγραφο της ένδικης αιτήσεως, ως προς τον έκτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, καθώς και από τον δεύτερο πρόσθετο λόγο, που έγινε πριν από την προφορική συζήτηση της υποθέσεως, με καταχωρισμένη στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της, είναι σύννομη και συνεπάγεται κατάργηση της δίκης ως προς τους λόγους αυτούς αναιρέσεως, που σύμφωνα με τα άρθρα 295§1 και 299 ΚΠολΔ, θεωρείται ότι δεν ασκήθηκαν (ΟλΑΠ 7/1993).
Για την άσκηση αντεφέσεως κατ' άρθρο 523 ΚΠολΔ, απαιτείται η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος. Ο νικήσας διάδικος, του οποίου έγινε δεκτός ο επικουρικός και απορρίφθηκε ο κύριος υπερασπιστικός ισχυρισμός, έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει αντέφεση, ζητώντας την αντικατάσταση, με την έννοια της συμπληρώσεως, της αιτιολογίας, προκειμένου να γίνει δεκτός και ο κύριος ισχυρισμός του, και μάλιστα έστω και αν από τις αιτιολογίες δεν δημιουργείται δυσμενές γι' αυτόν δεδικασμένο. Διότι με την επιδιωκόμενη συμπλήρωση ενδοδιαδικαστικώς ισχυροποιείται η ευνοϊκή γι' αυτόν απόφαση, αφού πλέον για την αναίρεση της απαιτείται η επιτυχής προσβολή αμφοτέρων των αιτιολογιών, ήτοι τόσο της κύριας όσο και της επικουρικής.
Στην προκείμενη περίπτωση, κατόπιν αιτήσεως της αναιρεσίβλητης, εκδόθηκε η 6710/2004 διαταγή πληρωμής, με βάση τραπεζική επιταγή ποσού 30.000 ευρώ, που είχε εκδώσει η αναιρεσείουσα. Ακολούθως, επιδόθηκε στην τελευταία η από 9-3-2005 επιταγή προς εκτέλεση, με τίτλο την εν λόγω διαταγή πληρωμής, κατά της οποίας (επιταγής) η αναιρεσείουσα άσκησε ανακοπή, προβάλλοντας ως λόγο αυτής ότι η σύμβαση μεταξύ των διαδίκων, που αποτελούσε την υποκείμενη αιτία εκδόσεως της τραπεζικής επιταγής, ήταν άκυρη.
Η καθής και ήδη αναιρεσίβλητη, αποκρούοντας την ανακοπή προέβαλε κυρίως ότι η σύμβαση ήταν έγκυρη και επικουρικώς ότι η επίκληση της ακυρότητας της ήταν καταχρηστική. Η πρωτόδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης έκρινε αβάσιμη την ανακοπή της αναιρεσείουσας, με την αιτιολογία ότι, ναι μεν η σύμβαση ήταν άκυρη, πλην όμως ο σχετικός λόγος της ανακοπής αντιβαίνει στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε αφενός έφεση της ανακόπτουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά το κεφάλαιο περί καταχρηστικότητας του λόγου της ανακοπής, αφετέρου δε αντέφεση της καθής και ήδη αναιρεσίβλητης, με την οποία αυτή ζητούσε την αντικατάσταση της αιτιολογίας της αποφάσεως, έτσι ώστε να απορριφθεί η ανακοπή ως αβάσιμη και για το λόγο ότι η προαναφερόμενη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση δεν ήταν άκυρη, λόγω μη τηρήσεως του απαιτουμένου τύπου, όπως έκρινε η εκ καλούμενη.
Η εν λόγω αντέφεση είναι ορισμένη και εμμέσως πλην σαφώς διαλαμβάνει το έννομο συμφέρον της αντεκκαλούσας, που συνίσταται στη συμπλήρωση των αιτιολογιών της εκκαλουμένης με την παραδοχή του ισχυρισμού της περί του κύρους της επίμαχης συμβάσεως από τις οποίες (αιτιολογίες) ναι μεν δεν προκύπτει δεδικασμένο, ισχυροποιείται όμως ενδοδιαδικαστικώς η θέση της αντεκκαλούσας.
Το Εφετείο, επομένως, που με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε ως παραδεκτή την αντέφεση και, αντικαθιστώντας την αιτιολογία της εκκαλουμένης αποφάσεως, έκρινε ότι ο λόγος της ανακοπής ήταν απορριπτέος, κυρίως ως αβάσιμος, διότι η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση είναι έγκυρη, επικουρικώς δε ως καταχρηστικός, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 άρ. 14 ΚΠολ, παραλείποντας, παρά το νόμο, να απορρίψει ως απαράδεκτη την αντέφεση, οι δε αντίθετοι πρώτος και δεύτερος λόγος της αιτήσεως είναι αβάσιμοι.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επεδίκασε μη αιτηθέν ή πλέον των αιτηθέντων ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση νοείται αυτή που αποτελεί κεφάλαιο της δίκης, δηλαδή το αίτημα ή η βάση αγωγής, ανταγωγής, κυρίας ή αυτοτελούς προσθέτου παρεμβάσεως, ενδίκου μέσου, αντεφέσεως, ανακοπής ή τριτανακοπής.
Εν προκειμένω, το Εφετείο δέχθηκε τύποις και ουσία την έχουσα το προδιαληφθέν περιεχόμενο και αίτημα αντέφεση της αναιρεσίβλητης και αντικατέστησε την αιτιολογία της εκκληθείσης αποφάσεως. Επομένως, το Εφετείο δεν υπερέβη το αίτημα της αντεφέσεως και ο αντίθετος, εκ του άρθρου 559 αρ 9 ΚΠολΔ, τρίτος λόγος της αιτήσεως είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 17 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Η αντίφαση, για να συγκροτεί αναιρετικό λόγο, πρέπει να υφίσταται μεταξύ των διατάξεων της αποφάσεως και όχι μεταξύ μιας διατάξεως αυτής και του νόμου, η οποία ενδεχομένως να ελέγχεται μέσω άλλου λόγου αναιρέσεως.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 534 ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της προσβληθείσης με έφεση αποφάσεως κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διστακτικό της ορθό, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αντικαθιστά τις αιτιολογίες και απορρίπτει την έφεση. Ο εν λόγω κανόνας σκοπεί την καθιέρωση του επιτρεπτού της αντικαταστάσεως υπό του εφετείου της εσφαλμένης αιτιολογίας της εκκαλουμένης αποφάσεως, άνευ εξαφανίσεως της.
Κατά συνέπειαν, μεταξύ των δύο διατάξεων εφετειακής αποφάσεως, η μία των οποίων δέχεται (αντί, ως επιβάλλεται, να απορρίψει) την έφεση, η δ' ετέρα αντικαθιστά την αιτιολογία της πρωτόδικης αποφάσεως, δεν δημιουργείται αναιρετικώς ελεγκτή αντίφαση, υφισταμένης αντιθέτως πλήρους μεταξύ τους αρμονίας, η δε αντίθεση της δεχόμενης την έφεση διατάξεως προς την επιταγή του νόμου να την απορρίψει αποτελεί τυπικό και επουσιώδες σφάλμα του ορθώς αντικαθιστώντος την εσφαλμένη πρωτόδικη αιτιολογία δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, αφού ουδόλως επηρεάζει τις έννομες συνέπειες των αποφάσεων τούτων.
Εξάλλου, τυχόν αναίρεση της πληττόμενης αποφάσεως για το λόγο αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα την παραπομπή της υποθέσεως στο Εφετείο, προκειμένου να προβεί στη στερούμενη οιασδήποτε συνεπείας αντικατάσταση μιας λέξεως στο διατακτικό της αποφάσεως, καθισταμένου εκείθεν του λόγου τούτου αλυσιτελούς.
Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο, ως διαλαβόν στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως τις εξής διατάξεις: "Δέχεται τυπικά και ουσιαστικά την ... αντέφεση" και "Αντικαθιστά την αιτιολογία της εκκαλουμένης απόφασης που ...". Επομένως, ο σχετικός, εκ του άρθρου 559 αρ 17 ΚΠοΑΔ, τέταρτος λόγος της αιτήσεως είναι νόμω αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει.
Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο, ως λαβόν υπόψη ένορκες βεβαιώσεις προσαχθείσες υπό της αναιρεσίβλητης, οι οποίες είχαν συνταχθεί μετά τη συζήτηση στον πρώτο βαθμό της ανακοπής της και επομένως κατά παράβαση του άρθρου 270 § 2 ΚΠολΔ. Οι εν λόγω ένορκες βεβαιώσεις ήσαν όντως ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο για το πρωτόδικο δικαστήριο. Ενώπιον του εκκλήτου βήματος όμως επιτρεπτώς προσήχθησαν και νομίμως ελήφθησαν υπόψη από το Εφετείο, σύμφωνα με το άρθρο 529 § 1 ΚΠολΔ. Επομένως, ο αντίθετος, εκ του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, πέμπτος λόγος της αιτήσεως είναι αβάσιμος.
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα πλήσσει την επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με την οποία κρίθηκε απορριπτέος ο λόγος της ανακοπής της ως αντιβαίνων στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Ο πρόσθετος αυτός λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, αφού η άλλη αιτιολογία της αποφάσεως, μη πληττόμενη με την αναίρεση, στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23.10.2006 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΡΗΣ ΚΑΛΑΘΟΣΦΑΙΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" για αναίρεση της 1988/2006 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Απριλίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Οκτωβρίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ