Supreme Court partially allows appeal against murder sentencing, removing life sentence and political rights deprivation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against a murder conviction, striking down the life sentence and permanent political rights deprivation. The court found that the new Penal Code (Law 4619/2019) was more lenient than the previous law regarding the penalty for homicide and the subsequent deprivation of political rights. Consequently, the judgment was annulled on these specific points, and the case was remitted for retrial before a different panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArt. 2 para. 1 new Penal Code; Art. 511 para. 4 new Penal Code: When multiple laws apply to a crime, the one leading to the most lenient treatment of the accused governs, requiring the annulment of judgments imposing harsher penalties or obsolete sanctions like permanent political rights deprivation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2054 / 2019 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 2054/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Ιωάννη Μαγγίνα, Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου και Χρυσούλα Φλώρου-Κοντοδήμου Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Αγγελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ι. Ζ. του Α., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στο Κ.Κ.Δομοκού, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Παπαδάκη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 6114/2019 του Β' Μ.Ο.Ε. Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) . Π. του Χ. και 2) . Π. του Α., κάτοικοι αμφότεροι ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Πέτρο Γεωργιλά.
Το Β' Μ.Ο.Ε. Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Απριλίου 2019 αίτηση του αναιρέσεως που ασκήθηκε ενώπιον του διευθυντή του Καταστήματος Κράτησης Δομοκού, Θ. Κ., και έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 37/2019 και οι από 02 Σεπτεμβρίου 2019 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, που αναφέρονται στο σχετικό δικόγραφο, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 820/19.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να πρότεινε να γίνει εν μέρει δεκτή η κρινόμενη αίτηση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνον κατά το μέρος που αφορά τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2α Π Κ και της εφαρμογής της ποινής που προβλέπεται από το 299 παρ. 1 μετά την αντικατάσταση του από το Ν. 4619/1.7.2019, να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως και να απορριφθεί κατά τα λοιπά και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου η από 22-4-2019 αίτηση (ασκηθείσα ενώπιον του διευθυντή του Καταστήματος Κράτησης Δομοκού) και οι επ' αυτής με ημερομηνία 2-9-2019 πρόσθετοι λόγοι του Ι. Ζ. του Α., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Δομοκού, για αναίρεση της υπ' αριθ. 6114/2019 απόφασης του Β' Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, που πρέπει να συνεκδικαστούν, ως συναφείς.
Κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του, ισχύοντος από 1-7-2019, νέου Ποινικού Κώδικα (Ν. 4619/2019), αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, ως επιεικέστερος νόμος θεωρείται εκείνος που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή εκείνος, ο οποίος με την εφαρμογή του, βάσει των προβλεπόμενων στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεων, επιφέρει την ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση.
Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσότερων σχετικών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπει καθεμιά από αυτές. Αν από τη σύγκριση προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος νόμος.
Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται κατ' αρχήν υπόψη το ύψος των απειλούμενων ποινών κάθειρξης ή φυλάκισης, ενώ θεωρείται η πρώτη βαρύτερη της δεύτερης, επί ίσων δε στερητικών της ελευθερίας ποινών, λαμβάνεται υπόψη και η χρηματική ποινή, η οποία, σε κάθε περίπτωση, είναι ελαφρύτερη της στερητικής της ελευθερίας ποινής.
Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 511 εδ. τελευτ. και 514 εδ. τελευτ. του ισχύοντος από 1-7-2019 ΚΠοινΔ (Ν. 4620/2019), προκύπτει ότι ο Άρειος Πάγος, επί παραδεκτής αιτήσεως αναιρέσεως, σε κάθε περίπτωση, αυτεπαγγέλτως εφαρμόζει τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά από την δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 299 του, ισχύοντος από 1-7-2019, νέου ΠΚ (Ν. 4619/2019), οι διατάξεις του οποίου είναι επιεικέστερες έναντι των αντίστοιχων του άρθρου 299 του παλαιού ΠΚ, που ίσχυσε μέχρι την 30η-6-2019 (με τον παλαιό ΠΚ προβλεπόταν για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας με πρόθεση ποινή ισόβιας κάθειρξης και, αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής, ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης, δηλαδή κάθειρξης από πέντε μέχρι είκοσι έτη, κατά το άρθρο 52 του ίδιου κώδικα), "1.
Όποιος σκότωσε άλλον, τιμωρείται με κάθειρξη ισόβια ή πρόσκαιρη τουλάχιστον δέκα ετών. 2. Αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής επιβάλλεται κάθειρξη", η διάρκεια της οποίας, σύμφωνα με το άρθρο 52 του ίδιου κώδικα, δεν υπερβαίνει τα δεκαπέντε (15) έτη ούτε είναι κατώτερη των πέντε (5) ετών.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 27 παρ.1 του ίδιου ως άνω κώδικα "με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης, καθώς και όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται".
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση απαιτείται αντικειμενικώς μεν η αφαίρεση της ζωής άλλου ανθρώπου, με θετική ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενης από το νόμο ενέργειας, υποκειμενικώς δε δόλος, άμεσος ή ενδεχόμενος, που συνίσταται, ο μεν άμεσος στη γνώση και τη θέληση των στοιχείων της πράξης, δηλαδή της θανάτωσης του άλλου ανθρώπου, ο δε ενδεχόμενος στην αποδοχή του ενδεχόμενου αποτελέσματος της θανάτωσης του άλλου.
Ο δόλος γενικά διαγιγνώσκεται από τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν και τις ειδικότερες συνθήκες, υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη, ήτοι το πληγέν σημείο του σώματος, την ένταση του πλήγματος, την απόσταση δράστη και θύματος, πρέπει δε να κατευθύνεται προς την αφαίρεση της ζωής άλλου (είτε και μη προσδιορισμένης ταυτότητας), ειδικότερα δε επί ενδεχόμενου δόλου ο υπαίτιος δεν θέλει ούτε επιδιώκει το εγκληματικό αποτέλεσμα, το προβλέπει, όμως, ως ενδεχόμενη συνέπεια της ενέργειας ή παράλειψής του και το αποδέχεται, απαιτείται δηλαδή πρόβλεψη του εγκληματικού αποτελέσματος και αποδοχή της πραγμάτωσής του.
Ακόμη, από τη διατύπωση του προαναφερόμενου άρθρου 299 ΠΚ συνάγεται, ότι για την ποινική μεταχείριση του δράστη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση γίνεται διάκριση του δόλου σε δύο διαβαθμίσεις, ήτοι σε προμελετημένο (της παρ. 1) και απρομελέτητο (της παρ. 2), όταν υπάρχει βρασμός ψυχικής ορμής. Στην πρώτη περίπτωση απαιτείται ψυχική ηρεμία του δράστη είτε κατά την απόφαση είτε κατά την εκτέλεση της πράξης, μολονότι αυτό δεν αναφέρεται ρητά στη διάταξη, ενώ στη δεύτερη περίπτωση απαιτείται ο δράστης να βρίσκεται υπό το κράτος ψυχικής υπερδιέγερσης και κατά τη λήψη της απόφασης και κατά την εκτέλεση της ανθρωποκτονίας, γιατί, αν λείπει ο βρασμός ψυχικής ορμής σε ένα από τα στάδια αυτά, δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της παρ. 2 του άρθρου 299 ΠΚ για την επιεικέστερη μεταχείριση του δράστη, δηλαδή για την επιβολή της πρόσκαιρης αντί της ισόβιας κάθειρξης.
Προς τούτο, στην πρώτη περίπτωση, το δικαστήριο πρέπει να διαλαμβάνει στην αιτιολογία της απόφασής του, ότι ο δράστης ενήργησε με ψυχική ηρεμία. Δεδομένου, όμως, ότι στο νόμο δεν ορίζεται ως στοιχείο του δόλου του δράστη η ψυχική του ηρεμία, απαιτείται αυτό να προκύπτει είτε με ρητή έκθεση είτε με άλλη παρεμφερή φράση είτε από τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 παρ. 2 στοιχ. β' του Ν. 2168/2013, "'Οπλα θεωρούνται επίσης τα αντικείμενα που είναι πρόσφορα για επίθεση ή άμυνα και ιδιαίτερα: α. ... β. Μαχαίρια κάθε είδους, εκτός εκείνων που η κατοχή τους δικαιολογείται για οικιακή ή επαγγελματική ή εκπαιδευτική χρήση, τέχνη, θήρα, αλιεία ή άλλη συναφή χρήση", κατά δε το άρθρο 10 παρ. 1 και 13 στοιχ.
β' του ίδιου νόμου "1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος άρθρου ... απαγορεύεται να φέρονται όπλα ή άλλα είδη που προβλέπονται στο άρθρο 1 του παρόντος νόμου ... 13. α. ... β. `Οποιος φέρει παράνομα όπλα ή άλλα είδη που διαλαμβάνονται στις παρ. 1 ... 2 του άρθρου 1 του παρόντος ... τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο (2) ετών και χρηματική ποινή", ενώ κατά το άρθρο 14 του ίδιου ως άνω νόμου "Όποιος με χρήση όπλου ή άλλου αντικειμένου αναφερόμενου στον παρόντα νόμο διαπράξει κακούργημα ...
και καταδικασθεί, ανεξάρτητα από την ποινή που επιβάλλεται γι` αυτό, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών". Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.
Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού (σκεπτικού) με το διατακτικό της απόφασης, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, ενώ δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας στην περίπτωση που αυτή αποτελεί αντιγραφή του αιτιολογικού της πρωτόδικης απόφασης ή όταν εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει τα πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της.
Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι, κατ' αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, καθόσον αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, διαλαμβάνεται δε αιτιολογία περί αυτού (δόλου) στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, διότι εξυπακούεται ότι υπάρχει με την τέλεση των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν αντικειμενικά το έγκλημα, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), κάτι που δεν συμβαίνει στο εδώ εξεταζόμενο έγκλημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, για τη στοιχειοθέτηση του οποίου ο νόμος αρκείται σε απλό ή ενδεχόμενο δόλο.
Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις άνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης, πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή τη μείωση της ποινής, όπως είναι και ο ισχυρισμός για τέλεση της πράξης της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε βρασμό ψυχικής ορμής, εφόσον όμως προβάλλονται (οι ισχυρισμοί) κατά τρόπο σαφή και ορισμένο.
Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠοινΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, προκειμένου να διαμορφώσει την κρίση του (Ολ.ΑΠ 3/2012).
Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.
Όταν εξαίρονται, δε, ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα υπόλοιπα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολόγησης και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων της ποινικής διαδικασίας περιλαμβάνεται, κατά το άρθρο 178 περ. γ' του ΚΠοινΔ, και η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται, σύμφωνα με το άρθρο 183 του ίδιου Κώδικα, υπό προϋποθέσεις, από τους ανακριτικούς υπαλλήλους ή το δικαστήριο, αυτεπάγγελτα ή μετά από αίτηση των διαδίκων ή του εισαγγελέα.
Ως ιδιαίτερο δε είδος αποδεικτικού μέσου, η πραγματογνωμοσύνη πρέπει να προκύπτει από την αιτιολογία της απόφασης, ότι λήφθηκε και αυτή υπόψη, όπως συμβαίνει όχι μόνο, όταν αυτή μνημονεύεται ειδικώς μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, αλλά και όταν προκύπτει αναμφίβολα από τις παραδοχές της απόφασης, ότι τα πορίσματά της λήφθηκαν υπόψη και έγιναν δεκτά από το δικαστήριο ή, σε κάθε περίπτωση, δεν είναι αντίθετα με αυτές.
Διαφορετικά, αν δεν προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το ιδιαίτερο αυτό αποδεικτικό μέσο, μη αρκούσης της αναφοράς στα έγγραφα, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας. Η απλή, όμως, γνωμάτευση ή γνωμοδότηση, η οποία προκαλείται από τους διαδίκους ή από διάφορες αρχές χωρίς να τηρηθούν οι διατασσόμενες από το νόμο προϋποθέσεις και συντάσσεται από πρόσωπα που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, τα οποία καλούνται να εκφέρουν κρίση για γεγονότα που τίθενται υπόψη τους (ιδιωτική πραγματογνωμοσύνη) ή η πραγματογνωμοσύνη που ενεργήθηκε δυνάμει απόφασης πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου, δεν ταυτίζονται με το προβλεπόμενο στο άρθρο 178 ΚΠοινΔ αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύνης, το οποίο διατάσσεται σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του άρθρου 183 του ίδιου Κώδικα (αφού δεν συντάσσονται ύστερα από παραγγελία του αρμόδιου ανακριτικού υπαλλήλου ή του ανακριτή ή του δικαστικού συμβουλίου ή του ποινικού δικαστηρίου με τήρηση των προβλεπόμενων προϋποθέσεων), αλλά λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο και το πόρισμά τους συνεκτιμάται μαζί με τις άλλες αποδείξεις για τη διαμόρφωση της κρίσης του, ως απλά έγγραφα, οπότε δεν είναι αναγκαίο να μνημονεύονται ως ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα ούτε απαιτείται ειδική αιτιολογία για τη μη αποδοχή τους.
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διάταξης υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε.
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης, υπ' αριθ. 6114/2019 απόφασης, το Β' Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, που την εξέδωσε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος σ' αυτή (ένορκες καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων, πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και αναφέρονται στα πρακτικά, φωτογραφίες που επισκοπήθηκαν, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου), δέχθηκε ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος Ι.
Ζ. και η Α. Τ. διατηρούσαν επί εννέα έτη ερωτική σχέση με συμβίωση, είχαν δε αποκτήσει και ένα ανήλικο θήλυ τέκνο. Τον Ιανουάριο του έτους 2014 χώρισαν με πρωτοβουλία της Α. Τ., με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος να θεωρεί υπεύθυνους γι' αυτό τους συγγενείς και τους φίλους της τέως συντρόφου του, μεταξύ των οποίων και τον Σ.
Π. επί δυόμισι έτη σύντροφο της Α. Τ., αδελφής της Α.. Μάλιστα η Α. Τ. είχε αλλάξει τον αριθμό του κινητού της τηλεφώνου, ώστε να αποφεύγει τον κατηγορούμενο, ο οποίος προσπαθούσε να επικοινωνήσει μαζί της. Περί ώρα 01.50' της 27-4-2014 ο κατηγορούμενος κάλεσε στο κινητό της τηλέφωνο την Α. Τ., η οποία βρισκόταν σε παραλία της περιοχής της …ιασκεδάζοντας μαζί με το σύντροφό της Σ.
Π., τον φίλο τους Ι. Ζ. και την αδελφή της, Α. και της ζήτησε να μιλήσει με την πρώην σύντροφό του. Εκείνη αρνήθηκε να τη δώσει και αφού κατηγορούμενος την εξύβρισε, του έκλεισε το τηλέφωνο. Το τηλεφώνημα έγινε αντιληπτό και από τους υπόλοιπους της παρέας και, μετά απ' αυτό, επειδή κανείς δεν είχε διάθεση να συνεχίσουν τη διασκέδαση τους αποφάσισαν επιστρέφουν στο σπίτι τους, στην … .
Μόλις έφτασαν στην …, περί ώρα 2:20' της 27-4-2014, ο Σ. Π., ευρισκόμενος σε κατάσταση μέθης, ζήτησε από τις Α. Τ. και Α. Τ. να αποβιβαστούν, προφασιζόμενος ότι θα ψάξει να βρει χώρο στάθμευσης για το όχημά του. Ακολούθως, γνωστοποίησε στον Ι. Ζ. την πρόθεσή του να μεταβεί μόνος του στο σπίτι του Ζ. για να του ζητήσει τον λόγο για τα ενοχλητικά τηλεφωνήματα προς τη σύντροφό του Α.
Τ.. Ο Ι. Ζ. προσπάθησε να τον μεταπείσει, αλλά αυτός επέμενε και τότε ο Ζ. αποφάσισε να μην τον αφήσει μόνο του και να τον συνοδεύσει στο σπίτι του κατηγορουμένου, ένα λυόμενο κτίσμα, με αριθμό 112 στον οικισμό σεισμοπλήκτων στο στρατόπεδο “ΚΑΠΟΤΑ” (περιοχή …). Όταν έφτασαν εκεί, ο Σ. Π. φώναξε με έντονο ύφος, δύο - τρεις φορές "Γ., βγες έξω" και μετά από δύο λεπτά περίπου, ο Ι.
Ζ., βγήκε έξω από την οικία του, φέροντας μαζί του, επιμελώς κρυμμένο, ένα μαχαίρι. Οι δύο άνδρες άρχισαν να λογομαχούν και να ανταλλάσουν ύβρεις, χωρίς ο παριστάμενος Ζ. να συμμετέχει. Η λογομαχία τους αυτή σύντομα κατέληξε σε συμπλοκή, κατά την οποία ο μεν Σ. Π. χρησιμοποίησε τα χέρια του καταφέροντας γροθιές στον κατηγορούμενο, ο δε τελευταίος χρησιμοποίησε το μαχαίρι που έφερε μαζί του.
Αρχικά ο κατηγορούμενος μ' αυτό κατάφερε χτυπήματα στην κοιλιά και στα πλευρά του Π. και επειδή ο τελευταίος συνέχισε να τον χτυπά με τα χέρια του, σαν να μην ένιωθε τίποτα, συνέχισε να απαντά στις γροθιές με χτυπήματα με το μαχαίρι, καταφέροντάς του πολλαπλές μαχαιριές, τις τελευταίες στην περιοχή του λαιμού.
Όταν έπεσαν και οι δύο κάτω, με τον Π. από πάνω και τον Ζ. από κάτω, ο τελευταίος φώναξε "άφησε με" και ο Π. που ήταν από πάνω του και τον κράταγε, τον άφησε, σηκώθηκε από πάνω του και προχώρησε προς το αυτοκίνητο του, συνειδητοποιώντας τότε, για πρώτη φορά ότι είναι χτυπημένος με μαχαίρι. Ο Ζ.ς τότε σηκώθηκε και άρχισε να τρέχει προς το παρακείμενο δάσος ενώ το θύμα ζήτησε από τον Ζ., ο οποίος σε όλη τη διάρκεια του επεισοδίου παρακολουθούσε αμέτοχος και χωρίς να αντιληφθεί ότι ο κατηγορούμενος έφερε και έκανε χρήση μαχαιριού, να τον μεταφέρει σε νοσοκομείο.
Ο Ζ. ειδοποίησε αμέσως με το κινητό του την Α. Τ. και ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ, το οποίο κατόπιν συνεννόησης, παρέλαβε τον Σ. Π. επί της λεωφόρου … και … και τον μετέφερε στο Νοσοκομείο " Γ. ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ" όπου μετά από λίγα λεπτά, και συγκεκριμένα την ώρα 04:05' της 27-4-2014, επήλθε ο θάνατός του. Σύμφωνα με την 887/29-5-2014 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής του ιατροδικαστή Σ.
Μ., μόνη ενεργός αιτία του θανάτου του Σ. Π. ήταν οι βαριές κακώσεις στην τραχηλική χώρα, στον θώρακα και στην κοιλία του, οι οποίες προκλήθηκαν από το μαχαίρι που έφερε και χρησιμοποίησε ο κατηγορούμενος. Ειδικότερα, με την πιο πάνω έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής που διενεργήθηκε στο ηλικίας 27 ετών θύμα, διαπιστώθηκε ότι τούτο έφερε τραύμα στην αριστερά έξω πλάγια τραχηλική χώρα, τραύμα στην αριστερά μασχαλιαία χώρα, τέσσερα, τραύματα στην κοιλιακή χώρα αριστερά και στην αριστερά έξω επιφάνεια αυτής, τέσσερα τραύματα στην οπίσθια επιφάνεια του αριστερού ημιθωρακίου, τραύμα στο ύψος της σπονδυλικής στήλης (θώρακος) και τραύμα στην οπίσθια επιφάνεια του δεξιού ημιθωρακίου, παρατηρήθηκε δε, συνεπεία των τραυμάτων αυτών, τρώση της αριστερής καρωτίδος και της αριστερής σφαγίτιδος, τρώση στον κάτω λοβό του δεξιού πνεύμονος, τρώση στον άνω λοβό του αριστερού πνεύμονος και τρώση του παχέος εντέρου στο εγκάρσιο τμήμα αυτού.
Σημειώνεται ότι ο κατηγορούμενος, μετά την εγκληματική του ενέργεια, άρχισε να τρέχει, φεύγοντας προς παρακείμενο δάσος όπου εξαφάνισε το μαχαίρι, με το οποίο έπληξε το θύμα. Στη συνέχεια αφού επικοινώνησε τηλεφωνικά και συναντήθηκε με την αδελφή του, Μ., κρύφτηκε για δύο και πλέον 24ωρα και παραδόθηκε στις αρχές στις 29-4-2014, μετά το σχηματισμό δικογραφίας και την έκδοση σε βάρος του 24/28-4-2014 εντάλματος σύλληψης της 10ης Ειδικής Ανακρίτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών.
Η ανθρωποκτόνος πρόθεση του κατηγορουμένου καταδεικνύεται από το μέσο που χρησιμοποίησε (μαχαίρι), τον αριθμό των πληγμάτων που επέφερε στο θύμα σε καίρια σημεία του σώματός του και την ένταση αυτών. Διαμόρφωσε δε την απόφασή του να θανατώσει το θύμα του, ενώ τελούσε σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και κατά το χρόνο λήψεως της αποφάσεως αλλά και κατά το χρόνο εκτελέσεως της πράξεως, όπως συνάγεται από τη μετάβασή του με μαχαίρι προς συνάντηση του θύματος, την άνευ του ελαχίστου ενδοιασμού ή οίκτου χρήση του και την ψύχραιμη αποχώρηση του από τον τόπο και την απόκρυψή του για χρονικό διάστημα δύο και πλέον ημερών, οπότε και εμφανίσθηκε στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής του, έχοντας προετοιμάσει τους υπερασπιστικούς ισχυρισμούς του.
Συνδρομή βρασμού ψυχικής ορμής, λόγω αιφνίδιας υπερδιεγέρσεως των συναισθημάτων του, ως συνέπεια της συμπεριφοράς του θύματος και της λεκτικής αντιπαράθεσης που είχε με αυτό, δεν αποδείχθηκε. Το προηγηθέν περιστατικό της λεκτικής αντιπαράθεσης του θύματος και του κατηγορουμένου, μπορεί να προκάλεσε στον κατηγορούμενο κάποιο εκνευρισμό, ουδόλως όμως ήταν πρόσφορο να του δημιουργήσει ούτε και αποδείχθηκε ότι του δημιούργησε κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής, η οποία να αποδυναμώσει την σκέψη του και να μην είναι πλέον δυνατή η στάθμιση απ' αυτόν των αιτίων που τον κινούσαν στην τέλεση του εγκλήματος του και εκείνων που τον συγκρατούσαν από αυτήν.
Άλλωστε ο ίδιος ο κατηγορούμενος προκάλεσε το πιο πάνω επεισόδιο, ενοχλώντας επανειλημμένα τηλεφωνικά και εξυβρίζοντας τη σύντροφο του θύματος Α. Τ. και μάλιστα σε ακατάλληλη ώρα. Ούτε, εξάλλου, μπορεί, βάσιμα να γίνει λόγος για κατάσταση άμυνας, αφού το θύμα ήταν άοπλο, ενώ ο κατηγορούμενος έφερε και έκανε χρήση όπλου, απορριπτόμενου ως αβάσιμου του ισχυρισμού του ότι βρήκε τυχαία το μαχαίρι, μετά την έναρξη της συμπλοκής.
Τα χτυπήματα, εξάλλου, που δέχθηκε ο κατηγορούμενος από το θύμα κατά τη συμπλοκή δεν ήταν σοβαρά, αφού δεν χρειάστηκε να δεχθεί ιατρικές υπηρεσίες ούτε ζήτησε να εξεταστεί από ιατροδικαστή. Κατ' ακολουθία των παραπάνω ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη της ανθρωποκτονίας με πρόθεση, σε ήρεμη ψυχική κατάσταση (άρθρο 299 παρ. 1 ΠΚ) και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτής, απορριπτόμενων ως αβάσιμων κατ' ουσία των αυτοτελών ισχυρισμών του για τέλεση της πράξης της ανθρωποκτονίας σε κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής και για υπέρβαση των ορίων της άμυνας".
Στη συνέχεια, το ως άνω Δικαστήριο της ουσίας, αφού απέρριψε τους παραπάνω προβληθέντες αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, κήρυξε αυτόν ένοχο των αξιόποινων πράξεων της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, της παράνομης οπλοφορίας και της οπλοχρησίας, για τις οποίες του επέβαλε ισόβια κάθειρξη για την πρώτη, φυλάκιση δώδεκα (12) μηνών και χρηματική ποινή τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ για τη δεύτερη και φυλάκιση δώδεκα (12) μηνών για την τρίτη πράξη και συνολική ποινή φυλάκισης δεκαέξι (16) μηνών, πλέον της ποινής της ισόβιας κάθειρξης, με το ακόλουθο διατακτικό: "Κηρύσσει ομόφωνα τον παραπάνω κατηγορούμενο ένοχο για το ότι:
Α. Στον κατωτέρω αναφερόμενο τόπο και χρόνο, τέλεσε πράξη που προβλέπεται και τιμωρείται από το νόμο με ισόβια κάθειρξη και ειδικότερα ότι στις … και εντός της αυλής της οικίας του, στον οικισμό σεισμοπλήκτων του στρατοπέδου «ΚΑΠΟΤΑ», στις 27.04.2014 και περί ώρα 02:20', με πρόθεση και ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, χρησιμοποιώντας αγνώστων ειδικότερων χαρακτηριστικών αιχμηρό αντικείμενο-μαχαίρι που έφερε, έβαλε πολλάκις κατά του Σ. (ον.) Π. (επ.) του Α.
και της Β., προξενώντας του τραύματα στην αριστερή τραχηλική χώρα, στο αριστερό ημιθωράκιο και στο αριστερό υποχόνδριο, από τα οποία ως μόνη ενεργή αιτία επήλθε ο θάνατός του. Β. Στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, έφερε παράνομα αντικείμενο πρόσφορο για επίθεση και άμυνα, χωρίς να είναι εφοδιασμένος με την κατά νόμο απαιτούμενη άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής και συγκεκριμένα άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής και συγκεκριμένα έφερε ένα μαχαίρι αγνώστων ειδικότερων στοιχείων.
Γ. Στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, με χρήση όπλου τέλεσε κακούργημα και συγκεκριμένα, με τη χρήση μαχαιριού τέλεσε την πράξη της ανθρωποκτονίας σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, σε βάρος του παθόντος Σ. Π. του Α. και της Β.".
Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη, κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω εγκλημάτων, της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, της παράνομης οπλοφορίας και της οπλοχρησίας, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, με παράθεση όλων των στοιχείων, που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή των εγκλημάτων τούτων, οι αποδείξεις, που τα θεμελιώνουν και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους το Δικαστήριο της ουσίας έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις προαναφερθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 299 παρ. 1 και άρθρα 1 παρ. 2 περ.
β', 10 παρ.1, παρ. 13 περ. β', 14 του Ν. 2168/1993, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε χωρίς ούτε ευθέως ούτε κατά πλάγιο τρόπο να τις παραβιάσει με ελλιπή, ασαφή ή αντιφατική αιτιολογία και έτσι δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι ακριβείς συνθήκες τέλεσης από τον τότε κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα της πράξης της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και διευκρινίζεται με σαφήνεια το είδος του δόλου (κοινού), που συνέτρεξε στο πρόσωπό του, ενώ με την προσήκουσα ως άνω αιτιολογία απoρρίφθηκαν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί του κατηγορουμένου περί τέλεσης του άνω εγκλήματος σε κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής και καθ' υπέρβαση των ορίων της άμυνας.
Σύμφωνα δε με τα διαλαμβανόμενα στην προεκτεθείσα νομική σκέψη, δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, έστω και αν στο παραπάνω, πλήρες και επαρκές, αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το οποίο περιέχει πρόσθετα, σε σχέση με το αιτιολογικό της πρωτόδικης απόφασης, στοιχεία, περιλαμβάνονται και επαναλαμβάνονται κατά πιστή εν μέρει αντιγραφή, πραγματικά περιστατικά και σκέψεις του σκεπτικού ή του διατακτικού της πρωτόδικης απόφασης.
Εξάλλου, οι με αριθμό …/2014/29-05-2014 Εργαστηριακή Έκθεση τοξικολογικής εξέτασης της χημικού-τοξικολόγου της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών, Ι. Λ. και με αριθ. πρωτ. …/9/16828-δ'/18-06-2014 Έκθεση Εργαστηριακής Πραγματογνωμοσύνης του Τμήματος Ανάλυσης Βιολογικών Υλικών, υπογεγραμένη από την Υπαστυνόμο Α'-βιοχημικό Χ.
Σ., που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο (βλ. σελ. 38 των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης) και οι οποίες, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή, για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας του σχετικού λόγου αναίρεσης, επισκόπηση αυτών, συντάχθηκαν κατά τη διάρκεια της αστυνομικής διερεύνησης του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας, χωρίς την τήρηση των νομίμων διατυπώσεων για το διορισμό πραγματογνωμόνων (διορισμός από ανακριτικό υπάλληλο, δικαστικό συμβούλιο ή δικαστήριο, όρκιση κ.λ.π.- άρθρα 183 επ.
ΚΠοινΔ), δεν αποτελούν, κατά τα προεκτεθέντα, ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, αλλά θεωρούνται ως απλά έγγραφα, ως τέτοια δε, όπως από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης ανενδοιάστως προκύπτει, λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν από το Δικαστήριο της ουσίας μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, για τη διαμόρφωση της κρίσης του, χωρίς να απαιτείται η ξεχωριστή αναφορά τους στο προοίμιο του σκεπτικού της απόφασης.
Επομένως, οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα δεύτερος λόγος του κυρίως δικογράφου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά τα οικεία σκέλη του, και ο συναφής δεύτερος πρόσθετος λόγος, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την περί ενοχής κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας σε σχέση με το έγκλημα της ανθρωποκτονίας, την απόρριψη των άνω αυτοτελών ισχυρισμών και τις αποδείξεις, λόγω και της ταύτισης του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης με το σκεπτικό και το διατακτικό της πρωτοβάθμιας απόφασης, καθώς και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ' και Ε' ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμοι. Οι λοιπές περιεχόμενες στο δικόγραφο των πρόσθετων λόγων αιτιάσεις συνιστούν αμφισβήτηση της ουσίας των άνω παραδοχών της απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού της πορίσματος και, επομένως, είναι απαράδεκτες, αφού, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου, πλήττουν ανεπιτρέπτως την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ.2, 358, 364 παρ.1 (ήδη 362 παρ.1) και 369 (ήδη 367) ΚΠοινΔ, προκύπτει, ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του σε σχέση με την ενοχή του κατηγορουμένου, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου, το οποίο δεν αναγνώσθηκε κατά την προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ.
δ' του ίδιου Κώδικα, από την οποία ιδρύεται ο προβλεπόμενος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγος αναίρεσης, διότι έτσι στερείται ο κατηγορούμενος της δυνατότητας να εκθέσει επ' αυτού τις απόψεις του, να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό ή να αντιταχθεί στην ανάγνωσή του, συγχρόνως δε παραβιάζεται η αρχή της δημοσιότητας και της προφορικότητας της συζήτησης στο ακροατήριο, από την οποία ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.
Γ' ΚΠοινΔ λόγος αναίρεσης. Το περιεχόμενο του αναγνωσθέντος εγγράφου δεν είναι αναγκαίο να καταχωρίζεται στα πρακτικά της απόφασης, ούτε να μνημονεύεται ποίο αποδεικτέο θέμα αφορά, όπως δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ο συντάκτης του εγγράφου και η χρονολογία του. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία εκείνα, από τα οποία προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία, για το ποίο έγγραφο αναγνώσθηκε.
Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητος του εγγράφου, είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας, ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει (κατά το άρθρο 358 ΚΠοινΔ) τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό του, δεδομένου, μάλιστα, ότι, εφόσον στην πραγματικότητα συντελέσθηκε η ανάγνωση του εγγράφου παρασχέθηκε στον κατηγορούμενο η δυνατότητα να προβεί σε σχετικές με το περιεχόμενό του δηλώσεις και εξηγήσεις, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο (πληρότητα ή μη του τίτλου), κατά τον οποίο αναφέρεται στα πρακτικά το αναγνωσθέν έγγραφο αλλά από το αν αναγνώσθηκε πραγματικά ή όχι.
Διαφορετικά, αν δηλαδή η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται με επάρκεια, υπάρχει, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας. Αναφορικά με τις φωτογραφίες, αυτές δεν αναγιγνώσκονται κυριολεκτικά αλλά επισκοπούνται μετά από επίδειξή τους στους παράγοντες της δίκης από τον διευθύνοντα τη συζήτηση.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά την ανάγνωση των αναφερόμενων σ' αυτή εγγράφων στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, επισκοπήθηκαν με αύξοντα αριθμό 24, και έγχρωμες φωτογραφίες με θέμα τον περιβάλλοντα προαύλιο χώρο του λυόμενου όπου έλαβε χώρα το συμβάν (σελ. 39-40 των πρακτικών).
Οι φωτογραφίες αυτές συγκεκριμενοποιούνται χωρίς να καταλείπονται αμφιβολίες ούτε να προκαλείται σύγχυση για την ταυτότητά τους, αφού αναφέρεται το θέμα τους, που επιτρέπει τον ακριβή προσδιορισμό τους, δεν επισκοπήθηκαν άλλες φωτογραφίες με όμοιο ή παρεμφερή χαρακτήρα και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού τους.
Τούτο δε, διότι με την επισκόπησή τους κατέστησαν γνωστές και κατά το περιεχόμενό τους στον κατηγορούμενο και τον συνήγορό του, ο οποίος είχε τη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις ως προς αυτές, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά, ενώ ο αναιρεσείων, όπως επίσης προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, δεν προέβαλε, ο ίδιος ή δια του συνηγόρου του, καμία αντίρρηση για την επισκόπηση των φωτογραφιών αυτών, οπότε δεν στερήθηκε του, απορρέοντος από το άρθρο 358 ΚΠοινΔ, κατά τα άνω υπερασπιστικού του δικαιώματος, εφόσον είχε την ευχέρεια στο ακροατήριο να υποβάλει τις παρατηρήσεις του.
Έτσι, με τη λήψη υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας των πιο πάνω φωτογραφιών, δεν επήλθε ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, ούτε παραβιάστηκε η αρχή της δημοσιότητας, καθώς και η υπαγορευόμενη από το Σύνταγμα αρχή της αναλογικότητας και, συνεπώς, ο υποστηρίζων τα αντίθετα πρώτος λόγος του κυρίως δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ.
Α' και Γ' ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 299 παρ. 1 του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου ΠΚ είναι επιεικέστερη, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, έναντι της αντίστοιχης του άρθρου 299 παρ. 1 του παλαιού ΠΚ, η δε διάταξη του άρθρου 14 του ειδικού ν. 2168/1993 για την οπλοχρησία, έχει καταστεί επιεικέστερη μετά την ισχύ του νέου ΠΚ, αφού με το άρθρο 463 παρ. 2 του Κώδικα αυτού προβλέπεται για το εν λόγω αδίκημα διαζευκτικά με την ποινή φυλάκισης και η χρηματική ποινή.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 59 του νέου ΠΚ, που ορίζει τις παρεπόμενες ποινές, προκύπτει ότι μεταξύ αυτών δεν περιλαμβάνεται η ποινή της αποστέρησης πολιτικών δικαιωμάτων, που προβλεπόταν από τις διατάξεις των άρθρων 59 έως 61 του προϊσχύσαντος ΠΚ στις καταδίκες σε ισόβια κάθειρξη, κάθειρξη αόριστης διάρκειας ή πρόσκαιρη κάθειρξη, η οποία καταργήθηκε γιατί κρίθηκε πλέον ως παρωχημένη (βλ.
αιτιολογική έκθεση του Ν. 4619/19 άρθρο 59).
Συνεπώς συντρέχει περίπτωση επιεικέστερου νόμου ως προς την παρεπόμενη ποινή της αποστέρησης των πολιτικών δικαιωμάτων για την πράξη της ανθρωποκτονίας, αφού η παρεπόμενη αυτή ποινή καταργήθηκε. Κατ' ακολουθία, πρέπει, κατ' αυτεπάγγελτη εφαρμογή, σύμφωνα με το άρθρο 511 εδ. δ' του νέου ΚΠοινΔ, των ως άνω επιεικέστερων διατάξεων, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση α) ως προς τις περί ποινής διατάξεις της για τις πράξεις της ανθρωποκτονίας και της οπλοχρησίας, αναγκαίως δε και ως προς τον καθορισμό της συνολικής στερητικής της ελευθερίας ποινής και β) ως προς τη διάταξή της περί επιβολής στον κατηγορούμενο της παρεπόμενης ποινής της διαρκούς αποστέρησης πολιτικών δικαιωμάτων του, την οποία πρέπει να απαλείψει ο Άρειος Πάγος, μη συντρέχουσας περίπτωσης παραπομπής στο Δικαστήριο της ουσίας κατά τούτο, ελλείψει αντικειμένου περαιτέρω έρευνας και να παραπεμφθεί, κατά το αναιρούμενο αυτό μέρος, η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές και ενόρκους, εφόσον είναι αδύνατη η συγκρότησή του από τους ίδιους, που δίκασαν προηγουμένως, ενόψει της λήξης της συνόδου μηνός Ιανουαρίου του έτους 2019 του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών (άρθρα 519 και 522 ΚΠοινΔ), ενώ παρέλκει πλέον, ως αλυσιτελής, η έρευνα του τελευταίου λόγου του κυρίως αναιρετηρίου, καθώς και του τρίτου πρόσθετου λόγου, που αφορούν την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου περί αναγνώρισης στο πρόσωπό του ελαφρυντικών περιστάσεων, ο οποίος σχετίζεται άμεσα με τις αναιρούμενες περί ποινών διατάξεις.
Κατά τα λοιπά η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, με τους πρόσθετους λόγους της, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει τη με αριθμό 6114/2019 απόφαση του Β' Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών και συγκεκριμένα α) κατά το μέρος που αφορά τις διατάξεις της περί ποινών για τις πράξεις της ανθρωποκτονίας και της οπλοχρησίας και ως προς τον καθορισμό της συνολικής στερητικής της ελευθερίας ποινής και β) ως προς την καταγνωσθείσα στον κατηγορούμενο παρεπόμενη ποινής της διαρκούς αποστέρησης πολιτικών δικαιωμάτων του.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το ως άνω υπό στοιχείο α' αναιρεθέν μέρος της για νέα εκδίκαση στο ίδιο παραπάνω Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές και ενόρκους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Απαλείφει από την προσβαλλόμενη απόφαση τη διάταξη που επιβάλλει στον κατηγορούμενο διαρκή αποστέρηση πολιτικών δικαιωμάτων. Και
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 22-4-2019 αίτηση (ασκηθείσα ενώπιον του διευθυντή του Καταστήματος Κράτησης Δομοκού) και τους με ημερομηνία 2-9-2019 πρόσθετους αυτής λόγους του Ι. Ζ. του Α., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Δομοκού, για αναίρεση της ανωτέρω απόφασης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Νοεμβρίου 2019.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Δεκεμβρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ