Legislator Case Law & Legislation
2055/2007 AI generated

2055/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2055/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

2055/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62 και 64 αριθ.3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι οι ενώσεις φυσικών προσώπων που επιδιώκουν κάποιο σκοπό, χωρίς να είναι σωματεία, μολονότι δεν είναι αυτοτελείς φορείς δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, μπορούν, κατ` εξαίρεση του κανόνα της πρώτης παραγράφου του άρθρου 62 ΚΠολΔ, να είναι διάδικοι και να παρίστανται στο δικαστήριο με τα πρόσωπα στα οποία έχει ανατεθεί η διαχείριση των υποθέσεών τους.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2055 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2055/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. ..... 2. ..... και 3. ..... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Γεροντίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσίβλητων: 1. ..... και 2. ...... , οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Γεωργία Γαβρά-Αθανασίου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-9-1998 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σπάρτης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 119/1999 προδικαστική, 57/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 246/2006 οριστική του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27-12-2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 26-9-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή της αίτηση και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 556 παρ.1, δικαίωμα αναίρεσης έχουν, εφόσον νικήθηκαν ολικά ή εν μέρει στη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο ενάγων, ο εναγόμενος, ο εκκαλών, ο εφεσίβλητος, εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η αναψηλάφηση εκείνοι που είχαν ασκήσει κύρια ή πρόσθετη παρέμβαση, οι καθολικοί διάδοχοι και οι ειδικοί διάδοχοι, εφόσον απέκτησαν την ιδιότητα αυτή μετά την άσκηση της αγωγής, καθώς και οι εισαγγελείς μόνο αν ήταν διάδικοι.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62 και 64 αριθ.3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι οι ενώσεις φυσικών προσώπων που επιδιώκουν κάποιο σκοπό, χωρίς να είναι σωματεία, μολονότι δεν είναι αυτοτελείς φορείς δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, μπορούν, κατ` εξαίρεση του κανόνα της πρώτης παραγράφου του άρθρου 62 ΚΠολΔ, να είναι διάδικοι και να παρίστανται στο δικαστήριο με τα πρόσωπα στα οποία έχει ανατεθεί η διαχείριση των υποθέσεών τους.

Εφόσον δε απονεμήθηκε από το νομοθέτη στις εν λόγω ενώσεις προσώπων η ικανότητα να είναι διάδικοι, είναι αυτονόητο ότι αυτές είναι και φορείς των κατ` ιδίαν δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των μελών τους, και κατ` επέκταση νομιμοποιούνται να ενάγουν και να ενάγονται ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτών (ΟλΑΠ 14/2007).Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την ένδικη από 29-9-1998 αγωγή και την προσβαλλόμενη απόφαση, οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες ενήχθησαν, αφενός ατομικώς οι ίδιοι, αφετέρου υπό την ιδιότητά τους ως εκπρόσωποι των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας που βρίσκεται στη ....., επί της αναφερόμενης οδού, δυνάμει απόφασης της γενικής συνέλευσης τούτων της 29-3-1998, υπό τη διπλή δε αυτή ιδιότητα παραστάθηκαν, ως εφεσίβλητοι, στο Εφετείο, κατά τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

Η αίτηση αναίρεσης όμως ασκήθηκε από αυτούς ατομικώς, όχι και υπό την ιδιότητά τους ως εκπροσώπων των ανωτέρω συνιδιοκτητών. Επομένως, κατά το μέρος που μ΄ αυτήν πλήττεται, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 14ΚΠολΔ, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, διότι δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή κατά το μέρος που μ΄ αυτήν ενήχθησαν όχι ατομικώς αλλά ως εκπρόσωποι των ανωτέρω ιδιοκτητών, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης της ανωτέρω αναφερόμενης διαδικαστικής προϋπόθεση της δίκης.

Επειδή, ο από το αρθρ. 559 αρ. 20 ΚΠολΔ. λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπράττει διαγνωστικό λάθος και αποδίδει σε ορισμένο έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό με αποτέλεσμα, εξ αιτίας του σφάλματος αυτού, να καταλήγει σε συμπέρασμα τελείως διαφορετικό από αυτό που προκύπτει από το έγγραφο ως προς την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του πραγματικού γεγονότος για την απόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε το έγγραφο.

Αντίθετα δεν ιδρύεται ο από την διάταξη αυτή προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο και όπως πραγματικά είναι το αληθινό περιεχόμενό του, έστω και κατά πλημμελή τρόπο, πείθεται για την ύπαρξη όλου ή μέρους των πραγματικών γεγονότων προς απόδειξη των οποίων προσκομίζεται το έγγραφο, διότι στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση του περιεχομένου εγγράφου η οποία, σύμφωνα με τον κανόνα που διατυπώνεται στο αρθρ. 561 αρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Επίσης, ο ίδιος λόγος αναίρεσης από το ως άνω άρθρ. 559 αρ. 20 ΚΠολΔ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την κρίση του αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από το φερόμενο ως παραμορφωθέν κατά το περιεχόμενό του έγγραφο, όχι δε και όταν συνεκτίμησε το έγγραφο μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα χωρίς να εξαίρεται το έγγραφο αναφορικώς προς το πόρισμα για την ύπαρξη ή ανυπαρξία του αποδεικτέου γεγονότος, διότι στην περίπτωση αυτή είναι ανέφικτη η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του εγγράφου, αν δεν εκτιμηθούν και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα που συνεκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας, αλλά αυτό δεν επιτρέπεται στον Άρειο Πάγο.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την ανωτέρω διάταξη πλημμέλεια της παραμόρφωσης του περιεχομένου του προσκομισθέντος από τις αναιρεσίβλητες, ..... προικοσυμβολαίου, προς απόδειξη της κτήσης της κυριότητας, από τους δικαιοπαρόχους γονείς τους, του ακινήτου που αναφέρεται σ΄αυτό ,εμβαδού 417τ.μ., ως προς την μεταβίβαση της νομής και του ομόρου με το ακίνητο αυτό επίδικου εδαφικού τμήματος, εμβαδού 19,08τ.μ.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι η παραδοχή του Εφετείου, ως προς τη μεταβίβαση της νομής του επίδικου εδαφικού τμήματος, εμβαδού 19,08τ.μ., από τους απώτερους δικαιοπαρόχους των αναιρεσιβλήτων στους άμεσους δικαιοπαρόχους-γονείς αυτών, δεν οφείλεται σε διαγνωστικό λάθος, αλλά αποτελεί εκτίμηση, η οποία συνάχθηκε από την συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών στοιχείων, όπως καταθέσεων μαρτύρων, χωρίς να εξαιρείται η ιδιαίτερη αποδεικτή αξία του εν λόγω εγγράφου για το ποδεικτέο θέμα της μεταβίβασης της νομής του ανωτέρω εδαφικού τμήματος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-12-2006 αίτηση για αναίρεση της 246/2006 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Νοεμβρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ