Legislator Case Law & Legislation
2055/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor court ruling on vague wage arrears claim.

Case Number 2055/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision rejecting a claim for unpaid wages. The appellant sought recognition of an employment contract and payment of salary arrears but failed to specify the exact monetary amount owed in the initial lawsuit. The court ruled that such a claim is legally inadmissible without a precise sum, as it prevents the court from making a definitive judgment on the debt. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 216 and 70 of the Code of Civil Procedure; A recognition claim must specify the exact monetary amount of the debt to be recognized, otherwise it is inadmissible for being vague and incapable of judicial determination.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure recognition claim vague claim inadmissible lawsuit salary arrears precise amount judicial determination

Cited Legislation

AI generated
Articles 361, 648, 652, 656 of the Civil Code
Article 281 of the Civil Code
Article 33, paragraph 6 of Law 2190/1994
Article 216 of the Code of Civil Procedure
Article 70 of the Code of Civil Procedure
Article 559, numbers 1 and 19 of the Code of Civil Procedure
Article 559, number 14 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2055 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2055/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1΄ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ....., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Σταμούλη.

Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου που εκπροσωπείται νόμιμα α) από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών και β) από τον Υπουργό Τύπου και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης. Εκπροσωπήθηκε από την Βασιλική Πανταζή, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-10-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 155/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 1243/2003 του Εφετείου Αθηνών, η οποία αναιρέθηκε στο σύνολό της με την 1044/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, που παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο.

Εκδόθηκε η 246/2005 απόφαση του ως άνω Εφετείου, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24-5-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αλέξανδρος Νικάκης, διάβασε την από 17-10-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια δικαστική αντιπρόσωπος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 361, 648, 652, 656 ΑΚ και 7 ν. 2112/1920 προκύπτει το διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη, στο οποίο υπόκεινται οι εργαζόμενοι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, να εξειδικεύει αυτός κάθε φορά την υποχρέωση του μισθωτού για εργασία, καθορίζοντας τους όρους της παροχής της, τον τόπο, τον χρόνο και τον τρόπο, εφόσον οι όροι αυτοί δεν έχουν προσδιορισθεί από κανόνες δικαίου ή από την εργασιακή σύμβαση.

Βασικός περιορισμός του διευθυντικού δικαιώματος τίθεται από τα αντικειμενικά όρια του άρθρου 281 ΑΚ, οπότε ο εργοδότης δεν μπορεί να το ασκεί καταχρηστικά. Εξάλλου, κατά το άρθρο 33 παρ. 6 ν. 2190/1994 "Στη Γενική Γραμματεία τύπου και Πληροφοριών (Γ.Γ.Τ.Π.) συνιστώνται είκοσι (20) ενιαίες θέσεις ειδικών επιστημόνων ή δημοσιογράφων με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου διάρκειας μέχρι τριών (3) ετών που μπορεί να παρατείνεται.

Οι ειδικοί επιστήμονες ή δημοσιογράφοι, που προσλαμβάνονται κατά παρέκκλιση από κάθε άλλη διάταξη, διατίθενται με απόφαση του Υπουργού Προεδρίας της Κυβέρνησης για την κάλυψη των αναγκών των Γραφείων Τύπου Εξωτερικού ή των Διευθύνσεων Υπηρεσιών και Δημοσίων σχέσεων της Γενικής Γραμματείας Τύπου και Πληροφοριών.

Στους παραπάνω μπορεί να ανατίθενται και καθήκοντα προϊσταμένου στα Γραφεία Τύπου Εξωτερικού ή στις αναφερόμενες στο προηγούμενο εδάφιο Διευθύνσεις της Γ.Γ.Τ.Π. ή τμημάτων τους". Εκ τούτου έπεται, ότι οι προσλαμβανόμενοι κατά την ως άνω διάταξη δημοσιογράφοι δεν διατίθενται αποκλειστικά για τη στελέχωση των Γραφείων Τύπου Εξωτερικού, αλλά και για την κάλυψη των αναγκών των Διευθύνσεων Υπηρεσιών και Δημοσίων σχέσεων της Κεντρικής Υπηρεσίας της Γενικής Γραμματείας Τύπου και Πληροφοριών.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής : Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με την από 14.4.1995 έγγραφη σύμβαση προσλήφθηκε από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, διάρκειας τριών ετών, αρχομένης από 14.4.1995, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 33 παρ. 6 του ν. 2190/1994, για να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως δημοσιογράφος στο Υπουργείο Τύπου και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης.

Μετά την πρόσληψή του αποσπάστηκε από 20.4.1995 στο Γραφείο Τύπου της ...., στο οποίο υπηρέτησε έως 20.4.1997. Μετά τη λήξη της αποσπάσεώς του αυτής επέστρεψε στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου και ανέλαβε καθήκοντα εδώ, τοποθετηθείς στη Διεύθυνση Δημοσίων Σχέσεων. Στις 30.6.1997 αποσπάστηκε στο Γραφείο του .... για εννέα μήνες, όπου και παρουσιάσθηκε στις 10/7/1997.

Κατά το διάστημα της απόσπασής του αυτής υπηρέτησε με εντολή της υπηρεσίας για δύο μήνες στο Γραφείο Τύπου της .... . Με την 5940/Ζ/1151 από 17.3.1998 απόφαση του αρμοδίου οργάνου του Υπουργείου Τύπου και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης η σύμβαση εργασίας του μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου και όταν έληξε η απόσπασή του επέστρεψε στις 10.4.1998 στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου και στις 14.4.1998 τοποθετήθηκε στη Διεύθυνση Πληροφορικής στο Τμήμα Επισκοπήσεως Εξωτερικού Τύπου.

Με εντολή της Υπηρεσίας ο ενάγων μετέβη για υπηρεσιακούς λόγους στην ...., όπου παρέμεινε από 26.8.1998 - 18.9.1998 και από 13.11.1998 - 31.12.1998. Την πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά την 31.12.1998 όφειλε να επιστρέψει στην Ελλάδα για να προσφέρει τις υπηρεσίες του στο Υπουργείο Τύπου και ΜΜΕ. Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε, ότι σύμφωνα με όρο της από 14.4.1995 συμβάσεως ορισμένου χρόνου ο ενάγων ήταν υποχρεωμένος να παρέχει την εργασία του σύμφωνα με τις εκάστοτε ανάγκες της υπηρεσίας και τις διατάξεις του άρθρου 33 παρ. 6 του ν. 2190/1994, κατ΄ εφαρμογή των οποίων από την πρόσληψή του τοποθετήθηκε και υπηρέτησε για χρονικό διάστημα τριών περίπου ετών σε Γραφεία Τύπου του Εξωτερικού.

Μετά τη μετατροπή της επίμαχης συμβάσεως σε αορίστου χρόνου, το εναγόμενο εδικαιούτο, κατ΄ ενάσκηση του διευθυντικού του δικαιώματος, να τοποθετήσει τον ενάγοντα, όπου υπήρχαν υπηρεσιακές ανάγκες, όπως ισχύει για όλους τους απασχολούμενους με την ίδια σχέση εργασίας συναδέλφους του. ΄Ετσι τοποθέτησε αυτόν στον Τμήμα Επισκοπήσεως Εξωτερικού Τύπου της Διεύθυνσης Πληροφορήσεως του Υπουργείου Τύπου και ΜΜΕ προς αντιμετώπιση της τότε εκεί υφισταμένης υπηρεσιακής ανάγκης.

Οσάκις δε το εναγόμενο έπρεπε να καλύψει άλλη έκτακτη υπηρεσιακή ανάγκη στο Εξωτερικό και συγκεκριμένα στη Γερμανία, τότε, αξιοποιώντας τα προσόντα και την εμπειρία του ενάγοντος (άριστη γνώση της γερμανικής γλώσσας, εικοσαετής προϋπηρεσία στα γερμανικά μέσα ενημέρωσης και επαγγελματικές σχέσεις αυτού με πρόσωπα και παράγοντες του τύπου και του δημόσιου βίου στη Γερμανία) έδινε εντολή για τη μετάβαση και παραμονή του στην πόλη της .... .

Ο αντίθετος ισχυρισμός του ενάγοντος ότι μετά την άνω μετατροπή της σύμβασής του, η τοποθέτησή του στην εδώ Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου δεν ήταν σύμφωνη με το περιεχόμενο της σύμβασης και τη διάταξη του άρθρου 33 παρ. 6 του ν. 2190/1994 και ότι το εναγόμενο είχε νόμιμη και συμβατική υποχρέωση να καθορίσει ως τόπο παροχής της εργασίας του ένα εκ των Γραφείων Τύπου που λειτουργούν στη Γερμανία, δεν αποδείχθηκε.

Επίσης από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε, ούτε ισχυρίζεται ο ενάγων, ότι κατά το χρόνο της τοποθετήσεώς του στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου υπήρχε υπηρεσιακή ανάγκη σε κάποιο Γραφείο Τύπου της Γερμανίας προς κάλυψη της οποίας έπρεπε να τοποθετηθεί εκεί δημοσιογράφος. ΄Αλλωστε ο ενάγων αποδέχθηκε αδιαμαρτύρητα την τοποθέτησή του αυτή και μόνο μετά περίπου δέκα μήνες, όταν είχαν προκύψει τα προβλήματα υγείας του νεογέννητου παιδιού του, ζήτησε με την από 26.3.1999 επιστολή του προς τον Γενικό Γραμματέα Ενημέρωσης να τοποθετηθεί για τους οικογενειακούς αυτούς λόγους ως Ακόλουθος Τύπου στο Γενικό Προξενείο της .... .

Επιπλέον το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από τον ενάγοντα υπ΄ αριθμό 8 πρακτικό του Υπηρεσιακού Συμβουλίου του ιδίου Υπουργείου, με θέμα την τοποθέτηση ή μη της ..... στο Γραφείο του ...., φέρει ημερομηνία 24.6.1999, ήτοι μεταγενέστερη κατά δεκαπέντε μήνες της επίμαχης τοποθέτησης του ενάγοντος. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι η τοποθέτηση του ενάγοντος στο Τμήμα Επισκοπήσεως Εξωτερικού Τύπου της Διευθύνσεως Πληροφορήσεως του Υπουργείου Τύπου ήταν σύμφωνη με το περιεχόμενο της συμβάσεως και το άρθρο 33 παρ. 6 του ν. 2190/1994 και το εναγόμενο δεν είχε νόμιμη και συμβατική υποχρέωση να καθορίσει ως τόπο παροχής της εργασίας του ένα εκ των Γραφείων Τύπου που λειτουργούν στη Γερμανία, η δε άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εναγομένου με την τοποθέτηση του ενάγοντος στην Κεντρική Υπηρεσία δεν υπερβαίνει προφανώς τα από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ οριζόμενα όρια.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 33 παρ. 6 ν. 2190/1994, 281, 288, 361, 652 ΑΚ και 7 του ν. 2112/1920, ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διότι αυτή περιέχει σαφείς, επαρκείς και όχι αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων.

Επομένως, οι αντίθετοι, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει ν΄ απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Επειδή το άρθρο 216 ΚΠολΔ ορίζει ότι η αγωγή πρέπει να περιέχει, ανάμεσα σε άλλα απαραίτητα στοιχεία, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου και όχι αορίστου και ανεπίδεκτου δικαστικής εκτίμησης και πρέπει για το λόγο αυτό, όταν προβάλλεται αξίωση πληρωμής οφειλομένου χρηματικού ποσού, να καθορίζεται το ποσό αυτό.

Οι δικονομικές αυτές αρχές ισχύουν και όταν εξαίρεται, κατά το άρθρο 70 του ΚΠολΔ, αναγνωριστική αντί καταψηφιστικής αγωγής, γιατί ο έχων έννομο συμφέρον να αναγνωρισθεί η ύπαρξη ή μη κάποιας έννομης σχέσης δεν μπορεί να περιορισθεί στην υποβολή αιτήματος διαπιστώσεως απλών πραγματικών περιστατικών, χωρίς καθορισμό των προσαπτομένων από το δίκαιο συνεπειών, έστω και αν μνημονεύεται ο νομικός κανόνας ή νομική αρχή στην οποία υπάγονται τα περιστατικά αυτά.

Επομένως, η αναγνωριστική αγωγή, που εγείρεται με σκοπό να αναγνωρισθεί η συντέλεση ορισμένων πραγματικών γεγονότων και να διαπιστωθεί ότι ο εναγόμενος απέκτησε την ιδιότητα του οφειλέτη ύστερα από τη συντέλεση των πραγματικών αυτών γεγονότων, πρέπει ν΄ απορρίπτεται ως αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης, εφόσον δεν καθορίζεται η οφειλή του εναγομένου που είναι το αντικείμενο της διαφοράς.

Στην προκειμένη υπόθεση, με την ένδικη αγωγή ο ενάγων ζήτησε να αναγνωρισθεί α) ότι η μετά του εναγομένου σύμβαση εργασίας του είναι σε ισχύ και ποτέ δεν λύθηκε με δική του υπαιτιότητα ή με δική του σιωπηρή καταγγελία και β) η υποχρέωση του εναγομένου να του καταβάλει τις νόμίμες αποδοχές του από 1ης Αυγούστου 1999 και εφεξής διάστημα, κατά το οποίο κατέστη υπερήμερο περί την αποδοχή των υπηρεσιών του.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε το δεύτερο αίτημα της αγωγής ως αόριστο, διότι στο δικόγραφο αυτής δεν προσδιορίζεται το αξιούμενο από τον ενάγοντα ποσό των οφειλομένων μισθών υπερημερίας, δηλαδή η οφειλή του εναγομένου που είναι και το αντικείμενο της ένδικης διαφοράς. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν κήρυξε παρά το νόμο το απαράδεκτο της αγωγής και ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ τρίτος λόγος της αναιρέσεως πρέπει ν΄ απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24/5/2005 αίτηση του ..... για αναίρεση της 246/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε τριακόσια τριάντα (330) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Δεκεμβρίου 2006. Και,

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Δεκεμβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ